Legislator Case Law & Legislation
205/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against expropriation decision, ruling procedural defects do not justify overturning the final judgment.

Case Number 205/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final expropriation judgment of the Euboea Court of Appeal. The court found that the expropriation was conducted under the 2001 Code, which remained valid despite subsequent legislative changes regarding compensation declarations. Consequently, the court ruled that no valid grounds existed to challenge the original decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577(1) and 3 of the Code of Civil Procedure; Article 561(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal against a final expropriation judgment is inadmissible if no legal grounds exist to challenge the decision, particularly when the expropriation was validly conducted under the applicable law at the time.

Keywords

AI generated
expropriation appeal final judgment procedural defect compensation declaration retroactive law civil procedure code public interest

Cited Legislation

AI generated
Article 577(1) and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) Section B of the Code of Civil Procedure
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 2 of the Civil Code
Article 39(3) Section a of Law 4024/2011
Articles 11(3) letters d and e of Law 2882/2001

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 205 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 205/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Σ. του Π. και 2) Ά. Σ. του Π., κατοίκων …, οι οποίοι παραστάθηκαν αυτοπροσώπως με την ιδιότητά τους ως δικηγόρων.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΝ (ΤΑΠΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευθυμία Γκαράνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 20-5-2019 (αρ.κατ.4/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 15/2019 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων και χάριν συντόμευσης ΚΑΑΑ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι με την υπ' αρ. 1085497/5929/Δ0010/16-9-2009 Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα, για αρχαιολογικούς σκοπούς, το αναφερόμενο αναλυτικά, κατά θέση και όρια ακίνητο των αναιρεσειόντων, που βρίσκεται στο εγκεκριμένο πολεοδομικό σχέδιο του Δήμου Θηβαίων, επιφάνειας 2836,34 Μ2, ότι κατόπιν αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου εκδόθηκε η υπ' αρ. 797/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που δημοσιεύθηκε στις 19-12-2011 και καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό των 220 ευρώ/Μ2, ότι κατόπιν αίτησης των ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 344/2013 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία οι αναιρεσείοντες αναγνωρίστηκαν συγκύριοι του απαλλοτριωμένου ακινήτου, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθένας και συνδικαιούχοι, κατά το ίδιο ιδανικό μερίδιο της καθορισθείσας οριστικά αποζημίωσης, ότι κατόπιν αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου εκδόθηκε η υπ' αρ. 107/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος σε 225 ευρώ /Μ2 και ότι έτσι η αποζημίωση καθορίστηκε οριστικά στο συνολικό ποσό των 638176,50 ευρώ και αναλογικά για κάθε ιδιοκτήτη σε 319088,25 ευρώ, ότι όμως, επειδή η 18μηνη προθεσμία για την καταβολή της καθορισθείσας προσωρινά αποζημίωσης απαλλοτρίωσης έληγε στις 19-6-2013 και προκειμένου να μην ανακληθεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση ,οι αναιρεσείοντες εντός ενός έτους, μετά την παρέλευση του 18μήνου (προθεσμία, που συμπληρωνόταν στις 19-6-2014) επιθυμώντας την ολοκλήρωση της απαλλοτρίωσης υπέβαλαν προς το Υπουργείο Οικονομικών και Πολιτισμού και προς το ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.3 εδ.

δ'του Ν. 2882/2001-ΚΑΑΑ, την από 12-6-2014 αίτηση- υπεύθυνη δήλωσή τους περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισθείσας οριστικής αποζημίωσης (638176,50 ευρώ) ,ζητώντας τη συνέχιση και ολοκλήρωση της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και την καταβολή σ' αυτούς της ανωτέρω οριστικής αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, ότι, στη συνέχεια, επειδή οι αρμόδιες αρχές αδράνησαν , οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, την από 16-3-2015 (αρ.

κατ. 268/2015) αγωγή , δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 4-2-2016 και μετ' αναβολή η 2-3-2017, με την οποία αξίωναν την καταβολή της ανωτέρω αποζημίωσης (638176,50 ευρώ) , ότι όμως, πριν την εκδίκαση της αγωγής αυτής, το Υπουργείο Πολιτισμού και το ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ κατέθεσαν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (και χάριν συντόμευσης ΤΠΔ) ,στις 22-7-2016, το ποσό των 641655 ευρώ, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους για την καταβολή της οριστικά καθορισθείσας αποζημίωσης από το οποίο, όπως αναφέρουν οι αναιρεσείοντες, αυτοί εισέπραξαν όλο το ποσό των 638176,50 ευρώ, ότι, στη συνέχεια, κατά τη συζήτηση της αγωγής, στις 2-3-2017, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι αναιρεσείοντες περιόρισαν με τις προτάσεις τους το αίτημα της αγωγής τους, κατά το ποσό των 43267,60 ευρώ, το οποίο αξίωναν, ως υπόλοιπο του κεφαλαίου της οριστικά καθορισθείσας αποζημίωσης των 638176,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, στις 4-6-2015 μέχρι την εξόφληση, υποστηρίζοντας ότι το αιτούμενο ως άνω ποσό των 43267,60 ευρώ αντιστοιχεί σε τόκους υπερημερίας ποσοστού 6% επί του οφειλόμενου κεφαλαίου της αποζημίωσης από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (δηλαδή από 5-6-2015) έως την παρακατάθεση στο ΤΠΔ, δηλαδή έως 22-7-2016 και ότι εισπράττοντας το ποσό των 638176,50 ευρώ, δεν επήλθε η πλήρης απόσβεση του συνόλου του κεφαλαίου της ένδικης απαίτησής τους, που είναι τοκοφόρος, δηλαδή κατά κεφάλαιο και δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας μέχρι την ανωτέρω παρακατάθεση στο ΤΠΔ, διότι, όπως υποστήριζαν, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 423 ΑΚ εξοφλήθηκαν πρώτα για τους δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας, ποσού 43267,60 ευρώ, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (5-6-2015) έως την παρακατάθεση (22-7-2016) και ύστερα για μέρος του κεφαλαίου της αποζημίωσης, ύψους 594908,90 ευρώ και ότι συνεπώς νομίμως αξιώνουν το ποσό των 43267,60, ως ανεξόφλητο υπόλοιπο του κεφαλαίου της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης (δηλαδή, 638176,50 ευρώ, που εισέπραξαν για μέρος του κεφαλαίου και δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας - 594908,90 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κεφάλαιο της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης = 43267,60 ευρώ, που αξίωναν με την αγωγή τους ως υπόλοιπο του κεφαλαίου αποζημίωσης απαλλοτρίωσης και τούτο εντόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής).

Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ ισχυρίστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' ένσταση, ότι επήλθε αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης εξαιτίας της άπρακτης παρέλευσης της 18μηνης προθεσμίας από τον προσωρινό καθορισμό της και ότι συνεπώς, έχει αποσβεστεί η αξίωση των εναγόντων ιδιοκτητών και ήδη αναιρεσειόντων.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 47/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία δέχτηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στους αναιρεσείοντες το ποσό των 43267,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της παρακατάθεσης στο ΤΠΔ, δηλαδή από 23-7-2016, περιορίζοντας το αίτημα τοκοδοσίας των εναγόντων (από 5-6-2015).

Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ άσκησε την από 13-10-2017 (αρ. κατ. 81/2017) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, με τον μοναδικό λόγο της οποίας παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 11 παρ.3 Ν. 2882/2001- ΚΑΑΑ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 παρ. 3 περ.

α του Ν. 4024/2011, υποστηρίζοντας ότι οι εφεσίβλητοι-συνιδιοκτήτες του απαλλοτριουμένου ακινήτου μετά την υποβολή της αίτησής τους για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και καταβολής προς αυτούς της δικαστικά καθορισμένης οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των 638176,50 ευρώ και μετά την καταβολή της αποζημίωσης με την παρακατάθεση του ποσού στο ΤΠΔ δεν είναι πλέον νόμιμη η αναζήτηση τόκων υπερημερίας.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν ,εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και, αφού διακράτησε την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων -τότε εφεσιβλήτων, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη.

Κατά την διάταξη δε του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 6 αυτού. Εξάλλου, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 74/2020, ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007) και η ανταγωγή, είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.

Επίσης, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.

Α.Π. 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 1486/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ,κατά το Α' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α ΚΠολΔ , με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί τον αυτοτελή ισχυρισμό του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, ο οποίος αποτελούσε τον μοναδικό λόγο της έφεσής του, με τον οποίο τούτο υποστήριξε το πρώτον ότι δήθεν, μετά την υποβολή της αίτησης- υπεύθυνης δήλωσης των αναιρεσειόντων, ως θιγομένων ιδιοκτητών για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, που είχε αρθεί αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της 18μηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της απόφασης περί προσωρινού καθορισμού τιμής μονάδος αποζημίωσης και για την καταβολή της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης από το ήδη αναιρεσίβλητο, που είχε καθοριστεί οριστικά στο συνολικό ποσό των 638176,50 ευρώ, δεν οφείλονται δήθεν πλέον τόκοι υπερημερίας ,κατ' επίκληση της διάταξης του άρθρου 11 παρ.3 εδ. ε του Ν. 2882/2001-ΚΑΑΑ , παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγμα, που δεν είχε προταθεί πρωτόδικα κατά παράβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης .

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση και από την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, που επισκοπείται επιτρεπτά, ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, που αποτελούσε τον μοναδικό λόγο της έφεσής του, με τον οποίο τούτο ισχυρίστηκε, ότι μετά την υποβολή εκ μέρους των αναιρεσειόντων, τότε εφεσιβλήτων της υπεύθυνης δήλωσης για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, που είχε αρθεί λόγω παρέλευσης 18 μηνών από τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης και για την καταβολή προς αυτούς της αποζημίωσης, που είχε καθοριστεί οριστικά, αίτημα που έγινε δεκτό με την παρακατάθεση της ανωτέρω οριστικά καθορισθείσης αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, στις 22-7-2016, στο ΤΠΔ , δεν είναι πλέον νόμιμη η αναζήτηση τόκων υπερημερίας, συνιστούσε αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, με την οποία οι ενάγοντες αναιρεσείοντες, μετά τον περιορισμό του αιτήματός της, αξίωναν το ποσό των 43267,60 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε δεδουλευμένους τόκους του κεφαλαίου της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης ,την οποία οι ενάγοντες -αναιρεσείοντες θεωρούσαν τοκοφόρο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής τους, στις 5-6-2015 έως την παρακατάθεση στις 22-7-2016, τους οποίους αφαιρούσαν από το κεφάλαιο της αποζημίωσης κατ' αρ. 423 ΑΚ εκτιμώντας ότι η αξίωσή τους είναι τοκοφόρος.

Ο ανωτέρω αιτιολογημένος αρνητικός ισχυρισμός, όμως, δεν εμπίπτει στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ περί της απαγόρευσης προβολής στο Εφετείο νέων αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 364/2018) ,διότι δεν συνιστούσε ένσταση. Επομένως, το Εφετείο που έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8α ΚΠολΔ και συνακόλουθα ,ο 1ος αναιρετικός λόγος, κατά το Α' σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.

Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και 11 παρ. 3 του ισχύοντος Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), όπως ίσχυαν κατά το χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατ` έφεση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθ` ου η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μη μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του, λόγω της δεσμεύσεως, που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του.

Έτσι, αποβλέποντας στο συμφέρον του καθ` ου η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις, που οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτριώσεως που ήρθη αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως θεωρείται ως μη γενόμενη, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημιώσεως, ο καθ` ου η απαλλοτρίωση υποβάλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ,ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτριώσεως.

Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.). Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε νομολογιακά η θέση ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και προς τούτο νομιμοποιείται αποκλειστικά ο καθ` ου η απαλλοτρίωση, με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στο δικό του μόνον συμφέρον να μη παραμείνει η εις βάρος του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής (ΑΠ 1132/2003).

Επίσης, με την 26/2010 απόφαση του ΑΕΔ, που επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των ολομελειών του Αρείου Πάγου (αριθ. 7/2007) και του Συμβουλίου Επικρατείας (αριθ. 3689/2009), έγινε δεκτό ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, στην περίπτωση, κατά την οποία ο καθ` ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση, ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως προθεσμίας του ενάμισι έτους.

Στη συνέχεια, ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει ότι... "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.

Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή, που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.

Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή, που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας"... Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ. 3α εδάφ. στ` και ζ` του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων, που είχαν αυτοδικαίως αρθεί, λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011 (27.10.2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως μέχρι τις 31.12.2012.

Ήδη, η τελευταία αυτή περίοδος του στ' εδαφίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 ν. 4530/2018 - ΦΕΚ 59/Τεύχος Α/30-3-2018 . Έτσι, με την επαναφορά σε ισχύ, με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Τεύχος Α/27-10-2011), διάταξης παρεμφερούς του άρθρου 11 παρ. 3 ν.δ. 797/1971, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ν. 212/1975 (ΑΕΔ 26/2010, ΣτΕ Ολομ. 922/2014), η οποία δεν είχε περιληφθεί, αρχικά, στο ν. 2882/ 2001, το εδάφιο στ της παραγράφου 3 του άρθρου 11 Ν 2882/2001, ορίζει πλέον , ότι οι διατάξεις του τέταρτου και πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και σε απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου (2882/2001) και έχει επέλθει αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης λόγω παρέλευσης της 18μηνης προθεσμίας .

Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ως άνω ρυθμίσεως καθίσταται σαφές ότι: 1) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της αποφάσεως προσωρινού καθορισμού της αποζημιώσεως και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως, 2) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, 3) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως (που κατά τα ανωτέρω ήρθη αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημιώσεως, 4) το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον άνευ άλλου δεκτό, αλλά υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημιώσεως, τη σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, αποφασίζει επ’ αυτού κυριαρχικά.

Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική κατάταξη της διατάξεως αυτής, η οποία αποτελεί μερικότερη ρύθμιση του ν. 4024/ 2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 - 2015" και έχει ενταχθεί στις διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 - 2015, που ψηφίστηκε με το ν. 3985/2011 και εξειδικεύθηκε με τις διατάξεις των ν. 3986/2011 και ν. 4002/2011.

Η ένταξη της νέας ρυθμίσεως στο ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής συναρτάται αναγκαίως με τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας και την προώθηση των στόχων του μεσοπρόθεσμου πλαισίου για ώθηση στην ελληνική οικονομία και πάντως για μη περαιτέρω μεγέθυνση των ελλειμμάτων της.

Γι’ αυτό και η απόφαση της διοικήσεως για διατήρηση της απαλλοτριώσεως, κατ’ εφαρμογή της νέας διατάξεως, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα, αλλά ρητά αφέθηκε στη διακριτική της ευχέρεια, με βάση το δημόσιο συμφέρον και τη σκοπιμότητα του έργου στα πλαίσια πάντοτε της επιτεύξεως των δημοσιονομικών στόχων του μεσοπρόθεσμου πλαισίου.

Επομένως, σε αντίθεση με το προ του άρθρου 39 παρ. 3α ν. 4024/ 2011 καθεστώς, υπό τις νέες ρυθμίσεις, δεν αρκεί μόνη η υποβολή από το θιγόμενο ιδιοκτήτη δηλώσεως για τη διατήρηση της αυτοδικαίως αρθείσας απαλλοτριώσεως, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του να γίνει αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, και 5) αν το αίτημα του καθ` ου η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημιώσεως (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη), ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημιώσεως) τόκων υπερημερίας.

Η υποβολή της ως άνω δηλώσεως απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξεως για ανάκληση της απαλλοτριώσεως, η οποία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (Ολ.ΑΠ 7/2007). Η αυτοδίκαιη ως άνω ανάκληση της απαλλοτριώσεως, αποβλέπουσα αποκλειστικώς στο συμφέρον του καθ` ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει η κηρυχθείσα σε βάρος του απαλλοτρίωση επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, λόγω της δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας του, μπορεί από αυτόν και μόνον να προταθεί, όχι δε και από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση.

Κατά συνέπεια, η προθεσμία αυτή, ούτε αποκλείει την ,κατά τη διάρκειά της, υποχρέωση καταβολής της αποζημιώσεως, που προσδιορίστηκε οριστικώς ούτε, στην περίπτωση άπρακτης παρελεύσεώς της, επιφέρει απόσβεση της αξιώσεως αποζημιώσεως από την ανωτέρω αιτία για το δικαιούχο, που όχι μόνον δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδικάσεως της εν λόγω αποζημιώσεως ή εκδίδει διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την είσπραξη της καθορισθείσης αποζημιώσεως (Ολ.ΑΠ 12/2018, Ολ.ΑΠ 7/2007, ΑΠ 209/2020, ΑΠ 1630/2018, ΑΠ 498/2017, ΑΠ 754/2011).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998 ,ΑΠ 49/2019, ΑΠ 199/2018,ΑΠ 147/2018,ΑΠ 349/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο 1ο λόγο αναίρεσης ,κατά το Β' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8α ΚΠολΔ, και κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, με την αιτίαση ότι η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 εδ.

ε του Ν. 2882/2001 περί μη αναζήτησης τόκων υπερημερίας, αντιβαίνει στο νόμο την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε το Εφετείο, απορρίπτοντας σιωπηρά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, με τους οποίους αυτοί υποστήριζαν, ότι η ανωτέρω διάταξη αντιβαίνει στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5, 17 παρ. 2 και 4 και άρθρο 20 του ισχύοντος Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και συνεπώς το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγμα-ένσταση, που είχε προταθεί νόμιμα από αυτούς και ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εκτός τούτου, με τον 3ο αναιρετικό λόγο, που είναι συναφής προς τον ανωτέρω (1ο Β' σκέλος) λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, όπως ορθά εκτιμάται, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α ΚΠολΔ (και όχι εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, όπως, επικαλούνται οι αναιρεσείοντες) με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να μην επιδικάσει σ' αυτούς τόκους υπερημερίας επί της καθορισθείσας οριστικά αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, μετά την υποβολή της αίτησης -υπεύθυνης δήλωσης αυτών για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, που είχε αρθεί λόγω παρόδου της ανωτέρω 18μηνης προθεσμίας και για την καταβολή της αποζημίωσης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 εδ.

δ', ε' και στ' του Ν. 2882/2001, η οποία αντιβαίνει στην Αρχή της Ισότητας και της Αναλογικότητας ,που προβλέπουν οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2 ,17 παρ. 2, 25 παρ. 1 περ. δ του ισχύοντος Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και τις αντίστοιχες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και άρθρο 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης και προστασίας της περιουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από νομική ανάπτυξη της διάταξης του άρθρου 11 παρ.3 Ν.2882/2001, αναφορικά με τους ερευνώμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, δέχθηκε τα ακόλουθα,κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού: .....<< Με βάση την υπ' αριθμόν 1085497/5929/Δ0010/16.09.2099 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού (Φ.Ε.Κ.467/23.09.2,009 - Τεύχος Δ) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά συνολική έκταση επιφάνειας 2.851,80 τ.μ.

για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την προστασία, συντήρηση, ανάδειξη και αποκάλυψη του Μυκηναϊκού νεκροταφείου στη θέση "..." του Δήμου Θηβαίων υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες του εκκαλούντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου "ΤΑΜΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΟΤ ΡΙΩΣΕΩΝ (ΤΑΠ.Α.)".

Τμήμα της ως άνω απαλλοτριωθείσας έκτασης αποτελεί ακίνητο, επιφάνειας 2.83634 τ•μ., το οποίο ευρίσκεται εντός του υπ' αριθμόν … Ο.Τ. του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου του Δήμου Θηβαίων στη θέση "..." και ανήκει στη συγκυριότητα καθενός των εφεσίβλητων κατά ποσοστό 50%. Κατόπιν της από 23-11-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 16/Α.Π./2011 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 797/2011 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας για τα απαλλοτριούμενα αναγκαστικά δυνάμει της υπ' αριθμόν ιο85497/5929/Δ0010/16•09•2009 κοινής υπουργικής απόφασης ακίνητα, ανερχόμενη στο χρηματικό ποσό των 220,00 Ευρώ (Ε) ανά τ.μ.

Ακολούθως, κατόπιν της από 22-06- 2013 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 271/ΑΠ/2013 αιτήσεως των εφεσίβλητων το Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών, με την υπ' αριθμόν 344/2013 απόφασή του αναγνώρισε τους εφεσίβλητους ως συγκυρίους κατά ποσοστό 5θ% εξ αδιαιρέτου καθέναν από . αυτούς επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου επιφάνειας 2.836,34 τ4ί• Στη συνέχεια, επί της από 21-05-2012 και με αριθμό κατάθεσης 22/2012 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου προς το Εφετείο Εύβοιας ζητήθηκε ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδας επί του συγκεκριμένου απαλλοτριωθέντος ακινήτου των εφεσίβλητων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 107/2014 απόφαση, με την οποία καθορίστηκε ως τιμή μονάδος το χρηματικό ποσό των 225 Ευρώ (Ε) ανά τ.μ.

Έτσι, η αποζημίωση των εφεσίβλητων για την ως άνω αιτία ανήλθε στο χρηματικό ποσό των 638.176,50 Ευρώ (Ε), αναλυόμενο αυτό ως εξής: (α) 2.836,34 τ.μ. Χ (β) 225 Ευρώ ανά τ.μ.- 638.176,50 Ευρώ (Ε), από το οποίο (=χρηματικό ποσό) ο καθένας από τους εφεσίβλητους δικαιούται το χρηματικό ποσό των 319.088,25 Ευρώ (Ε). Την 16η Ιουνίου του έτους 2014, οι εφεσίβλητοι υπέβαλαν αίτηση - υπεύθυνη δήλωση,p συμφωνά με τη διάταξη του άρθρου ιι παρ. 3 του Ν. 2.882/2001, προς την αρχή, που κήρυξε την απαλλοτρίωση και συγκεκριμένα τα Υπουργεία Οικονομικών και Πολιτισμού, την οποία απηύθυναν και προς το εκκαλούν Νομικό Πρόσωπο, με την οποία ζήτησαν τη συντέλεση και ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κηρύχθηκε με την υπ' αριθμόν ιο85497/5939/Δ0010/16.09.2009 κοινή υπουργική απόφαση με την καταβολή της οφειλόμενης προς αυτούς αποζημίωση, Εξαιτίας της μη ικανοποίησης του αιτήματός τους οι εφεσίβλητοι άσκησασαν σε βάρος του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ.

την από 16.03.2015 και αριθμό εκθέσεως κατάθεσης δικογράφου 208/ΤΚΠ/1.4.2014 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, διεκδικώντας την προς αυτούς οφειλόμενη αποζημίωση, καθώς και τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από την επίδοση της ένδικης αγωγής, η οποία έλαβε χώρα την 4-6-2015, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν 5-990/ΣΤ/4.6.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Τ.. Την 22α Ιουλίου 2016, το εκκαλούν Νομικό Πρόσωπο προέβη στην κατάθεση του συνολικού χρηματικού ποσού των εξακοσίων σαράντα ενός χιλιάδων εξακοσίων πενήντα πέντε (641.655,00) Ευρώ (Ε) ως αποζημίωση της έκτασης των 2.851,88 τ.μ., που απαλλοτριώθηκε με την υπ' αριθμόν 1085497/5929/Δ2020/16.09.2009 κοινή υπουργική απόφαση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι το κεφάλαιο της αποζημίωσης των εφεσίβλητων από την κατά τα παραπάνω αιτία είναι τοκοφόρο, δεχόμενο ότι δεν επήλθε απόσβεση της ένδικης απαίτησης των εφεσίβλητων κατά κεφάλαιο και τόκους, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ο ισχυρισμός του ήδη εκκαλούντος Νομικού Προσώπου για παραίτηση των εφεσίβλητων από το παρεπόμενο αίτημα τους για επιδίκαση σε αυτούς τόκων υπερημερίας επί της οφειλόμενης αποζημίωσης.

Πλέον συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι με την κατά τα παραπάνω δημόσια κατάθεση του χρηματικού ποσού των 636.176,50 Ευρώ (Ε) επήλθε απόσβεση: 1) των τόκων επιδικίας, που αντιστοιχούν σε 6% επί του οφειλόμενου κεφαλαίου της αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα από 5-6-2015 (επόμενη επιδόσεως της ένδικης αγωγής) έως την 22- 07-2016 (ημερομηνία καταβολής) και ανέρχονται στο χρηματικό ποσό των 43•267,60 Ευρώ (Ε) και

ΙΙ) του κεφαλαίου της αποζημίωσης, κατά το χρηματικό ποσό των (638.176,50 Ευρώ (Ε)- 43-267,60 Ευρώ = 594•908,90 Ευρώ (Ε), με συνέπεια να οφείλεται συνολικά το χρηματικό ποσό των 43.267,60 Ευρώ (Ε), επιμεριζόμενο αυτό ισόποσα στους εφεσίβλητους, δικαιούμενου του καθενός από αυτούς στο χρηματικό ποσό των 21.633,80 Ευρώ (Ε) με το νόμιμο τόκο από την 23η Ιουλίου του έτους 2016 (επόμενη ημέρα καταβολής μέρους της οφειλής, κατά την οποία υπολογίστηκαν και καταλογίστηκαν οι τόκοι επιδικίας) μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του.

Κατόπιν τούτων, έκανε δεκτή την αγωγή των εφεσίβλητων και υποχρέωσε το εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ., να καταβάλλει σε καθέναν από τους εφεσίβλητους το χρηματικό ποσό των 21.633,80 Ευρώ (Ε) με το νόμιμο τόκο 6% από την 23-07-2016 έως την πλήρη εξόφλησή του, απορρίπτοντας εν μέρει το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής για τοκοδοσία από την επίδοση της αγωγής μέχρι την 22-06-2016.

Με αυτήν την παραδοχή του για τοκοφορία της απαίτησης των καθ' ων η απαλλοτρίωση για αποζημίωση και ακολούθως επιδίκαση σε αυτούς τόκων επί της αποζημίωσης από αυτή την αιτία, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε, αφού δεν είναι νόμιμη η αναζήτηση (από το δικαιούχο της αποζημίωσης) τόκων υπερημερίας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που προέβη σε αυτή την παραδοχή και έκανε δεκτή την αγωγή των εφεσίβλητων κατά ένα μέρος αυτής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, όπως βάσιμα υποστηρίζει το εκκαλούν Νομικό Πρόσωπο με το σχετικό λόγο της κρινομένης εφέσεως του, ο οποίος κατ' ακολουθίαν των παραπάνω παραδοχών πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά παραδοχή του λόγου της, ακολούθως, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη στο σύνολο της, κατά το άρθρο 535 § 1 Κ.Πολ.Δ. Στη συνέχεια, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί η υπό κρίση αγωγή, πρέπει αυτή να απορριφθεί, ως μη νόμιμη".

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, αφ' ενός μεν ότι το αναιρεσίβλητο αποδέχτηκε τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων για διατήρηση της κηρυχθείσας και επιβληθείσας στο αναφερόμενο σ' αυτή ακίνητο των αναιρεσειόντων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, με την παρακατάθεση της οριστικά καθορισθείσας αποζημίωσης απαλλοτρίωσης , στις 22-7-2016 στο ΤΠΚΔ, αφ' ετέρου δε, ότι τόσο οι προαναφερόμενες αιτήσεις των αναιρεσειόντων για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, όσο και η αποδοχή αυτών εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, η οποία κατά τα ανωτέρω έλαβε χώρα με την παρακατάθεση της οριστικά καθορισθείσας αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, επήλθαν υπό το νομοθετικό καθεστώς του άρθρου 11 του ν. 2882/2001, όπως αυτό ίσχυε μετά το νόμο 4024/2011, με το άρθρο 39 παρ. 3α του οποίου προστέθηκε η προπαρατεθείσα νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) (ΑΠ 293/2017, ΑΠ 868/2019 σκ.

II)., σχετικά με την οποία ορίστηκε στο άρθρο 39 παρ. 3α εδ. στ του ν. 4024/2011 ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και για τις απαλλοτριώσεις, που είχαν αυτοδικαίως αρθεί λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011 (27.10.2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως μέχρι τις 31.12.2012. [Ήδη, όπως προαναφέρθηκε, η τελευταία αυτή περίοδος του στ' εδαφίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 του ν. 4530/2018 - ΦΕΚ 59/Τεύχος Α/30-3-2018].

Συνεπώς, εφόσον, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το αναιρεσίβλητο αποδέχτηκε το αίτημα των καθών η απαλλοτρίωση αναιρεσειόντων, η αποδοχή του οποίου υπόκειται κατά τα προαναφερόμενα στη διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, με την παρακατάθεση στο ΤΠΚΔ της οριστικά καθορισθείσας αποζημίωσης απαλλοτρίωσης στις 22-7-2016 στο ΤΠΚΔ, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη) ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημίωσης) τόκων υπερημερίας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ενάγοντες μετά την παρακατάθεση και την είσπραξη της παρακαταθείσας οριστικής απαλλοτρίωσης δεν δικαιούνται να αναζητήσουν τόκους υπερημερίας, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 11 παρ.3 εδ. δ, ε και στ' Ν .2882/2001, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη, απορρίπτοντας σιωπηρά τους ισχυρισμούς περί αντισυνταγματικότητας και αντίθεσής της προς την ΕΣΔΑ και το Διεθνές αντισυνταγματικότητας και αντίθεσής της προς την ΕΣΔΑ και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και περί της προστασίας της περιουσίας, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πληρούσαν το πραγματικό της ως άνω διάταξης ,ενώ συγχρόνως έλαβε υπόψη του, εν τοις πράγμασι, τους ισχυρισμούς τους οποίους απέρριψε σιωπηρά ως αβάσιμους εφαρμόζοντας την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη του Ν. 2882/2001 και συνεπώς, δεν ιδρύονται οι αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ.1α και 8α ΚΠολΔ, για τις οποίες αιτιώνται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση με τους προαναφερόμενους 1ο, κατά το Β' σκέλος αυτού και 3ο αναιρετικούς λόγους.

Πιο συγκεκριμένα, με τη διάταξη αυτή διευκολύνεται η διάσωση της απαλλοτρίωσης και η εκτέλεση έργων δημόσιας ωφέλειας με τη συναίνεση των θιγομένων ιδιοκτητών, προκειμένου να μην πλήττεται το άξιον προστασίας συμφέρον τους (βλ. την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4024/2011,σελ.23) εφόσον αυτοί, εάν το επιθυμούν μπορούν να υποβάλουν την αίτηση - υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της αποζημίωσης, που έχει καθοριστεί.

Και είναι μεν αληθές, ότι ενεργοποιείται η επιβολή περιορισμών (με το εδάφιο ε') στην περιουσία του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη για την διατήρηση της απαλλοτρίωσης ,διότι ο νομοθέτης επεμβαίνει αφενός μεν στο ανώτατο ύψος της ήδη καθορισμένης αποζημίωσης αποκλείοντας τη δυνατότητα στον ιδιοκτήτη να ζητήσει τον δικαστικό επανακαθορισμό της αποζημίωσης σε μεγαλύτερο ύψος, με βάση την επίκαιρη αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου του,αφετέρου δε στους τόκους υπερημερίας, που θα οφείλονταν σε περίπτωση άσκησης εκ μέρους του ιδιοκτήτη καταψηφιστικής αγωγής για την επιδίκαση της αποζημίωσης, με δικαιολογητικό όμως, λόγο την επιδίωξη του νομοθέτη να περιοριστεί το πρόσθετο οικονομικό κόστος ,εξαιτίας της επανακήρυξης της απαλλοτρίωσης και του καθορισμού αυξημένων τιμών μονάδος, λόγω του μεταγενέστερου χρόνου υπολογισμού, χωρίς να παραβλάπτεται και η μείωση του κύρους του Δημοσίου ή άλλων δημόσιων φορέων ,υπέρ των οποίων κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, όπως αυτά διατυπώνονται στην 23η σελίδα της αιτιολογικής έκθεσης του άρθρου 39 του Ν. 4024/2011 (πρβλ.

ΑΠ 1630/2018 όπου παρ., ΑΠ 275/2016). Επομένως, η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην άρση των επιβλαβών συνεπειών του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης. Συνακόλουθα, δεν αντιβαίνει στην Συνταγματική αρχή της ισότητας ,διότι αφορά όλες τις απαλλοτριώσεις, που έχουν κηρυχθεί υπό τον Ν. 2882/2001,όπως είναι η ένδικη απαλλοτρίωση, που κηρύχθηκε με την προαναφερόμενη ΚΥΑ (έτους 2009) και εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ιδιοκτητών ,αλλά και του Ελληνικού Δημοσίου ή άλλου Φορέα του δημοσίου ,μειώνοντας το οικονομικό κόστος.

Επίσης, δεν αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή της προστασίας της περιουσίας του άρθρου 17 παρ. 2 και της αρχής της αναλογικότητας του άρθρου 25 Συντ/τος,διότι ως μέτρο δεν συνεπάγεται δυσανάλογο οικονομικό κόστος για το Ελληνικό Δημ όσιο και τον ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ούτε αντιβαίνει στο 1ο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και στις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις αυτής και του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου για ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που εκφράζουν την Αρχή της Αναλογικότητας ,υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας, μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του σκοπού, που επιδιώκει κάθε μέτρο κρατικής εξουσίας,το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του ,όπως από την περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνονται και ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα, όπως η αξίωση αποζημίωσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Κατόπιν όλων αυτών, ο 1ος κατά το Β' σκέλος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.8α ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ και ο 3ος αναιρετικός συναφής λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.1α ΚΠολΔ, επίσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Με τον 1ο λόγο αναίρεσης, κατά το Γ' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8α ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση εκ του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, με το να απορρίψει σιωπηρά τον ισχυρισμό τους περί του νόμω αβασίμου της έφεσης του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ,με την οποία αυτοί υποστήριζαν, ότι δεν υφίστανται στην ένδικη υπόθεση, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 11 παρ. 3 εδ. ε Ν. 2882/2001 περί μη αναζήτησης τόκων υπερημερίας, λόγω της έλλειψης αποδοχής από την Αρμόδια Αρχή του αιτήματος των αναιρεσειόντων -ιδιοκτητών του απαλλοτριουμένου ακινήτου περί διατήρησης της αρθείσας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης λόγω παρέλευσης της 18μηνης προθεσμίας και περί της καταβολής της δικαστικά καθορισθείσας αποζημίωσης, παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό τους αυτό.

Επίσης, με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο, κατά το επικουρικό σκέλος αυτού , οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1α ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 11 παρ. 3 εδ. δ', ε', στ' Ν. 2882/2001 , με την αιτίαση, ότι αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της και τη μη αναζήτηση τόκων υπερημερίας είναι να γίνει αποδεκτό από την αρμόδια αρχή, που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, το αίτημα του θιγόμενου ιδιοκτήτη για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, που έχει αρθεί λόγω παρέλευσης του 18μήνου με την έκδοση θετικής εκτελεστικής διοικητικής πράξης, προϋπόθεση όμως, που στην ένδικη απαλλοτρίωση δεν τηρήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, προς το οποίο είχε υποβληθεί η αίτηση- υπεύθυνη δήλωση των αναιρεσειόντων για τη συνέχιση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Οι ανωτέρω συναφείς αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω σχετικά με τους δύο προηγούμενους λόγους και ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δηλ. στην έλλειψη αποδοχής από την αρμόδια Αρχή, του αιτήματος τους για διατήρηση της απαλλοτρίωσης εφόσον όπως προαναφέρθηκε από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο αποδέχτηκε τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων για διατήρηση της απαλλοτρίωσης με την παρακατάθεση της οριστικά καθορισθείσας αποζημίωσης στο ΤΠΚΔ, την οποία και εισέπραξαν οι αναιρεσείοντες.

Εξάλλου, η υποβολή της δήλωσης του εδ. δ' του ιδιοκτήτη απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξης για την άρση της απαλλοτρίωσης ,η οποία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα και όχι δεσμευτικό, ώστε να απαιτείται εκτελεστική διοικητική πράξη, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.

Με τον 2ο λόγο αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η ένδικη απαλλοτρίωση καταλαμβάνεται από την έχουσα αναδρομική ισχύ μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 παρ.3 εδάφια δ, ε και στ' του Ν. 2882/2001 ,όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 του Ν. 4024/2011 και να απορρίψει στη συνέχεια, το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής τους περί καταβολής τόκων υπερημερίας επί της καταβληθείσας σ' αυτούς αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ακινήτου τους, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη , που ,κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, προϋποθέτει η 18μηνη προθεσμία από τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης να έχει παρέλθει κατά την 27-10-2011,έναρξη ισχύος της ως άνω μεταβατικής διάταξης και δίδει προθεσμία στους θιγόμενους ιδιοκτήτες μέχρι τις 31-12-2012 να υποβάλουν την αίτηση για τη συνέχιση της απαλλοτρίωσης ,περιστατικά όμως που δεν συνέτρεχαν στην ένδικη υπόθεση, κατά την οποία η 18μηνη προθεσμία είχε λήξει στις 19-6-2013 και συνεπώς καταλαμβάνεται από το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο του άρθρου 11 παρ.3 Ν. 2882/2001, που αναγνώριζε τόκους υπερημερίας.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ,ότι για να εφαρμοστεί το εδάφιο στ' του άρθρου 11 παρ. 3 Ν. 2882/2001, πρέπει κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4024/2011, στις 27-10-2011, να έχει παρέλθει η 18μηνη προθεσμία από τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και να έχει αρθεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση και ότι για το λόγο αυτό με την τελευταία περίοδο του εδαφίου στ' ορίζεται προθεσμία μέχρι 31-12-2012 στους θιγόμενους ιδιοκτήτες να υποβάλουν την αίτηση -υπεύθυνη δήλωση για τη συνέχιση και συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

Και τούτο διότι η τελευταία περίοδος του εδαφίου στ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 του Ν. 4530/2018 (ΦΕΚ 59 τεύχος Α/ 30-3-2018) και επανήλθε σε ισχύ το άρθρο 39 παρ. 3 περ. α του Ν. 4024/2011 και πλέον το εδάφιο στ' ορίζει, ότι τα εδάφια δ και ε του άρθρου 11 παρ. 3 Ν. 2882/2001 εφαρμόζονται και σε απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου (2882/2001) χωρίς πλέον να τάσσεται προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης μέχρι τις 31-12-2012 (πρβλ.

ΑΠ 1630/2018). Σε κάθε περίπτωση η ένδικη απαλλοτρίωση κηρύχθηκε το έτος 2009, δηλαδή υπό την ισχύ του Ν. 2882/2001 και ήταν ενεργή κατά το χρόνο ισχύος του Ν. 4024/2011 (το 18μηνο έληγε στις 19-6-2013), ο οποίος σύμφωνα με το εδάφιο στ' έχει αναδρομική ισχύ ,η οποία κατ' εξαίρεση του άρθρου 2 του ΑΚ είναι επιτρεπτή, για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, όπως στην ένδικη υπόθεση (πρβλ.

ΑΠ 74/2020) και επιτρέπει στο νομοθέτη να προσδώσει σε νόμο αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν βλάπτονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση (πρβλ. ΑΠ 74/2020). Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδ. Βδ ΚΠολΔ), με την επισήμανση, ότι πρέπει να απορριφθεί το αντίθετο αίτημα αυτών, με το οποίο υποστηρίζουν, ότι η αποζημίωση απαλλοτρίωσης πρέπει να είναι πλήρης και ότι δεν υπόκειται σε φόρο, τέλος ή κράτηση, όπως είναι το παράβολο.

Και τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση το παράβολο προκαταβάλλεται με ποινή απαραδέκτου για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και όχι για τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης, όπως συμβαίνει με το δικαστικό ένσημο από το οποίο απαλλάσσεται η διαδικασία της απαλλοτρίωσης (ΑΠ 1763/2012). Ας σημειωθεί ότι ρητά ο νόμος εξαιρεί από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου κατ' άρθρο 495 ΚΠολΔ μόνον το Ελληνικό Δημόσιο ,τους ΟΤΑ , όπως επίσης υποθέσεις που αφορούν εργατικές διαφορές, διαφορές από αμοιβή εργασίας και διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων.

Τέλος, οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ (αρ. 176,183 ΚΠολΔ), το οποίο παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, μειωμένα όμως κατ' αρ. 22 παρ.1 Ν. 3693/1957,το οποίο ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, που εξομοιώνονται με αυτό (ΑΠ 251/2017, ΑΠ 339/2020),όπως είναι και το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-5-2019 (αρ. κατ. 4/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 15/2019 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας (ειδική διαδικασία του Ν.2882/2001).

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΑΙ

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ ,που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ