Supreme Court allows appeal against civil judgment for failure to distinguish civil wrongs from criminal acquittals.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision, finding a procedural error in how civil liabilities were assessed. The appellant argued that the lower court failed to properly distinguish between civil wrongs and criminal acquittals, treating them as identical without specific reasoning. The Court agreed, ruling that the lower court must explicitly differentiate these legal concepts when assessing civil damages based on criminal findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 535, 536 § 2, 559 no. 11γ of the Code of Civil Procedure; The Second Instance Court must specifically distinguish civil wrongs from criminal acquittals when assessing civil liability, rather than treating them as identical without explicit reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 204 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 204 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Ξ. του Γ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Λυμπέρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Β. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10/7/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 28/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2023 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/1/2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 145/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 31-5-2021 έφεση της ενάγοντος και νυν αναιρεσίβλητου, κατά της υπ' αριθ. 65/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, την οποία εξαφάνισε και αφού κράτησε και δίκασε την από 28-12-2015 αγωγή του ενάγοντος και νυν αναιρεσίβλητου, έκανε εν μέρει δεκτή αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς τον εναγόμενο και νυν αναιρεσείοντα και υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 § 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι μετά την παραδοχή κάποιου λόγου έφεσης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την ουσία καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει προς οριστική διάγνωση της διαφοράς όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή, η δε έρευνα αιτημάτων που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οίκοθεν, εξαιτίας της επερχόμενης από το νόμο υποκατάστασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στη θέση του πρωτοβαθμίου.
Επομένως για την εξέταση αυτή δεν απαιτείται έφεση ή αντέφεση ή υποβολή ειδικού αιτήματος εκ μέρους του ενάγοντος (ΑΠ 1173/2006). Έπεται συνεπώς, ότι το αίτημα για εξαφάνιση της εκκαλουμένης δεν εμπίπτει στο πρωταρχικό αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, αφού η έφεση δεν επιτελεί λειτουργία ελεγκτική της απόφασης.
Γι' αυτό, η κατά το άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης θεσμοθετείται ως αυτεπάγγελτη υποχρέωση του δικαστηρίου, όταν κρίνει έστω και έναν λόγο της έφεσης βάσιμο και δεν έχει την έννοια ότι το εφετείο εξαφανίζει την προσβληθείσα απόφαση μόνο κατόπιν αίτησης του εκκαλούντος. Ούτε ακόμα το εφετείο υποχρεούται να απαγγείλει ρητώς την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά αρκεί να καταστήσει σαφές στους ενδιαφερομένους ότι η απόφασή του εισέρχεται στην θέση της πρωτοβάθμιας, η οποία, εκ μόνου του λόγου τούτου, παύει να υπάρχει (ΑΠ 1898/2022, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 137/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή για περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε (ΑΠ 473/2024, ΑΠ 784/2021, ΑΠ 118/2021, ΑΠ 635/2017, ΑΠ 734/2009).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "Το δικαστήριο ενεργεί ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά".
Κατά λογική ακολουθία των ανωτέρω, στην πολιτική δίκη η δικαστική προστασία παρέχεται στην έκταση που ζητείται (ΑΠ 473/2024, ΑΠ 1898/2022, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 784/2021, ΑΠ 727/2017). Έννομο συμφέρον να προτείνει το λόγο αυτόν (από τον αριθμό 9 εδάφια α' και β', όχι όμως και του εδαφίου γ') έχει ο αντίδικος του διαδίκου, που είχε υποβάλει το συναφές αίτημα, αφού ο διάδικος αυτός βλάπτεται από το σχετικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 784/2021) Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, όπως αυτός εκτιμάται προσηκόντως, εκθέτει ο αναιρεσείων ότι η ως άνω υπ' αριθμ. 145/2023 (δευτεροβάθμια) προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας προέβη στην εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 65/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό προς τούτο αίτημα και προσάπτει σ' αυτήν την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάσθηκε κάτι που δεν ζητήθηκε, υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, με την υπ' αριθ. 65/2019 απόφασή του, απέρριψε την από 28-12-2015 αγωγή του ενάγοντος και νυν αναιρεσίβλητου ως μη νόμιμη, στη συνέχεια δε το Εφετείο, με την ως άνω προσβαλλομένη απόφασή του (145/2023), δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την προαναφερθείσα ασκηθείσα έφεση του ενάγοντος (και νυν αναιρεσίβλητου), δεχόμενο ότι η αγωγή είναι νόμιμη και κατά συνέπεια, μπορούσε να προβεί, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, στην εξαφάνιση της οριστικής υπ' αριθμ. 65/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και στην εκδίκαση κατ' ουσίαν της από 28-12-2015 αγωγής του ενάγοντος και νυν αναιρεσίβλητου, ως προς όλα τα αιτήματά της ακόμη και χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό προς τούτο αίτημα και συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, ενώ ο ίδιος λόγος είναι ακόμη και αβάσιμος, γιατί με την προαναφερθείσα από 31-5-2021 έφεση του ενάγοντος προκύπτει ότι είχε ζητηθεί η εξαφάνιση της υπ' αριθ. 65/2019 πρωτοβάθμιας απόφασης, με σκοπό να γίνει δεκτή η από 28-12-2015 αγωγή στο σύνολό της.
ΙΙΙ. Α. Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, που καθιερώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 2 ΑΚ και 24 ΕισΝΑΚ, οι ενοχές από οποιονδήποτε λόγο, των οποίων τα παραγωγικά γεγονότα συντελέσθηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος κάποιου νόμου, ήταν δηλαδή κεκτημένο δικαίωμα, διέπονται από το νόμο αυτό, έστω και αν τούτος αργότερα καταργήθηκε ή τροποποιήθηκε (ΑΠ 797/2025, ΑΠ 856/2025, ΑΠ 308/2019, ΑΠ 223/2002).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 533 § 2 του ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος, με ρητή διάταξη, καταλαμβάνει και τις σχέσεις, που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 856/2025, ΑΠ 234/2024, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 306/2017).
Ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται με βάση το νόμο, που όφειλε να εφαρμόσει το ουσιαστικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Κατ' εξαίρεση ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου, αν ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων ή στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ κλπ. (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 856/2025, ΑΠ 1408/2024, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 433/2023, ΑΠ 1040/2023, ΑΠ 2096/2022, ΑΠ 1758/2022).
Β. Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον....Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις καταστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας, και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια (ΑΠ 797/2025, ΑΠ 856/2025, ΑΠ 86/2025, ΑΠ 615/2024, ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος.
Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση της προσωπικότητας, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ) και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ).
Ενώπιον "τρίτου" τελούνται οι ανωτέρω πράξεις ακόμη και όταν ο ισχυρισμός ή η διάδοση για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου. Επίσης, στην έννοια του "τρίτου", κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π. , αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται.
Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής ή της συκοφαντικής δυσφήμησης, όταν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου, που περιήλθε στο δικαστή, στον εισαγγελέα και στο γραμματέα του δικαστηρίου και, εν γένει, σε πρόσωπα θεσμικά αρμόδια, ήτοι ειδικά, συνταγματικά και δικονομικά εξουσιοδοτημένα, να εξετάζουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου τους, με την αιτιολογία ότι τα πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του "τρίτου", δεν δικαιολογείται ούτε από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 362-363 ΠΚ, αφού, κατά το γλωσσικό νόημα της λέξης, "τρίτος" είναι οποιοσδήποτε, που δεν μετέχει στη σχέση που υπάρχει μεταξύ δύο προσώπων, οπότε ο όρος αυτός καλύπτει αδιαστίκτως κάθε φυσικό πρόσωπο, που δεν είναι ο δράστης ή ο παθών του εγκλήματος και, συνεπώς, καταλαμβάνει αναμφισβήτητα και τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαστικά πρόσωπα, αλλά ούτε από την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι η προστασία του εννόμου αγαθού της τιμής και υπόληψης του προσώπου, μέλους μιας οργανωμένης κοινωνίας, από την εξωτερίκευση εκδηλώσεων αμφισβήτησης αυτού, που περιέρχονται στην αντίληψη άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να σχηματίσει αρνητική αντίληψη για την προσωπικότητα εκείνου, που αφορά το δυσφημιστικό γεγονός.
Μόνο το γεγονός ότι τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας και εκφέρουν την κρίση τους εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, αποκλειστικά, προς διευθέτηση της έννομης σχέσης που αφορά στα διάδικα μέρη, χωρίς να την ανακοινώνουν σε άλλους, δεν δικαιολογεί τη συσταλτική ερμηνεία του όρου "τρίτος", αφού και ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει ως άνθρωπος να γίνεται κοινωνός μιας δυσμενούς παράστασης για το πρόσωπο που αφορούν οι ισχυρισμοί, χωρίς μάλιστα να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών είτε για λόγους τυπικούς (όπως π.χ.
σε περίπτωση παραγραφής, εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης κλπ), είτε διότι περιορίζεται δικονομικά από το αντικείμενο της έρευνάς του, όπως συμβαίνει, όταν στο απευθυνόμενο σε αυτόν δικόγραφο περιλαμβάνονται, πέραν του ερευνώμενου αντικειμένου, και άσχετοι προς αυτό, δυσφημιστικοί για τον αντίδικο, ισχυρισμοί, οπότε ο θεσμικός ρόλος των δικαστικών προσώπων δεν αποτρέπει ουσιαστικά τον κίνδυνο διασυρμού του φορέα του προστατευόμενου εννόμου αγαθού.
Δεν αποκλείεται δε ο δράστης, ο δόλος του οποίου δεν χρειάζεται να οριοθετεί και να προσδιορίζει επακριβώς τους τρίτους, ενώπιον των οποίων επιδιώκει να συκοφαντήσει ή να δυσφημήσει κάποιον, να αποβλέπει στην πραγματικότητα στο διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών και με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη (ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 615/2024, ΑΠ 68/2024, ΑΠ 512/2023, ΑΠ 485/2022).
Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του.
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε την στοιχειοθέτηση της αντικειμενική υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. (ΑΠ 68/2024, ΑΠ 512/2023, ΑΠ 1667/2022).
Περαιτέρω, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 68/2024, ΑΠ 484/2023, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019).
Για το ορισμένο της αγωγής από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμός της με την προσβολή, καθώς και ότι ο προσβάλλων τελούσε σε υπαιτιότητα. Ειδικότερος προσδιορισμός στοιχείων, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές τους σχέσεις, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης του υπαιτίου κλπ, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες) και συνεπώς δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί αυτών διατάσσεται απόδειξη, αλλά τα δικαστήρια αποφαίνονται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 86/2025, ΑΠ 615/2024, ΑΠ 1492/2022, ΑΠ 829/2021, ΑΠ 284/2012, ΑΠ 1445/2003).
Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 615/2024, ΑΠ 845/2019).
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου και κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής. Έτσι, ο λόγος αυτός είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή κρίθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να συμβεί το αντίθετο σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 655/2010, ΑΠ 1734/2009).
Ο λόγος αυτός μπορεί να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' αρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, ήτοι αν ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (ΑΠ 1/2022, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 677/2018, ΑΠ 231/2004), ενώ αν δεν έλαβε υπόψη τα στηρίζοντα το δικαίωμα και εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 38/2006).
Έτσι, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 615/2024, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα, που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017).
Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 615/2024, ΑΠ 138/2022).
Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου εισήχθησαν προς συζήτηση: Α) η από 10-7-2015 και με αριθ. εκθ. καταθ. .../2015 αγωγή των 1) Λ. Ξ. του Γ. , ήδη αναιρεσείοντος, 2) Ν.
Ξ. του Γ. και 3) Α. χήρας Γ. Ξ. κατά των 1) Γ. Μ. , ήδη αναιρεσίβλητου, διαχειριστή και συνιδιοκτήτη της επί της οδού ... στην πόλη της Ναυπάκτου πολυκατοικίας και 2) όλων των συνιδιοκτητών της ανωτέρω πολυκατοικίας, ήτοι: α) Β. Π. , β) Α. Κ. , γ) Δ. Κ. , δ) Ε. Κ. , ε) Γ. Τ. , στ) Ε. Χ. , ζ) Π. Π. και η) Ε. Χ. , με την οποία ζητούσαν, μετά από επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος αυτής με τις προτάσεις σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό, αφενός να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, σε έναν έκαστο εξ αυτών το ποσό των 20.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 60.000 ευρώ και αφετέρου να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, σε ένα έκαστο εξ αυτών το ποσό των 10.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 30.000 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την σε βάρος τους αδικοπρακτική συμπεριφορά, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και τέλος να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης, Β) οι πέμπτος και έκτη των ως άνω εναγομένων άσκησαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανταγωγή επί της ανωτέρω αγωγής, με την οποία ιστορούσαν ότι οι ενάγοντες της ως άνω αγωγής και κατά τα διαλαμβανόμενα σε αυτή περιστατικά τους συκοφάντησαν, έπραξαν δε τούτο με σκοπό την προσβολή της τιμής και της υπόληψής τους και ζήτησαν ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν να υποχρεωθούν οι αντεναγόμενοι, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και με την απειλή προσωπικής κράτησης διάρκειας έξι (6) μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης αυτής, να τους καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, σε έκαστο εξ αυτών, το ποσό των 5.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και Γ) η από 28-12-2015 και με αριθ.
εκθ. καταθ. .../2015 αγωγή του Γ. Μ. , ήδη αναιρεσίβλητου κατά των 1) Λ. Ξ. του Γ. , ήδη αναιρεσείοντος, 2) Ν. Ξ. του Γ. και 3) Α. χήρας Γ. Ξ. , με την οποία ζητούσε, μετά από επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος αυτής με τις προτάσεις σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό, αφενός να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, ο μεν πρώτος το ποσό των 30.000 ευρώ, και έκαστος από τους δεύτερο και τρίτη, το ποσό των 15.000 ευρώ και αφετέρου να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, ο μεν πρώτος το ποσό των 19.880 ευρώ και έκαστος από τους δεύτερο και τρίτη το ποσό των 14.960 ευρώ, μετά την αφαίρεση των ποσών τα οποία επιφυλάχθηκε να ζητήσει ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων ως πολιτικώς ενάγων, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπρακτική συμπεριφορά, να απειληθεί σε βάρος των εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας έξι (6) μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.
Ειδικότερα, με την τελευταία ως άνω αγωγή, η οποία ερευνάται αναιρετικά, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων κατά την 3-3-2011 κατέθεσε (δια του Α.Τ. ...) στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου την με όμοια ημεροχρονολογία μήνυσή του κατά αυτού, με την οποία εν γνώσει του καταμήνυσε αυτόν ψευδώς ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης, το περιεχόμενο της οποίας βεβαίωσε και ενόρκως στις 11-8-2011, κληθείς να καταθέσει ενώπιον της Αρ/κα Κ.
Β. του AT ... και στις 30-4-2012, κληθείς να καταθέσει ενώπιον της Πταισματοδίκη Ναυπάκτου. Επιπλέον, ότι ο πρώτος εναγόμενος κατά την 4-10-2012 κατέθεσε (δια του Α.Τ. ...) στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου την με όμοια ημεροχρονολογία μήνυσή του κατά αυτού, με την οποία εν γνώσει του καταμήνυσε αυτόν ψευδώς ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και ότι κατά την 19-9-2014 κατέθεσε (δια του Α.Τ. ...) στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου την με όμοια ημεροχρονολογία μήνυσή του κατά αυτού, με την οποία εν γνώσει του καταμήνυσε αυτόν ψευδώς ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος, την οποία επανέλαβε ενώπιον της Πταισματοδίκη Ναυπάκτου την 9-12-2015.
Ότι άπαντες οι εναγόμενοι κατά την 12-3-2015 κατέθεσαν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου την με όμοια ημεροχρονολογία μήνυσή τους κατά αυτού, με την οποία εν γνώσει τους καταμήνυσαν αυτόν ψευδώς ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης το περιεχόμενο της οποίας βεβαίωσαν και στις 23-6-2015 κληθέντες να καταθέσουν ενώπιον της Πταισματοδίκη Ναυπάκτου.
Ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά την 17-6-2015, κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου την με όμοια ημεροχρονολογία μήνυσή του κατά αυτού, με την οποία εν γνώσει του καταμήνυσε αυτόν ψευδώς ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απάτης επί Δικαστηρίου. Ότι, τέλος, άπαντες οι εναγόμενοι κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου την υπ' αριθμ. ...-2015 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί αυτός σε καταβολή αποζημίωσης λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους.
Ότι με τα ανωτέρω δικόγραφα και τα διαλαμβανόμενα σε αυτά περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση των ως άνω τρίτων προσώπων και τα οποία είναι ψευδή, τον συκοφάντησαν, έπραξαν δε τούτο με σκοπό την προσβολή της τιμής και της υπόληψής του. Ότι εξαιτίας της ανωτέρω υπαίτιας, από δόλο, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50.000 ευρώ από τον πρώτο εναγόμενο και των 30.000 ευρώ από έναν έκαστο των λοιπών.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε, αφαιρουμένων των ποσών των οποίων θα αιτηθεί ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων ως πολιτικώς ενάγων (ήδη παραστάς προς υποστήριξη της κατηγορίας) για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, αφενός ο πρώτος εναγόμενος το ποσό των 49.880 ευρώ και αφετέρου ένας έκαστος των λοιπών το ποσό των 29.960 ευρώ, και με απειλή προσωπικής κράτησης διάρκειας έξι μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης αυτής, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και, τέλος, να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων.
Οι ανωτέρω αγωγές και η ανταγωγή συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 65/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία απορρίφθηκαν αμφότερες οι αγωγές ως μη νόμιμες με την αιτιολογία ότι, όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο της υπό στοιχείο A αγωγής, η επίδοση εξωδίκου διαμαρτυρίας δεν συνιστά διάδοση γεγονότος καθώς ούτε ο δικαστικός επιμελητής, ούτε οι υπηρεσίες που την παρέλαβαν ( Πολεοδομία, ΣΥΠΟΘΑ, Εισαγγελία Πρωτοδικών) συνιστούν "τρίτα" πρόσωπα και μπορούν να διαμορφώσουν άποψη επί των γραφομένων, ενώ όσον αφορά τους λοιπούς εναγόμενους έκρινε την υπό στοιχεία Α αγωγή απαράδεκτη ως αόριστη.
Στη συνέχεια ενόψει της απόρριψης της αγωγής των εναγόντων - αντεναγομένων ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της έκρινε και την ανταγωγή επί αυτής απορριπτέα και με την ίδια ως άνω αιτιολογία και συγκεκριμένα ότι η κατάθεση μήνυσης ή αγωγής δεν συνιστά διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου και δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά συκοφαντική δυσφήμηση, καθόσον δεν θεωρούνται "τρίτοι" ο εισαγγελέας, οι δικαστές, γραμματέας και ο δικαστικός επιμελητής.
Κατά της ως άνω απόφασης, ασκήθηκε από τον αναιρεσίβλητο η από 31-5-2021 έφεση (ενώ ο νυν αναιρεσείων δεν άσκησε έφεση ως προς την απόρριψη της δικής του αγωγής) και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 145/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία αφού έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η 65/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, κρατήθηκε και δικάσθηκε η από 28-12-2015 αγωγή του νυν αναιρεσίβλητου, η οποία, αφού κρίθηκε νόμιμη, με την αιτιολογία ότι στην έννοια του "τρίτου" περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κλπ, απορρίφθηκε αυτή (η αγωγή) ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς τον δεύτερο και τρίτη των εναγομένων και έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης δε ασκήθηκε η υπό κρίση αναίρεση. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την νοηματική εκτίμηση αυτού, την από το άρθρο 559 αρ. 14 πλημμέλεια και όχι την από το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ (ΑΠ 138/2022, ΑΠ 1597/2018), με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και συνεπώς παραδεκτή και απέρριψε έτσι τον πρωτοδίκως και επαναφερθέντα στο Εφετείο ισχυρισμό του ότι η αγωγή είναι αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί αφενός περιορίζεται σε επισύναψη δικογράφων του αναιρεσείοντος και άλλων χωρίς να τα αξιολογεί ο ίδιος ή να τα υπαγάγει αιτιολογημένα στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων, από τα οποία ισχυρίζεται ότι βλάπτεται, αφετέρου προβαίνει σε γενικές και αόριστες αναφορές περί βλάβης της υπόληψής του, χωρίς να προσδιορίζει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το είδος και η έκταση της βλάβης που υπέστη και έτσι απαίτησε λιγότερα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής, από όσα τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 ΑΚ απαιτούν.
Όμως, τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ως άνω περιστατικά δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, αφού τα δικαστήρια αποφαίνονται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο και συνεπώς το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αγωγή είναι ορισμένη (βλ. 6ο φύλλο, σελ. 1 της προσβαλλόμενης απόφασης), παρότι δεν αναφέρει τα στοιχεία αυτά, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας ως προς το αίτημα καταβολής εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού η αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του εν λόγω αιτήματος.
Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Ε. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διαλαμβάνοντας ότι το Εφετείο, κρίνοντας την από 28-12-2015 αγωγή του νυν αναιρεσίβλητου νόμιμη, εσφαλμένα υπήγαγε τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 57, 59 ΑΚ, 362 και 363 του ΠΚ.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ούτε της απλής δυσφήμησης, ώστε να στοιχειοθετηθεί και το αντίστοιχο αστικό αδίκημα, διότι τα πρόσωπα τα οποία έλαβαν γνώση των μηνύσεων του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου εξαιρούνται από την έννοια του "τρίτου" και η σε αυτά διάδοση δεν είναι πρόσφορη να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα και με την ερμηνεία που πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο τροποποίησης του Ν. 4619/2019 και με το προς ψήφιση σχέδιο νόμου παρεμβάσεων στον Ποινικό Κώδικα, με το οποίο προβλέπεται η τροποποίηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, του άρθρου 363 του ΠΚ, στο οποίο θα ορίζεται ότι στην έννοια του "τρίτου" δεν θα περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης, χωρίς να συνδέονται προσωπικά με τα μέρη".
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, με βάση τα εκτιθέμενα στην ερευνώμενη αγωγή, εφόσον οι υπαίτιες και παράνομες πράξεις του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, με τις οποίες, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ως προς τις εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψής του, φέρεται ότι τελέσθηκαν κατά τα έτη 2011, 2012, 2014 και 2015, ήτοι σε χρόνους κατά τους οποίους ίσχυαν οι διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Ποινικού Κώδικα, αυτές τυγχάνουν, κατ' αρχάς, εφαρμοστέες για τη διάγνωση της προκειμένης διαφοράς, κατ' άρθρο 533 § 2 του ΚΠολΔ, αφού οι εν λόγω διατάξεις ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης (20-10-2023), η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, μολονότι αργότερα και δη από 1-5-2024, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ A 30/23-2-2024), η μεν διάταξη του άρθρου 362 του ΠΚ καταργήθηκε, η δε διάταξη του άρθρου 363 του ΠΚ αντικαταστάθηκε από τα άρθρα 54 και 138 § 1 του Ν. 5090/2024, ορίζοντας ότι "στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης.", χωρίς όμως οι τελευταίες ως άνω διατάξεις να έχουν αναδρομική δύναμη, ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν, κατ' άρθρο 2 του ΑΚ.
Επομένως, ορθά το Εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 57 και 59 του ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, υπό την προϊσχύσασα μορφή τους, για τις οποίες (διατάξεις) γινόταν δεκτό από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός για το δυσφημιστικό γεγονός μπορούσε να γίνει και με κατάθεση δικογράφου ή με επίδοση εξωδίκου μέσω δικαστικού επιμελητή, οπότε γνώση των ισχυρισμών, που περιέχονταν σε αυτό, ελάμβαναν και οι δικαστές, ο εισαγγελέας, οι υπάλληλοι της γραμματείας, ο δικαστικός επιμελητής και γενικά όλα τα πρόσωπα, τα οποία από καθήκον ελάμβαναν γνώση του περιεχομένου του.
Δηλαδή, στην έννοια του "τρίτου", σύμφωνα με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ, όπως έχει αναφερθεί και στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, περιλαμβανόταν οιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κ.λ.π. , που έλαβαν γνώση με οιονδήποτε τρόπο του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αρκεί το γεγονός να ήταν επιλήψιμο για αυτόν, στον οποίο αποδιδόταν (βλ.
ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 174/2023, ΑΠ 1489/2022). Επομένως, ορθά το Εφετείο έκρινε νόμιμη την από 28-12-2015 αγωγή, αφού η νέα διάταξη του άρθρου 363 του ΠΚ δεν έχει αναδρομική ισχύ και συνεπώς ισχύει από τη δημοσίευση του Ν. 5090/2024 και συγκεκριμένα κατά την ρητή διατύπωση του άρθρου 138 § 1 του νόμου αυτού, από την από την 1η.5.2024. Ήτοι η ενέργειά της δεν ανατρέχει στο χρόνο έναρξης ισχύος των εφαρμοστέων διατάξεων και συνεπώς δεν καταλαμβάνει και την ένδικη υπόθεση.
Συνεπώς, η σχετική αγωγική αξίωση, κατά τα ως άνω, τα παραγωγικά γεγονότα της οποίας συντελέσθηκαν κατά τη διάρκεια προϊσχύοντος δικαίου, ήταν δηλαδή κεκτημένο δικαίωμα πριν την τροποποίηση του ως άνω άρθρου με τον Ν. 5090/24, που ενόψει του ότι άρχισε να ισχύει από 1.5.2024 και δεν έχει αναδρομική ισχύ, δεν καταλαμβάνει χρονικά την επίδικη σχέση και ως εκ τούτου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το νόμο που ίσχυε τόσον κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσον και κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, εφόσον εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δηλαδή το νόμο που καταλάμβανε την έννομη σχέση ή το δικαίωμα που αποτελούσε αντικείμενο της δίκης και συνεπώς με βάση το άρθρο 2 ΑΚ και 24 ΕισΝΑΚ ήταν εφαρμοστέος και όχι τον ισχύοντα νεότερο νόμο που κατάργησε και τροποποίησε τις διατάξεις των άρθρων 362, 363 ΠΚ, που όμως δεν έχει αναδρομική δύναμη. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης: "Από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που προσκομίσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ιδίως την κατάθεση της μάρτυρος Α. Γ. και της ανωμοτί εξέτασης των διαδίκων Ν.
Ξ. και Γ. Μ. που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα..., για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω, χωρίς, όμως, να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς...και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 του ΚΠολΔ...), από τα έγγραφα της ποινικής διαδικασίας και τις ποινικές αποφάσεις, που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια..., καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων καθώς και οι εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών της ευρισκόμενης στην περιοχή Γρίμποβο Ναυπάκτου και επί της οδού ... αριθμός ... , πολυκατοικίας. Ο ενάγων υπήρξε επίσης διαχειριστής της ανωτέρω πολυκατοικίας από τον μήνα Αύγουστο του έτους 2010 έως και τις 18 Αυγούστου του έτους 2014.
Μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου κυρίως, υπάρχει χρόνια αντιδικία που αφορά ζητήματα διαχειρίσεως της ανωτέρω πολυκατοικίας. Στο πλαίσιο της αντιδικίας αυτής, ο πρώτος εναγόμενος προέβη στις κάτωθι ενέργειες και συγκεκριμένα: Α) άσκησε κατά του ενάγοντος την από 3-3-2011 έγκληση -μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον της Αρχ/κα του Α.Τ. ... , Β.
Κ. , και του Ανθ. Κ. Τ. ως Β' ανακριτικού υπαλλήλου της ίδιας υπηρεσίας στις 11-8-2011 καθώς και με την από 30-4-2012 ένορκη εξέτασή του ως μηνυτή ενώπιον της Πταισματοδίκη Ναυπάκτου, σύμφωνα με την οποία ισχυριζόταν ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Οκτώβριο 2011 έως τον μήνα Νοέμβριο 2011, στα πλαίσια των καθηκόντων του ως διαχειριστή της ανωτέρω αναφερομένης πολυκατοικίας για την δαπάνη αποκατάστασης της βλάβης του καλοριφέρ και την αντικατάσταση πυροσβεστήρα εισέπραξε από τους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας αυτής (μεταξύ των οποίων ήταν και ο πρώτος εναγόμενος) το χρηματικό ποσό των 373,96 ευρώ επιπλέον της συμφωνηθείσας με τον εργολάβο δαπάνης συνολικού ποσού 3.560 ευρώ, το οποίο επιπλέον ποσό δεν το απέδωσε στους συνιδιοκτήτες αλλά το παρακράτησε για να το ιδιοποιηθεί παράνομα και να το ενσωματώσει στην περιουσία του.
Συνεπεία της ανωτέρω εγκλήσεως του πρώτου εναγομένου ασκήθηκε σε βάρος του ενάγοντος ποινική δίωξη για το αδίκημα της υπεξαιρέσεως. Αποδείχθηκαν ωστόσο σε σχέση με την ως άνω αποδιδόμενη κατηγορία στον ενάγοντα τα κάτωθι: Στο πλαίσιο των καθηκόντων του ως διαχειριστής, ο ενάγων συμβλήθηκε με τον Σ. Α. , ο οποίος διατηρεί με τη σύζυγό του Α.
Γ. επιχείρηση - έκδοσης κοινοχρήστων - καθαρισμό κτιρίων, δυνάμει των από 18-8-2010 και από 19-8-2010 δύο (2) ιδιωτικών συμφωνητικών με τα οποία ο τελευταίος ορίστηκε βοηθός διαχειριστή και ανατέθηκε σε αυτόν η καθαριότητα της πολυκατοικίας και η παροχή υπηρεσιών διαχείρισης για χρονικό διάστημα από 19-8-2010 έως 31-7-2011.
Παράλληλα, ο ενάγων ως διαχειριστής, ανέλαβε την επισκευή του καλοριφέρ της πολυκατοικίας που λόγω βλάβης δεν λειτούργησε τον προηγούμενο χειμώνα και για τον σκοπό αυτό συμβλήθηκε με τον μηχανολόγο μηχανικό Α. Ν. και του ανέθεσε να επισκευάσει το καλοριφέρ, αντί του συμφωνηθέντος ποσού των 3.500 ευρώ, πλέον αγοράς πυροσβεστήρα ποσού 60 ευρώ, , ήτοι συνολικά έναντι ποσού 3.560 ευρώ, το οποίο θα εισπράττονταν μέσω των κοινόχρηστων δαπανών σε τρεις (3) δόσεις των 1.000 ευρώ, τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2010.
Λόγω δε της απουσίας του ενάγοντος από την πόλη της Ναυπάκτου, ανέθεσε αυτός στον ανωτέρω Σ. Α. την είσπραξη των κοινοχρήστων τα οποία περιελάμβαναν την ανωτέρω δαπάνη επισκευής του καλοριφέρ. Μετά την ολοκλήρωση της επισκευής του συστήματος θέρμανσης της πολυκατοικίας τον Νοέμβριο του 2010, ο πρώτος εναγόμενος, Λ.
Ξ. και ο αδελφός του, δεύτερος εναγόμενος, Ν. Ξ. , επισκέφθηκαν τον προαναφερόμενο μηχανολόγο και πλήρωσαν απευθείας σε αυτόν το ποσό των 1.185 ευρώ, που αναλογούσε στη συμμετοχή τους ως συνιδιοκτητών στην δαπάνη επισκευής του καλοριφέρ. Όταν δε, ο ενάγων επέστρεψε στην πόλη της Ναυπάκτου, συναντήθηκε σε εξωτερικό χώρο, εκτός γραφείου, με τον προαναφερόμενο ορισθέντα βοηθό του , Σ.
Α. και αυτός του κατέβαλε το ποσό των 949,03 ευρώ, για το οποίο ο ενάγων συνέταξε πρόχειρο σημείωμα στο οποίο ανέγραφε "έλαβα για καλοριφέρ από Σ. 949,03 ευρώ", αναγράφοντας ως ημερομηνία καταβολής την 25η-10-2010. Στη συνέχεια, ο ενάγων εισέπραξε από τον ανωτέρω Σ. Α. στις 13-11-2010, ποσό 250 ευρώ, για το οποίο ο τελευταίος εξέδωσε μια ενιαία απόδειξη πληρωμής με τα διακριτικά γνωρίσματα της επιχείρησής του "Α.
Σ. - Έκδοση κοινοχρήστων - Διαχείριση πολυκατοικιών - Καθαρισμοί κτιρίων" , στην οποία αναγράφεται ότι πλήρωσε στον ενάγοντα το ποσό των 1.199,93 ευρώ και στο οποίο περιλαμβάνονταν, όπως πλέον δεν αμφισβητείται, και το αρχικώς καταβληθέν ποσό των 949,03 ευρώ. Τέλος, στις 31-12-2010 ο Σ. Α. κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 600 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε η με την ίδια ημερομηνία απόδειξη πληρωμής στην οποία αναγράφεται ως αιτιολογία πληρωμής "έναντι επισκευής καλοριφέρ".
Στο μεταξύ, το διαχειριστικό γραφείο του Σ. Α. επικοινώνησε με τον πρώτο εναγόμενο, Λ. Ξ. , και του ζήτησε την καταβολή της αναλογίας των 1.185 ευρώ στην δαπάνη επισκευής του καλοριφέρ. Τότε ο πρώτος εναγόμενος, Λ. Ξ. επισκέφθηκε το γραφείο - επιχείρηση του Σ. Α. και τον ενημέρωσε ότι η οικογένειά του είχε καταβάλει απευθείας στον μηχανολόγο Ν.
την αναλογία τους στη δαπάνη επισκευής του καλοριφέρ. Παράλληλα, ο πρώτος εναγόμενος ζήτησε από τον Σ. Α. να τον ενημερώσει σχετικά με την πορεία της εξόφλησης της σχετικής δαπάνης επισκευής του καλοριφέρ. Ο τελευταίος, ενημέρωσε το πρώτο εναγόμενο, επιδεικνύοντας τις ανωτέρω δύο αποδείξεις, ότι ο ενάγων έχει εισπράξει για την επισκευή του καλοριφέρ τα ποσά των 1.199,93 ευρώ και 600 ευρώ και επιπλέον το ποσό των 949,03 ευρώ, μολονότι για το ποσό αυτό ο ενάγων είχε εκδώσει πρόχειρο σημείωμα και περιλαμβανόταν στο ποσό των 1.199,93 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε η από 13-11- 2010 απόδειξη.
Έτσι, συνολικά ισχυρίστηκε ο Σ. Α. στον πρώτο εναγόμενο ότι είχε αποδώσει στον ενάγοντα από την ως άνω αιτία το συνολικό ποσό των 2.748,96 ευρώ (949,03 +1.199,93 + 600). Στο τελευταίο ποσό, ο πρώτος εναγόμενος, αθροίζοντας και το ποσό των 1.185 ευρώ που κατέβαλε ο ίδιος απευθείας στον μηχανολόγο μηχανικό Α. Ν. , διαπίστωσε ότι η συνιδιοκτησία της πολυκατοικίας έχει καταβάλει και επιβαρυνθεί για την επισκευή του καλοριφέρ το συνολικό ποσό των (2.748,96 + 1.185=) 3.933,96 ευρώ, ποσό δηλαδή που υπερέβαινε την πραγματική δαπάνη επισκευής του καλοριφέρ με την αγορά του πυροσβεστήρα κατά 373,96 ευρώ (3.933,96 ευρώ-3.560 ευρώ).
Μετά τη διαπίστωση αυτή και κατόπιν των επανειλημμένων διαβεβαιώσεων του Σ. Α. προς τον πρώτο εναγόμενο περί της αλήθειας των ανωτέρω και της καταβολής των προαναφερομένων ποσών ο τελευταίος υπέβαλε κατά του ενάγοντος την προαναφερομένη από 3-3-2011 έγκλησή του για υπεξαίρεση κατά της διαχείρισης της πολυκατοικίας, που και ο ίδιος ήταν συνιδιοκτήτης, του ανωτέρω ποσού των 373,96 ευρώ, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα.
Για την πράξη αυτή ο ενάγων αθωώθηκε αμετακλήτως με την υπ' αριθ. 488/2013 απόφαση του Μεταβατικού Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπάκτου, με την οποία κρίθηκε ότι το ποσό των 949,03 ευρώ που καταβλήθηκε στις 25-10-2010 δεν αφορούσε ιδιαίτερη επιπλέον καταβολή, αλλά περιλαμβάνονταν στην δεύτερη απόδειξη των 1.199,93 ευρώ.
Επομένως, σύμφωνα με τα προαποδειχθέντα, ο πρώτος εναγόμενος ευλόγως πίστευσε ως αληθή όσα του διαβεβαίωσε περί των καταβολών που υπήρξαν, ο Σ. Α. που είχε αναλάβει την είσπραξη των χρημάτων της διαχείρισης, ενώ με την υποβολή της ανωτέρω μηνύσεως απέβλεπε στην υποστήριξη ατομικού συμφέροντος του, αφού ήταν συνιδιοκτήτης της πολυκατοικίας.
Συνεπώς ελλείπει το στοιχείο του δόλου του πρώτου εναγομένου, καθώς δεν προέκυψε η πρόθεσή του να συκοφαντήσει και να δυσφημίσει τον ενάγοντα , ούτε και σκοπός εξύβρισης αυτού αναφορικά με τα περιστατικά (τα οποία σημειωτέον πίστευε ότι ανταποκρίνονταν στην αλήθεια), που ο τελευταίος ισχυρίστηκε με την ως άνω μήνυσή του και κατά τη βεβαίωση του περιεχομένου της από αυτόν με τις προαναφερόμενες καταθέσεις του.
Τα ανωτέρω, άλλωστε έχουν γίνει αμετακλήτως δεκτά με την υπ' αριθ. 87/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Β) Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος άσκησε κατά του ενάγοντος την από 3-10-2012 μήνυση - καταγγελία ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, η οποία έλαβε αριθμό καταχώρησης A2012/1339, σύμφωνα με την οποία ισχυριζόταν ότι ο ενάγων από τον χρόνο αναλήψεως των καθηκόντων του ως διαχειριστής της ανωτέρω πολυκατοικίας και εντεύθεν, παρουσιάζει απέναντι στον ίδιο (πρώτο εναγόμενο) και την οικογένειά του μία αχαρακτήριστη, προκλητική, προσβλητική και απαράδεκτη συμπεριφορά, στερώντας τους τον λόγο και εμποδίζοντάς τους, παρότι έχουν την ιδιότητα των συνιδιοκτητών, να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους στις Γενικές Συνελεύσεις της πολυκατοικίας, αρνούμενος προκλητικά ο ενάγων να τους δώσει το λόγο και να τοποθετηθούν σχετικά με σοβαρά θέματα της πολυκατοικίας.
Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος ισχυριζόταν ότι ο ενάγων συνέταξε ως διαχειριστής το με αριθμό ...-2011 Πρακτικό της Γ.Σ. των συνιδιοκτητών της ανωτέρω πολυκατοικίας που έλαβε χώρα στις 17-8-2011, με περιεχόμενο εξολοκλήρου ψευδές, συκοφαντικό και προσβλητικό για το πρόσωπο του πρώτου εναγομένου και ότι ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι όσα ανέφερε ο ενάγων στο ανωτέρω πρακτικό σχετικά με όσα ελέχθησαν από τον πρώτο εναγόμενο κατά την παρουσία του στην ανωτέρω Γενική Συνέλευση ήταν ψευδή και ειδικότερα ανέφερε ότι ο τελευταίος (πρώτος εναγόμενος) αναφέρθηκε σε καταχρήσεις και καταχραστές, σε απλήρωτες δαπάνες και άλλα παρόμοια, χρησιμοποιώντας εξυβριστικές εκφράσεις και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς αορίστως, προκαλώντας την δίκαιη αγανάκτηση των υπολοίπων, ότι επανειλημμένως του ζητήθηκε να αποδείξει τα λεγάμενα προσκομίζοντας ό,τι στοιχεία έχει, αλλά αντί απαντήσεως συνέχισε έτι περισσότερον να φωνασκεί λέγοντας "εδώ υπάρχει κατάχρηση, θα ζητήσω διαχειριστικό έλεγχο", ότι στη συνέχεια μονοπωλώντας τον λόγο που αυτοβούλως έλαβε και πριν καν ο διαχειριστής κάνει τη λογοδοσία του για τη λήξασα διαχείριση, καταφέρθηκε προσωπικά εναντίον του συνιδιοκτήτη Β.
Π. , τον οποίο κατηγόρησε για υπερτίμηση δαπάνης προηγούμενου έτους, προκαλώντας την δίκαιη αγανάκτησή του και ότι συνεχίζοντας με την ίδια και μεγαλύτερη ένταση την εκστόμιση κατηγοριών, εξυβριστικών εκφράσεων και απαξιωτικών χαρακτηρισμών αορίστως και αφού παρήλθε πλέον των 3/4 της ώρας και υπήρχε κίνδυνος ακόμα και σύρραξης, κρίθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η έναρξη, συνέχιση και λήξη της συζήτησης που εκ των πραγμάτων λύθηκε βιαίως και παρανόμως λόγω της αχαρακτήριστης συμπεριφοράς του περί ου ο λόγος συνιδιοκτήτη, γεγονός που όπως διαφαίνεται επιδίωκε, τα οποία ως άνω γεγονότα ουδέποτε συνέβησαν ή λέχθηκαν από αυτόν (πρώτο εναγόμενο).
Γ) Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος άσκησε κατά του ενάγοντος, ως διαχειριστή και συνιδιοκτήτη της ανωτέρω πολυκατοικίας (καθώς και εναντίον 8 συνιδιοκτητών της ίδιας πολυκατοικίας και 4 υπαλλήλων του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου Ναυπακτίας και εναντίον παντός άλλου υπευθύνου) την από 19-9-2014 μηνυτήρια αναφορά -καταγγελία ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, η οποία έλαβε αριθμό καταχώρησης ... , το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε και συμπλήρωσε με την από 9-2-2015 συμπληρωματική ένορκη κατάθεσή του, ενώπιον της Πταισματοδίκη Ναυπάκτου, σύμφωνα με την οποία, ομοίως με την ανωτέρω υπό στοιχείο Β μήνυσή του, ισχυριζόταν ότι ο ενάγων από τον χρόνο αναλήψεως των καθηκόντων του ως διαχειριστής της ανωτέρω πολυκατοικίας και εντεύθεν, παρουσιάζει απέναντι στον ίδιο (πρώτο εναγόμενο) και την οικογένειά του μία αχαρακτήριστη, προκλητική, προσβλητική και απαράδεκτη συμπεριφορά, στερώντας τους τον λόγο και εμποδίζοντάς τους, παρότι έχουν την ιδιότητα των συνιδιοκτητών, να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους στις Γενικές Συνελεύσεις της πολυκατοικίας, αρνούμενος προκλητικά ο ενάγων να τους δώσει το λόγο και να τοποθετηθούν σχετικά με σοβαρά θέματα της πολυκατοικίας.
Επίσης, ισχυριζόταν ότι ο ενάγων από τον Αύγουστο του έτους 2010 έως και τον Αύγουστο του έτους 2014, διενήργησε διαχειριστικές πράξεις, που χαρακτηρίζονταν από παραλείψεις, οικονομικές και κατασκευαστικές ατασθαλίες επί θεμάτων διαχείρισης της πολυκατοικίας, στις οποίες τον συνέδραμαν οι υπόλοιποι μηνυόμενοι με αυτόν, συνιδιοκτήτες, προσυπογράφοντας τα αντίστοιχα πρακτικά των Γ.Σ.
τα οποία ουδέποτε συνέτασσε κατά τη διάρκεια αυτών, αλλά εκ των υστέρων, διαμορφωμένα κατά το δοκούν, παρουσιάζοντες πολλές φορές αλλοιωμένες τις πραγματικές καταστάσεις, τα γεγονότα και τα πραγματικά περιστατικά, πάντα προς όφελος του ενάγοντος και συνήθως εις βάρος του πρώτου εναγομένου. Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος επαναλαμβάνει στην ως άνω μήνυσή του ότι ο ενάγων συνέταξε ως διαχειριστής το με αριθμό ...-2011 Πρακτικό της Γ.Σ.
των συνιδιοκτητών της ανωτέρω πολυκατοικίας που έλαβε χώρα στις 17-8-2011, με περιεχόμενο εξολοκλήρου ψευδές, συκοφαντικό και προσβλητικό για το πρόσωπο του πρώτου εναγομένου και ότι ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι όσα ανέφερε ο ενάγων στο ανωτέρω πρακτικό σχετικά με όσα ελέχθησαν από τον πρώτο εναγόμενο (όπως ειδικότερα περιγράφονται οι ισχυρισμοί ανωτέρω), κατά την παρουσία του στην ανωτέρω Γενική Συνέλευση ήταν ψευδή.
Ακόμα, ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε στην ως άνω μήνυσή του, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την από 9-2-2015 συμπληρωματική εξέτασή του, ότι ο ενάγων ως διαχειριστής της πολυκατοικίας, κάνοντας χρήση του με αριθμό ...-2013 πρακτικού της Γ.Σ. , προέβη σε εργασίες επισκευής και διαμόρφωσης του χώρου έμπροσθεν της εισόδου της πολυκατοικίας, χωρίς την απαραίτητη οικοδομική άδεια, ότι ο ενάγων υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής σε Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας άσκησε έντονη παρέμβαση, υπέρ συνιδιοκτήτη της πολυκατοικίας για τον οποία εισηγήθηκε να μην συμμετέχει στην δαπάνη υγρομόνωσης της ταράτσας της πολυκατοικίας, διότι ο τελευταίος είχε ήδη προβεί σε υγρομόνωση του τμήματος της ταράτσας πάνω από το διαμέρισμά του χωρίς την έγκριση της Γ.Σ. , ότι για την κατασκευή του έργου της εισόδου της πολυκατοικίας δεν έγινε καμία προσφορά ή ενημέρωση από τον ενάγοντα και ότι ο ενάγων χρέωσε με υπερβολική δαπάνη την πολυκατοικία κατά τις εργασίες πλακόστρωσης της κεντρικής εισόδου, ότι χρέωσε επίσης 100 ευρώ τους συνιδιοκτήτες με την αιτιολογία ρεύμα - καύσιμα που καταναλώθηκε για τις ανωτέρω εργασίες πλακόστρωσης, ότι με τις ενέργειές του αυτές ο ενάγων δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της πολυκατοικίας αλλά τις ανάγκες των εργατών, ότι εκμεταλλεύθηκε την συγγένειά του με το πρώην Δήμαρχο Ναυπάκτου και εξ αυτού του λόγου έτυχε ευνοϊκής μεταχείρισης από τους υπαλλήλους της Πολεοδομίας Ναυπακτίας, οι οποίοι καθυστερούσαν αδικαιολόγητα στην διεκπεραίωση των υποβληθέντων εκ μέρους του (πρώτου εναγομένου) ερωτημάτων και ότι μόνο κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας μπόρεσε να έχει απαντήσεις στα ερωτήματά του, καθώς και ότι τελικά διενεργήθηκε αυτοψία των εργασιών, η οποία ήταν εσφαλμένη.
Δ) Περαιτέρω, και οι τρεις εναγόμενοι υπέβαλαν ενώπιον της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Μεσολογγίου την από 12-3-2015 μήνυσή τους, η οποία έλαβε αριθμό καταχώρισης ... , το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσαν άπαντες οι εναγόμενοι με τις από 23-6-2015 ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον της Πταισματοδίκη Ναυπάκτου, με την οποία ισχυρίζονταν ότι ο ενάγων συνέταξε την από 12-11-2014 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση και πρόσκληση, την οποία απηύθυνε προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Ναυπακτίας, στην οποία ο ενάγων τους εμφανίζει ως άτομα που διαμαρτύρονται συνεχώς, κωλυσιεργούν, απειλούν ότι δεν θα πληρώσουν κοινόχρηστα, καταφεύγουν σε ανυπόστατες μηνύσεις - καταγγελίες κ.λ.π. , μόνο και μόνο για αντιπερισπασμό και εκφοβισμό όλων, με σκοπό να μην γίνονται έργα στην πολυκατοικία προς αποφυγή των υποχρεώσεων που τους βαρύνουν, ότι από τον 10°/2013 μέχρι και την 31η-7-2014 δεν καταβάλουν κοινόχρηστα, ότι στο έργο πλακόστρωσης της κυρίας εισόδου της πολυκατοικίας με τις καταγγελίες τους αύξησαν το κόστος των εργασιών, χωρίς στη συνέχεια να συμμετέχουν στις δαπάνες της κατασκευής αυτής, ότι όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο τον εμφανίζει ως άτομο παράλογο αφού και ο ίδιος το 2005 είχε προβεί στις ίδιες εργασίες επισκευής του εξωτερικού χώρου έμπροσθεν της εισόδου της πολυκατοικίας, χωρίς σχετική πολεοδομική άδεια, ότι είναι άτομο υποδεέστερο και μειωμένης αξίας, τον οποίο η ως άνω πολεοδομική υπηρεσία τον έχει αναγορεύσει σε ισότιμο συνομιλητή κοινοποιώντας του όλα τα έγγραφα που ο ενάγων απευθύνει στην υπηρεσία αυτή και ότι η εν λόγω υπηρεσία σύρεται πίσω από αυτόν ο οποίος "δίκην πυρομανούς ανάβει φωτιές" τις οποίες "τρέχει να σβήσει" ο ενάγων.
Ε) Επιπροσθέτως, ο πρώτος εναγόμενος, άσκησε ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου την από 17-6-2015 μήνυση - καταγγελία του εναντίον του ενάγοντος η οποία έλαβε αριθμό καταχώρισης ... , το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως με την από 19-10-2015 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον της Πταισματοδίκη Ναυπάκτου, με την οποία ισχυριζόταν ότι σε δίκη στην οποία ο ενάγων δικαζόταν ως κατηγορούμενος ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου κατά τη δικάσιμο της 24ης-3-2015 για την πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/83, εμφάνισε ενώπιον του Δικαστηρίου την με αριθμό πρωτ. ...-2014 άδεια εργασιών του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 4067/2012 ΦΕΚA 9-4- 2012, η οποία εκδόθηκε από την Υπηρεσία Δόμησης - Τμήμα έκδοσης αδειών δόμησης του Δήμου Ναυπακτίας και αφορούσε την "Αλλαγή και Επισκευή Δαπέδων και Μικρές Διαμορφώσεις του Εδάφους", η οποία δεν αφορούσε τις κατά την 4η-5-2014 τελεσθείσες εργασίες από αυτόν στα πλαίσια της ιδιότητάς του ως διαχειριστή της πολυκατοικίας, οι οποίες φέρονταν ως αυθαίρετες σύμφωνα με το κατηγορητήριο για τις οποίες δικαζόταν κατά την ανωτέρω δικάσιμο και έτσι παραπλάνησε το Δικαστήριο και κατάφερε να αθωωθεί με την υπ' αριθ. 597/2015 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, ενώ η προαναφερόμενη άδεια δεν αφορούσε τις συγκεκριμένες αυθαίρετες εργασίες.
Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε ότι ο ενάγων είναι συνηθισμένος να μετέρχεται συμπεριφορές παραπλάνησης, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι κατά της ανωτέρω εκθέσεως αυτοψίας αυθαιρέτου άσκησε την με αριθ. πρωτ. ...-2014 προσφυγή ενώπιον του ΣΥ.ΠΟ.ΘΑ. Αιτωλ/νίας, την οποία υπογράφει ως διαχειριστής της πολυκατοικίας, γεγονός το οποίο ήταν ψευδές, αφού παραιτήθηκε από την ανωτέρω ιδιότητα την 27η-8-2014.
ΣΤ) Τέλος, άπαντες οι εναγόμενοι άσκησαν την από 10-7-2015 και με αυξ. αριθ. καταθ. ...-2015 αγωγή τους εναντίον του ενάγοντος και λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού ... αριθ. ... στην Ναύπακτο, στην οποία περιελάμβαναν όλα τα περιστατικά για τα οποία κατά το μέρος που αφορά αυτόν τον καταμήνυσαν με τις ανωτέρω εκτιθέμενες μηνύσεις τους - καταγγελίες - μηνυτήριες αναφορές, το περιεχόμενο της οποίας δεν θα εκτεθεί ειδικότερα, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά σε ένα έκαστο εξ αυτών ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών σε βάρος τους.
Κρίσιμο είναι αν τα αναφερόμενα γεγονότα όπως αυτά εκτίθενται στις προαναφερόμενες μηνύσεις σε βάρος του ενάγοντος, ήταν αναληθή και οι εναγόμενοι καταμήνυαν τον ενάγοντα εν γνώσει της αναλήθειάς τους και με σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου. Κεντρικός δυσφημιστικός ισχυρισμός ιδίως στις υπό στοιχείο Β και Γ (κατά την προαναφερόμενη αρίθμηση) μηνύσεις - καταγγελίες και τα επικαλούμενα σε αυτές έγγραφα (όπως πρακτικά των Γενικών Συνελεύσεων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας που συνέτασσε ο ενάγων ως διαχειριστής και ιδίως το υπ' αριθ. ...- 2011 Πρακτικό της Γ.Σ.
των συνιδιοκτητών της ανωτέρω πολυκατοικίας που έλαβε χώρα στις 17-8-2011) είναι ότι ο ενάγων εμφάνιζε ψευδή πρακτικά γενικών συνελεύσεων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, τα οποία ουδέποτε συνέτασσε κατά τη διάρκεια που ελάμβαναν χώρα οι Γενικές Συνελεύσεις, αλλά ήταν εκ των υστέρων διαμορφωμένα κατά το δοκούν, παρουσιάζοντες πολλές φορές αλλοιωμένες τις πραγματικές καταστάσεις, τα γεγονότα και τα πραγματικά περιστατικά, πάντα προς όφελος του ενάγοντος και συνήθως εις βάρος του πρώτου εναγομένου.
Αποδείχθηκε ωστόσο, ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου περί εμφάνισης από τον ενάγοντα πρακτικών των Γενικών Συνελεύσεων της πολυκατοικίας με ψευδές περιεχόμενο είναι αναληθής. Το συμπέρασμα αυτό, επιρρωνύεται από το γεγονός ότι τα πρακτικά αυτά ουδέποτε προσβλήθηκαν δικαστικά από τον πρώτο εναγόμενο, αλλά και από κανέναν από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας μέχρι σήμερα, ως περιέχοντα ψευδές περιεχόμενο, ως πλαστά ή για κάποιο διαδικαστικό ελάττωμα σχετικά με την απαρτία και την πλειοψηφία για τη λήψη των σε αυτά αναφερομένων αποφάσεων.
Αντίθετα δε, υπογράφονταν από τους παρευρισκόμενους συνιδιοκτήτες, πλην του πρώτου εναγομένου, ο οποίος ενόψει της διαφωνίας του με τις ληφθείσες αποφάσεις από τους πλειοψηφούντες συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, εξέφραζε την διαφορετική άποψή του, αρνούμενος να υπογράψει στα ανωτέρω πρακτικά, γεγονός το οποίο αποτυπώνονταν σε αυτά κατά τη σύνταξή τους από τον ενάγοντα, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με την αρμοδιότητα αυτή λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστής της πολυκατοικίας.
Συγκεκριμένα δε, όσον αφορά το προαναφερόμενο υπ' αριθ. ...-2011 Πρακτικό της Γ.Σ. των συνιδιοκτητών της ανωτέρω πολυκατοικίας που έλαβε χώρα στις 17-8-2011, τα αναφερόμενα σε αυτό περιστατικά, τα οποία κατέγραψε ο ενάγων, όπως ανωτέρω εκτέθηκαν, ήταν αληθή, αφού αποτύπωνε σε αυτό την αληθινή κατάσταση, όπως αυτή υφίστατο κατά τη στιγμή που ελάμβανε χώρα η Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας κατά την ημερομηνία της 17ης-8-2011.
Η κρίση αυτή ενισχύεται από την από 17-12-2012 ένορκη εξέταση ως μάρτυρα του Α. Κ. του Ι. , Δικηγόρου, η οποία δόθηκε στο πλαίσιο της διενεργούμενης προανάκρισης, ενώπιον του Πταισματοδίκη Κωνσταντίνου Κατσιγιάννη του 10ου προανακριτικού γραφείου, ο οποίος είναι συνιδιοκτήτης της επίμαχης πολυκατοικίας, παριστάμενος κατά την προαναφερόμενη Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών.
Ο ανωτέρω μάρτυρας περιέγραψε την ένταση που δημιουργήθηκε στη Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας κατά την ημερομηνία της 17ης-8-2011, όπως αυτή αποτυπώθηκε ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα στο ανωτέρω υπ' αριθ. ...-2011 Πρακτικό της Γ.Σ. , καταθέτοντας συγκεκριμένα ότι, με την έναρξη της γενικής συνέλευσης κατά την ανωτέρω ημερομηνία και πριν ακόμα ο διαχειριστής (ενάγων) θέσει τα θέματα απολογισμού του, ο πρώτος εναγόμενος άρχισε να διαμαρτύρεται έντονα για κάποια οικονομική ατασθαλία που κατά τη γνώμη του υφίστατο και είχε προκληθεί από τον διαχειριστή, ζητώντας να αποδείξει τούτο με την κατάθεση μίας κυρίας την οποία παρουσίασε στην γενική συνέλευση (σημειώνεται ότι επρόκειτο για τη σύζυγο του προηγούμενου διαχειριστή Σ.
Α.), ότι παρότι ο διαχειριστής δέχθηκε να καταθέσει η προαναφερομένη και μετά να αποχωρήσει από τη γενική συνέλευση, ο πρώτος εναγόμενος δεν το δέχθηκε, συνεχίζοντας να διαμαρτύρεται εντόνως, εξαναγκάζοντας εξ αυτού του λόγου τους λοιπούς συνιδιοκτήτες να ζητήσουν την διακοπή της συνεδρίασης της Γ.Σ. , γεγονός που τελικά έπραξε ο διαχειριστής - ενάγων.
Πρέπει, να σημειωθεί δε, προς ενίσχυση της αξιοπιστίας του ανωτέρω μάρτυρος, ότι η σε βάρος του ασκηθείσα έγκληση από τον πρώτο εναγόμενο για το αδίκημα της ψευδορκίας που αφορά την ανωτέρω ένορκη κατάθεσή του, απορρίφθηκε με την από 18-1-2017 Διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό ότι πράγματι δημιουργήθηκε το προπεριγραφέν επεισόδιο μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του ενάγοντος στην επίμαχη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών της ως άνω πολυκατοικίας.
Επομένως, τα όσα ανέφερε ο πρώτος εναγόμενος στην από 3-10-2012 μήνυση - καταγγελία ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου σχετικά με το ψευδές περιεχόμενο του ανωτέρω πρακτικού της Γ.Σ. όσον αφορά τα γεγονότα που περιγράφοντα σε αυτό, είναι αναληθή. Επίσης, αναληθής τυγχάνει και ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου σχετικά με το ότι ο ενάγων από τον χρόνο αναλήψεως των καθηκόντων του ως διαχειριστής της ανωτέρω πολυκατοικίας και εντεύθεν, παρουσιάζει απέναντι στον πρώτο εναγόμενο και την οικογένειά του μία αχαρακτήριστη, προκλητική, προσβλητική και απαράδεκτη συμπεριφορά, στερώντας τους τον λόγο και εμποδίζοντάς τους, παρότι έχουν την ιδιότητα των συνιδιοκτητών, να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους στις Γενικές Συνελεύσεις της πολυκατοικίας, αρνούμενος προκλητικά ο ενάγων να τους δώσει το λόγο και να τοποθετηθούν σχετικά με σοβαρά θέματα της πολυκατοικίας.
Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο που εισφέρθηκε στην παρούσα υπόθεση δεν προέκυψε ότι ο ενάγων ενεργεί με τον προπεριγραφόμενο τρόπο και επιδεικνύει την ανωτέρω συμπεριφορά έναντι του προσώπου του πρώτου εναγομένου και των μελών της οικογένειας του δεύτερου (αδελφού) και τρίτης (μητέρας) των εναγομένων και συνεπώς τα ανωτέρω αναφερόμενα στις εν λόγω υπό στοιχεία Β και Γ μηνύσεις αυτού τυγχάνουν αναληθή.
Επίσης, όσον αφορά τον ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου που περιλαμβάνεται στην υπό στοιχείο Β ως άνω μήνυσή του, με τον οποίο εκθέτει ότι ο ενάγων από τον Αύγουστο του έτους 2010 έως και τον Αύγουστο του έτους 2014, διενήργησε διαχειριστικές πράξεις, που χαρακτηρίζονταν από παραλείψεις, οικονομικές και κατασκευαστικές ατασθαλίες επί θεμάτων διαχείρισης της πολυκατοικίας, αποδεικνύεται αναληθής.
Τούτο διότι, σύμφωνα με το συνταχθέν από τον ενάγοντα υπό την ιδιότητα του διαχειριστή υπ' αριθ. ...-2014 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, που διενεργήθηκε την ανωτέρω ημερομηνία και μεταξύ των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης αυτής που συζητήθηκαν, περιλαμβάνονται η εκλογή νέας διαχείρισης και η λογοδοσία - έγκριση των δαπανών της διαχειριστικής περιόδου από τον Αύγουστο του 2010 που ανέλαβε διαχειριστής ο ενάγων μέχρι την 31- 7-2014 που έληξε η θητεία του, προκύπτει ότι αυτός, ενόψει της εκλογής νέας διαχείρισης προέβη σε λογοδοσία των δαπανών της προαναφερομένης διαχειριστικής περιόδου κατά την οποία εκτελούσε χρέη διαχειριστή επισυνάπτοντας στο προαναφερθέν πρακτικό και σχετικό έγγραφο (ισοζύγιο) στο οποίο αναγράφονται αναλυτικά οι δαπάνες, τα αποθεματικά, οι εργασίες που εκτελέστηκαν στην πολυκατοικία, το κόστος αυτών και τα δικαιολογητικά - αποδείξεις που επιβεβαιώνουν τα χρήματα που δαπανήθηκαν για τις εργασίες αυτές, η ανωτέρω δε, λογοδοσία εγκρίθηκε από τους παρισταμένους και συγκροτούντες τη νόμιμη απαρτία συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, πλην των παρισταμένων σε αυτήν δεύτερου και τρίτης των εναγόμενων και απουσιάζοντος του πρώτου εναγομένου.
Εξάλλου, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε ο ενάγων αμετακλήτως αθωώθηκε για το θέμα της υπεξαιρέσεως του ποσού των 373,96 ευρώ που αφορούσε την επισκευή του καλοριφέρ της πολυκατοικίας. Επίσης, καμία υπερκοστολόγηση δεν προέκυψε ότι έγινε από τον ενάγοντα του έργου κατασκευής - πλακόστρωσης της κεντρικής εισόδου της πολυκατοικίας, ούτε ότι αυτός χρέωσε τους συνιδιοκτήτες με το επιπλέον ποσό των 100 ευρώ, ούτε ότι αυτός προέβη στην κατασκευή του έργου της εισόδου της πολυκατοικίας χωρίς να προηγηθεί καμία προσφορά ή ενημέρωση από τον ενάγοντα των συνιδιοκτητών.
Αντιθέτως, προέκυψε ότι δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2011 πρακτικού της Γ.Σ. των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, αποφασίσθηκε η καθιέρωση είσπραξης αναλογικά μέσω των κοινοχρήστων, ποσού 500 ευρώ μηνιαίως με την ονομασία "αποθεματικό έργων", και αποφασίσθηκε μεταξύ άλλων έργων και η αντικατάσταση των πλακιδίων της κεντρικής εισόδου με πέτρα.
Ακολούθως δε, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. ...-2012 πρακτικό της Γ. Σ. των συνιδιοκτητών της ως άνω πολυκατοικίας ο ενάγων εγχείρησε έγγραφες προσφορές διαφόρων τεχνιτών - κατασκευαστών προς τους συνιδιοκτήτες που αφορούσαν την εκτέλεση των έργων της υγρομόνωσης της ταράτσας - δώματος, την επισκευή των ηλεκτρολογικών και την πλακόστρωση της εισόδου με πέτρα και διακόπηκε η συνεδρίαση προκειμένου να δοθεί ο χρόνος στους συνιδιοκτήτες για τη μελέτη των ανωτέρω προσφορών και τη λήψη εν συνεχεία της σχετικής απόφασης, η οποία πράγματι ελήφθη στην επαναληφθείσα συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης και αφορούσε τις εργασίες της υγρομόνωσης και της ηλεκτρολογικής επισκευής.
Στο ίδιο ως άνω πρακτικό αποφασίσθηκε ομόφωνα, η απαλλαγή του συνιδιοκτήτη Γ. Τ. της δαπάνης υγρομόνωσης της ταράτσας - δώματος που του αναλογεί, λόγω του ότι ο ίδιος παλιότερα μόνωσε εξ ιδίων χρημάτων πλέον του 1/3 του συνόλου της ταράτσας πάνω από το διαμέρισμά του και ως εκ τούτου στο διαμέρισμά του δεν επεμβαίνει η νέα επισκευή υγρομόνωσης.
Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. ...-2013 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών της προαναφερομένης πολυκατοικίας λήφθηκε η απόφαση για την πλακόστρωση της κεντρικής εισόδου της πολυκατοικίας με πέτρα, εντός της τρέχουσας διαχειριστικής περιόδου, δίνοντας ευελιξία στον ενάγοντα -διαχειριστή ως προς την επιλογή του τεχνίτη, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο ανωτέρω πρακτικό.
Όλα δε τα ανωτέρω πρακτικά υπογράφηκαν από τους παρευρισκόμενους συνιδιοκτήτες, ψηφίζοντας άλλοτε ομόφωνα και άλλοτε παμψηφεί για τα θέματα που ετίθεντο προς συζήτηση, πλην του Ν. Ξ. - δεύτερου εναγόμενου, ο οποίος όπως προκύπτει στο υπ' αριθ. ...-2011 πρακτικό παρότι παραστάθηκε στη γενική συνέλευση δεν υπέγραψε το ανωτέρω πρακτικό.
Σε κανένα δε, εκ των προαναφερομένων πρακτικών δεν προέκυψε η οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους του ενάγοντος προκειμένου να επιβάλει στους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας ή να τους κατευθύνει σε αποφάσεις που αυτός επιθυμούσε και οι οποίες δεν θα εξυπηρετούσαν το συμφέρον της πολυκατοικίας.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι για τις εκτελεσθείσες οικοδομικές εργασίες σχετικά με την πλακόστρωση της κυρίας εισόδου της πολυκατοικίας, είχε εκδοθεί η σχετική υπ' αριθ. ...-2014 άδεια εργασιών του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 4067/2012 ΦΕΚ A 9-4-2012, η οποία εκδόθηκε από την Υπηρεσία Δόμησης -Τμήμα έκδοσης αδειών δόμησης του Δήμου Ναυπακτίας και αφορούσε την "Αλλαγή και Επισκευή Δαπέδων και Μικρές Διαμορφώσεις του Εδάφους", δυνάμει της οποίας ο ενάγων αθωώθηκε σε δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου κατά τη δικάσιμο της 24ης-3-2015, όπου δικαζόταν ως κατηγορούμενος για την παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/83, δυνάμει της υπ' αριθ. 597/2015 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου. Πρέπει να λεχθεί δε, ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ανωτέρω άδεια εργασιών δεν κάλυπτε τις ανωτέρω εκτελούμενες εργασίες στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας και ότι ο ενάγων γνωρίζοντάς το αυτό την προσκόμισε με σκοπό να εξαπατήσει το Δικαστήριο προκειμένου να οδηγηθεί στην αθώωσή του.
Επιπροσθέτως, η εκ μέρους του ενάγοντος άσκηση της με αριθ. πρωτ. ...-2014 προσφυγής ενώπιον του ΣΥ.ΠΟ.ΘΑ. Αιτωλ/νίας, την οποία υπογράφει ως διαχειριστής της πολυκατοικίας, παρότι παραιτήθηκε από την ανωτέρω ιδιότητα την 27η-8-2014, αποτελεί αληθές γεγονός, πλην όμως αυτός προέβη στην ανωτέρω ενέργειά του εξ ανάγκης ενεργώντας προς το συμφέρον των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, ενόψει των εκτελούμενων και ευρισκόμενων σε εξέλιξη εργασιών πλακόστρωσης της κεντρικής εισόδου της πολυκατοικίας, οι οποίες θα παρέμεναν ημιτελείς. Σε κάθε περίπτωση δε, η γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών με το υπ' αριθ. ...-2015 πρακτικό της ενέκρινε την ανωτέρω προσφυγή του ενάγοντος, ενώπιων του ΣΥ.ΠΟ.ΘΑ. , το οποίο με το από 22-3- 2017 πρακτικό του, δεν έλαβε υπόψη του τις αιτιάσεις του πρώτου εναγομένου περί μη νομιμοποίησης του ενάγοντος, καθώς έκρινε ότι επρόκειτο για θέμα μειωμένης σημασίας και όχι κρίσιμο, όπως δέχθηκε και το Πενταμελές Αεροδικείο Ιωαννίνων με την υπ' αριθ. 10/2021 απόφασή του.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων χρησιμοποίησε τη συγγενική του ιδιότητα με τον τέως Δήμαρχου Ναυπάκτου προκειμένου να τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης από τους υπαλλήλους της Πολεοδομίας Ναυπακτίας.
Συνεπώς, όσα ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε στην από 9-2-2015 συμπληρωματική εξέτασή του επί της υπό στοιχείο Γ (κατά την ανωτέρω αρίθμηση) μηνύσεώς του, και στην υπό στοιχείο Ε μήνυσή του, ήταν ψευδή.
Εξάλλου, από την εν γένει συμπεριφορά ιδίως του πρώτου εναγομένου στις διενεργηθείσες γενικές συνελεύσεις της ανωτέρω πολυκατοικίας αποδείχτηκε η παντελής διαφωνία του με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες αυτής, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ενάγων, ο οποίος έφερε και την ιδιότητα του διαχειριστή, την διαφωνία του δε αυτή την εξέφραζε με έντονο τρόπο και ερχόμενος σε αντιπαράθεση με τους υπολοίπους, γεγονός που, όπως προαναφέρθηκε έχει αποτυπωθεί σε αρκετά εκ των προαναφερομένων πρακτικών των γενικών συνελεύσεων, στα οποία όπως ήδη λέχθηκε καταγράφηκαν τα πεπραγμένα κατά τη διάρκεια των συνελεύσεων, όπως ακριβώς συνέβησαν.
Συνεπώς η από 12-11-2014 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση και πρόσκληση, την οποία συνέταξε ο ενάγων και την απηύθυνε προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Ναυπακτίας, περιγράφοντας σε αυτήν την συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου ως ενός ατόμου που προκαλεί προβλήματα με συνεχείς διαμαρτυρίες, καταγγελίες και μηνύσεις με σκοπό να μην γίνονται έργα στην πολυκατοικία, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε παραπάνω, αναφέρεται σε αληθή γεγονότα, η σύνταξη δε και η αποστολή της προς την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Ναυπακτίας, από τον ενάγοντα έγινε όχι με σκοπό να δυσφημήσει τον πρώτο εναγόμενο, όπως αυτός ισχυρίζεται, αλλά αντίθετα προς προάσπιση των συμφερόντων της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, οι οποίοι παρότι ελάμβαναν νομότυπα αποφάσεις σχετικά με ζητήματα που αφορούσαν την πολυκατοικία, αυτές δεν μπορούσαν ή καθυστερούσαν να υλοποιηθούν, με συνέπεια την επιβάρυνση τους με πρόσθετα και αδικαιολόγητα έξοδα που επηρέαζαν αρνητικά τα συμφέροντά τους.
Επίσης, η αναφορά του ενάγοντος περί της αναγορεύσεως του πρώτου εναγομένου ως ισότιμου συνομιλητή, ο οποίος "δίκην πυρομανούς ανάβει φωτιές" τις οποίες "τρέχει να σβήσει" ο ενάγων, δεν ενέχει εξυβριστικό χαρακτήρα προς το πρόσωπο αυτού (πρώτου εναγομένου), αλλά αποτελεί μία αξιολογική κρίση προκειμένου να καταστήσει σαφές προς τους υπαλλήλους της ως άνω αρμοδίας υπηρεσίας ότι ο πρώτος εναγόμενος ως μειοψηφών δεν μπορεί να καθορίζει την εύρυθμη λειτουργία όλης της πολυκατοικίας.
Συνεπώς, όσα ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε στην υπό στοιχείο Δ (κατά την ανωτέρω αρίθμηση) μήνυσή του, ήταν ψευδή. Επομένως, με τις επίδικες μηνύσεις, πλην της υπό στοιχείο Α (με την ανωτέρω αναφερομένη αρίθμηση), καθώς και με την από 10-7-2015 και με αυξ. αριθ. καταθ. ...-2015 αγωγή (υπό στοιχείο ΣΤ με την ανωτέρω αρίθμηση) εναντίον του ενάγοντος και λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού ...
αριθ. ... στην Ναύπακτο, στην οποία περιλαμβάνονται όλα τα περιστατικά για τα οποία κατά το μέρος που αφορά αυτόν τον καταμήνυσαν με τις ανωτέρω εκτιθέμενες μηνύσεις τους - καταγγελίες - μηνυτήριες αναφορές, που περιέχουν ψευδή, συκοφαντικά και αντικειμενικά δυσφημιστικά γεγονότα, σε βάρος του ενάγοντος με πρόθεση εκ μέρους του πρώτου εναγομένου και προκειμένου να πληγεί η προσωπικότητά του και να προκληθεί η καταδίωξή του και που έγιναν γνωστές σε τρίτα πρόσωπα (όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές κ.λ.π.), ο πρώτος εναγόμενος προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του και του προκάλεσε ηθική βλάβη, συνδεόμενη αιτιωδώς με αυτές, καθώς δοκίμασε θλίψη και στενοχώρια λόγω της τρώσης της καλής γνώμης, της υπόληψης και της αξιοπιστίας σε πρόσωπα του κοινωνικού του περιβάλλοντος.
Όσον αφορά όμως τον δεύτερο και την τρίτη των εναγόμενων (αδελφός και μητέρα του πρώτου), δεν προέκυψε ενεργή συμμετοχή αυτών στην παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, η δε υποβολή από κοινού με αυτόν (πρώτο εναγόμενο) της από 12-3-2015 μηνύσεως (υπό στοιχείο Δ κατά την ανωτέρω αρίθμηση) και της από 10-7-2015 και με αυξ.
αριθ. καταθ. ...-2015 αγωγής εναντίον του ενάγοντος και λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας (υπό στοιχείο ΣΤ κατά την ανωτέρω αρίθμηση), εμφαίνεται μάλλον τυπική ως εχόντων και αυτοί την ιδιότητα των συνιδιοκτητών της επίμαχης πολυκατοικίας. Σε κάθε περίπτωση δε, τα περιγραφόμενα και αποδεικνυόμενα περιστατικά προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος εστιάζονται στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου.
Κατόπιν αυτών, ο ενάγων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, προς ηθική παρηγορία και ψυχική ανακούφισή του, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις έναντι μόνο του πρώτου εναγομένου. Το ύψος της χρηματικής αυτής ικανοποίησης μετά τη στάθμιση του μεγέθους, του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, του βαθμού του πταίσματος του αδικοπραγήσαντος - πρώτου εναγομένου (δόλος), αλλά και της κοινωνικής, επαγγελματικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών και των εν γένει συνθηκών της ένδικης περίπτωσης (ο πρώτος εναγόμενος τυγχάνει άνεργος, με μικρά εισοδήματα, διαθέτει όμως ακίνητη περιουσία, ο δε ενάγων τυγχάνει συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος), πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ως δίκαιο και εύλογο, καθώς και ανταποκρινόμενο στην ένταση και την απαξία της προσβολής...".
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη οριστική απόφαση με τον αριθμό 65/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, κράτησε και δίκασε την αγωγή του αναιρεσίβλητου, την οποία δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα, τον οποίο καταδίκασε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσόν των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την προαναφερόμενη έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση αυτού του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων η επίκληση έλαβε χώρα, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή να καθορίζεται η βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή η σχέση και επιρροή καθενός αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων από αυτά, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 43/2025, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 257/2022, ΑΠ 1269/2021). Ειδικά δε, όταν πρόκειται για απόφαση ποινικού δικαστηρίου, το δικαστήριο της ουσίας δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει όμως, ενόψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ 43/2025, ΑΠ 1374/2023, ΑΠ 917/2023, ΑΠ 1770/2022, ΑΠ 394/2022, ΑΠ 1071/2021, ΑΠ 671/2021, ΑΠ 68/2020).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση αυτού (όχι από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ) και τον όμοιο με αυτόν, έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ και ειδικότερα διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της δικανικής του πεποίθησής του και τη συγκρότηση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων παραδεκτά και νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ως εφεσίβλητος, κατ' άρθρο 529 του ΚΠολΔ, κατά τη συζήτηση της έφεσης του αναιρεσίβλητου, τα οποία ήταν χρήσιμα για την απόδειξη πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα της μη στοιχειοθέτησης παράνομων και υπαιτίων πράξεων από την πλευρά του (συκοφαντικών δυσφημήσεων), οι οποίες φέρονται ότι προκάλεσαν ηθική βλάβη στον αναιρεσίβλητο, πιο συγκεκριμένα δε, δεν έλαβε υπόψη του τις ποινικές αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου με τους αριθμούς 870/2018, 528/2022, 350/2021 και 310/2021, με τις οποίες ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης αντίστοιχα, τις οποίες φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος του αναιρεσίβλητου, στον τόπο, κατά το χρόνο και υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που ταυτίζονται με το πραγματικό του αστικού αδικήματος (αδικοπραξίας, ήτοι συκοφαντικής δυσφήμησης), οι οποίες μάλιστα έχουν καταστεί αμετάκλητες, σύμφωνα με τα σχετικά πιστοποιητικά του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων των ως άνω ποινικών δικών προκύπτουν τα ακόλουθα: Α) Με την υπ' αριθ. 528/2022 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμησης, τις οποίες φέρεται ότι τέλεσε α) με την από 24-3-2015 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου σε βάρος του αναιρεσίβλητου, η οποία ταυτίζεται με το υπό στοιχεία Δ αστικό αδίκημα (αδικοπραξία) που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτός διέπραξε (βλ. 9ο φύλλο, σελ. 2η της απόφασης), β) με την από 19-9-2014 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου σε βάρος του αναιρεσίβλητου και την από 9-2-2015 κατάθεσή του ενώπιον της Πταισματοδίκη Ναυπάκτου, ισχυριζόμενος ψευδή γεγονότα σε βάρος του αναιρεσίβλητου, οι οποίες ταυτίζονται με το υπό στοιχείο Γ αστικό αδίκημα (αδικοπραξία) που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτός διέπραξε (βλ. 8ο φύλλο, σελ. 2η της απόφασης) και γ) με την από 17-6-2015 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που άσκησε σε βάρος του αναιρεσίβλητου, η οποία ταυτίζεται με το υπό στοιχείο ΣΤ αστικό αδίκημα (αδικοπραξία) που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτός διέπραξε (βλ. 10ο φύλλο, σελ. 2η της απόφασης), Β) Με την υπ' αριθ. 350/2021 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, την οποία φέρεται ότι τέλεσε με την από 29-1-2015 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου σε βάρος του αναιρεσίβλητου, τα περιστατικά της οποίας ταυτίζονται με το υπό στοιχεία Β αστικό αδίκημα (αδικοπραξία) που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτός διέπραξε (βλ. 8ο φύλλο, σελ. 1η και 2η της απόφασης) και Γ) Με την υπ' αριθ. 310/2021 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, την οποία φέρεται ότι τέλεσε με την από 17-6-2015 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου σε βάρος του αναιρεσίβλητου, τα περιστατικά της οποίας ταυτίζονται με το υπό στοιχεία Ε αστικό αδίκημα (αδικοπραξία) που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτός διέπραξε (βλ. 10ο φύλλο, σελ. 1η και 2η της απόφασης).
Εντούτοις, παρά την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του το Εφετείο έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων "τα έγγραφα της ποινικής διαδικασίας και τις ποινικές αποφάσεις που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια", από το σύνολο των σκέψεων, παραδοχών και αποδεικτικών αναλύσεων που διαλαμβάνονται ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καθίσταται βέβαιο, αλλά αντίθετα γεννάται σφοδρή αμφιβολία γι' αυτό, ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, τις προαναφερόμενες ποινικές αποφάσεις, ως προς τις οποίες παραπονείται ο αναιρεσείων με τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και ότι αγνοήθηκαν από το Εφετείο.
Η αμφιβολία δε αυτή επιτείνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι για το υπό στοιχείο Α αστικό αδίκημα (αδικοπραξία) το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα ότι ο αναιρεσείων δεν το τέλεσε επειδή αυτός αθωώθηκε με την υπ' αριθ. 870/2018 (από παραδρομή αναφέρεται 87/2018) απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου, χωρίς όμως για τα άλλα αστικά αδικήματα να αναφερθεί στις σχετικές προαναφερόμενες αποφάσεις.
Τούτο δε, διότι, είναι μεν ακριβές ότι το Εφετείο δεν δεσμευόταν από το περιεχόμενο των ως άνω απαλλακτικών αποφάσεων των ποινικών Δικαστηρίων και μπορούσε - όπως τελικά και έπραξε - να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνων των τελευταίων αυτών αποφάσεων. Ωστόσο, ενόψει της σοβαρότητας των αποδεικτικών αυτών στοιχείων, τα οποία είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον τα περιστατικά των ως άνω μηνύσεων εναντίον του αναιρεσείοντος για την επικαλούμενη τέλεση από αυτόν του αδικήματος συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του αναιρεσίβλητου ταυτίζονται με τα αντίστοιχα αστικά αδικήματα, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι διέπραξε ο αναιρεσείων, το Εφετείο όφειλε να τα συνεκτιμήσει ειδικά ως τεκμήρια και να διαφοροποιηθεί - εάν πραγματικά το έκρινε σκόπιμο - από αυτά με ειδική αιτιολογία (υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα των αθωωτικών ποινικών αποφάσεων - ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 43/2025, ΑΠ 679/2024, ΑΠ 306/2024, ΑΠ 151/2024).
Ειδικότερα δε, καμία συνεκτίμηση - και ακόμη περισσότερο, καμία ρητή ή σιωπηρή, άμεση ή έμμεση αναφορά και κυρίως αντίκρουση, με την εκ του πράγματος παραδοχή ως αποδεδειγμένων, αντίθετων πραγματικών περιστατικών - δεν προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι έχει λάβει χώρα ως προς τις παραδοχές των απαλλακτικών ποινικών αποφάσεων.
Επομένως, παρίστανται βάσιμοι οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων ψέγει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ.
IV. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου και του έκτου λόγου της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ενόψει δε τούτου παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί, καλύπτουν το σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των διαδίκων να συμψηφισθεί μεταξύ τους κατ' άρθρο 179 εδ.τελ. ΚΠολΔ, καθώς, κατ' εκτίμηση των περιστάσεων, υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης και κατά τα λοιπά να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού βάσιμου αιτήματός του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 145/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο προαναφερόμενο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση, η οποία αναιρέθηκε.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ