Legislator Case Law & Legislation
74/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against administrative dissolution of cooperative due to statute of limitations expiry.

Case Number 74/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the Regional Unit of Sterea Elladas against the First Instance Court's dissolution of a cooperative. The court found that the cooperative had failed to complete infrastructure works by the deadline set in 2003, thereby losing its right to complete the project under the relevant law. Consequently, the court ruled that the legal basis for the dissolution request was valid, but remanded the case for further proceedings regarding the cooperative's other appeal arguments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 39(12) of Law 4030/2011 and Article 580(3) of the Code of Civil Procedure: When a party fails to fulfill a statutory obligation by a specific deadline, the right to complete the project expires, validating administrative dissolution requests; however, appeals against such dissolution must be remanded if the lower court failed to examine other pending appeal grounds.

Keywords

AI generated
administrative dissolution statute of limitations infrastructure works legal basis validity remand for further proceedings cooperative liability code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 39(12) of Law 4030/2011
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(b)(iv) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 963/1999
AP 1421/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 74 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 74/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος, που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ευταξία. Του αναιρεσιβλήτου: ..., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Στεργιόπουλο.

Των παρεμβαινόντων: 1) Φ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 2) Α. Μ., 3) Δ. Μ., κατοίκων ..., 4) Σ. Χ. - Δ., κατοίκου ..., 5) Μ. Μ., κατοίκου ..., 6) Κ. Κ., κατοίκου ..., 7) Α. Κ., κατοίκου ..., 8) Γ. Κ., κατοίκου ..., 9) Β. Κ., κατοίκου ..., 10) Α. Α. του Χ., κατοίκου ... 11) Σ. Φ. του Κ., 12) Σ. Φ. του Κ.,, κατοίκων ..., 13) Μ. Δ., 14) Ε. Φ. και 15) Α. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Καρακίτσιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκε με την από 3-2-2013 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση των ήδη παρεμβαινόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 272/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό κατά τόπο αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο κατά τόπο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 22-7-2013 έφεσή του και επί της οποίας εκδόθηκε η 45/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που απέρριψε την ως άνω έφεση. Μετά από κλήσεις των διαδίκων, η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1305/2015 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5189/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και των παρεμβαινόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12-4-2018 (αρ. κατ. 327/2018) αίτηση αναίρεσης της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος - αιτούσας τη διάλυση του ... και των προσθέτων υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβαινόντων - μελών του αναιρεσιβλήτου απευθύνεται κατά του αναιρεσιβλήτου Συνεταιρισμού και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 5189/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην του εκκαλούντος Συνεταιρισμού και ήδη αναιρεσιβλήτου, ερήμην της υπό στοιχείο Α1 εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας και ερήμην των τότε 14ης και 15ης των υπό στοιχείο Β' εφεσιβλήτων, Ε. και Θ. Κ. - μελών του συνεταιρισμού.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.

Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 641/ 2019, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1 σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος Συνεταιρισμού και της υπό στοιχείο Α1 εφεσίβλητης καθώς και ερήμην της 14ης και 15ης των υπό στοιχείο Β' εφεσιβλήτων - προσθέτως παρεμβαινόντων και ότι οι ανωτέρω απολειπόμενοι διάδικοι δικάσθηκαν σαν παρόντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 764 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο εκκαλών Συνεταιρισμός και η εφεσίβλητη Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος είχαν παρασταθεί στο Εφετείο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν είναι επιτρεπτή στην ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και ότι ο μεν εκκαλών Συνεταιρισμός είχε επισπεύσει τη συζήτηση της έφεσης, ενώ όλοι οι λοιποί απολειπόμενοι διάδικοι είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να παρασταθούν κατά τη συζήτηση της έφεσης (βλ.

σελ. 4β και 5α της προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) από τη δημοσίευσή της στις 17-11-2017, εφόσον, στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν επιτρέπεται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 764 παρ. 3 ΚΠολΔ) και οι ερημοδικασθέντες διάδικοι είχαν λάβει γνώση της δικασίμου και δικάστηκαν σαν παρόντες.

Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, με επίσπευση του εκκαλούντος Συνεταιρισμού και ήδη αναιρεσιβλήτου κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος και στους ερημοδικασθέντες 14η και 15η των εφεσιβλήτων, στις 16-3-2018, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. .../16-3-2018 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λαμίας Φ.

Ε. και τις υπ' αρ. .../16-3-2018 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ε. Μ., αντίστοιχα. Από τις 18-11-2017, επομένη ημέρα της τελεσιδικίας, άρχισε να τρέχει η διετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης, ως προς τους απολειπομένους διαδίκους (άρθρο 564 αρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην εκουσία δικαιοδοσία κατ' άρθρο 741 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων και του εκκαλούντος Συνεταιρισμού και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την παραγγελία του οποίου έγιναν οι ανωτέρω επιδόσεις (άρθρο 144 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 13-4-2018, δηλαδή εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των δύο ετών, που έληγε στις 18-11-2019, με την κατάθεσή της στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι εμπρόθεσμη. Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή ως δικόγραφο (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 769 Κ.Πολ.Δικ., "δικαίωμα αναίρεσης έχουν και αν νίκησαν, ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 401/2017, ΑΠ 640/2015, ΑΠ 226/2014).

Περαιτέρω, άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η σε βάρος αυτού δημιουργία νομικής υποχρέωσης. Πρέπει όμως, αυτά, είτε να απειλούνται από το δεδικασμένο ή την εκτελεστότητα της απόφασης, που θα εκδοθεί, είτε να τίθενται σε διακινδύνευση από άλλες αντανακλαστικές συνέπειες αυτής. Ως εκ τούτου για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί το ότι σε δίκη, εκκρεμή μεταξύ άλλων, πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα, που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υφίσταται ή ενδέχεται να ανακύψει σε δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει ευθέως, από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος, τα έννομα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 17/2015, 12/2013, 9/2012, 14/2008, ΑΠ 1465/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός με τις από 30-8-2019 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες έχουν κατατεθεί προ τουλάχιστον είκοσι ημερών (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ) πριν από τη σημερινή δικάσιμο (βλ. τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα στην τελευταία σελίδα αυτών), προέβαλε την ένσταση απαραδέκτου της πρόσθετης παρέμβασης λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος των προσθέτως παρεμβαινόντων (πλην της 1ης τούτων) λόγω της διαγραφής τους ως μελών του Συνεταιρισμού με την από 16-12-2012 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης αυτού.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για τις ανάγκες του δικονομικού ζητήματος περί του παραδεκτού της πρόσθετης παρέμβασης, προκύπτει ότι με την από 14-12-2008 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Συνεταιρισμού και ήδη αναιρεσιβλήτου διαγράφηκαν από τα μέλη αυτού οι προσθέτως παρεμβαίνοντες υπέρ της αναιρεσείουσας (πλην της 1ης τούτων).

Οι τελευταίοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τη με αρ. κατ. 15874/2012 αγωγή, με την οποία ζήτησαν την ακύρωση της ανωτέρω διαγραφής τους. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 944/2014 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία αναγνώρισε ότι η απόφαση διαγραφής είναι άκυρη. Ο Συνεταιρισμός άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 26-3-2014 (αρ.

κατ. 2131/2014) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4422/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ανέστειλε τη συζήτηση της έφεσης. Επομένως, η υπ' αριθμ. 944/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξακολουθεί να αναδύει έννομα αποτελέσματα. Επίσης, όπως από τα ίδια διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι, με την από 16-12-2012 δεύτερη επαναληπτική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Συνεταιρισμού, διαγράφηκαν από τα μέλη του οι προσθέτως παρεμβαίνοντες, οι οποίοι, ακολούθως, άσκησαν την από 10-1-2013 (αρ.

κατ. 824/2013) αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας της επαναληπτικής απόφασης διαγραφής τους και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3212/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κήρυξε την ακυρότητα της ανωτέρω επαναληπτικής απόφασης περί διαγραφής των μελών, κατά της οποίας δεν προκύπτει, ότι ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του Συνεταιρισμού.

Επομένως, από όλα τα παραπάνω δεν προκύπτει, ότι έχει κριθεί τελεσίδικα το ζήτημα της διαγραφής των προσθέτως παρεμβαινόντων ως μελών του Συνεταιρισμού και συνακόλουθα, κατ' αρχήν οι προσθέτως παρεμβαίνοντες διατηρούν την ιδιότητα του μέλους. Εκτός τούτου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο αναιρετήριο, χωρίς τούτο να αντικρούεται από τον αναιρεσίβλητο Συνεταιρισμό, το έννομο συμφέρον των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της αναιρεσείουσας.

για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης στηρίζεται και στο γεγονός ότι αυτοί διατηρούν εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας επί των εκτάσεων του συνεταιρισμού, καθόσον η διανομή της συνεταιριστικής μερίδας ολοκληρώθηκε και έχουν καταστεί κύριοι οικοπέδων εντός της έκτασης του Συνεταιρισμού, ενώ επίσης, υποχρεώνονται στην καταβολή ετήσιων εισφορών, χωρίς συγχρόνως να έχουν ολοκληρωθεί τα έργα υποδομής, τα οποία όπως υποστηρίζουν, σε περίπτωση διάλυσης του Συνεταιρισμού θα αναλάβει να εκτελέσει ο οικείος Δήμος ….

Επομένως, οι προσθέτως παρεμβαίνοντες δικαιολογούν έννομο συμφέρον για να παρέμβουν υπέρ της αναιρεσείουσας Περιφέρειας, διότι η απόφαση που θα εκδοθεί επηρεάζει άμεσα νομικώς τα έννομα συμφέροντά τους. Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η σχετική ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί απαραδέκτου της πρόσθετης παρέμβασης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος των προσθέτως παρεμβαινόντων (πλην της 1ης τούτων), η οποία σημειωτέον είχε προταθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και είχε επίσης απορριφθεί και η οποία άλλωστε ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ) και συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 51/2019, ΑΠ 1429/2018, ΑΠ 640/2015).

Κατόπιν όλων αυτών η αίτηση αναίρεσης και η πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση ασκούνται παραδεκτά (άρθρο 577 παρ. 1 σε συνδ. 752 παρ. 2 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού αναιρετικού λόγου.

Περαιτέρω και αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης πρέπει να λεχθούν τα εξής: η αναιρεσείουσα Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) την από 10-12-2012 (αρ. κατ. 757/2012) αίτηση, με την οποία ζήτησε να διαταχθεί η διάλυση του οικοδομικού συνεταιρισμού με την επωνυμία ..., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 12 του Ν. 4030/2011 λόγω άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας των δέκα ετών από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης για την ολοκλήρωση των τεχνικών υποδομών στις εκτάσεις του. Ο αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός άσκησε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου την από 3-2-2013 (αρ. κατ. 77/2013) κύρια παρέμβαση, με την οποία ζήτησε την απόρριψη της αίτησης της ήδη αναιρεσείουσας Περιφέρειας, υποστηρίζοντας, ότι με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 4280/2014, το οποίο έχει αναδρομική ισχύ, παρατάθηκε η δεκαετία για τρία επί πλέον έτη. Παράλληλα, υπέρ της αιτούσας Περιφέρειας ασκήθηκε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου η από 8-2-2013 πρόσθετη παρέμβαση από μέλη του Συνεταιρισμού.

Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 272/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, η οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο κατά τόπο και παρέπεμψε την ανωτέρω αίτηση (περί διάλυσης του συνεταιρισμού) στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού οι ήδη προσθέτως παρεμβαίνοντες υπέρ της αναιρεσείουσας, μέλη του συνεταιρισμού, άσκησαν την από 13-3-2015 πρόσθετη παρέμβαση. Η αίτηση (περί διάλυσης του Συνεταιρισμού) συνεκδικάστηκε με την κύρια και με την πρόσθετη παρέμβαση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1305/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την αίτηση και την πρόσθετη παρέμβαση και διέταξε τη λύση του Συνεταιρισμού, ενώ απέρριψε κατ' ουσίαν την κύρια παρέμβαση αυτού, κρίνοντας ότι η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 4280/2014 δεν έχει αναδρομική ισχύ και δεν εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, διότι η δεκαετής προθεσμία του άρθρου 39 παρ. 12 του Ν. 4030/2011 παρήλθε άπρακτη και επιφέρει τη διάλυση του Συνεταιρισμού. Ακολούθως, ο κυρίως παρεμβάς Συνεταιρισμός και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 1-6-2015 (αρ. κατ. 3548/2015) έφεση, την οποία απηύθηνε κατά της Περιφέρειας και ήδη αναιρεσείουσας και των προσθέτων υπέρ αυτής παρεμβάντων - μελών του συνεταιρισμού.

Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση του συνεταιρισμού, κρίνοντας ότι η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 Ν. 4280/2014 έχει αναδρομική ισχύ και ότι η αίτηση της Περιφέρειας, που είχε ασκηθεί νομίμως κατ' άρθρ. 39 παρ. 12 Ν. 4030/2011, κατέστη μη νόμιμη κατά τη συζήτησή της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο λόγω της στο μεταξύ επελθούσας νομοθετικής μεταβολής του άρθρου 12 παρ. 1 Ν. 4280/2014, στο οποίο απέδωσε αναδρομική ισχύ. Ακολούθως, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αίτηση (περί διάλυσης του Συνεταιρισμού) της ήδη αναιρεσείουσας Περιφέρειας και την πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση των ήδη προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της αναιρεσείουσας, ενώ, κατά τις παραδοχές του το Εφετείο, έκρινε ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της έφεσης, μεταξύ των οποίων ενδεικτικά, περί παραβίασης των Αρχών του διοικητικού δικαίου, ως προς την εξουσία διάλυσης του συνεταιρισμού, περί διοικητικής διαφοράς ουσίας, περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης και συνεταιρίζεσθαι, περί καταχρηστικής άσκησης της αίτησης (διάλυσης) και περί έλλειψης υπαιτιότητας του συνεταιρισμού για τη μη ολοκλήρωση των έργων υποδομής.

Το άρθρο 2 ΑΚ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ.

Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ` αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό, τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος.

Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων, που ορίζουν οι συνταγματικές διατάξεις, συνάγεται, ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια, που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων ορίζεται, κατ' άκριβή αντιγραφή ότι "...παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων...".

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998).

Έτσι, σύμφωνα, με τη ρύθμιση της ως άνω διεθνούς συνθήκης, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνο εφόσον η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, αφού διαφορετικά η έναντι του κοινού νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα (Ολ.ΑΠ 6/2007, ΑΠ 996/2008, ΑΠ 421/2009).

Περαιτέρω πρέπει να λεχθούν τα εξής αναφορικά με τις νομοθετικές διατάξεις που διέπουν την ένδικη υπόθεση: Υπό την ισχύ του ΠΔ 93/1987 στο άρθρο 13 Ι, παρ. 1 περ. δ' 5, προβλεπόταν ότι ο οικοδομικός Συνεταιρισμός διαλύεται, μεταξύ άλλων, με κατάργηση της απόφασης για την έγκριση του καταστατικού του Συνεταιρισμού από τον Υπουργό, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μετά από δικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου της έδρας του συνεταιρισμού από τη στιγμή που θα καταστεί τελεσίδικη, όταν παρέλθει η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 18 παρ. 5β και η καθυστέρηση οφείλεται στον οικοδομικό συνεταιρισμό.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 18 παρ. 5β του ως άνω ΠΔ/τος, η παράβαση του οποίου ενεργοποιούσε την κατά τα ανωτέρω δυνατότητα διάλυσης του οικοδομικού συνεταιρισμού, η ολοκλήρωση του προγράμματος των έργων τεχνικής υποδομής δεν πρέπει να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια από τη δημοσίευση του π.δ/τος περί έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης.

Εφόσον δε οι τυχόν λόγοι καθυστέρησης δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του οικοδομικού συνεταιρισμού, τα οριζόμενα χρονικά διαστήματα για την κατασκευή των έργων υποδομής μπορούσαν να αυξάνονται κατά πέντε χρόνια ακόμη, με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ο οποίος, μετά την εκπόνηση των ανωτέρω προθεσμιών, εκτιμώντας τα πραγματικά στοιχεία, μπορούσε να διαλύσει τον οικοδομικό συνεταιρισμό.

Ακολούθησε η διάταξη του άρθρου 39 του Ν. 4030/2011, η οποία διαφοροποίησε τα ανωτέρω προβλεπόμενα από το ΠΔ 93/1987. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 3 του Ν. 4030/2011 ορίζεται ότι "Μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα ετών από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί τα έργα τεχνικής υποδομής στις εκτάσεις των οικοδομικών συνεταιρισμών...".

Κατά δε την παρ. 12 του ίδιου άρθρου 39 του Ν. 4030/2011, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 παρ. 3 περ. δ' του Ν. 4067/2012 ορίζεται ότι: "Για όσους οικοδομικούς συνεταιρισμούς δεν εφαρμόσουν τη πολεοδομική μελέτη μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3, ανακαλείται η πολεοδομική τους μελέτη και επέρχεται αυτοδίκαια η διάλυσή τους, μετά από διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου Περιφερειάρχη.

Όσοι οικοδομικοί συνεταιρισμοί αναλάβουν την εκτέλεση των έργων υποδομής στην έκτασή τους, αλλά η εν λόγω προθεσμία εκπνεύσει άπρακτη, διαλύονται κατόπιν σχετικής απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου μετά από αίτηση της Περιφέρειας και τα έργα αναλαμβάνει ο ΟΤΑ". Τέλος, με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 4280/2014, που ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (8-8-2014), ορίζεται ότι "...παρατείνεται η προθεσμία για την εκτέλεση των έργων υποδομής στις εκτάσεις των οικοδομικών συνεταιρισμών, όπως αυτή προβλέπεται από την παρ. 3 του ν. 4030/2011 (Α' 249) για τρία έτη από τη δημοσίευση του παρόντος...".

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 1097/2013, ΑΠ 481/2012).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής. Διότι, μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 858/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος και οι προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνοντες, μέλη του αναιρεσιβλήτου Συνεταιρισμού, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την από 10-12-2012 (αρ.

κατ. 757/2012) αίτησή της και την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής περί διάλυσης με δικαστική απόφαση του αναιρεσιβλήτου οικοδομικού συνεταιρισμού, μετά την πάροδο άπρακτης παρέλευσης δεκαετίας από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης, χωρίς να ολοκληρωθούν τα έργα υποδομής, διότι δήθεν, κατά τις παραδοχές της απόφασής του, με το άρθρο 12 παρ. 1 του μεταγενέστερου Ν. 4280/2014, που δημοσιεύτηκε στις 8-8-2014, η ανωτέρω δεκαετής προθεσμία για τη διάλυση του οικοδομικού συνεταιρισμού παρατάθηκε επί τρία έτη από τη δημοσίευσή του, δηλαδή έως 8-8-2017 και ότι δήθεν η τριετής ως άνω παράταση καταλαμβάνει και την περίπτωση, που ήδη έχει συμπληρωθεί η δεκαετία, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση Α) παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 39 παρ. 12 του Ν. 4030/2011, σε συνδ.

με την παράγραφο 3 της ίδιας ως άνω ουσιαστικής διάταξης, που είχε αναδρομική ισχύ και καταλάμβανε την ένδικη υπόθεση και Β) παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 4280/2014, στην οποία απέδωσε εσφαλμένα αναδρομική ισχύ αξιώνοντας λιγότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή της, αν και τα περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν πληρούσαν το πραγματικό της διάταξης αυτής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι` αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 234/2014).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 180/2014).

Κατά την διάταξη δε του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., όπως επίσης ίσχυε, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 6 αυτού. Έτσι, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας, που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση, ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.

Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ` έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής (ή την ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως), αλλά και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι (ΑΠ 1674/2017, ΑΠ 362/ 2017, ΑΠ 1043/2010, πρβλ.

επίσης, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 84/2015). Εξάλλου, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/ 2009).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρίζεται ότι ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται πότε και πώς είχε προβληθεί ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που συνιστά τον λόγο αναίρεσης.

Η ένσταση αυτή του αναιρεσιβλήτου, η οποία, κατ' αρχήν προβάλλεται παραδεκτά κατ' άρθρ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Πιο συγκεκριμένα Α) από την από 10-12-2012 αίτηση της αναιρεσείουσας περί διάλυσης του Συνεταιρισμού, η οποία επισκοπείται παραδεκτά ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα αξίωνε τη διάλυση του συνεταιρισμού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 12 του Ν. 4030/2011 (βλ.

σελ. 7β έως τέλος της ανωτέρω αίτησης), με ρητή μάλιστα αναφορά στην ανωτέρω ουσιαστική διάταξη. Β) Στις από 10-3-2015 πρωτόδικες προτάσεις της, που επίσης επισκοπούνται επιτρεπτά, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα και τότε αιτούσα αναφέρεται εκτενώς στην αιτιολογική έκθεση του άρθρου 39 παρ. 12 του Ν. 4030/2011 και επίσης αρνείται αιτιολογημένα την ένσταση του συνεταιρισμού περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης αυτής, που είχε καταχωρηθεί με αύξοντα αριθμό 6 στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Γ) Από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της αιτούσας Περιφέρειας και των προσθέτων υπέρ αυτής παρεμβαινόντων και ήδη αναιρεσείοντες αναφέρονται ρητά στις ανωτέρω προτάσεις τους. Δ) Η ήδη αναιρεσείουσα, ως εφεσίβλητη με τις από 27-1-2017 προτάσεις της αντικρούει τους λόγους της έφεσης του αναιρεσιβλήτου Συνεταιρισμού και ειδικά το λόγο έφεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 39 παρ. 12 του Ν. 4030/2011 και περί αναδρομικής ισχύος του άρθρου 12 του Ν. 4280/2014 (βλ.

σελ. 2 επ. και σελ.14 επ. των ανωτέρω κατ' έφεση προτάσεων). Ε) Ομοίως οι προσθέτως παρεμβαίνοντες με την πρόσθετη παρέμβαση, αλλά και με τις από 7-2-2017 κατ' έφεση προτάσεις τους υιοθετούν την άποψη της αναιρεσείουσας Περιφέρειας υπέρ της οποίας παρεμβαίνουν. Επομένως, ο ισχυρισμός που στηρίζει τον αναιρετικό λόγο είχε προταθεί παραδεκτά, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των ανωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση ο αναιρετικός λόγος, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως, αφορά σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά τη νομική εκτίμηση της αίτησης (περί διάλυσης του συνεταιρισμού) και σύμφωνα με τις παραδοχές αυτής, έκρινε νόμιμη την ανωτέρω αίτηση, κατά την άσκησή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και μη νόμιμη εκ των υστέρων λόγω νομοθετικής μεταβολής με αναδρομική ισχύ και συνεπώς ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 562 παρ. 2 περ.

β' ΚΠολΔ, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατόπιν αυτών η ένσταση του αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού περί απαράδεκτης προβολής του αναιρετικού λόγου το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Επίσης, ο αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός, με τις ίδιες έγγραφες προτάσεις του προβάλλει την ένσταση αοριστίας του αναιρετικού λόγου, διότι, όπως υποστηρίζει δεν εκτίθενται σαφώς και ορισμένως τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δήθεν, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, οδήγησαν το Εφετείο στο εσφαλμένο αποδεικτικό του πόρισμα.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση του αναιρετηρίου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εκθέτει με επάρκεια το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το περιεχόμενο της αίτησης της αναιρεσείουσας Περιφέρειας (περί διάλυσης του συνεταιρισμού) η εσφαλμένη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ερμηνεία των ουσιαστικών διατάξεων, που εφάρμοσε το Εφετείο και εκτενής ανάλυση των ουσιαστικών διατάξεων, που θα έπρεπε να εφαρμοστούν.

Τα περιστατικά αυτά αρκούσαν για την πληρότητα του αναιρετικού λόγου περί ευθείας παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου και η σχετική ένσταση αοριστίας αυτού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο για τη νομική ανάλυση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 39 παρ. 3 και 12 του Ν. 4030/2011 και του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 4280/2014, καθώς επίσης περί της αναδρομικής ισχύος της τελευταίας ως άνω διάταξης δέχτηκε τα εξής, κατ' ακριβή αντιγραφή της απόφασής του: "...Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των παρ. 12 και 3 του άρθρου 39 ν. 4030/2011 προκύπτει ότι η διάλυση του νομικού προσώπου του συνεταιρισμού δεν επέρχεται ex lege, αλλά, μετά την πάροδο της αποκλειστικής προθεσμίας των δέκα ετών από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης και τη μη ολοκλήρωση των έργων υποδομής στις εκτάσεις των οικοδομικών συνεταιρισμών, απαιτείται και σχετική απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου, μετά από αίτηση της Περιφέρειας.

Εάν οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν συντρέξουν, το νομικό πρόσωπο του συνεταιρισμού συνεχίζει υφιστάμενο και δύναται να εκπληρώνει τους καταστατικούς και νόμιμους σκοπούς του. Το άρθρο 39 του ανωτέρω νόμου, με το δεδομένο ότι πολλοί οικοδομικοί συνεταιρισμοί, προϋφιστάμενοι της 16-1-1984, δεν είχαν ακόμη κατασκευάσει ή ολοκληρώσει τα τεχνικά έργα υποδομής και τα κοινόχρηστα έργα στις εκτάσεις των ιδιοκτησιών τους, επιχείρησε να επιλύσει πολυετή προβλήματα των οικοδομικών συνεταιρισμών, οι οποίοι, λόγω των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, όπως αυτές διαμορφώθηκαν τα προηγούμενα έτη, απέκτησαν διφυή χαρακτήρα.

Εκτός από τις ενέργειες που κατατείνουν να εξασφαλίσουν κατοικίες στα μέλη τους, εν τοις πράγμασι ασκούν και εμπορικές πράξεις, όπως εισπράξεις ενοικίων, αγοραπωλησίες μερίδων, προκειμένου να ενισχυθεί οικονομικά ο οικοδομικός συνεταιρισμός, για σύνταξη μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και εκτέλεση έργων υποδομής, συμβάλλονται με κατασκευαστικές εταιρίες, συνάπτουν δανειακές συμβάσεις κ.λπ.

Οι προτεινόμενες δε διατάξεις ανταποκρίνονται στις επιταγές των άρθρων 12 και 24 του Συντάγματος και αποσκοπούν στη βιώσιμη ανάπτυξη των θεσμοθετημένων οικιστικών περιοχών και την ολοκλήρωση των υποδομών με τη συμβολή των οικείων Ο.Τ.Α. Συγχρόνως, με την παρούσα ρύθμιση παρέχεται η δυνατότητα οικιστικής ανάπτυξης εγκαταλελειμμένων περιοχών και ολοκλήρωσης της στεγαστικής αποκατάστασης των μελών των οικοδομικών συνεταιρισμών (βλ.

αιτιολογική έκθεση του Ν. 4030/2011, άρθρο 39). Στη συνέχεια, με την παρ. 11 του άρθρου 26 Ν. 4280/2014 (ΦΕΚ Α' 159/8-8-2014) καταργήθηκε από τη δημοσίευσή του το Π.Δ. 93/1987, ενώ με το άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου νόμου (4280/2014) ορίσθηκε ότι "οι Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί υπάγονται στις διατάξεις του Ν. 1667/ 1986 (Α' 196) όσον αφορά τη σύστασή τους, τη λειτουργία και την εποπτεία τους και παρατείνεται η προθεσμία για την εκτέλεση των έργων υποδομής στις εκτάσεις των οικοδομικών συνεταιρισμών, όπως αυτή προβλέπεται από την παρ. 3 του Ν. 4030/2011 (Α' 249), για τρία έτη από τη δημοσίευση του παρόντος".

Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 4280/2014 παρατείνει τη δεκαετή προθεσμία επί τρία (3) έτη, χωρίς να διακρίνει μεταξύ της ήδη συμπληρωθείσας αποκλειστικής προθεσμίας των δέκα (10) ετών και αυτής που ακόμη δεν έχει συμπληρωθεί. Εάν αφορούσε μόνο την τελευταία περίπτωση, δεν θα όριζε ότι η τριετής παράταση της προθεσμίας αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, αλλά θα έθετε ως εναρκτήριο χρονικό σημείο της τριετίας τη συμπλήρωση της προθεσμίας των δέκα ετών.

Κατά συνέπεια, η χωρίς διάκριση οριζόμενη τριετής παράταση καταλαμβάνει και την περίπτωση της ήδη συμπληρωθείσας δεκαετούς προθεσμίας, η οποία παρατείνεται επί τρία (3) ακόμη έτη από τη δημοσίευση του νόμου, χωρίς, με τον τρόπο αυτό, να παραβιάζεται η καθιερούμενη με τη διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων.

Τούτο δε, διότι, υπό την προϋπόθεση της μη προσβολής προστατευομένων από το Σύνταγμα δικαιωμάτων, δύναται να δοθεί στο νόμο αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς, όταν από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμισθούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος (ΟλΑΠ 3/2016 ΕλλΔνη 2016, 399), σκοπός, που, κατά την κρίση του δικαστηρίου, συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση...".

Στη συνέχεια το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του και κατ' ακριβή επίσης αντιγραφή της απόφασής του δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Δυνάμει της υπ' αριθ. 25003/1/3-1-1991 απόφασης του Υπουργείου Περιβάλλοντος Xωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 239/18-4-1991 ΦΕΚ, εγκρίθηκε το από 8-12-1990 καταστατικό του εκκαλούντος συνεταιρισμού, του οποίου η επωνυμία, μετά την υπ' αριθ. 373/20-5-2015 διάταξη του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, είναι "....".

Ο καταστατικός σκοπός του είναι η εξασφάλιση για τα μέλη του παραθεριστικής κατοικίας στα διοικητικά όρια του Δήμου … και ειδικότερα σε έκταση 1.750 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "…" Ν. Ευβοίας, για την επίτευξη δε του ανωτέρω σκοπού, ως πόροι ορίσθηκαν, με το άρθρο 5 του καταστατικού, οι εισφορές (τακτικές και έκτακτες) των μελών του, οι τόκοι των καταθέσεων, τα μισθώματα των τυχόν μισθωμένων ακινήτων και οι δωρεές κάθε είδους.

Τα μέλη του είναι 1.002 και η διάρκεια του συνεταιρισμού είχε ορισθεί σε είκοσι (20) έτη. Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. πρωτ. 71956/3665 από 27-6-1991 απόφαση του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ εγκρίθηκε η χωροθέτηση και η οικιστική καταλληλότητα της, ως άνω, έκτασης του συνεταιρισμού, εμβαδού 1.711 περίπου στρεμμάτων, ενώ η πολεοδομική μελέτη εγκρίθηκε με το υπ' αριθ. 81124/25-8-1993 Διάταγμα του Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 1171/21-9-1993 ΦΕΚ.

Μολονότι δε, υπό την ισχύ του Π.Δ. 93/1987, δεν είχε ολοκληρωθεί το πρόγραμμα των έργων τεχνικής υποδομής του συνεταιρισμού εντός πέντε (5) ετών από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης, όπως όριζε το άρθρο 18 παρ. 5β του ανωτέρω Π.Δ., ούτε με απόφαση του υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων είχε αυξηθεί το οριζόμενο χρονικό διάστημα για την κατασκευή των έργων υποδομής κατά πέντε (5) έτη ακόμη, ωστόσο ο ανωτέρω Υπουργός δεν διέλυσε το συνεταιρισμό, αν και είχε σύμφωνα με το νόμο τη δυνητική αυτή ευχέρεια, μετά από εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων.

Μετά τη δημοσίευση του ν. 4030/2011 (ΦΕΚ Α' 249/25-11-2011), οι προσθέτως παρεμβαίνοντες - εφεσίβλητοι, μέλη του συνεταιρισμού, υπέβαλαν προς την Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος (Περιφερειακή Ενότητα Ευβοίας) την από 5-10-2012 αίτησή τους, με αίτημα να προβεί αυτή στις νόμιμες ενέργειες για τη διάλυση του συνεταιρισμού, ισχυριζόμενοι ότι, παρότι παρήλθε χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών από την έγκριση της ανωτέρω πολεοδομικής μελέτης, δεν εκτελέσθηκε ούτε το 1/10 των έργων υποδομής, που ο συνεταιρισμός ανέλαβε.

Κατόπιν δε αυτού, η Περιφέρεια άσκησε την ένδικη αίτηση, αιτούμενη τη διάλυση του συνεταιρισμού, κατ' άρθρο 39 παρ. 3 και 12 Ν. 4030/ 2011. Από όσα προεκτέθηκαν προκύπτει ότι η ένδικη αίτηση περί διάλυσης του συνεταιρισμού για τους ανωτέρω λόγους (πάροδος δεκαετούς προθεσμίας από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης για ολοκλήρωση των έργων υποδομής-μη ολοκλήρωση των εν λόγω έργων), νομίμως ασκήθηκε κατ' άρθρο 39 παρ. 3, 12 Ν. 4030/2011, πλην όμως κατά τη συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στις 10-3-2015, κατέστη μη νόμιμη, λόγω της εν τω μεταξύ επελθούσας, συνεπεία του άρθρου 12 του Ν. 4280/2014, νομοθετικής μεταβολής, αφού κατά την τελευταία αυτή διάταξη η θεσπισθείσα με το άρθρο 39 παρ. 3, 12 του Ν. 4030/2011 αποκλειστική δεκαετής προθεσμία για τη διάλυση των οικοδομικών συνεταιρισμών παρατάθηκε επί τρία (3) έτη από τη δημοσίευση του νόμου (8-8-2014), η παράταση δε αυτή, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, καταλαμβάνει και τον αιτούντα συνεταιρισμό, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω δεκαετής προθεσμία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά το χρόνο δημοσίευσης του Ν. 4280/ 2014.

Εξάλλου, για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης περί τριετούς παράτασης της σχετικής προθεσμίας δεν τάσσονται άλλες προϋποθέσεις και ειδικότερα η τροποποίηση του καταστατικού του συνεταιρισμού και η υποβολή χρονοδιαγράμματος για την εκτέλεση των έργων υποδομής, όπως ισχυρίζονται οι παριστάμενοι εφεσίβλητοι.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι η αίτηση είναι νόμιμη, δεχόμενο ότι η ανωτέρω επελθούσα νομοθετική μεταβολή δεν καταλαμβάνει τον αιτούντα ισχυρισμό, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατ' αποδοχή ως βασίμων των πρώτου και δεύτερου λόγων της υπό κρίση έφεσης, μετά την αποδοχή των οποίων, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων έφεσης.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η υπό κρίση έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως, αφού κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτή η κύρια παρέμβαση και να απορριφθούν η αίτηση και η πρόσθετη παρέμβαση...".

Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η από 10-12-2012 (αρ. κατ. 757/2012) αίτηση περί διάλυσης του συνεταιρισμού της ήδη αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 3 και 12 του Ν. 4030/2011, ήταν νόμιμη κατά την άσκησή της, πλην όμως λόγω της μεταγενέστερης νομοθετικής μεταβολής του άρθρου 12 του Ν. 4280/2014 με αναδρομική ισχύ, κατέστη μη νόμιμη, διότι η τριετής παράταση της δεκαετούς αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 39 παρ. 3 του Ν. 4030/2011, αν και είχε ήδη συμπληρωθεί, καταλαμβάνει τον Συνεταιρισμό, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 39 παρ. 3 και 12 του ανωτέρω νόμου (4030/2011), αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό αυτής.

Επίσης, παραβίασε ευθέως και την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 4280/2014 στην οποία απέδωσε αναδρομική ισχύ, κατά παράβαση του άρθρου 2 του ΑΚ, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, αν και τα αποδειχθέντα περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου. Πιο συγκεκριμένα, η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 Ν. 4280/2014, που προβλέπει την τριετή παράταση της δεκαετούς προθεσμίας του άρθρου 39 παρ. 12 του Ν. 4030/2011 ισχύει, κατά ρητή επιταγή αυτής για τρία έτη από τη δημοσίευση (στις 8-8-2014) του Ν. 4280/2014, δηλαδή έως τις 8-8-2017 και δεν έχει αναδρομική ισχύ, εφόσον από την ανωτέρω ρητή γραμματική διατύπωση, χωρίς τούτο να αντικρούεται από κάποιο άλλο στοιχείο, ούτε από την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, δεν συνάγεται σιωπηρή νομοθετική βούληση για αναδρομική ισχύ αυτής και μάλιστα σε περιπτώσεις, που από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης του οικοδομικού συνεταιρισμού συμπληρώθηκε δεκαετία, χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί τα έργα υποδομής, που ανέλαβε να εκτελέσει ο οικοδομικός συνεταιρισμός, του οποίου συνεπώς το δικαίωμά αναλώθηκε, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση.

Στην αιτιολογική έκθεση του άρθρου 39 του Ν. 4030/2011, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο Συνεταιρισμό, αναφέρεται ότι στην περίπτωση που οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί αναλάβουν την εκτέλεση των έργων υποδομής πρέπει αυτά να ολοκληρωθούν σε δέκα έτη από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης και ότι, εάν η προθεσμία αυτή εκπνεύσει άπρακτη, οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί διαλύονται με σχετική δικαστική απόφαση μετά από αίτηση της Περιφέρειας και τα έργα αναλαμβάνει ο ΟΤΑ.

Άλλωστε, τα ανωτέρω αποτελούν και το περιεχόμενο των παραγράφων 3 και 12 του άρθρου 39 του Ν. 4030/2011. Επομένως, ο νομοθέτης με την ανωτέρω διάταξη θέτει συνειδητά σαφές χρονικό όριο στους οικοδομικούς συνεταιρισμούς, που ανέλαβαν να εκτελέσουν τα έργα υποδομής στις εκτάσεις τους. Η διάταξη αυτή, όπως άλλωστε και το προϊσχύον ΠΔ 93/1987, σκοπεί στη βιώσιμη ανάπτυξη οικιστικών περιοχών με χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, όπως επίσης στην ολοκλήρωση των υποδομών από τους ΟΤΑ και συνεπώς σκοπεί στο δημόσιο συμφέρον.

Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 4280/ 2014 παρέτεινε κατά τρία έτη την ως άνω δεκαετή προθεσμία, ενώ με ρητή αναφορά στην προθεσμία της δεκαετίας του άρθρου 39 παρ. 3 του Ν. 4030/2011, θέτει ως αφετηρία για την τριετή παράταση της δεκαετίας το χρόνο έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης και ρητά επίσης ορίζει ότι η τριετής παράταση ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (στις 8-8-2014), δηλαδή έως τις 8-8-2017.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραδοχές το καταστατικό του αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού εγκρίθηκε στις 18-4-1991 (ΦΕΚ 239) και η πολεοδομική μελέτη εγκρίθηκε στις 21-9-1993 (ΦΕΚ 1171). Επομένως, η δεκαετής αποκλειστική προθεσμία είχε συμπληρωθεί στις 21-9-2003, χωρίς να ολοκληρωθούν τα έργα τεχνικής υποδομής, όπως άλλωστε τούτο δεν αμφισβητείται από κανένα διάδικο μέρος, παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός είχε αναλάβει την υποχρέωση για την εκτέλεση αυτών έναντι του ΥΠΕΧΩΔΕ (βλ.

την υπ' αρ. 80/2007 ανακοίνωση του Συνεταιρισμού προς τα μέλη του, η οποία επισκοπείται επιτρεπτά ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης, στην οποία ο Συνεταιρισμός αναφέρει την ανωτέρω υποχρέωσή του περί εκτέλεσης των έργων τεχνικής υποδομής). Συνακόλουθα, στις 21-9-2003 αναλώθηκε το δικαίωμα του αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού να ολοκληρώσει τα έργα υποδομής, τα οποία, κατά το άρθρο 39 παρ. 12 Ν. 4030/2011 αναλαμβάνει να εκτελέσει ο οικείος ΟΤΑ και νομίμως η αναιρεσείουσα Περιφέρεια με την από 10-12-2012 αίτησή της ζήτησε τη διάλυση του αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού.

Κατόπιν τούτου ο μοναδικός αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο, που αφορά τη νομική βασιμότητα της από 10-12-2012 (αρ. κατ. 757/2012) αίτησης της ήδη αναιρεσείουσας περί διάλυσης του Συνεταιρισμού. Ακολούθως, η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής πρέπει να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ), προκειμένου να ερευνηθούν και οι λοιποί λόγοι της έφεσης, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερεύνησε, κρίνοντας ότι παρέλκει η έρευνά τους, διότι με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999), ως προς την οποία θα αποφανθεί το Δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο, είτε θα δεχθεί την έφεση (ερευνώντας τους λοιπούς λόγους αυτής) και θα εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, είτε θα απορρίψει την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1421/2002).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας Περιφέρειας και των προσθέτων υπέρ αυτής παρεμβαινόντων, οι οποίοι κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5189/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας), κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής που αφορά τη νομική θεμελίωση της από 10-12-2012 (αρ. κατ. 757/2012) αίτησης της αναιρεσείουσας περί διάλυσης του αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού.

Παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής για την περαιτέρω εκδίκαση της έφεσης του Συνεταιρισμού.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που η αναιρεσείουσα έχει καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας και των υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαινόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ