Legislator Case Law & Legislation
2047/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to res judicata barring re-examination of settled insurance contract dispute.

Case Number 2047/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding an insurance contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider relevant facts and violated public order, but the court found these arguments inadmissible. The decision relied on the principle of res judicata established by a prior final ruling, which precluded the court from re-examining the merits of the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 332 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata established by a final, non-appealable decision bars the court from re-examining the same matter, rendering appeal arguments based on such a decision inadmissible.

Keywords

AI generated
res judicata final judgment insurance contract appeal admissibility Code of Civil Procedure non-appealable decision court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 1, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 332 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 189 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 9 paragraph 6 of Law 3226/2004
Article 895/2018, 724/2017, 2069/2013, 1403/2012 of the Supreme Court

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2047 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2047/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευφροσύνης Γκρανιά και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ... με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δ. Π. και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2009 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ….. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5831/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5383/2019 του Τριμελούς Εφετείου …... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/1/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την 02.01.2021 και με αριθ. κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 5383/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 14.6.2012 έφεση του καθολικού διαδόχου της αρχικής ενάγουσας - αναιρεσείοντος - κατά της υπ' αριθμ. 5831/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 30.30.2009 αγωγή της δικαιοπαρόχου του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), εν όψει του ότι παράβολο για την άσκηση της αναίρεσης δεν κατατέθηκε, διότι ο αναιρεσείων απολαύει νομικής βοήθειας με την υπ' αριθμ. 442/2019 πράξη του Προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του Εφετείου Αθηνών.

Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο - το οποίο, κατ' άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι -δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες, και κατ' άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση (ΑΠ 728/1996 ΑΠ 981/1993, ΑΠ 1019/1993).

Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α)το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1137/2006).

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ' αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ' αυτό (ΑΠ 298/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα (ΑΠ 1287/2003, ΑΠ 1425/1999), ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης (ΑΠ 1401/2004) δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ' αυτήν έννομη συνέπεια.

Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερος δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (Ολ ΑΠ 10/2002, ΑΠ 1394/2008), όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ' αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ Ολ 34/1992, ΑΠ 759/2006).

Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση (ΑΠ 1832/2001, ΑΠ 190/2000) ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής (ΑΠ 226/2001), αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης.

Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 386/2000, ΑΠ 1174/1999, ΑΠ 839/1999, ΑΠ 331/1999). Το δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 ΚΠολΔ).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι "... η από ... (αρ. εκ. κατ. 58274/3997/2009) αγωγή της αρχικής ενάγουσας Κ. Σ., τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω δεσμευτικού δεδικασμένου, που απορρέει από την με αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Τούτο διότι υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και αντικειμένου διαφοράς και ταυτότητα ιστορικής αιτίας, κατ' άρθρο 324 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκροτούσαν την ιστορική βάση της από 16.06.2006 (αρ. καταθ. 262/2006) αγωγής στηρίζουν και την ένδικη αγωγή, υφίσταται δε και ταυτότητα νομικής αιτίας, και την ένδικη αγωγή, υφίσταται δε και ταυτότητα νομικής αιτίας, δεδομένου ότι η από 16.06.2006 (αρ.

καταθ. 262/2006) αγωγή και η υπό κρίση αγωγή θεμελιώνονται στον ίδιο νομικό κανόνα που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα Κ. Σ. τόσο με την από 16.06.2006 (αρ. εκ. κατ. 262/2006) αγωγή της, όσο και με την από ... (αρ. εκ. κατ. 58274/3997/2009) υπό κρίση αγωγή της κατά της εναγομένης ... με την επωνυμία "...", ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία σκοπίμως διέκοψε την αποστολή ειδοποιητηρίων για τις ημερομηνίες πληρωμής των ασφαλίστρων, από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2004, προκειμένου η ενάγουσα να καταστεί υπερήμερη, ως προς την καταβολή των ασφαλίστρων.

Ότι εξ' αυτού του λόγου, η ενάγουσα αναγκάστηκε να προβεί σε καταβολές των ασφαλίστρων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ότι η εναγομένη παρανόμως θεώρησε την ενάγουσα υπερήμερη και κατήγγειλε την ασφαλιστική σύμβαση, καταγγελία η οποία είναι παράνομη και δεν επέφερε τη λύση της ως άνω σύμβασης ασφάλισης και την ακύρωση του ως άνω συμβολαίου.

Συνεπώς, το νομικό και ουσιαστικό ζήτημα (δικαίωμα), το οποίο απετέλεσε αντικείμενο της δίκης για το οποίο υποβλήθηκε αίτηση παροχής έννομης προστασίας, με την από 16.06.2006 (αρ. εκ. κατ. 262/2006) αγωγή, ερευνήθηκε και κρίθηκε τελεσιδίκως με την με αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία άλλωστε κατέστη αμετάκλητη δυνάμει της με αριθμ 258/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου, ήτοι ότι η καταγγελία της εν λόγω σύμβασης ασφαλίσεως, τυγχάνει νόμιμη και επέφερε τη λύσης αυτής και συνεπώς η ενάγουσα δεν δικαιούται να ζητήσει από την εναγομένη εταιρεία ασφάλισμα για ιατρικές εξετάσεις και επισκέψεις ιατρών, που έλαβαν χώρα μετά την καταγγελία και την λύση της ως άνω συμβάσεως ασφαλίσεως, ταυτίζεται με το νομικό και ουσιαστικό ζήτημα (δικαίωμα), που εισάγεται προς κρίση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με την υπό κρίση από ... (αρ, εκ. κατ, 58274/3997/2009) αγωγή, ήτοι τη νομιμότητα ή μη της ίδιας καταγγελίας της ίδιας σύμβασης ασφαλίσεως για την ίδια αιτία και συνακόλουθα το εκ της ασφαλιστικής σύμβασης δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει από την εναγομένη εταιρεία ασφάλισμα για τις μεταγενέστερες της καταγγελίας, επικαλούμενες στο αγωγικό δικόγραφο ιατρικές εξετάσεις και επισκέψεις ιατρών". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 871/2018, 86/2018) ή χαρακτηρίζονται και ως αλυσιτελείς όταν, ανεξαρτήτως αν αληθεύουν ή όχι, δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν δηλ. δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 531/2018, 1188/2018, 696/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 482/2022), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

α' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται, όταν λαμβάνεται υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στο άρθρο 339 ιδίου Κώδικα, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσης της υπόθεσης, ενόψει και των περιορισμών των άρθρων 393-394 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1298/1990) ή προβλέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ346/2013).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ ΑΠ 861/1984).

Επομένως, ο λόγος αυτός, που είναι λόγος ουσιαστικός, συμπληρωματικός του λόγου από τον αριθμό 1 του ανωτέρω άρθρου, ιδρύεται μόνο αν παραβιάστηκε εκ πλαγίου κανόνας ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1324/2010, ΑΠ 115/2011).

Ο από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ. Πολ. Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δικής ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ. Πολ. Δ., δηλαδή θεωρούνται οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 486/2017). Για την στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο είτε να έχει δεχθεί τέτοιο ισχυρισμό χωρίς καθόλου απόδειξη, είτε να μην εκθέτει έστω και γενικά, στην απόφασή του, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για την βασιμότητά του, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά(ΑΠ 251/2019). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της παραβίασης των αρ. 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι "προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο εσφαλμένως απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους έφεσης" αιτιολογώντας στη συνέχεια τις πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καταλήγοντας ότι το δικάσαν δικαστήριο "εσφαλμένα ερμήνευσε το σύνολο του προσκομιζόμενου αποδεικτικού υλικού με την παραδοχή του ότι [...] το άνω επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο έχει καταγγελθεί νόμιμα από την αντίδικο ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία ήδη από τον Μάϊο του έτους 2005 λόγω μη προσήκουσας καταβολής των ασφαλίστρων από τη θανούσα μητέρα μου [...]".

Επί πλέον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται "δεν εκτιμήθηκε ορθά η αλληλογραφία της αντιδίκου με την επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, συνεπώς ουδέποτε η αντίδικος κατήγγειλε την μεταξύ της μητέρας μου και της ιδίας ασφαλιστική σύμβαση". Τέλος αναφέρει ότι "το δικάσαν Δικαστήριο θα έπρεπε να εκτιμήσει αυτά τα νέα αποδεικτικά στοιχεία, από την αρχή, κρίνοντας ότι επιπλέον έχουμε ένα νέο ιστορικό που ανατρέπει τα ως τώρα δεδομένα", και ότι από την εξέταση λοιπόν του αποδεικτικού υλικού προκύπτουν συμπεράσματα, τα οποία δεν εκτίμησε ορθά η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ( στην ουσία δεν τα εξέτασε καν, με την παραδοχή Της περί δεδικασμένου), τα οποία συνηγορούν στην προσήκουσα καταβολή από την μητέρα μου των ασφαλίστρων, στην είσπραξη αυτών από την αντίδικο και μάλιστα (2) φορές, την δεύτερη δε μετά την τάχα "οριστική καταγγελία" του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου από την αντίδικο".

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δικάσαν Εφετείο "εσφαλμένα με αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες στο σκεπτικό της απόφασης θεώρησε ότι η μεταξύ της μητέρας μου και της αντιδίκου ασφαλιστική σύμβαση είχε καταγγελθεί νόμιμα τον Μάϊο του έτους 2005 λόγω μη προσήκουσας καταβολής ασφαλίστρων.

Η μόνη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται όχι στα προσαγόμενα και επικαλούμενα έγγραφα της υπό δίκη έφεσης, αλλά σε έτερες δικαστικές αποφάσεις. Ουδεμία αναφορά κάνει όμως η προσβαλλόμενη απόφαση για την αιτία που δεν αξιολογεί ως κρίσιμα για την ευδοκίμηση των λόγων έφεσής μου, τα νέα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισα και αποδεικνύουν την εν τοι πράγμασι αποδοχή από την αντίδικό μου τρόπου καταβολής των ασφαλίστρων [...]", και ότι τα "ανωτέρω πραγματικά γεγονότα, που δυστυχώς δεν λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση αποδεικνύουν την μη σε κάθε περίπτωση νόμιμη καταγγελία από την αντίδικο της ασφαλιστικής σύμβασης".

Επιπρόσθετα αναφέρει ότι " η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει ελλιπή αιτιολογία, σε κρίσιμα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού δεν κάμει καμία αξιολογική κρίση σε σχέση με την παραδοχή της, ότι η ασφαλιστική σύμβαση έχει νομίμως καταγγελθεί, αναφερόμενη και μόνο στο διατακτικό άλλων δικαστικών αποφάσεων, (αυτή αποτελεί και μοναδική αιτιολογία της προσβαλλόμενης ) αλλά και μην κάνοντας καμία αναφορά στα αποδεικτικά στοιχεία που εγώ επικαλέστηκα και προσκόμισα προς υποστήριξη των λόγων έφεσής μου".

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο "με το να κρίνει ότι είναι νόμιμος ο σκοπός της αναιρεσίβλητης η οποία δια των αρμοδίων οργάνων της α) αίφνης και προφανώς παράνομα σταμάτησε την αποστολή στη θανούσα μητέρα μου των ειδοποιητηρίων πληρωμής των ασφαλίστρων, έτσι ώστε να δημιουργήσει ασάφεια στη διαδικασία καταβολής τους λειτουργούσα προφανώς παράνομα, κακόπιστα, αντισυμβατικά και εν τέλει άδικα και β) παράνομα και αντισυμβατικά σταμάτησε να εισπράττει τα καταβαλλόμενα από τη μητέρα μου ασφάλιστρα δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο, καθόσον η συμπεριφορά αποτελεί αδικοπραξία συρρέουσα με την αντισυμβατική συμπεριφορά της ανιαρεσίβλητης", και ότι " η συμπεριφορά λοιπόν της αναιρεσίβλητης αντίκειται στη δημόσια τάξη και στην ασφάλεια που πρέπει να υπάρχει στις συναλλαγές, Γιατί δεν έπληξε μόνο εμένα και με την άνω ιδιότητα μου, αλλά προσέβαλε κανόνες και θεσμούς του Ελληνικού κράτους, διατάξεις του Αστικού κώδικα (914, 932), αλλά και του Συντάγματος (2,4,5,12,25) και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (9,10,11)." Τέλος με τον τέταρτο (αφανή) λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη καθόσον έκρινε ότι ένδικη αγωγή και η έφεσή του είναι απορριπτέες ως μη νόμιμες και ουσία αβάσιμες.

Όλοι, όμως, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένες προϋποθέσεις και αλυσιτελείς, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αυτή απέρριψε την ως άνω αγωγή ως απαράδεκτη χωρίς να εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς, βασιζόμενη στο δεδικασμένο της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., που είχε κρίνει ότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση έχει λυθεί λόγω καταγγελίας της από την νυν αναιρεσίβλητη και το έλαβε στη συνέχεια υπόψη της αυτεπάγγελτα, προκειμένου να απορρίψει την ως άνω ένδικη αγωγή, η οποία αφορούσε απαιτήσεις της μητρός του αναιρεσείοντος για μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα απορρέουσες από την ως άνω καταγγελθείσα ασφαλιστική σύμβαση.

Συνεπώς οι ως άνω λόγοι δεν θα μπορούσαν να επιδράσουν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), διότι μπορεί μεν αυτός να απολαύει νομικής βοήθειας με βάση την υπ' αριθμ. 38/2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, ωστόσο η νομική βοήθεια δεν αίρει την υποχρέωση του διαδίκου να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα που επιδικάζονται στον αντίδικό του (άρθρο 9 παρ. 6 ν. 3226/2004), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Η είσπραξη όμως αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος πενίας ή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (ΑΠ 895/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 2069/2013, ΑΠ 1403/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 02.01.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5383/2019 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ