Legislator Case Law & Legislation
2048/2022 AI generated

Supreme Court annuls first-instance judgment for procedural error regarding service of process and remands case.

Case Number 2048/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the final judgment of the Multi-member First Instance Court due to a procedural error in serving the legal action. The lower court incorrectly declared the service invalid for two defendants, despite evidence showing they resided at the address where the plaintiff claimed to have served the documents. Consequently, the court remanded the case for retrial before a different panel of judges and ordered the losing parties to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 128 of the Code of Civil Procedure; A procedural error regarding the service of process that deprives a legal act of standing constitutes inadmissibility under Article 559(14) of the Code of Civil Procedure, requiring the annulment of the judgment and remittal for retrial.

Keywords

AI generated
service of process inadmissibility procedural error annulment remittal for retrial standing of legal act Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 518(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 128 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2048 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2048/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην ….., και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην …..και εκπροσωπείται νόμιμα και εν προκειμένω και από τους Προϊστάμενους των Α' ….. και Ε' ….., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Τ. του Β., 2) Γ. Τ. του Β., 3) Ε. χήρας Β. Τ., το γένος Κ. Λ., κατοίκων ……., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Βογιατζάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …… αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ....

Εκδόθηκε η ... οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από ... αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από ... (αριθμ. καταθ. ...) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία ... τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ……. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή (λόγω παραδοχής της προβληθείσας από τους εναγόμενους ενστάσεως παραγραφής και μετά προηγηθείσα κρίση του δικαστηρίου ότι δεν ήταν νόμιμη η επίδοση της αγωγής ως προς τους πρώτο και τρίτη των εναγομένων). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αφού δεν προκύπτει επίδοση της ως άνω αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και δεν παρήλθε, μέχρι την άσκησή της, η - μη συντρέχουσα (ΑΠ 423/2017, ΑΠ 153/2015) με αυτήν της εφέσεως - προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρα 495, 564 παρ. 3, 553 παρ. 1 και και 518 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 139/2018).

Ως απαράδεκτο δε νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο αλλά, αυτό που κηρύσσεται συνεπεία παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ. Α.Π. 12/2000, Ολ.Α.Π. 1331/1985, Α.Π. 20/2022, Α.Π. 1185/2021, Α.Π. 1181/2019, Α.Π. 933/2019, Α.Π. 862/2011, Α.Π. 1735/2008). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 159 παρ. 3, 160 παρ. 1 και 106 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει τη διαδικασία συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής, μόνο όμως στην περίπτωση της συνδρομής του στοιχείου της βλάβης, της οποίας πρέπει να γίνεται συγκεκριμένα επίκληση από το διάδικο που υφίσταται αυτή.

Θεωρείται πάντως ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση που παραβιάσθηκαν διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την παράβαση που σημειώθηκε δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατόν να επηρεασθεί η δυνατότητα της άμυνας του διαδίκου, ιδίως δε δεν υφίσταται τέτοια βλάβη, αν ο καλούμενος παρίσταται κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και αντιτάσσει πλήρη υπεράσπιση γι' αυτήν (ΑΠ 922/2020, ΑΠ 329/2019).

Τέλος - ως προς τα ζητήματα, ειδικότερα, που συναρτώνται με παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, με έκπτωση από δικαίωμα ή με απαράδεκτο - σύμφωνα με τη γενικότερη δικονομική αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 160 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν έχει δικαίωμα να προτείνει τη (δικονομική) ακυρότητα εκείνος, που είχε ενεργήσει την προσβαλλόμενη ως άκυρη πράξη ή εκείνος, του οποίου η συμπεριφορά προκάλεσε την ακυρότητα (ΑΠ 20/2022).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 946 ΑΚ, η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται όταν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση, ενώ, κατά το άρθρο 243 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, προθεσμία που έχει προσδιορισθεί σε χρόνια λήγει μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου χρόνου. Το άρθρο δε 261 εδ. α' ΑΚ προβλέπει ότι την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής.

Ως τέτοια νοείται η κατάθεση της αγωγής και η επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο κατά το άρθρο 215 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ. Η επίδοση αυτή έχει, σύμφωνα με το άρθρο 221 παρ. περ. γ' ΚΠολΔ, ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για να επέλθει το αποτέλεσμα της δι' αυτού του τρόπου διακοπής της παραγραφής αξιώσεως για τη διάρρηξη καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης προϋποτίθεται η εγκυρότητα της επίδοσης του αντιγράφου της σχετικής αγωγής στον εναγόμενο (ΑΠ 1578/2022, ΑΠ 1733/2006, ΑΠ 767/1988) πριν τη συμπλήρωση της υπολογιζόμενης κατά τα προαναφερόμενα πενταετίας.

Η εγκυρότητα όμως ή μη της επίδοσης κρίνεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΑΠ 1578/2022, ΑΠ 1733/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 119 παρ.1 ΚΠολΔ, τα δικόγραφα, πρέπει να περιέχουν, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 118 και ακριβή καθορισμό της διεύθυνσης και ιδίως οδό και αριθμό της κατοικίας ή του γραφείου ή του καταστήματος του διαδίκου που ενεργεί τη διαδικαστική πράξη, του νόμιμου αντιπροσώπου του και του δικαστικού πληρεξουσίου του, ενώ κατά το άρθρο 124 παρ.1 ΚΠολΔ, η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει, κατά δε το άρθρο 128 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους συνοίκους του, που έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοί του (ΑΠ 180/2021).

Εάν δε, το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση δεν βρίσκεται στην κατοικία του και σε αυτήν δεν βρεθεί και κάποιος από τους συνοίκους του, που πληρούν τις τασσόμενες για να παραλάβουν το έγγραφο προϋποθέσεις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του ανωτέρω άρθρου 128 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι χωρεί επίδοση δια θυροκολλήσεως.

Εξάλλου, ως κατοικία αυτού προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση, κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων, νοείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη ακόμη κι αν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα δεν χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό (παρ. 2). Η έννοια της κατοικίας, στην οποία μπορεί να χωρήσει εγκύρως η επίδοση κατά το δικονομικό δίκαιο, διαφοροποιείται έτσι και καθίσταται ελαστικότερη (ΑΠ 1578/2022) από την έννοια της κατοικίας κατά τον Αστικό Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 51 εδ. 1 και 2 του οποίου το πρόσωπο έχει κατοικία τον τόπο της κύριας και μόνιμης εγκατάστασής του και κανένας δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερες από μία κατοικίες.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο, που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.

Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 1578/2022, ΑΠ 883/2013).

Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 348/2021, 361/2004, 455/1993). Όπως προκύπτει δε από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και αυτών των άρθρων 117, 122, 139 ΚΠολΔ η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του, επιτρεπόμενης ανταπόδειξης μόνο με την προσβολή της έκθεσης επίδοσης ως πλαστής.

Τα περιστατικά, αντίθετα, που βεβαιώνονται σ` αυτή, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του, όπως είναι και ότι η θυροκόλληση δικογράφου έγινε στην κατοικία εκείνου, προς τον οποίο έπρεπε να επιδοθεί, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθεια τους (ΑΠ 1578/2022, ΑΠ 1553/2008, πρβλ.

και ΑΠ 675/2021, 720/2019, 1024/2019, 503/2018, 641/2017, 443/2015, 1232/2012, 1005/2005, 129/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και Ολ. ΑΠ 28/1998, ΑΠ 922/2020). Όμως, δεν μπορεί υπό την επίφαση κατ' αρχήν παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου να πλήττεται η εγκυρότητα των επιδόσεων της αγωγής, η οποία διέπεται από καθαρώς δικονομικούς κανόνες, ενώ ο λόγος από τον αριθμό 1 ιδρύεται επί ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ακόμη κι αν αυτοί, κατ' εξαίρεση, περιλαμβάνονται σε δικονομικούς κανόνες (όπως π.χ.

η νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον κατ' άρθρο 68 ΚΠολΔ), αλλά δεν στοιχειοθετούνται αν πρόκειται για παραβίαση αμιγώς δικονομικών διατάξεων, όπως αυτή του άρθρου 128 ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 841/2005). Παρότι δε η παραγραφή και η διακοπή αυτής προβλέπονται από το ουσιαστικό δίκαιο, η εγκυρότητα ή μη της επίδοσης της αγωγής που τη διακόπτει κρίνεται αναγκαίως κατά το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1578/2022), σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από ... και με αριθμό κατάθεσης ... αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... (τακτική διαδικασία), το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου Κ.

Τ. διατηρούσε απαίτηση, συνολικού ποσού 1.486.226,46 ευρώ μετά προσαυξήσεων και λοιπών τελών, όπως αποτυπωνόταν στον πίνακα χρεών με ημερομηνία ... της Ε' ..., τα οποία είχαν βεβαιωθεί κατά το χρονικό διάστημα από 14.1.2011 έως 5.10.2015, κατόπιν φορολογικών ελέγχων που είχαν πραγματοποιηθεί. Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος με τα συμβόλαια με αριθμούς ...

και ... της συμβολαιογράφου ... Α. Χ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε στις ..., λόγω δωρεάς στις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, μεταξύ άλλων, (α) ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από έναν αγρό στην κτηματική περιοχή ..., της Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας ..., εκτάσεως 3.000 τ.μ. και (β) ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από ένα οικόπεδο, κείμενο εντός του οικισμού ..., της Δημοτικής Ενότητας ...

του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας ..., συνολικής αξίας (375,00 + 2.112,77 =) 2.487,77 ευρώ αντίστοιχα, της αξίας υπολογιζομένης κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, προέβη δε στη μεταβίβαση αυτή εν γνώσει του και με πρόθεση να ματαιώσει την ικανοποίηση της ανωτέρω, γεννημένης κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και ήδη ληξιπρόθεσμης, απαίτησής του (αναιρεσείοντος) σε βάρος του, αφού γνώριζε ότι η λοιπή εμφανής περιουσία του δεν επαρκούσε για την καταβολή του χρέους του, ενώ παράλληλα οι δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων γνώριζαν, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος προβαίνει στην απαλλοτρίωση προς βλάβη του (αναιρεσείοντος), αφού η δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι αδελφή και η τρίτη αναιρεσίβλητη είναι μητέρα του μεταβιβάσαντος πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζήτησε να απαγγελθεί η διάρρηξη των παραπάνω απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά του έξοδα. Επί της ανωτέρω αγωγής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη δικάσιμο της 11ης Οκτωβρίου 2016, εκδόθηκε η ... απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία, αφού πρώτα κρίθηκε ότι η επίδοση της αγωγής στους πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων ήταν άκυρη - με άμεσο επακόλουθο τη μη διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 946 ΑΚ - ακολούθως, κατ' αποδοχή της προβληθείσας εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων σχετικής ένστασης παραγραφής, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, δεχόμενο ότι η αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος προς διάρρηξη των ως άνω επίδικων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών είχε υποπέσει σε παραγραφή, διότι από το χρόνο κατάρτισης των ως άνω συμβολαιογραφικών πράξεων (...) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της πενταετίας, η οποία συμπληρώθηκε την 9.3.2016, αφού η αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε νομοτύπως στον πρώτο και την τρίτη από τους αναιρεσίβλητους για να επέλθουν οι συνέπειες που εξαρτώνται από αυτήν (επίδοση).

Ειδικότερα δε, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος τους, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: "...IV. Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔικ, αν ο παραλήπτης του εγγράφου δε βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του.

Ως κατοικία θεωρείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, ακόμη και αν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα δεν χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό, σύνοικοι δε θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, ενώ την ιδιότητα του υπηρέτη έχει αναμφιβόλως και ο οικιακός βοηθός του παραλήπτη, προς τον οποίο έτσι εγκύρως γίνεται η επίδοση του εγγράφου, αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί οπό το δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του, υπό την προϋπόθεση ότι ο οικιακός βοηθός συνοικεί μαζί με τον παραλήπτη.

Επίσης όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνομαι σ' αυτήν ότι έγιναν από το δικαστικό - επιμελητή ή ενώπιον του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής.

Τα περιστατικά αντίθετα που βεβαιώνονται σ' αυτήν, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψή του, όπως είναι και ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι σύνοικος του παραλήπτη και διαμένει μαζί του, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθεια τους.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου, 139 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, για την επίδοση συντάσσεται από τον ενεργούντα την επίδοση έκθεση η οποία πρέπει να περιέχει εκτός των άλλων και μνεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και τον τρόπο που επιδόθηκε σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης του παραλήπτη ή των προσώπων που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 135 και 138.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι αν δεν βρεθεί ο παραλήπτης στην κατοικία του, επιτρέπεται η παράδοση του επιδοτέου εγγράφου σε άλλα συνοικούντα πρόσωπα κατά την ως άνω σειρά, η οποία είναι δεσμευτική για τον επιδίδοντα και συνεπώς η παράδοση από αυτόν του εγγράφου σε κάποιους από τους λοιπούς συνοίκους του παραλήπτη, συγχωρείται μόνο εφόσον δεν υπάρχουν ή απουσιάζουν σύνοικοι συγγενείς ή υπηρέτες αυτού, πράγμα το οποίο όμως πρέπει να βεβαιώνεται στην έκθεση επίδοσης γιατί αλλιώς αυτή άκυρη (ΑΠ 770/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 702/2007 ΧΡΙΔ 2007.922, ΑΠ 237/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 441/1999 ΕλλΔνη, 1999. 1724 ΑΠ 15/1999 ΕλλΔνη 1999.568, 1999.873, ΕΕΝ 2000.367, ΕΕΡΓΔ 2000,261, ΕφΑΘ 1030/2012 ΕλλΔνη 2012. (...) Οι εναγόμενοι με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις τους ισχυρίζονται, ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας εναντίον τους έχει υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 946 ΑΚ, καθόσον δεν έχει επιδοθεί νόμιμα η ένδικη αγωγή στην δεύτερη και την τρίτη των εναγομένων, επομένως από τη συντέλεση της φερόμενης καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, την ..., έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι ορισμένος και νόμιμος ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 946 ΑΚ, 76, 128 παρ. 1-3, 159 αριθ. 3, 160 και 440 ΚΠολΔ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατά την ουσιαστική της βασιμότητα. Από την εκτίμηση όλων των επικαλούμενων και νόμιμα προσκομιζόμενων από τους διαδίκους εγγράφων, για μερικά εκ των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να παραλειφθεί κάποιο από αυτό για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: (...) Επίσης αποδείχθηκε ότι ενώ η ανωτέρω περιγραφόμενη απαλλοτριωτική δικαιοπραξία καταρτίστηκε την 9η.3.2011, το ενάγον προέβη στην κατάθεση της κρινόμενης αγωγής στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 1η Μαρτίου 2016, ολοκληρώθηκε δε η έγερση αυτής με την επίδοση αντιγράφου της στους εναγόμενους την 8η.3.2016, αφενός μεν προσωπικά στην δεύτερη εναγομένη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ.

σ' ΚΠολΔ και 127 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. την έκθεση επίδοσης με αριθμό 1085Β/8.3.2016 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ... Ε. Τ.), αφετέρου δε στην δεύτερη εναγομένη ως "σύνοικο" του πρώτου και της τρίτης των εναγόμενων (βλ. τις εκθέσεις επίδοσης με αριθμούς ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ….. Ε. Τ.).

Στην έκθεση επίδοσης με αριθμό ... βεβαιώνεται από την ως άνω δικαστική επιμελήτρια ότι: "Και αφού πήγα στην ενταύθα κατοικία του προς όν η επίδοση (δηλ. του πρώτου εναγομένου) στην οδό Κύπρου ….. στα ….., όπου διαμένει προσωρινά δεν βρήκα εκεί τον ίδιο, επέδωκα την παρούσα στην σύνοικο αδερφή του ονόματι Τ.

Γ., κάτοικο …… όπως η ίδια μου εδήλωσε η οποία αφού παρέλαβε την παρούσα συνυπέγραψε μαζί μου". Εξάλλου, στην έκθεση επίδοσης με αριθμό ... βεβαιώνεται από την ως άνω δικ. επιμελήτρια ότι: "Και αφού πήγα στην ενταύθα κατοικία της προς ήν η επίδοση (δηλ. την τρίτη εναγομένη) και δεν βρήκα την ίδια εκεί, επέδωκα την παρούσα στην σύνοικο κόρη της ονόματι Τ.

Γ., κάτοικο ..., όπως η ίδια μου εδήλωσε, η οποία αφού παρέλαβε την παρούσα συνυπέγραψε μαζί μου". Πλην όμως αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη, που παρέλαβε την ένδικη αγωγή, δεν ήταν σύνοικος με τον πρώτο και την τρίτη των εναγομένων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 128 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή (δεύτερη εναγομένη) κατοικεί στην οδό Κύπρου …..

στα ….., όπου και την ανεύρε η δικαστική επιμελήτρια και της επέδωσε τα σχετικά δικόγραφα. Ο πρώτος και η τρίτη των εναγόμενων, σύμφωνα με την αγωγή, αλλά και τα προσκομιζόμενα από το ενάγον έγγραφα (βλ. τον πίνακα χρεών με ημερομηνία ... της Ε' ... την έκθεση επανελέγχου φορολογίας εισοδήματος του άρθρου 68 του Ν.2238/1994 της Α' ...

με αριθμό εντολής ... και ημερομηνία ..., την έκθεση επανελέγχου ΦΠΑ του Ν. 2859/2000 με αριθμό ... και ημερομηνία ... της Α' ..., το υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου (ΥΣΕ) με αριθμό ... της Α' ..., την κλήση προς ακρόαση με αριθμό πρωτοκόλλου ... της Α' ..., την έκθεση ελέγχου ΚΒΣ ΠΔ ... της Α' ... με αριθμό πρωτοκόλλου ..., την έκθεση επανελέγχου ΦΠΑ του Ν. 2859/2000 με αριθμό εντολής ...

και ημερομηνία ..., το υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου (ΥΣΕ) με αριθμό ... της Α' ..., την κλήση προς ακρόαση με αριθμό πρωτοκόλλου 12817/18.5.2011 της Α' ... την υπεύθυνη δήλωση με ημερομηνία ... του πρώτου εναγομένου, την πρόσκληση με αριθμό πρωτοκόλλου 10124/... της Α' Δ.Ο.Υ, Θεσσαλονίκης την πρόσκληση με αριθμό πρωτοκόλλου ...

της Α' Δ.Ο.Υ, Θεσσαλονίκης, την έκθεση ελέγχου ΚΒΣ ΠΔ ... της Α' ... με αριθμό πρωτοκόλλου 28594/31.10.2011, την έκθεση κατάσχεσης με αριθμό 7/24.3.2008 της Α' ... την έκθεση ελεγκτικών διαπιστώσεων της Α' ... με ημερομηνία ..., τα συμβόλαια με αριθμούς ... και ... της συμβολαιογράφου ….. Α. Χ.) ουδέποτε διέμεναν στα ... επί της οδού Κύπρου αριθ. 8.

Συνεπώς, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε υπό το στοιχείο (IV), η δεύτερη εναγόμενη, που παρέλαβε την ένδικη αγωγή, δεν είχε την ιδιότητα του συνοίκου του πρώτου και της δεύτερης [σημείωση: προφανώς εκ παραδρομής αναφέρεται εσφαλμένα η δεύτερη αντί της τρίτης] των εναγομένων.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι όπως αποδεικνύεται από τις εκθέσεις επίδοσης με αριθμούς ... και ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο …… Ε. Τ., η τελευταία δεν μετέβη καν στο ..., όπου είναι σύμφωνα με την αγωγή, ο τόπος κατοικίας του πρώτου και της τρίτης των εναγομένων. Επομένως η ως άνω δικαστική επιμελήτρια έπρεπε πρώτα να μεταβεί στο ..., σύμφωνα με την σχετική παραγγελία προς επίδοση (άρθρο 123 ΚΠολΔ) και αφού δεν έβρισκε τους πρώτο και τρίτη των εναγομένων ή κάποιον σύνοικό τους κατ' άρθρο 128 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει σε θυροκόλληση της κρινόμενης αγωγής κατ' άρθρο 128 παρ.

ΚΠολΔ, γεγονός που δεν συνέβη εν προκειμένω. Άρα η επίδοση της ένδικης αγωγής ως μη σύννομη, είναι άκυρη, με άμεσο επακόλουθο τη μη διακοπή (άρθρο 261 ΑΚ) της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 946 ΑΚ. Επομένως από το χρόνο κατάρτισης των άνω συμβολαιογραφικών πράξεων (...) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της πενταετίας, όπως αυτή ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 946 ΑΚ, πενταετία η οποία συμπληρώθηκε την 9.3.2016, αφού η αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε νομοτύπως στον πρώτο και την τρίτη από τους εναγόμενους για να επέλθουν οι συνέπειες που εξαρτώνται από αυτήν (επίδοση), και ως εκ τούτου η αξίωση του ενάγοντος προς διάρρηξη των ως άνω επίδικων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών έχει υποπέσει σε παραγραφή, δεκτής γενομένης ως βάσιμης και κατ' ουσίαν της, επί του άρθρου 946 ΑΚ, ερειδόμενης γνήσιας ένστασης, που, παραδεκτώς, πρόβαλαν οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους, αφού το ενάγον δεν επικαλέσθηκε ότι συντρέχει κάποιος λόγος αναστολής ή διακοπής της παραγραφής αυτής.

Κατόπιν όλων αυτών η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της, κατά παραδοχή της αποδειχθείσας ως άνω ένστασης παραγραφής (……. ...) και να καταδικαστεί το ενάγον, λόγω της ήττας του, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγόμενων, κατά παραδοχή ως βάσιμου του νόμιμου περί τούτου αιτήματος (άρθρα 176 και 191 § 2 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το ήμισυ (άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 3639/1957), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας...".

Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ΝΠΔΔ, όπως προκύπτει από την αίτηση αναιρέσεως, ανεξαρτήτως των λοιπών αναφερομένων από αυτό [υπό ii και iii] στον πρώτο (Α') από τους λόγους αναιρέσεως - περί του ότι το δικαστήριο α) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 159 αρ. 3 ΚΠοΛΔ, καθόσον έκρινε άκυρη τη γενόμενη επίδοση προς τον πρώτο και την τρίτη των αναιρεσίβλητων χωρίς να δεχθεί βλάβη αυτών, όπως τάσσει η ως άνω διάταξη ως απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της και β) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 160 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσίβλητης προκάλεσε εν προκειμένω την όποια τυχόν ακυρότητα της γενόμενης επίδοσης προς τον πρώτο και την τρίτη των αναιρεσίβλητων - σε κάθε περίπτωση, κατ' αρχήν, πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το ότι κρίθηκαν με αυτήν ως άκυρες οι γενόμενες προς τους πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων επιδόσεις της αγωγής, ενώ ήταν έγκυρες, αναφέροντας συγκεκριμένα (βλ.

υπό i στην τελευταία παράγραφο της σελ. 10 της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως έως και την πρώτη παράγραφο της σελ. 12 αυτής) ότι: "Με τις ανωτέρω κρίσιμες παραδοχές του, ωστόσο και ειδικότερα κρίνοντας ότι η επίδοση της αγωγής μου προς τους πρώτο και τρίτη των αναιρεσίβλητων ήταν άκυρη, παραβίασε καταρχήν τις διατάξεις των άρθρων 128 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, διότι εν προκειμένω νομίμως και εγκύρως έλαβε χώρα η επίδοση της αγωγής μου προς τους πρώτο και τρίτη των αναιρεσίβλητων, καθόσον η αγωγή μου παραλήφθηκε από τη σύνοικο αυτών δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Ειδικότερα, το εκδώσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο έκρινε άκυρη τη γενομένη προς τον πρώτο και τρίτη των αναιρεσίβλητων επίδοση της - αγωγής μου, ενώ δεν συνέτρεχε καμία απολύτως πλημμέλεια που να καθιστούσε άκυρη την εν λόγω επίδοση, αφού τηρήθηκαν εν προκειμένω όλες οι ως άνω οριζόμενες στο νόμο προϋποθέσεις για το νομότυπο της επίδοσης της αγωγής μου στη σύνοικο των πρώτου και τρίτης των αναιρεσίβλητων δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεδομένου ότι στις οικείες εκθέσεις επίδοσης, βεβαιώνεται ρητά από τη διενεργήσασα την επίδοση δικαστική επιμελήτρια πως δεν βρήκε στην κατοικία τους προς ους η επίδοση πρώτο και τρίτη των αναιρεσίβλητων και ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, συγγενής αυτών, προς την οποία και επέδωσε την επίμαχη αγωγή μου, ήταν σύνοικος του πρώτου και τρίτης των αναιρεσίβλητων, όπως μάλιστα η ίδια η δεύτερη αναιρεσίβλητη δήλωσε στην ως άνω δικαστική επιμελήτρια.

Επιπλέον, δεχόμενο το εκδώσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν ήταν σύνοικος του πρώτου και της τρίτης εξ αυτών, εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 2 ΚΠολΔ και δη την έννοια της "κατοικίας" του παραλήπτη της επίδοσης, η οποία, ως ελέχθη, τυγχάνει ευρεία και περιλαμβάνει κάθε χώρο που είναι προορισμένος για μόνιμη, κατ' αρχήν, αλλά και προσωρινή διημέρευση ή διανυκτέρευση του αποδέκτη της επιδόσεως και με την έννοια αυτή δεν αποκλείεται ο παραλήπτης της επίδοσης να έχει περισσότερες κατοικίες, σε μία από τις οποίες εγκύρως επιδίδεται το έγγραφο, αφού δεν αποκλείεται εν προκειμένω ο πρώτος και η τρίτη των αναιρεσίβλητων να είχαν περισσότερες κατοικίες, μεταξύ των οποίων και εκείνη που βρισκόταν στη διεύθυνση που ανηύρε τη δεύτερη αναιρεσίβλητη η διενεργήσασα την επίδοση δικαστική επιμελήτρια.

Τέλος, το γεγονός ότι η διενεργήσασα την επίδοση δικαστική επιμελήτρια δεν μετέβη στον αναγραφόμενο στο δικόγραφο της αγωγής μου τόπο κατοικίας του πρώτου και της τρίτης των αναιρεσίβλητων ουδεμία έννομη επιρροή ασκούσε εν προκειμένω επί του κύρους της γενόμενης προς αυτούς επίδοσης, αφού η αναγραφόμενη στο δικόγραφο της αγωγής μου διεύθυνση του πρώτου και της τρίτης των αναιρεσίβλητων δεν δέσμευε τη διενεργήσασα την επίδοση δικαστική επιμελήτρια, η οποία, ασφαλώς κατόπιν έρευνας διαπίστωσε ότι ο πρώτος και η τρίτη των αναιρεσίβλητων δεν κατοικούσαν στην αναγραφόμενη διεύθυνση, αλλά σε άλλη διεύθυνση και δη στη διεύθυνση όπου ανηύρε τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, στην οποία και επέδωσε την επίμαχη αγωγή μου, ως σύνοικο του πρώτου και της τρίτης των αναιρεσίβλητων.

Επομένως, ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων καθίσταται φανερό ότι εν προκειμένω έλαβε χώρα νόμιμη και έγκυρη επίδοση της αγωγής μου προς τον πρώτο και την τρίτη των αναιρεσίβλητων, αφού συνέτρεχαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία του κύρους της γενόμενης προς αυτούς επίδοσης της αγωγής μου το δε εκδώσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, κρίνοντας περί του αντιθέτου, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και εξ αυτού του λόγου η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της".

Αναφορικά με το εριζόμενο ζήτημα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (... Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... - τακτικής διαδικασίας) αποφάσεως και της υπ' αριθμ. ... εκθέσεως επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου ... - ... με έδρα το Πρωτοδικείο ….. Ε. Τ., η οποία αποτελεί επίσης διαδικαστικό έγγραφο της δίκης αφ' ενός μεν, κατά τα γενόμενα δεκτά με την ως άνω απόφαση (βλ.

πίσω πλευρά 5ου φύλλου αυτής) "Πλην όμως αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη, που παρέλαβε την ένδικη αγωγή, δεν ήταν σύνοικος με τον πρώτο και την τρίτη των εναγομένων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 128 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή (δεύτερη εναγομένη) κατοικεί στην οδό ... στα ..., όπου και την ανεύρε η δικαστική επιμελήτρια και της επέδωσε τα σχετικά δικόγραφα", αφ' ετέρου δε, στην πίσω πλευρά της ως αμέσως ανωτέρω εκθέσεως επιδόσεως, αναφέρεται ότι "Και αφού βρήκα την προς ην η επίδοση στα ...

και στην οδό ..., επέδωκα σ' αυτήν την παρούσα, η οποία αφού την παρέλαβε συνυπέγραψε μαζί μου. Και όπως η ίδια μου εδήλωσε στην οδό ... διαμένει η μητέρα της". Σημειωτέον δε ότι, για τις αντίστοιχες εκθέσεις επιδόσεως προς τους πρώτο και τρίτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, όπως και παραπάνω αναφέρεται, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκαν αυτές για να επισκοπηθούν) εκτίθεται ότι, "Στην έκθεση επίδοσης με αριθμό ...

βεβαιώνεται από την ως άνω δικαστική επιμελήτρια ότι: "Και αφού πήγα στην ενταύθα κατοικία του προς όν η επίδοση (δηλ. του πρώτου εναγομένου) στην οδό ... στα ..., όπου διαμένει προσωρινά δεν βρήκα εκεί τον ίδιο, επέδωκα την παρούσα στην σύνοικο αδερφή του ονόματι Τ. Γ., κάτοικο ... όπως η ίδια μου εδήλωσε η οποία αφού παρέλαβε την παρούσα συνυπέγραψε μαζί μου".

Εξάλλου, στην έκθεση επίδοσης με αριθμό ... βεβαιώνεται από την ως άνω δικ. επιμελήτρια ότι: "Και αφού πήγα στην ενταύθα κατοικία της προς ήν η επίδοση (δηλ. την τρίτη εναγομένη) και δεν βρήκα την ίδια εκεί, επέδωκα την παρούσα στην σύνοικο κόρη της ονόματι Τ. Γ., κάτοικο ..., όπως η ίδια μου εδήλωσε, η οποία αφού παρέλαβε την παρούσα συνυπέγραψε μαζί μου".

Με βάση τα προκύπτοντα ανωτέρω, η επίδοση της αγωγής ως προς όλους τους εναγομένους δεν έγινε στην οδό ..., όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αλλά στην οδό ... [σημειουμένου ότι, στην πρώτη σελίδα τής - αναφορικά με την δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη - εκθέσεως (υπ'αριθμ....) επιδόσεως, η αναγραφόμενη διεύθυνση, ..., αφορά στα προσυμπληρωμένα στοιχεία αυτής, ενώ από το χειρόγραφο κείμενο τής πίσω πλευράς της προκύπτει αναμφίβολα ότι η επίδοση έγινε στην οδό ...].

Δηλαδή, η παραδοχή από το ως άνω δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι η δεύτερη εναγόμενη (που παρέλαβε όλες τις αγωγές), δεν είναι σύνοικος των λοιπών συνεναγομένων της και ήδη αναιρεσιβλήτων, έγινε επί της μόνης αυτής εσφαλμένης προϋποθέσεως (περί επιδόσεως - προς όλους - της αγωγής στην οδό ..., όπου εφέρετο αυτή - δεύτερη εναγόμενη - κατά το δικόγραφο της αγωγής ότι κατοικεί).

Λαμβανομένων, όμως, υπόψη ότι α) οι ανωτέρω συνεναγόμενοι είναι στενοί συγγενείς [τέκνα (αδελφός και αδελφή) και μητέρα αυτών] και δεν αμφισβητήθηκε ότι στην οδό ... (όπου εγένετο, κατά τα ανωτέρω προκύψαντα, η επίδοση της αγωγής ως προς όλους τους εναγόμενους) είναι η κατοικία των πρώτου και τρίτης των εναγομένων (ανεξαρτήτως της αλυσιτελούς επάλληλης σκέψης, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περί του ότι, κατά το δικόγραφο της αγωγής, ο πρώτος και τρίτη των εναγομένων φέρονται ως κάτοικοι Πρόσβορου ...

και θα έπρεπε πρώτα εκεί να αναζητηθούν - ενώ οι ίδιοι στο δικόγραφο των προτάσεών τους προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., όπως προκύπτει από την επισκόπησή του, αναφέρουν προεισαγωγικώς ότι η κατοικία τους είναι στην οδό ...), β) ότι και η δεύτερη εναγόμενη στην τελευταία αυτή διεύθυνση [... - ανεξαρτήτως της αρχικώς φερομένης ως διευθύνσεως κατοικίας της στην οδό ...] βρέθηκε (χωρίς να είναι άλλο πρόσωπο μαζί της από τα συνεναγόμενα με αυτήν και χωρίς να ανταποδειχθεί ότι δεν προοριζόταν η κατοικία αυτή για διημέρευση και αυτής, ανεξαρτήτως του εάν διέθετε και άλλη κατοικία), γ) χωρίς να έχει καθοριστική σημασία ότι στην έκθεση επιδόσεως που την αφορούσε (δεύτερη εναγόμενη), η ίδια μεν, εν κατακλείδι, δήλωσε πως "στην οδό ...

διαμένει η μητέρα της", αλλά η δήλωσή της αυτή αφορά σε ένα πραγματικό γεγονός που δεν αποκλείει ότι διαμένει μαζί με την μητέρα της και η ίδια, όπως και ο αδελφός της - που ως προς αυτόν δεν αμφισβητήθηκε, ανεξαρτήτως του ότι δεν αναφέρθηκε στην ως ανωτέρω ... έκθεση επίδοσης ότι και αυτός διαμένει στην οδό ...

μαζί με την μητέρα του - και δ) ότι στην τελευταία αυτή διεύθυνση παρέλαβε την αγωγή, όχι μόνο για τον εαυτό της αλλά και ως προς τους ανωτέρω - πρώτη και τρίτη των εναγομένων - δηλώσασα και υπογράψασα, στις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως που τους αφορούσαν, ως σύνοικος αυτών, από όλα τα ανωτέρω στοιχεία δεν θεμελιώνεται ότι ακύρως έλαβε χώρα η επίδοση ως προς τους πρώτο και τρίτη των εναγόμενων και ήδη αναιρεσιβλήτων (στην οδό ...), δεδομένου ότι, όπως προαναφέρεται, εκεί ευρέθησαν ως κατοικούντες (διαμένοντες στη συγκεκριμένη διεύθυνση) και, κατά την σχετική δήλωσή της, επί των προσβληθεισών ως ακύρων (υπ'αριθμ....

και ...) εκθέσεων επιδόσεως, εκεί ήταν σύνοικός τους η δεύτερη εναγόμενη, όπου και τους επιδόθηκε η αγωγή. Επομένως, με τις αντίθετες παραδοχές του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ... με την ως ανωτέρω (...) τελεσίδικη απόφασή του (τακτικής διαδικασίας), υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ (κήρυξη απαραδέκτου και ακυρότητας παρά το νόμο), όπως βάσιμα διατείνεται το αναιρεσείον και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο προαναφερόμενος υπό στοιχείο Α' λόγος αναιρέσεως, που ως συνέπεια (λόγω της εμβέλειάς του) έχει την αναίρεση αυτής στο σύνολό της (δηλαδή και ως προς το ότι, παρά το νόμο - αναφορικά με την κριθείσα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακυρότητα των επιδόσεων - έγινε, περαιτέρω, δεκτή η προβληθείσα ένσταση παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου).

Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι το αναιρεσείον υπήγαγε τους υπό Β' σχετικούς λόγους αναιρέσεως στο άρθρο 559 αριθμ. 1, αφού [κατά το σκέλος τους που αυτοί, ειδικότερα - όπως σαφώς προκύπτει από την εκτίμηση του δικογράφου της αναιρέσεως - στοιχειοθετούνται επί της προβαλλομένης αιτιάσεως περί της παραβιάσεως των αμιγώς δικονομικών διατάξεων του άρθρου 128 ΚΠολΔ] ερείδονται ως προς το ζήτημα της γενομένης δεκτής ενστάσεως παραγραφής στον υπό Α' λόγο αναιρέσεως και εν όψει του ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παρότι η παραγραφή και η διακοπή της προβλέπονται από το ουσιαστικό δίκαιο, η εγκυρότητα ή μη της επίδοσης της αγωγής που διακόπτει την παραγραφή κρίνεται αναγκαίως κατά το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1578/2022).

Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ.. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτού, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176,183,191 παρ 2 ΚΠοΛΔ και 22 παρ 1 ν.3693/1957), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση (τακτικής διαδικασίας) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... .

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, παραπάνω, δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ