Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as grounds were not raised before lower court and constitute res judicata.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment of 157/2016. The appellant argued the defendant lacked standing to claim insurance benefits, a ground not previously raised before the lower courts. The court ruled this argument was inadmissible under Article 562 of the Code of Civil Procedure and baseless because the defendant's standing was already established by a final prior judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562, 569, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if not raised before the court of first instance unless it concerns public order, and an appeal based on a matter already decided by res judicata is baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2056 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2056/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ξ. του Θ., τελούντος υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και νομίμως εκπροσωπουμένου από την δικαστική συμπαραστάτριά του Μ. Ξ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κούτρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ….. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2015 οριστική όπως αυτή διορθώθηκε με την …. απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/10/2018 αίτησή της και τους από 5/9/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 31-10-2018 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 157/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ….. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 10-7-2015 έφεση της πλαγιαστικώς εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 19/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. ….. απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί την από 18-7-2013 αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, και αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του προαναφερθέντος πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ως άνω αγωγή και υποχρέωσε την πλαγιαστικώς εναγομένη να καταβάλει στον οφειλέτη του πλαγιαστικώς ενάγοντα το ποσό των 206.480 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτός, εξάλλου, είναι και ο από 5-9-2022 πρόσθετος λόγος αυτής, ο οποίος ασκήθηκε εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο και στην δικαστική αυτού συμπαραστάτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ και 126 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και ο πρόσθετος αυτής λόγος να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Ο παραπάνω λόγο αναίρεσης, για να είναι ορισμένος πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να καθορίζονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017), άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.
Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1602/2014). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017).
Εξ άλλου, κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).
Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ.
το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θ' ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων (συνθηκών και περιστάσεων) και της αδράνειας του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος που επακολούθησε και που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται από τα όρια που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχείρησής του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (Oλ.
ΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1246/2008). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο τεθείς σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης νυν πλαγιαστικώς ενάγων δια της διορισθείσας δικαστικής του συμπαραστάτριας, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….
την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ….. αγωγή αποζημίωσης, λόγω της σε βάρος του τελεσθείσας αδικοπραξίας, στρεφομένη, εκτός των άλλων, κατά της ανωνύμου τεχνικής εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και του νομίμου εκπροσώπου αυτής .... Επί της αγωγής εξεδόθη η ήδη αμετάκλητη υπ' αριθμ.76/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της και υποχρέωσε τους ως άνω εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον υπό δικαστική συμπαράσταση τελούντα ενάγοντα, ποσό 198.480 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, πλέον δικαστικών εξόδων ποσού 8.000 ευρώ.
Στη συνέχεια ο νυν πλαγιαστικώς ενάγων, εκπροσωπούμενος νόμιμα, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …. την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……. πλαγιαστική αγωγή στρεφομένη κατά της νυν εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ..., επικαλούμενος αδράνεια των ασφαλισμένων- υποχρέων προς αποζημίωσή του δυνάμει της υπ' αριθμ.
…… απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ……, παρά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και την επιδίκαση αποζημίωσης να ασκήσουν τα δικαιώματά τους κατά της αναλαβούσας, δυνάμει εγκύρου συμβάσεως ασφαλίσεως, την αστική ευθύνη τους ασφαλιστικής εταιρίας και ζήτησε, με την ως άνω αγωγή του, μετά από νόμιμο περιορισμό του αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος του, να αναγνωρισθεί ότι η πλαγιαστικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρία οφείλει να καταβάλει στους ασφαλισμένους οφειλέτες του ...
και Ν. Κ. συνολικά το ποσό των ….. ευρώ (κεφάλαιο ποσού ….. ευρώ + δικαστικά έξοδα ποσού 8.000) νομιμότοκα. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. ….. απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., με την οποία, μετά από κατ' ουσίαν παραδοχή της αγωγής, αναγνωρίσθηκε ότι η πλαγιαστικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρία οφείλει να καταβάλει στους οφειλέτες του ενάγοντος, ήτοι στον Ν.
Κ. και στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ..., το συνολικό ποσό των 206.480 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της πλαγιαστικής αγωγής και καταδίκασε την πλαγιαστικώς εναγομένη στα δικαστικά έξοδα ποσού 8.000 ευρώ. Η ως άνω απόφαση, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής εφέσεως με την υπ' αριθμ. 123/2011 απόφαση του Εφετείου …., κατέστη τελεσίδικη και ήδη αμετάκλητη, ως δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους.
Ακολούθως ο νυν πλαγιαστικώς ενάγων, λόγω του ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε την τελεσιδίκως αναγνωρισθείσα οφειλή της στους ασφαλισμένους αυτής και αντίστοιχα δικούς του οφειλέτες, ώστε να ικανοποιηθεί η τελεσιδίκως επιδικασθείσα απαίτησή του δυνάμει της υπ' αριθμ. 76/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …., άσκησε την ένδικη πλαγιαστική αγωγή, ζητώντας την καταψήφιση της προηγουμένως αναγνωρισθείσας οφειλής της πλαγιαστικώς εναγομένης.
Το δεδικασμένο που παράγει η υπ' αριθμ. 36/2008 ήδη τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …..ως προς την κριθείσα έννομη σχέση βάσει της οποίας η πλαγιαστικώς εναγομένη ενέχεται στην καταβολή του ποσού των ….. ευρώ στους υπ' αυτήν ασφαλιμένους, λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο, το οποίο δικάζει με τα ίδια, ως προηγουμένως, διάδικα μέρη, την έχουσα την ίδια, με την προηγούμενη αναγνωριστική πλαγιαστική αγωγή, ιστορική και νομική αιτία ένδικη καταψηφιστική πλέον αγωγή.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό, η εναγομένη πρότεινε ορισμένα κατά τα πραγματικά της περιστατικά, την ένσταση εξοφλήσεως, δια γενομένου, με την από 28-5-2012 εξώδικη δήλωση προς τον σύνδικο της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..., μονομερούς εξώδικου συμψηφισμού, που επέφερε την απόσβεση της οφειλής της και ως προς τον έτερο εις ολόκληρον δανειστή Ν.
Κ.. Πράγματι αποδεικνύεται ότι με την υπ' αριθμ. 590/2005 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., που είχε ως αιτία έκδοσης έξι μη πληρωθείσες κατά την εμφάνισή τους επιταγές που εξέδωσε υπό την εταιρική επωνυμία ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Ν. Κ., υποχρεώθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... να καταβάλει στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ποσό κατά κεφάλαιο …..
ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, ήτοι συνολικά ποσό ….. ευρώ. Η ως άνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στην οφειλέτιδα την 12-1-2005 (βλ. σχ. υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Δ. Μ.) και στη συνέχεια επιδόθηκε για δεύτερη φορά την 18-4-2005 (βλ. σχ. υπ' αριθμ. 10616/18-4- 2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), χωρίς κατ' αυτής να ασκηθεί ανακοπή και κατέστη τελεσίδικη.
Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 15/22-8-2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης. Μέχρι την ημέρα δημοσίευσης της κηρύττουσας την πτώχευση απόφασης στην εκ της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής απαίτηση της εναγομένης προστέθηκαν τόκοι υπερημερίας ποσού 46.785 ευρώ, αφετηριαζομένης της τοκογονίας από την επίδοση για πρώτη φορά, κατά τα ανωτέρω, της διαταγής πληρωμής με την από 11-1-2005 επιταγή προς πληρωμή και λήγουσας την 22-8- 2007 (ημερομηνία δημοσίευσης της υπ' αριθμ. 15/22-8-2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής), δεδομένου ότι εφεξής, ήτοι μετά την πτώχευση η ανέγγυα απαίτηση της εναγομένης κατά της ήδη πτωχεύσασας ανωνύμου εταιρίας, κατά νόμο (άρθρο 24 παρ.1 ΠτΚ), έπαυσε να παράγει τόκους.
Ακολούθως, η εναγομένη με την από 28-5-2012 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης της πτωχεύσασας ανωνύμου εταιρίας (βλ. σχ. υπ' αριθμ. 3079β/5-7-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής Α. Π.), καθώς και για γνώση στον νυν ενάγοντα, νόμιμα εκπροσωπούμενο (βλ.
σχ. υπ' αριθμ. 11146β/30-5-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Τ.) προέβη σε δήλωση μονομερούς συμψηφισμού της επιδικασθείσας, σε βάρος της πτωχεύσασας ανωνύμου εταιρίας, με τη διαταγή πληρωμής, ομοειδούς ανταπαίτησής της συνολικού ποσού 213.985 ευρώ με την εκ ποσού 206.480 ευρώ απαίτηση της τελευταίας από την ασφαλιστική σύμβαση, λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, που ήταν αγώγιμη ήδη προ της κήρυξης της πτώχευσης, ήτοι από της επιδικάσεως υπέρ του πλαγιαστικώς ενάγοντος με την υπ' αριθμ. 76/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …..
ισοπόσου αποζημιώσεως, για την καταβολή της οποίας ενείχετο ως συνοφειλέτρια η πτωχεύσασα εταιρία, δικαιούμενη να στραφεί κατά της εναγομένης που είχε αναλάβει με έγκυρη σύμβαση ασφαλίσεως να καλύπτει την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη, σημειουμένου ότι ως προς το ληξιπρόθεσμο των συμψηφιζομένων απαιτήσεων αρκεί ληξιπρόθεσμη να είναι μόνο η ανταπαίτηση που προβάλλεται σε συμψηφισμό και όχι κατ' ανάγκη και η κύρια απαίτηση κατά της οποίας προτείνεται ο συμψηφισμός, καθώς και ότι σε περίπτωση πτώχευσης η προς συμψηφισμό ανταπαίτηση δεν απαιτείται να έχει αναγγελθεί και αρκεί οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού να συνέτρεξαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, έστω και αν στην ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή ο συμψηφισμός ενεργεί αντικειμενικά και επιφέρει την απόσβεση της απαίτησης ως προς όλους τους εις ολόκληρον δανειστές, δεν απαιτείτο η εξώδικη δήλωση συμψηφισμού να επιδοθεί και προς τον έτερο εις ολόκληρον δανειστή της εναγομένης Ν.
Κ., αφού η συμψηφιζόμενη ανταπαίτηση, που είχε επιδικασθεί δια της διαταγής πληρωμής, αφορούσε μόνον την πτωχεύσασα εταιρία (η διαταγή πληρωμής δεν εκδόθηκε και σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της). Όμως η γενόμενη κατά τα ως άνω από την εναγομένη εξώδικη δήλωση μονομερούς συμψηφισμού ήταν ανίσχυρη, κατ' άρθρο 450 εδ.
β ΑΚ, ως βασίμως διατείνεται ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος αμυνόμενος κατά της έφεσης, καθόσον ήδη η εναγομένη με την από 20-9-2011 εξώδικη δήλωσή της προς τον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης της πτωχεύσασας ανωνύμου εταιρίας, προσφέρθηκε, χωρίς να προβάλει καμία ανταπαίτηση, στην χωρίς όρους καταβολή της οφειλής της, όπως αυτή αναγνωρίσθηκε με την υπ' αριθμ. 36/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., προκειμένου στη συνέχεια να καταστεί δυνατή η είσπραξη της τελεσιδίκως επιδικασθείσας απαίτησης του ενάγοντος, ως τούτο άλλωστε, δια της μη ειδικής αρνήσεώς της, συνομολογεί η εναγομένη.
Κατά συνέπεια η εναγομένη, καίτοι κατά το χρόνο που προσφέρθηκε να καταβάλει την οφειλή της, διατηρούσε κατά τα ως άνω αμοιβαία, ομοειδή και ληξιπρόθεσμη ανταπαίτηση κατά της ανωνύμου εταιρίας, παραιτήθηκε σιωπηρά του δικαιώματος συμψηφισμού της ανταπαίτησής της, σημειουμένου ότι η παραίτηση από το ως άνω δικαίωμα μπορεί να γίνει όχι μόνο εκ των προτέρων, αλλά και μετά τη γέννησή του και ως εκ τούτων ο δια της από 28-5-2012 εξώδικης δήλωσης μονομερής συμψηφισμός αποκλειόταν και δεν επήλθε απόσβεση της αναγνωρισθείσας δια της υπ' αριθμ. 36/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …..
απαίτησης, την καταψήφιση της οποίας πλαγιαστικά ζητεί ο ενάγων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η ως άνω ένσταση εξοφλήσεως με εξώδικο συμψηφισμό προβλήθηκε από την εναγόμενη απαράδεκτα, ως καλυπτόμενη από το δεδικασμένο που απέρρεε από την υπ' αριθμ. 36/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., πλην όμως εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο, καθόσον κατά την προηγηθείσα δίκη η εν λόγω ένσταση δεν ήταν δυνατό να προταθεί, αφού τα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή της επισυνέβησαν μεταγενέστερα, ήτοι κατά την 28-5-2012 όταν η εναγόμενη προέβη στην εξώδικη δήλωση μονομερούς συμψηφισμού και συνεπώς η προταθείσα ένσταση εξόφλησης και όχι ένσταση συμψηφισμού, ως εσφαλμένως νομικά χαρακτηρίζεται από την εκκαλούσα-εναγομένη, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο και παραδεκτά μεν προτάθηκε, πλην όμως τυγχάνει απορριπτέα στην ουσία της.
Η απόρριψη της ένστασης κατ' ουσίαν, ενώ κατά την εκκαλουμένη είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, δεν μπορεί να γίνει με αντικατάσταση αιτιολογίας κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ και χωρίς να έχει ασκηθεί αντίθετη έφεση ή αντέφεση από τον εφεσίβλητο, διότι τότε το εφετείο υπερβαίνει τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα.
Συνεπώς πρέπει προηγουμένως να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατ' αποδοχή του σχετικού λόγου έφεσης και εν συνεχεία, κατά την διακράτηση της υπόθεσης και την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, πρέπει να απορριφθεί η κριθείσα ως παραδεκτώς προβαλλόμενη, ορισμένη και νόμιμη ένσταση εξόφλησης με μονομερή συμψηφισμό από ουσιαστική πλέον άποψη.
Περαιτέρω, η εναγομένη-εκκαλούσα πρότεινε πρωτοδίκως, για την περίπτωση που ήθελε απορριφθεί η ένσταση εξόφλησης, ένσταση συμψηφισμού της επιδικασθείσας, σε βάρος της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία ..., με την υπ' αριθμ. 590/2005 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….. ανταπαίτησής της. Η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως μη νόμιμη, καθόσον ο οφειλέτης που ενάγεται από έναν συνδανειστή εις ολόκληρον δεν μπορεί να προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτηση που έχει εναντίον άλλου εις ολόκληρον δανειστή, στην προκειμένη δε περίπτωση η προς συμψηφισμό προβαλλόμενη ανταπαίτηση της εναγομένης δεν αφορούσε τον εις ολόκληρο δανειστή Ν.
Κ. προσωπικά, τα δικαιώματα του οποίου πλαγιαστικώς ασκεί ο ενάγων, αιτούμενος την καταψήφιση της αναγνωρισθείσας οφειλής της εναγομένης σε αυτόν ατομικά.... Εξάλλου, η εναγομένη πρόβαλε πρωτοδίκως ένσταση συμψηφισμού ανταπαίτησής της που διατηρεί κατά του ... προσωπικά, λόγω της τελεσθείσας σε βάρος της αδικοπραξίας από την έκδοση, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της ανωνύμου εταιρίας, έξι ακάλυπτων επιταγών, που συνιστά παράλληλα και αξιόποινη πράξη για την οποία μάλιστα αυτός καταδικάσθηκε.
Η έχουσα, κατά τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, ένσταση συμψηφισμού απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως αόριστη, καθόσον δεν αναφερόταν οι εκδοθείσες ακάλυπτες επιταγές, τα στοιχεία τους ως και τα ποσά αυτών, ώστε να συμποσούνται στο ύψος της συμψηφιζόμενης ανταπαίτησης, απορριπτομένων των σχετικών αιτιάσεων της έφεσης ως αβασίμων.
Η εναγόμενη κατά την παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, με λόγο έφεσης, παραδεκτώς, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, προτείνει την απορριφθείσα πρωτοδίκως λόγω αοριστίας ένσταση συμψηφισμού, επικαλούμενη για την κατά τα πραγματικά περιστατικά θεμελίωσή της ότι ο Ν. Κ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία ...
εξέδωσε σε διαταγή της έξι, αναφερόμενες κατά πλήρη στοιχεία, επιταγές ποσού 15.000 ευρώ, 34.000 ευρώ, 5.298 ευρώ,34.000 ευρώ, 34.000 ευρώ και 34.452.35 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες όταν εμφανίσθηκαν δεν πληρώθηκαν, ελλείψει διαθεσίμων προς τούτο κεφαλαίων, ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανωνύμου εταιρίας τελούσε εν γνώσει του ότι οι ως άνω επιταγές κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής τους ήταν ακάλυπτες, καταδικασθείς προς τούτο με την υπ' αριθμ. 23642/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου ….., ότι συνεπεία της αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφοράς του ...
υπέστη ζημία ισόποση με το ποσό των επιταγών που δεν εισπράχθηκαν, ανερχόμενη σε 156.750.35 ευρώ, πλέον τόκων ποσού 154.002,06 ευρώ, υπολογιζομένων από την 23-7-2004 (ημερομηνία εμφάνισης και μη πληρωμής των επιταγών) μέχρι την ημέρα συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ότι την από την ως άνω αιτία πηγάζουσα ανταπαίτησή της ποσού …..
ευρώ, άλλως ποσού 156.750,35 ευρώ προτείνει προς συμψηφισμό με την πλαγιαστικώς επιδιωκόμενη από τον ενάγοντα προς καταψήφιση απαίτηση του ..., ενώ για την παραχρήμα απόδειξη του ισχυρισμού της προσκομίζει τις έξι επιταγές καθώς και την ποινική καταδικαστική απόφαση. Η εν λόγω γνήσια μη αυθύπαρκτη ένσταση δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 36/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., καθόσον σε εκείνη τη δίκη δεν προτάθηκε και τούτο αδιαφόρως αν τότε συνέτρεχαν οι νομικοί και πραγματικοί όροι για τη θεμελίωσή της, κατά τα προεκτεθέντα άλλωστε στη μείζονα σκέψη, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 440,441,442 ΑΚ, μόνον κατά το μέρος που δι' αυτής η συμψηφιστέα ανταπαίτηση προσδιορίζεται, κατ' επικουρικότητα, στο ποσό των 156.750,35 ευρώ, καθόσον κατά το υπόλοιπο ποσό των παραχθέντων τόκων, μη νομίμως υπολογίζονται αυτοί από την ημέρα μη πληρωμής των επιταγών, διότι επί χρηματικής οφειλής από αδικοπραξία οφείλονται τόκοι όχι από την ημέρα τέλεσης αυτής, αλλά μόνον από την επίδοση της σχετικής αγωγής, εκτός αν ο δικαιούχος της απαίτησης επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο οφειλέτης κατέστη υπερήμερος σε προγενέστερο χρόνο συνεπεία όχλησής του.., περιπτώσεις τις οποίες η εναγομένη δεν επικαλείται ότι συντρέχουν εν προκειμένω.
Κατά την έρευνα δε της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης συμψηφισμού αποδεικνύεται ότι, ο Ν. Κ., υπό την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωνύμου εταιρίας ... εξέδωσε σε διαταγή της εναγόμενης: α) την με αριθμό ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας …., με χρονολογία έκδοσης την …., ποσού ….ευρώ, που εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή την …..
και δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων προς τούτο κεφαλαίων, β) την με αριθμό ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας …., με χρονολογία έκδοσης την …., ποσού …. ευρώ, που εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή την ….. και δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων προς τούτο κεφαλαίων, γ) την με αριθμό ... μεταχρονολογημένη επιταγή της ….., με χρονολογία έκδοσης την …., ποσού …..
ευρώ, που εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή την …. και δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων προς τούτο κεφαλαίων, δ) την με αριθμό ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας …., με χρονολογία έκδοσης την …., ποσού …. ευρώ, που εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή την …. και δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων προς τούτο κεφαλαίων, ε) την με αριθμό ...
μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας ….., με χρονολογία έκδοσης την …., ποσού ….. ευρώ, που εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή την ….. και δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων προς τούτο κεφαλαίων και στ) την με αριθμό ….. μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας …., με χρονολογία έκδοσης την …., ποσού …..
ευρώ, που εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή την ….. και δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων προς τούτο κεφαλαίων. Ο Ν. Κ. κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης των εν λόγω επιταγών που ταυτίζεται με το χρόνο της μη πληρωμής τους γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για τη κάλυψή τους, η δε αδικοπρακτική του συμπεριφορά, συνιστώσα παράλληλα και ποινικά αξιόλογη πράξη, ήτοι αυτή της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, για την οποία μάλιστα αξιόποινη πράξη, δικασθείς παρών, με την υπ' αριθμ. 23642/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών και σε χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, επέφερε θετική ζημία στην εναγομένη, τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, ανερχόμενη στα ποσά των επιταγών που δεν πληρώθηκαν, ήτοι στο συνολικό ποσό των ….
ευρώ. Η εναγομένη, ως δικαιούμενη ισοπόσου αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της θετικής της ζημίας, εισήγαγε μέρος της αστικής της αξίωσης, ως προς την επελθούσα σ' αυτήν ηθική βλάβη, ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, επιφυλαχθείσα ρητώς να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας της και της ηθικής της βλάβης ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων, ενώ ταυτόχρονα επέλεξε, προκειμένου να εφοδιαστεί άμεσα με εκτελεστό τίτλο, να προβεί στην έκδοση της υπ'αριθμ.590/2005 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου …..
σε βάρος της εκπροσωπούμενης από τον Ν. Κ. ανωνύμου εταιρίας. Να σημειωθεί δε ότι η έκδοση εις διαταγή της εναγομένης των ως άνω ακάλυπτων επιταγών από τον Ν. Κ., ουδόλως πληροί τους όρους της ΑΚ 939, ως αβασίμως διατείνεται ο ενάγων-εφεσίβλητος, αμυνόμενος κατά της έφεσης, καθόσον η δημιουργία ενοχικής υποχρέωσης δεν συνιστά απαλλοτρίωση, ενώ η κατά συμπαιγνία δημιουργία οφειλής αντιμετωπίζεται, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά που συντρέχουν, με προσφυγή, κατ' επιλογή, στις διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ ή σ' αυτές του άρθρου 178 ΑΚ, είτε τέλος σε εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ.
Η εν λόγω ανταπαίτηση της εναγομένης υπόκειται σε συμψηφισμό με την πλαγιαστικώς επιδιωκόμενη από τον ενάγοντα προς καταψήφιση απαίτηση του ..., λόγω της αμοιβαιότητάς της με την τελευταία υπό την έννοια ότι η εναγομένη τυγχάνει δανείστρια της εξ αδικοπραξίας ανταπαίτησης και οφειλέτιδα της εκ της ασφαλιστικής σύμβασης απαίτησης και ο Ν.
Κ. οφειλέτης της εξ αδικοπραξίας ανταπαίτησης και αντίστοιχα δανειστής της εκ της ασφαλιστικής σύμβασης απαίτησης, η πλαγιαστική δε επιδίωξη από τον ενάγοντα της εκ της ασφαλιστικής σύμβασης απαίτησης δεν καθιστά αυτόν άμεσα δικαιούχο της, παρά μόνον ωφελούμενο. Επίσης η προς συμψηφισμό ανταπαίτηση είναι ομοειδής με την πλαγιαστικώς επιδιωκόμενη από τον ενάγοντα προς καταψήφιση απαίτηση του ..., ως αφορώσες αμφότερες χρηματική παροχή, δεν απαιτείται από το νόμο να είναι δικαστικά εκκαθαρισμένη, είναι νομικώς τέλεια και αγώγιμη, αφού κατά το χρόνο που συνυπήρξε με την εκ της ασφαλιστικής σύμβασης απαίτηση (ΑΚ 443), ήτοι από της επιδικάσεως υπέρ του πλαγιαστικώς ενάγοντος με την υπ' αριθμ. 76/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …..
ισοπόσου αποζημιώσεως, για την καταβολή της οποίας ενείχετο ως συνοφειλέτης ο Ν. Κ., αλλά και από της αναγνωρίσεώς της ως οφειλομένης από την εναγόμενη στον ως άνω ασφαλισμένο με την υπ' αριθμ. 36/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., δεν είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή (…..), που αφετηριάζεται από τον προπαρατεθέντα χρόνο μη πληρωμής εκάστης επιταγής, σημειουμένου ότι θα ετίθετο θέμα παραγραφής της ανταπαίτησης μόνον αν επιστηριζόταν στην εκ του πιστωτική τίτλου αξίωση (άρθρο 52 ν. 5960/1933) και όχι ως εν προκειμένω στην αδικοπραξία, ενώ η ως άνω ανταπαίτηση έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη ήδη από το χρόνο μη πληρωμής των ακάλυπτων επιταγών.
Ως εκ τούτων η εναγομένη, λόγω της- παράλληλης ύπαρξης και των δύο απαιτήσεων σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό τους, έχει δικαίωμα να προτείνει σε συμψηφισμό την ανταπαίτησή της στην παρούσα δίκη, όπου πλαγιαστικώς διώκεται η καταψήφιση της εκ της ασφαλιστικής σύμβασης απαίτησης του ..., πλην όμως η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος της εν προκειμένω υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα, η εναγομένη, καίτοι ήδη από τη δίκη που διεξήχθη κατ' έτος 2008 επί της αναγνωριστικής πλαγιαστικής αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., είχε τη νομική δυνατότητα να προτείνει προς συμψηφισμό την εν λόγω ανταπαίτησή της, δεν έπραξε τούτο. Ομοίως στην κατ' έφεση δίκη, εφής εξεδόθη η υπ' αριθμ 123/2011 απόφαση του Εφετείου ….., που επικύρωσε την υπ' αριθμ. 36/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., αν και ομοίως είχε τη νομική δυνατότητα (ΑΚ 442) να ασκήσει το πρώτον το δικαίωμα συμψηφισμού της ανταπαίτησής της προς απόσβεση της οφειλής της, δεν έπραξε τούτο.
Επιπλέον μετά την έκδοση της ως άνω εφετειακής απόφασης, η εναγομένη με την από 20-9-2011 εξώδικη δήλωσή της προς τον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης της πτωχεύσασας ανωνύμου εταιρίας, που μάλιστα κοινοποιήθηκε και στον πλαγιαστικώς ενάγοντα, προσφέρθηκε, χωρίς να προβάλει καμία ανταπαίτηση, στην χωρίς όρους καταβολή της οφειλής της, όπως αυτή αναγνωρίσθηκε με την υπ' αριθμ. 36/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., προκειμένου στη συνέχεια να καταστεί δυνατή η είσπραξη της τελεσιδίκως επιδικασθείσας απαίτησης του ενάγοντος, ως τούτο άλλωστε, δια της μη ειδικής αρνήσεώς της, συνομολογεί η εναγομένη, ενώ ουδέποτε μέχρι σήμερα η εναγομένη προέβη σε δήλωση εξωδίκου μονομερούς συμψηφισμού της ανταπαίτησής της έναντι της απαίτησης από την ασφαλιστική σύμβαση του ....
Η επί σειρά ετών αδράνεια της εναγομένης να επιδιώξει την απόσβεση της οφειλής της προς τον Ν. Κ. με την άσκηση του δικαιώματος συμψηφισμού της ανταπαίτησής της, σε συνδυασμό με τη δηλωθείσα πρόθεσή της να καταβάλει την οφειλή της προς το σύνδικο της πτώχευσης, ώστε στη συνέχεια το ποσό να αποδοθεί στον πλαγιαστικώς ενάγοντα (βλ.
σχ. την από 20-9-2011 εξώδικη δήλωση της εναγομένης) ευλόγως δημιούργησαν την πεποίθηση στον πλαγιαστικώς ενάγοντα ότι η εναγομένη δεν θα ασκήσει το δικαίωμα συμψηφισμού της ανταπαίτησής της. Η μεταγενέστερη δε άσκηση του εν λόγω δικαιώματος της εναγομένης, τείνει σε ανατροπή της ευλόγου πεποιθήσεως του ενάγοντος ότι θα καταψηφισθεί η προ οκταετίας αναγνωρισθείσα απαίτηση από την ασφαλιστική σύμβαση, ώστε εν τέλει να ικανοποιηθεί η ισόποση εκ της σε βάρος του τελεσθείσας αδικοπραξίας απαίτησή του, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, ενώ η ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης θα προκαλέσει όχι μόνον δυσμενείς, αλλά δυσβάσταχτες συνέπειες στον πλαγιαστικώς ενάγοντα, που αναμένει την, μετά την καταψήφιση της αναγνωρισθείσας απαίτησης από την ασφαλιστική σύμβαση, καταβολή σ' αυτόν του επιδικασθέντος ποσού αποζημίωσης, εξαιτίας της σε βάρος του τελεσθείσας αδικοπραξίας, συνεπεία της οποίας, τραυματισθείς βαρύτατα, τέθηκε σε δικαστική συμπαράσταση και κατέστη καθ' ολοκληρίαν ανάπηρος εφόρου ζωής.
Λαμβάνοντας δε υπόψη τα αντιτιθέμενα συμφέροντα των μερών, κατά στάθμισή τους, πρέπει για λόγους κοινωνικής ευρυθμίας, να προκριθούν ως προστατευτέα τα συμφέροντα του ενάγοντος και ως εκ τούτων κρίνεται για όλους τους παραπάνω λόγους ότι η άσκηση του δικαιώματος συμψηφισμού εκ μέρους της εναγομένης εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως που πρότεινε ο ενάγων-εφεσίβλητος, αμυνόμενος κατά της έφεσης, απορριπτομένου όθεν του σχετικού λόγου της έφεσης, με τον οποίο προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από την εναγομένη- εκκαλούσα η ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησής της".
Στη συνέχεια το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Εφετείο ….. αφού είχε εξαφανίσει την ως άνω υπ' αριθμ. 19/2015 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συνεπεία αποδοχής της έφεσης της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, κράτησε την από 18-7-2013 αγωγή του ενάγοντος και την έκανε δεκτή κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την πρώτη να του καταβάλει το ποσό των 206.480 ευρώ.
Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή ορθώς υπήγαγε τα επικαλούμενα από τον πλαγιαστικώς ενάγοντα πραγματικά περιστατικά στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας την προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησης της εναγομένης από αδικοπραξία προς απόσβεση της εναντίον της επίδικης απαίτησής του ως καταχρηστικώς ασκηθείσα, και έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνος ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκε, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο και δεύτερο και λόγο του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης. Η νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, καθοριζόμενη κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο.
Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, με συνέπεια η από το επιλαμβανόμενο αγωγής δικαστήριο εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου να δημιουργεί το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 326/2009, ΑΠ 112/2008) και όχι από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1259/2018).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τη πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 658/2006).
Εξάλλου ναι μεν η συνδρομή της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 351/2019, 88/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρόσθετο από 5-9-2022 λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλείται την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ισχυρίζεται ότι αυτή είχε ασφαλίσει με σύμβαση ασφάλισης μόνον την εταιρεία με την επωνυμία "..." και όχι τον Ν. Κ. και επομένως ο πλαγιαστικώς ενάγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς να στραφεί εναντίον της ως μη δικαιούχος διάδικος ασκώντας τα δικαιώματα που απορρέουν από την ως άνω ασφαλιστική σύμβαση ως προς αυτόν.
Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από το ότι είναι απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, καθότι δεν προβλήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, όπως αποδεικνύεται από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των κατατεθεισών προτάσεων, είναι και αβάσιμος, διότι η ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος ως φορέα της πλαγιαστικώς ασκηθείσας απ' αυτόν αξίωσης από την προαναφερθείσα ασφαλιστική σύμβαση που είχε συνάψει η εναγομένη έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με βάση την προαναφερθείσα αμετάκλητη υπ' αριθμ. 36/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …...
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τον από 5-9-2022 πρόσθετο λόγο αυτής κατά της υπ' αριθμ. 157/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ