Supreme Court dismisses appeal for failure to prove criminal guilt based on prosecutor's referral letter.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject the prosecutor's referral letter as insufficient evidence of criminal guilt. The appellant argued that the First Instance Court violated international human rights standards by relying solely on the prosecutor's referral without independently establishing criminal liability. The court rejected this claim, ruling that the First Instance Court correctly evaluated the evidence and did not err in its legal reasoning or application of substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6(2) ECHR; Article 14(3) ICCPR: A court of first instance may rely on a prosecutor's referral letter as part of the evidence without independently establishing criminal guilt, provided it does not err in its legal reasoning or application of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 679 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 679/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Β. του Θ., κατοίκου Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Γ., κατοίκου Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δετσαρίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/10/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Α.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 339/2017 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 226/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/9/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 226/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία συνεκδικάζοντας τις δύο αντίθετες εφέσεις του αναιρεσιβλήτου και των εναγομένων Ν. Κ. και Λ. Κ. (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσίβλητου ως προς την πρώτη εναγόμενη ναυτική εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Κ. Ν.Ε." (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), δέχθηκε κατά τα λοιπά τις ως άνω εφέσεις κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, νομιμοτόκως, το ποσό των 83.651,22 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από την σε βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία και το ποσό των 4.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ. και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 895/2011).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 282/2010).
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτού, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011, ΑΠ 1015/2010).
Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 38/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 1445/2017).
Επίσης, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 147, 149 ΑΚ, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της διατήρησης της πλάνης του αναιρεσίβλητου τόσο κατά την πρώτη καταβολή του ποσού των 70.000 δολλαρίων ΗΠΑ, όσο και κατά τη δεύτερη καταβολή του ποσού των 23.200 δολλαρίων ΗΠΑ, στις οποίες αυτός προέβη με την πεποίθηση ότι συμμετέχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ναυτικής εταιρείας "Ν.
Κ. Ν.Ε" και ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στις επίδικες καταβολές και στην διατηρηθείσα πλάνη του. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Με την από 14.7.2004 σύμβαση, που νομίμως κατατέθηκε και καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ναυτικών εταιρειών στις 18.8.2004 με αύξ.
Αριθμ. ..., συστήθηκε μεταξύ των Λ. Κ. (4ου εναγομένου), Μ. Κ. και Ε. Κ. ναυτική εταιρία με την επωνυμία "Α. Κ.
ΙΙ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με έδρα το Β. του Δήμου Λ.. Ακολούθως, μετά από μεταβιβάσεις μετοχών, μέτοχοι της ως άνω εταιρίας κατέστησαν οι Λ. Κ. (4ος εναγόμενος), με 204 μετοχές, Χ. Μ., με 192 μετοχές και ο Ι. Κ. με 4 μετοχές. Με το από 31.1.2007 πρακτικό της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της ως άνω εταιρίας, που νόμιμα καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών, τροποποιήθηκε η επωνυμία της εταιρίας σε "Ν.
Κ. ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ". Η εταιρία αυτή είχε στην κυριότητα της το ελληνικής σημαίας Φ/Γ πλοίο "Κ." με αριθμό νηολογίου .... Η δεύτερη εναγομένη, Β., συνεργαζόταν επί χρόνια με την ως άνω ναυτική εταιρία ως ναυλομεσίτρια, έχοντας δική της ατομική επιχείρηση με έδρα την Α.. Η τελευταία θέλοντας να διευρύνει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες πρότεινε στον 4ο εναγόμενο, Λ.
Κ., να συνεργαστούν. Έτσι, μεταβιβάστηκαν στην 2η εναγομένη, Β., συνολικά 204 μετοχές της ως άνω ναυτικής εταιρίας, ο Λ. Κ. (4ος εναγόμενος) παρέμεινε μέτοχος με 4 μετοχές και ο Ν. Κ. του Λ. (3ος εναγόμενος) απέκτησε 192 μετοχές της ως άνω ναυτικής εταιρίας. Στην ως άνω ναυτική εταιρία συμμετείχαν, τουτέστιν, η 2η εναγομένη με ποσοστό 51%, ο 3ος εναγόμενος με ποσοστό 48% και ο 4ος εναγόμενος με ποσοστό 1%.
Σύμφωνα με το από 3.12.2014 πρακτικό γενικής συνέλευσης της ως άνω ναυτικής εταιρίας, με την ως άνω νέα μετοχική της σύνθεση, που νόμιμα καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ναυτικών Εταιριών, συμφωνήθηκε η παράταση του χρόνου διάρκειας της ναυτικής εταιρίας μέχρι την 31.12.2024. Ακολούθως, με το από 29.7.2014 πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω ναυτικής εταιρίας, που επίσης νόμιμα καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών, συγκροτήθηκε σε σώμα το νέο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας ως εξής:
Λ. Κ., Πρόεδρος Δ.Σ., Ν. Κ., Αντιπρόεδρος Δ.Σ. και Α. Β.., Γραμματέας ΔΣ., ενώ αποφασίστηκε να εκπροσωπεί την εταιρία ο Ν. Κ.. Την επόμενη ημέρα, με το από 30.7.2014 πρακτικό του Δ.Σ. της ως άνω εταιρίας, το οποίο φέρει βεβαιώσεις του γνησίου υπογραφής των τριών μελών του Δ.Σ., αλλά δεν καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ναυτικών Εταιριών, αποφασίστηκε να παραχωρήσει ο Ν.
Κ. αρμοδιότητες που εκπορεύονται από την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας στην Α. Β.. με ιδιωτικό έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, για το λόγο ότι αυτός επρόκειτο να ναυτολογηθεί σε ποντοπόρο πλοίο και να απουσιάσει επί μακράν από την Ελλάδα. Πράγματι, με το με αριθμό .../14.9.2015 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Π., Μ.
Ν. - Μ., ο Ν. Κ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της ναυτικής εταιρίας, διόρισε την Α. Β.., ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της εταιρίας και ειδικότερα της παρέσχε την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα να προβεί στις ακόλουθες πράξεις: α) να εκπροσωπεί και δεσμεύει την Εταιρία σε όλες τις συναλλαγές και σχέσεις αυτής με την τράπεζα "Eurobank Ergasias", όπως άνοιγμα, κίνηση και κλείσιμο κάθε είδους λογαριασμού της εταιρίας, έκδοση και οπισθογράφηση επιταγών, συμβάσεις δανείων και β) να προβαίνει στο όνομα της εταιρίας σε κάθε συναφή ενέργεια, ενώ με το με αριθμό .../14.9.2015 ειδικό πληρεξούσιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, της παρέσχε την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα:
α) να παρίσταται, εκπροσωπεί και δεσμεύει την εταιρία ενώπιον οποιοσδήποτε Δημόσιας Αρχής ή Υπηρεσίας και ενώπιον παντός Ν.Π.Ι.Δ. και Ν.Π.Δ.Δ. (όπως Δ.Ο.Υ., ΝΑΤ, Λιμενικών Αρχών, Νηολογίων κλπ.), να υποβάλει αιτήσεις, να προβαίνει σε διακανονισμούς οφειλών, να εισπράττει ποσά από τη Δ.Ο.Υ., β) να παρίσταται και εκπροσωπεί την εντολές εταιρία ενώπιον οποιοσδήποτε Τράπεζας, γ) να εκπροσωπεί την εταιρία ενώπιον όλων των ελληνικών δικαστηρίων και δ) γενικά να ενεργεί όσα χρειάζονται για την εκτέλεση των εντολών, ακόμη και αν δεν αναφέρονται στο πληρεξούσιο αυτό.
Σύμφωνα με την ως άνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ναυτικής εταιρίας και με τα ως άνω ειδικά πληρεξούσια η Α. Β.., 2η εναγομένη, ουσιαστικά λειτουργούσε ως εκπρόσωπος της ναυτικής εταιρίας, καθότι ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής της είχε παραχωρήσει όλες τις σχετικές αρμοδιότητες, χωρίς όμως η εκπροσώπηση αυτή να έχει δημοσιοποιηθεί και καταχωρηθεί στο Μητρώο Ναυτικών Εταιριών, με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι τρίτοι να επικαλεστούν την ιδιότητα της 2πς εναγομένης ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, καθόσον προς τους τρίτους φερόταν ως νόμιμος εκπρόσωπος ο Ν.
Κ.... Ο ενάγων, εργαζόταν ως υπάλληλος της 2ης εναγομένης, στο ναυτικό πρακτορείο που αυτή διατηρούσε στην Α., ως ατομική επιχείρηση, από το έτος 2013, και είχε ενημερωθεί από την ίδια τόσο για τη συμμετοχή της στην ως άνω ναυτική εταιρία με πλειοψηφικό πακέτο μετοχών, όσο και για τις ως άνω διαχειριστικές της αρμοδιότητες ήδη από τα τέλη του έτους 2014, όπως ο ίδιος ιστορεί στην αγωγή του, δηλαδή σε χρόνο που είχαν παραχωρηθεί σ' αυτήν οι σχετικές αρμοδιότητες με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ναυτικής εταιρίας, αλλά δεν είχαν ακόμη υπογραφεί τα ως άνω πληρεξούσια.
Έχοντας, η δεύτερη εναγομένη, τις ως άνω αρμοδιότητες και ουσιαστικά τη διαχείριση της ναυτικής εταιρίας, της οποίας, όπως προαναφέρθηκε ήταν μέτοχος με ποσοστό 51%, και θέλοντας να επεκτείνει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες με σκοπό την αποκόμιση μεγαλύτερου κέρδους, ανέλαβε τις διαδικασίες πώλησης του πλοίου "Κ.", ιδιοκτησίας της ναυτικής εταιρίας, προκειμένου να προβεί σε αγορά νέου πλοίου, με απώτερο σκοπό την αύξηση των κερδών της εταιρίας.
Για την νέα αυτή αγορά, έπρεπε ωστόσο να εξασφαλιστούν νέα κεφάλαια. Η δεύτερη εναγομένη εκμεταλλευόμενη τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ αυτής και του ενάγοντος, τον έκανε συγκοινωνό όλων των ως άνω επιχειρηματικών της σχεδίων και παράλληλα τον παρακινούσε να συμμετέχει και αυτός με κεφάλαια στην ως άνω ναυτική εταιρία, καθότι αυτό θα του απέφερε μελλοντικά κέρδη.
Πράγματι, το πλοίο "Κ.", ιδιοκτησίας της ναυτικής εταιρίας, διαγράφηκε από τα νηολόγια στις 29.5.2015 λόγω πώλησης, έναντι τιμήματος 200.000 ευρώ, όπως πληροφόρησε η 2η εναγομένη τον ενάγοντα. Σε προγενέστερο χρόνο και δη στις 3.12.2014 ο ενάγων και η 2η εναγομένη, Β., συνέστησαν εταιρία με την επωνυμία "S. S. LTD", συσταθείσα υπό το δίκαιο των νησιών Μ., με αριθμό σύστασης ..., με πραγματική διεύθυνση λειτουργίας την οδό Κ.
Δ. 76-78 στην Α. της Ελλάδας, στην οποία μετείχαν σαν μοναδικοί διευθυντές, διαχειριστές και μέτοχοι, η μεν Β., με 450 μετοχές, ο δε ενάγων με 50 μετοχές και με την ιδιότητα του γραμματέα (βλ. την επικυρωμένη μετάφραση του πιστοποιητικού εκπροσώπησης της ως άνω εταιρίας, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι 3ος και 4ος των εναγομένων).
Η ως άνω εταιρία της 2ης εναγομένης και του ενάγοντος αγόρασε το πλοίο "Ν." με ξένη σημαία, το οποίο παραδόθηκε στην Α. και έλαβε το όνομα "K. V..", ενώ στη συνέχεια, προκειμένου αυτό να υψώσει ελληνική σημαία, μεταβιβάστηκε από την ως άνω εταιρία στην ναυτική εταιρία "Ν. Κ.", δυνάμει του από 2.9.2015 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, έναντι τιμήματος 700.000 δολ.
ΗΠΑ. Τη σχετική σύμβαση, που τιτλοφορείται στα αγγλικά "Bill of sale", και την οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα οι 3ος και 4ος των εναγομένων, υπογράφει εκ μέρους της πωλήτριας "S. S. LTD" ο ενάγων και εκ μέρους της αγοράστριας "Ν. Κ. Ν.Ε." η 2η εναγομένη, Α. Β.., ενώ η τελευταία ασκούσε και καθήκοντα διαχειρίστριας και εκπροσώπου της εταιρίας και του πλοίου και κατά τον Διεθνή Κώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης του πλοίου (βλ.
το από 11.9.2015 έγγραφο όπου η 2η εναγομένη υπογράφει με το όνομά της ως νόμιμος εκπρόσωπος της ναυτικής εταιρίας ""Ν. Κ. Ν.Ε.".). Μετά τη σύσταση της ως άνω εταιρίας μεταξύ του ενάγοντος και της 2ης εναγομένης, η τελευταία, η οποία αναζητούσε χρηματοδότηση για την αγορά του νέου πλοίου, άρχισε να τον πιέζει, προκειμένου αυτός να αποδεχθεί την πρότασή της για συμμετοχή του στην ναυτική εταιρία με κάποιο κεφάλαιο.
Προκειμένου να κάμψει τις όποιες αντιστάσεις του η 2η εναγομένη του παρέστησε ψευδώς, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, ότι η καταβολή εκ μέρους του χρημάτων στην ναυτική εταιρία, δεν θα ήταν δανεισμός, αλλά συμμετοχή αυτού στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, με παράλληλη κατάργηση του δικαιώματος προτίμησης των παλαιών μετόχων υπέρ των νέων μετόχων.
Όταν πλέον είχαν αρχίσει οι διαπραγματεύσεις για την αγορά του νέου φορτηγού πλοίου, η εναγομένη, είπε στον ενάγοντα ότι αυτή πλέον είχε αναλάβει καθήκοντα νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, γεγονός που δεν ήταν ψευδές μεν, καθότι αυτή πράγματι ασκούσε εν τοις πράγμασι τη διαχείριση της εταιρίας, σύμφωνα με την σχετική απόφαση του Δ.Σ.
της εταιρίας, πλην όμως η εναγομένη αποσιώπησε το γεγονός ότι η ανάληψη της εκπροσώπησης της ναυτικής εταιρίας εκ μέρους της, αποτελούσε συμφωνία μεταξύ των μετόχων, που όμως δεν είχε λάβει τη δημοσιότητα που απαιτεί ο νόμος, με καταχώρησή της στο Μητρώο Ναυτικών Εταιριών, ενώ στο χρόνο εκείνο δεν είχαν ακόμη συνταχθεί τα προαναφερθέντα ειδικά πληρεξούσια προς αυτή, που συντάχθηκαν αργότερα και δη το Σεπτέμβριο του έτους 2015.
Επίσης, η 2η εναγομένη τον ενημέρωσε ότι η ναυτική εταιρία είχε ήδη λάβει την απόφαση για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και ο ίδιος έπρεπε πλέον να πάρει την απόφαση, αν θα συμμετάσχει στην αύξηση αυτή ή όχι, καθότι σε διαφορετική περίπτωση αυτή, 2η εναγομένη, θα αναζητούσε άλλους χρηματοδότες. Ο ενάγων, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε, λόγω της ιδιότητας του υπαλλήλου της ατομικής επιχείρησης της 2ης εναγομένης είχε γνώση όλων των κινήσεων της τελευταίας για την πώληση του πλοίου "Κ." και την αγορά του νέου πλοίου, πείστηκε από τις ψευδείς, όπως αποδεικνύεται, διαβεβαιώσεις της ότι η ναυτική εταιρία είχε ήδη αποφασίσει την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και αποφάσισε τελικά να συμμετάσχει στην αύξηση αυτή με το ποσό των 93.200 δολαρίων ΗΠΑ, που θα αντιστοιχούσε σε ποσοστό 13% του μετοχικού κεφαλαίου της ναυτικής εταιρίας.
Έτσι, ο ενάγων πειθόμενος από τα λεγάμενα της 2ης εναγομένης και θεωρώντας ότι πράγματι η ναυτική εταιρία είχε πάρει απόφαση για αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, προκειμένου να προβεί στην αγορά του νέου πλοίου, γεγονός που όμως ήταν αναληθές, καθώς τέτοια απόφαση δεν είχε λάβει χώρα, κατέθεσε στις 4.3.2015 στο με αριθμό ...
τραπεζικό λογαριασμό της ναυτικής εταιρίας στην Τράπεζα Eurobank, το ποσό των 70.000 δολαρίων ΗΠΑ, αναγράφοντας ως αιτία καταβολής επί λέξει: "αγορά μετοχών Κ. Π.", ενώ στις 9.6.2015 κατέθεσε στον αυτό λογαριασμό και με την αυτή αιτιολογία κατάθεσης επιπλέον το ποσό των 23.200 δολαρίων ΗΠΑ. Αξίζει να σημειωθεί ότι όπως προκύπτει από τις πληροφορίες της κίνησης του ως άνω λογαριασμού με δικαιούχο την ναυτική εταιρία Ν.
Κ., ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε στις 16.2.2015, δηλαδή σε χρόνο που η 2η εναγομένη είχε ήδη λάβει την πληρεξουσιότητα από τον Ν. Κ. να εκπροσωπεί την εταιρία στις συναλλαγές της, αλλά δεν είχαν συνταχθεί ακόμη τα προαναφερθέντα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια. Μετά και την καταβολή αυτή η 2η εναγόμενη ενημέρωσε για πρώτη φορά τον ενάγοντα ότι η εταιρία αντιμετώπιζε κάποιες οικονομικές δυσχέρειες και για το λόγο αυτό αυτή αναγκάστηκε να προβεί σε δανεισμό ύψους 160.000,00 ευρώ.
Το γεγονός αυτό ήταν αληθές. Πράγματι, η ναυτική εταιρία κατήρτισε με την τράπεζα Eurobank τη με αριθμό .../20.5.2015 σύμβαση δανείου ποσού 160.000,00 ευρώ για κεφάλαιο κίνησης, υπέρ δε της δανειολήπτριας εταιρίας εγγυήθηκαν οι Σ. Π., Ε. Β.. και Α. Β.. (2η εναγομένη), ενώ με τη με αριθμό 71/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Α. επιτράπηκε στη δανείστρια τράπεζα να εγγράφει προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 208.000 ευρώ σε ακίνητα ιδιοκτησίας των ως άνω εγγυητών.
Την ως άνω σύμβαση δανείου της ναυτικής εταιρίας υπογράφει ο Ν. Κ.. Την ίδια περίοδο η 2η εναγομένη ως ουσιαστική διαχειρίστρια της ναυτικής εταιρίας αναζητούσε και άλλους πόρους χρηματοδότησης της εταιρίας. Έτσι, προέβη σε δανεισμό ύψους 73.000,00 ευρώ από τους Β. Τ. και Β. Κ., δυνάμει του από 13.5.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού (βλ.
τη με αριθμό 444/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Α. που εκδόθηκε επί αγωγής των ως άνω δανειστών κατά της ναυτικής εταιρίας, που δικάστηκε ερήμην, και της Α. Β., προσωπικά, ως προς την οποία η αγωγή απορρίφθηκε επειδή κρίθηκε ότι αυτή ήταν μέτοχος, αλλά όχι νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας). ...Ο 4ος εναγόμενος, δεν είχε μεν τη διαχείριση της ναυτικής εταιρίας, ωστόσο, λόγω της θέσης του ως πλοιάρχου των πλοίων αυτής, γνώριζε τόσο τις κινήσεις της εταιρίας για πώληση του παλαιού και αγορά του νέου πλοίου, όσο και το χρόνο που απαιτήθηκε για την επισκευή του καινούριου πλοίου και το κόστος αυτής.
Γνώριζε επίσης ότι η εταιρία είχε περιέλθει σε οικονομικό αδιέξοδο. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι με απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της ναυτικής εταιρίας της 13.1.2016 αποφασίστηκε η αύξηση του κεφαλαίου αυτής και με το από 1.4.2016 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της πιστοποιήθηκε η ολοσχερή καταβολή της αύξησης, ποσού 200.000,00 ευρώ από τον Ι.
Ο. του Σ.. Την αύξηση του κεφαλαίου της ναυτικής εταιρίας πληροφορήθηκε και ο ενάγων από την 2η εναγομένη και κατόπιν αυτού, έχοντας πλέον πεισθεί ότι η υπόσχεση της 2ης εναγομένης πως αυτός θα συμμετείχε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με τα ποσά που κατέβαλε στο λογαριασμό της εταιρίας δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί, απεύθυνε προς όλους το από 24.7.2016 εξώδικο, ζητώντας να του επιστραφεί το ως άνω καταβληθέν ποσό των 93.200 δολαρίων ΗΠΑ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν.
Ωστόσο, ουδέποτε η ναυτική εταιρία του επέστρεψε το ως άνω ποσό και ήδη, το πλοίο ιδιοκτησίας της ναυτικής εταιρίας έχει κατασχεθεί αναγκαστικά δυνάμει της με αριθμό .../8.1.2018 κατασχετήριας έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της συμβολαιογράφου Α., Β. Β., με επίσπευση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "K.
Α. K.. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε. - Ε.. Ι. - Β./Κ. Α." που εδρεύει στην Κ....Από το σύνολο των ανωτέρω αποδειχθέντων προκύπτει ότι η 2η εναγομένη πράγματι τέλεσε αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος, υπό την έννοια ότι αυτή, υπό την ιδιότητα της ασκούσας εν τοις πράγμασι τη διαχείριση της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Κ. Ν.Ε.", της μετόχου της εταιρίας αυτής κατά ποσοστό 51% και του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, με δόλο προκάλεσε στον ενάγοντα την σφαλερή αντίληψη ότι αυτός χρηματοδοτώντας την ως άνω εταιρία θα γίνει μέτοχος αυτής, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο οικονομικό όφελος για την ως άνω εταιρία.
Με βάση την σφαλερή αυτή διαβεβαίωση εκ μέρους της 2ης εναγομένης, ότι δηλαδή η ως άνω ναυτική εταιρία δια του αρμοδίου οργάνου της έχει ήδη λάβει την απόφαση για αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, ο ενάγων πείστηκε και κατέβαλε σε λογαριασμό της εταιρίας το συνολικό ποσό των 93.200,00 δολαρίων ΗΠΑ, αναγράφοντας μάλιστα στα σχετικά έγγραφα της τράπεζας ως αιτιολογία ακριβώς την αύξηση κεφαλαίου, ενώ αν γνώριζε ότι δεν είχε ληφθεί η σχετική απόφαση και ότι με την καταβολή του ως άνω ποσού ουσιαστικά θα δανειοδοτούσε την εταιρία δεν θα προέβαινε στην πράξη του αυτή.
Τα παραπάνω καταθέτουν με σαφήνεια οι μάρτυρες του ενάγοντος, ενώ η κατάθεσή τους δεν αντικρούεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από την κατάθεση του μάρτυρα της 2ης εναγομένης, ο οποίος υιοθετεί τους δικούς της ισχυρισμούς και καταθέτει ότι ο 4ος εναγόμενος ήταν αυτός που παρέπεισε τον ενάγοντα να χρηματοδοτήσει την εταιρία και ότι η 2η εναγομένη ήταν αντίθετη σ' αυτό και προκειμένου να προστατέψει τον ενάγοντα - υπάλληλό της, τον οποίο προόριζε για διάδοχό της στην ατομική της επιχείρηση, του συνέστησε να αναγράψει στα σχετικά έγγραφα της τράπεζας ότι τα ποσά κατατίθενται για αύξηση κεφαλαίου.
Τα παραπάνω, ωστόσο, δεν μπορούν να γίνουν πιστευτά. Η 2η εναγομένη είναι μία γυναίκα έμπειρη στις συναλλαγές που θέλει να αυξήσει το κέρδος της, και για το λόγο αυτό αφενός εισέρχεται ως πλειοψηφούσα μέτοχος στην ως άνω ναυτική εταιρία και αφετέρου δρομολογεί την πώληση του πλοίου της εταιρίας και την αγορά του νέου.
Δικός της υπάλληλος τυγχάνει ο ενάγων και με αυτόν συνεταιρίζεται για να συστήσουν την προαναφερθείσα αλλοδαπή εταιρία, η οποία αγοράζει το νέο πλοίο και στη συνέχεια το πωλεί στην ως άνω ναυτική εταιρία. Επιπλέον, αυτή προβαίνει σε δανεισμούς για λογαριασμό της εταιρίας. Επομένως, αν αυτή ήθελε πράγματι να προστατέψει τον υπάλληλό της από το να προβεί σε μία επένδυση με μεγάλο ρίσκο, όπως διατείνεται, θα έπρεπε να καταρτίσει μαζί του, ούσα εν τοις πράγμασι διαχειρίστρια της εταιρίας, ιδιωτικό συμφωνητικό δανεισμού, όπως έκανε και με τους άλλους χρηματοδότες της, ή θα έπρεπε να προκαλέσει την απόφαση της εταιρίας περί αύξησης κεφαλαίου, όπως και έκανε με τον νέο επενδυτή στις αρχές του έτους 2016.
Συνεπώς, η 2η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να ανορθώσει τη ζημία που υπέστη ο ενάγων από τη σε βάρος του τελεσθείσα εκ μέρους της αδικοπραξία, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 83.651,22 ευρώ, βάσει της ισοτιμίας δολαρίου ΗΠΑ-ευρώ, που ίσχυε κατά την ημερομηνία εκάστης καταβολής (70.000 δολ. ΗΠΑ = 62.830,98 ευρώ κατά την 4.3.2016, 23.200 δολ.
ΗΠΑ =20.820, 24 ευρώ κατά την 9.6.2016)...Αντίθετα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι 3ος και 4ος των εναγομένων τέλεσαν αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος...Ο ίδιος ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του ότι αυτός συνομίλησε με τους εναγόμενους αυτούς σχετικά με τη χρηματοδότηση της εταιρίας εκ μέρους του σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, αλλά αντίθετα ισχυρίζεται ότι η 2η εναγομένη του έλεγε ότι οι λοιποί εναγόμενοι, μέτοχοι της εταιρίας, γνώριζαν περί όσων αυτή του υποσχόταν και ότι οι τελευταίοι τελούσαν σε γνώση εκ της ιδιότητας τους ως μετόχων της εταιρίας.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξαν και οι διωκτικές αρχές. Ειδικότερα, με τη με αριθμό ΕΓ/.../.../5.2.2018 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Α. απορρίφθηκε η από 31.1.2017 έγκληση του ενάγοντος κατά του 3ου και 4ου των εναγομένων για το αδίκημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, ενώ αντίθετα ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της 2ης εναγομένης για την πράξη αυτή.
Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς τους 3ο και 4ο των εναγομένων ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την 2η εναγομένη.
Συνεπώς, η α' κρινόμενη α' έφεση πρέπει να απορριφθεί ως προς τους 3ο κσι 4ο των εφεσιβλήτων ως ουσιαστικά αβάσιμη και να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τη 2η των εφεσιβλήτων>>.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 914, 147, 149 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος για την ναυτική εταιρεία "Ν. Κ. Ν.Ε.", με την ψευδή διαβεβαίωση ότι η εν λόγω εταιρεία είχε ήδη αποφασίσει την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, δημιούργησε στον αναιρεσίβλητο την πεπλανημένη αντίληψη ότι αυτός χρηματοδοτώντας την εταιρεία θα γινόταν μέτοχος αυτής και έτσι τον έπεισε να καταβάλει στον λογαριασμό της εταιρείας το συνολικό ποσό των 93.200 δολλαρίων ΗΠΑ, το οποίο δεν θα κατέβαλε αν γνώριζε ότι δεν είχε ληφθεί τέτοια απόφαση και με την καταβολή του ποσού αυτού ουσιαστικά δανειοδοτούσε την εταιρεία.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, εκμεταλλευόμενη τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου που εργαζόταν ως υπάλληλος στο ναυτικό πρακτορείο της, με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στη ναυτική εταιρεία "Ν. Κ. Ν.Ε.", της οποίας ασκούσε εν τοις πράγμασι τη διαχείριση, ήταν μέτοχος αυτής κατά ποσοστό 51% και μέλος του ΔΣ αυτής, εν γνώσει της παρέστησε ψευδώς στον αναιρεσίβλητο ότι η ως άνω εταιρεία είχε ήδη αποφασίσει την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, ότι η εκ μέρους του καταβολή χρημάτων στην εταιρεία δεν θα ήταν δανεισμός, αλλά συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, με παράλληλη κατάργηση του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων υπέρ των νέων μετόχων, δημιουργώντας στον αναιρεσίβλητο την πεπλανημένη αντίληψη ότι αυτός χρηματοδοτώντας την ως άνω εταιρεία θα γινόταν μέτοχος αυτής και έτσι τον έπεισε να συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με το ποσό των 93.200 δολλαρίων ΗΠΑ, που θα αντιστοιχούσε σε ποσοστό 13% του μετοχικού κεφαλαίου, και συγκεκριμένα ο αναιρεσίβλητος, έχοντας την ως άνω πεπλανημένη αντίληψη, κατέθεσε α) στις 4-3-2015 στον λογαριασμό της εταιρείας, το ποσό των 70.000 δολλαρίων ΗΠΑ, αναγράφοντας ως αιτία καταθέσεως "αγορά μετοχών Κ.
Π." και β) στις 9-6-2015 κατέθεσε στον ίδιο λογαριασμό με την ίδια αιτιολογία και το ποσό των 23.200 δολλαρίων ΗΠΑ, ενώ, αν γνώριζε ότι η ως άνω εταιρεία δεν είχε αποφασίσει την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της και ότι με την καταβολή του ποσού των 93.200 δολλαρίων ΗΠΑ ουσιαστικά την δανειοδοτούσε, δεν θα προέβαινε στην καταβολή αυτή.
Συνεπεία δε της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας ο αναιρεσίβλητος υπέστη ζημία, συνισταμένη στο καταβληθέν απ' αυτόν ποσό των 93.200 δολλαρίων ΗΠΑ. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση, κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.
Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 432/2022, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017).
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' ορθήν εκτίμηση, και όχι από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου) που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τη δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, που περιέχεται στην έφεσή του κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και συνίσταται στο ότι: "από τον Δεκέμβριο του 2014 ο αναιρεσίβλητος γνώριζε ότι η αναιρεσείουσα κατέστη μέτοχος πλειοψηφίας στην ναυτική εταιρεία Ν..
Κ., είχε λάβει γνώση του καταστατικού αυτής, γνωρίζοντας ότι για τη λήψη έγκυρης αποφάσεως για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία, τον Μάϊο του 2015 τον ενημέρωσε η αναιρεσείουσα για την πώληση του πλοίου "Κ." από την ως άνω εταιρεία και τον διαβεβαίωσε ότι πολύ σύντομα θα γινόταν και αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, λίγες ημέρες μετά την δεύτερη επίδικη καταβολή, τον διαβεβαίωσε και πάλι ότι τα νόμιμα δικαιώματά του σχετικά με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου που θα γινόταν σύντομα, ήταν εξασφαλισμένα και στο τέλος Ιουνίου 2015 η αναιρεσείουσα τον διαβεβαίωσε ότι σύντομα θα συγκληθεί η γενική συνέλευση ώστε να αποφασίσει για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, καθώς και τη συμμετοχή του στη νέα μετοχική σύνθεση".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αναφορές στην έφεση δεν συνιστούν δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, καθόσον, όταν εκτέθηκαν στην έφεση του αναιρεσιβλήτου αυτά τα περιστατικά, δεν έγιναν με πρόθεση ομολογίας των επιβλαβών γι' αυτόν περιστατικών, αλλά η αναφορά τους έγινε ιστορικά και μόνο για τη στήριξη της ένδικης αγωγής του.
Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 ΠΚ). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων.
Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.
ΚΠολΔ, 57 ΚΠΔ, 197 ΚΔΔ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας.
Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.
Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του ΚΠολΔ, θα καθίστατο κενό γράμμα.
Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του ΚΠΔ ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού.
Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 ΚΠΔ), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων (άρθρο 104 παρ. 3 ΚΠΔ), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 ΚΠολΔ).
Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δ, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, και να την δεχθεί κατ' ουσίαν.
Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Επίσης απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα.
Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση.
Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.
Επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών.
Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται.
Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:
α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά.
Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1459/2022).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/20..., 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 24/2015).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, δεχόμενο εσφαλμένα την παραπεμπτική διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αλεξανδρουπόλεως για να δικασθεί η αναιρεσείουσα για το αδίκημα της απάτης, ως αποδεικτικό μέσο για την ουσιαστική βασιμότητά της ένδικης αγωγής, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού συνεκτίμησε απλώς την ως άνω παραπεμπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αλεξανδρουπόλεως μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προβεί σε σχολιασμό αυτής, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή της αναιρεσείουσας, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του τεκμηρίου αθωότητας για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 226/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ