Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding inheritance and business transfer disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the final judgment of the Single Court of Appeal in Larissa. The appellants argued that the appellate court erred in accepting facts without evidence regarding the parallel operation of two businesses, which was crucial for establishing the transfer of the business. The court rejected this claim, stating that the appellate court reached its conclusion based on a comprehensive evaluation of all submitted evidence rather than arbitrary assumptions. Consequently, the appeal was found inadmissible as it challenged a final, unreviewable substantive decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 10 and 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a final judgment on the basis of arbitrary fact-finding is inadmissible if the lower court's conclusion was reached through a reasoned evaluation of all evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2039 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2039/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β., χήρας Χ. Σ., το γένος Κ. Γ., κατοίκου ..., 2) Α. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 3) Α. Σ. του Χ., κατοίκου ... και 4) Κ. Σ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Γιαμάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Β., κατοίκου ... και 2) Β. Κ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-12-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 15-12-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ.23/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ.158/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που είχε απορρίψει την από 30.5.2017 αγωγή τους. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, με την από 30.5.2017 αγωγή τους που έστρεψαν κατά των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, ισχυρίστηκαν ότι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Χ.
Σ., ο οποίος απεβίωσε στα Τρίκαλα στις 20.12.2015 και οποίος διατηρούσε απαίτηση κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, συνολικού ποσού 64.508,22 ευρώ, από την έκδοση δύο μεταχρονολογημένων επιταγών λόγω παράδοσης ζωντανών χοίρων. Ότι με βάση τις επιταγές αυτές, οι οποίες δεν πληρώθηκαν, εκδόθηκαν σε βάρος του οι ...
και ... διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, οι οποίες κατέστησαν τελεσίδικες. Ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ήταν κρεοπώλης και διατηρούσε κρεοπωλείο στη δημοτική αγορά … και το έτος 2012 μεταβίβασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο-γιό του την επιχείρηση κρεοπωλείου για να μην πληρώσει τους δανειστές του.
Ότι ο πρώτος αναιρεσίβητος συνέχισε στο όνομά του τη λειτουργία της ίδιας επιχείρησης του πατέρα του, στο ίδιο ακριβώς σημείο, με το ίδιο αντικείμενο και σκοπό, κρατώντας την ταυτότητα της προηγούμενης επιχείρησης, την ίδια επωνυμία και φήμη. Ότι ο πρώτος αναιρεσίβητος γνώριζε ότι η μεταβίβαση αφορά το σύνολο της επιχείρησης και το λόγο μεταβίβασης.
Ότι η επιχείρηση αυτή αποτελούσε κατά το χρόνο της μεταβίβασης το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, διότι η υπόλοιπη περιουσία του ήταν πολλαπλώς βεβαρυμμένη και είχε πωληθεί δια πλειστηριασμού το 2008. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι έγινε μεταβίβαση επιχείρησης από τον δεύτερο στον πρώτο και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να τους καταβάλουν το ποσό των 64.508,22 ευρώ διαιρετώς.
Με την υπ'αριθμ. 158/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου (τελεσίδικες διαταγές πληρωμής σε βάρος του) και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 23-10-2018 και με αριθμό κατάθεσης 147/2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 23/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που την απέρριψε κατ'ουσία και ως προς τους δύο αναιρεσιβλήτους, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε μεταβίβαση επιχείρησης και αντικατέστησε εν μέρει την αιτιολογία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
3. Με τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει ...", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 του ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.
Για τη δημιουργία, όμως, της σωρευτικής αυτής αναδοχής, απαιτείται να περιλαμβάνει η μεταβίβαση ένα προς ένα όλα τα στοιχεία, που συνιστούν το ενεργητικό της περιουσίας, έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτή αντικείμενα ασήμαντης αξίας. Επί μεταβιβάσεως μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής.
Επιπλέον, πρέπει να τελούσε εν γνώσει ο αποκτών, ότι του μεταβιβάστηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της (ΑΠ 451/2012).
Περαιτέρω, επιχείρηση (ως αντικείμενο δικαίου), αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών (εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα), πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά, στην οποία δραστηριοποιείται (πελατεία, φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες), το οποίο (σύνολο) τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα που ανήκει σε ορισμένο φορέα. 'Ετσι η επιχείρηση συνιστά αναμφίβολα μία οικονομική ενότητα, που οργανώνεται στη βάση μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν προϊόν της διανοίας του επιχειρηματία.
Με την έννοια αυτή η επιχείρηση συνιστά αυτή καθαυτή άυλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ' ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άυλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένα από τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία σήμα, διακριτικά γνωρίσματα (ΟλΑΠ 7/2009,ΑΠ 533/2021).
Οι πιο πάνω ρυθμίσεις ισχύουν και όταν ολόκληρη η περιουσία ή επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά με την προϋπόθεση όμως, στην τελευταία περίπτωση, οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη διατύπωση, να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση, όπως και όταν δεν μεταβιβάζεται στον αποκτώντα η επιχείρηση ως προς όλα τα επί μέρους στοιχεία της, αλλά ως προς ορισμένα, τα οποία όμως συνθέτουν τον πυρήνα που είναι αναγκαίος ώστε να είναι δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της (ΑΠ 1179/2020, ΑΠ 1995/2014, ΑΠ1039/2010).
Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν εφαρμόζονται όταν το σύνολο περιουσίας ή επιχειρήσεως μεταβιβάζεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν εκείνοι που αποκτούν γνωρίζουν αυτό, ότι δηλαδή οι πλείονες συμβάσεις έγιναν με τον αυτό σκοπό της μεταβίβασης της περιουσίας, οπότε η ευθύνη καθενός από αυτούς περιορίζεται ανάλογα με το τμήμα της περιουσίας που αποκτούν.
Ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσεως, είτε εκ συμβάσεως είτε εξ αδικοπραξίας (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, με την έννοια δε αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά τον χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, η οποία υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.
Για την ευθύνη του αποκτώντος δεν απαιτείται να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωρισθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή μέχρι του χρόνου της μεταβίβασης. Επομένως, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα".
Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα"), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015).
Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ.
επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.) (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1850/2006).
Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θ' αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών.
Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο φορέα ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο φορέα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (ΑΠ 444/2019).
Η αγωγή του δανειστή, με έρεισμα την ύπαρξη συμβάσεως περί μεταβιβάσεως περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει α) την ύπαρξη τέτοιας συμβάσεως, β) τις κατά του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση μεταβιβάσεως μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων που εξαντλούν την περιουσία ή αποτελούν το πλέον σημαντικό τμήμα αυτής, το γεγονός ότι εκείνος που απέκτησε γνώριζε αυτό ή ήταν σε θέση να το γνωρίζει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών (ΑΠ 533/2021, ΑΠ 451/2012, ΑΠ 1039/2010, ΑΠ 909/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992,ΑΠ 1693/2018, ΑΠ 681/2014). 4.Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο Χ.
Σ. του Δ., σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών εναγόντων (αναιρεσειόντων), διατηρούσε μέχρι το έτος 2007 μονάδα εκτροφής χοίρων στην πόλη των …. Ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσίβητος) ήταν κρεοπώλης και διατηρούσε κρεοπωλείο στη δημοτική αγορά της πόλης των …. Συγκεκριμένα είχε συστήσει ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...", με αντικείμενο δραστηριότητας την πώληση κρεάτων, η οποία από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2006 διατηρούσε ισόγειο κατάστημα επί της δημοτικής αγοράς … με αριθ.
…, εμβαδού 32 τ.μ., καθώς και ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "...", με ίδιο αντικείμενο δραστηριότητας, η οποία από το μήνα Ιούνιο του έτους 1998 διατηρούσε ισόγειο κατάστημα επί της δημοτικής αγοράς … με αριθ. ..., στη χρήση των οποίων παρέμεινε έως την 7.11.2017, οπότε και ο Δήμος Τρικκαίων με τις με αριθμό ... και .../7.11.2017 αποφάσεις του έλαβε απόφαση περί έκδοσης πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής κατά του Β.
Κ., λόγω αυθαίρετης κατάληψης των με αριθμ. … και … ισόγειων καταστημάτων της δημοτικής αγοράς. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους, ο τελευταίος εξέδωσε εις διαταγήν του Χ. Σ. επτά μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού 34.128 ευρώ, οι οποίες αν και εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων.
Εν συνεχεία με βάση τις ανωτέρω επιταγές εκδόθηκαν οι με αριθμό ... και ... διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων... οι διαταγές πληρωμής κατέστησαν τελεσίδικες. Ο Χ. Σ. του Δ., απεβίωσε στα Τρίκαλα στις 22.12.2015 ...χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας κατά το χρόνο του θανάτου του ως μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους ενάγοντες και δη την πρώτη ενάγουσα-σύζυγό του σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των εναγόντων-τέκνα του σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστο εξ αυτών.
Οι ενάγοντες..., αποδέχθηκαν την κληρονομιαία περιουσία..., υπεισερχόμενοι σε όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του κληρονομούμενου συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα, μεταξύ των οποίων και οι απαιτήσεις από τις ανωτέρω διαταγές πληρωμής. Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκε ότι, την 3.11.2011, ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσίβλητος) και υιός του δευτέρου εναγόμενου, προέβη σε έναρξη εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία, με έδρα την ..., με κύρια δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο κρέατος και προϊόντων κρέατος και με δευτερεύουσα το χονδρικό εμπόριο ζώντων ζώων.
Για το λόγο αυτό, με το από 1-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, μίσθωσε ένα ισόγειο κατάστημα-ενιαίο χώρο, εμβαδού 136 τ.μ. περίπου, καθώς και μία αποθήκη επίσης 136 τ.μ. περίπου, τα οποία συνενώθηκαν με ένα διάδρομο και αποτέλεσαν έτσι ενιαίο χώρο, εντός δε της αποθήκης βρίσκονται τρεις (3) ψυκτικοί θάλαμοι, εμβαδού 15 τ.μ.
έκαστος. Το άνω μίσθιο κατάστημα θα χρησιμοποιούνταν ως εργαστήριο επεξεργασίας κρεάτων και τροφίμων εν γένει. Στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος επέκτεινε την δραστηριότητα του συστήνοντας υποκατάστημα επί της διασταύρωσης των οδών ... και ... στην πόλη των …. Προς τούτο, με το από 13-9-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, μίσθωσε ένα ισόγειο κατάστημα-ενιαίο χώρο εμβαδού 105 τ.μ., καθώς και μία αποθήκη 30 τ.μ., με υπόγειο και πατάρι.
Επίσης, με το από 25-7-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης επιχείρησης, του μεταβιβάστηκαν τα πάγια του καταστήματος - κινητά της επιχείρησης και η άυλη εμπορική αξία, με την επωνυμία "..." ως καταστήματος κρεοπωλείου, όπως αυτά αναλυτικά περιγράφονται στα αναφερόμενα στο συμφωνητικό τιμολόγια, έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος ποσού 45.000 ευρώ.
Ακολούθως, την 1-12-2012 ο πρώτος εναγόμενος μίσθωσε από την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", δυνάμει του με ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, έναν ψυκτικό θάλαμο εμβαδού 47τ.μ. περίπου με προθάλαμο εμβαδού 21 τ.μ. περίπου, μετά του απαραίτητου για τη λειτουργία αυτών μηχανολογικού εξοπλισμού, που βρίσκονται στο 7° χλμ.
της οδού ..., με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως αποθηκευτικός χώρος κρεάτων ή άλλων εμπορευμάτων της επιχείρησής του. Εν συνεχεία, ο πρώτος εναγόμενος επέκτεινε την δραστηριότητά του συστήνοντας και δεύτερο υποκατάστημα στη δημοτική αγορά των … με αντικείμενο πλέον της επιχείρησης και το λιανικό εμπόριο προϊόντων κρέατος.
Εξ αυτού δε προέβη και σε μεταβολή εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία στις 24-1-2013 προς την αρμόδια οικονομική υπηρεσία …. Προς τούτο, με το από 02-09-13 συμφωνητικό μίσθωσης, μίσθωσε το με αριθ. … δημοτικό κατάστημα της δημοτικής αγοράς επί της οδού ... εμβαδού 16 τ.μ,. Το εν λόγω κατάστημα πριν την εκμίσθωσή του στον πρώτο εναγόμενο, ήταν μισθωμένο από το Δήμο Τρικκαίων στους Π.
Δ. και Π. Ε., δυνάμει του από 24-7-2006 συμφωνητικού μεταβίβασης μίσθωσης. Ωστόσο σε προγενέστερο χρόνο της εκμίσθωσης του με αριθμό … δημοτικού καταστήματος της δημοτικής αγοράς, με δημοσιεύσεις στον τύπο με ημερομηνία αυτών 12-4-2012, διαφημίζει το δημοτικό κατάστημα επί της δημοτικής αγοράς επί της οδού ... ως "...", στις 20-9-2012 φέρει ως πρώτο κατάστημα αυτό επί της δημοτικής αγοράς Τρικάλων και ως δεύτερο και νέο αυτό επί ...
και ... και στην αναζήτηση στο διαδικτυακό τόπο 11888 εμφανίζεται κατάστημα του Β. Κ. στη δημοτική αγορά … με αριθμ. τηλεφώνου .... Τα δημοτικά καταστήματα με αριθμό …, … και … της δημοτικής αγοράς Τρικάλων βρίσκονται σε διαδοχικές χωροταξικές θέσεις και τα με αριθμό … και … δημοτικά καταστήματα έχουν συνενωθεί με κατεδάφιση του ενδιάμεσου τοίχου, κατόπιν συναινέσεως του Δήμου Τρικκαίων με την με αριθμό 376/2006 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου και όχι το με αριθμό … και … σύμφωνα με την με αριθμ.
πρωτοκ. .../11-1-2019 απάντησης του τμήματος εσόδων του Δήμου Τρικκαίων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι (αναιρεσίβλητοι) με την από 31-10-2019 προσθήκη αντίκρουση για την αντίκρουση του ισχυρισμού των εκκαλούντων (αναιρεσειόντων), που περιέχεται στις προτάσεις τους και δη της με αριθμ. πρωτοκ. .../27-3-2018 απάντησης του τμήματος εσόδων του Δήμου Τρικκαίων.
Στις 9-10-2017 εκδίδονται φορολογικές αποδείξεις τόσο από κεντρικό κατάστημα του πρώτου εναγομένου επί της οδού ... στα Τρίκαλα, όσο και από το Υποκατάστημα της δημοτικής αγοράς με αριθμ. τηλεφώνου .... Και πράγματι με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ο πρώτος εναγόμενος διατηρεί την αυτή επιχείρηση- κρεοπωλείο, όπως και ο δεύτερος εναγόμενος-πατέρας του, με υποκατάστημα επί της δημοτικής αγοράς και στο με αριθμό … δημοτικό κατάστημα, με τον αυτό τηλεφωνικό αριθμό ...
και με την επωνυμία "...". Συνένωση του με αριθμό 32 με το με αριθμό … κατάστημα επί της δημοτικής αγοράς, δεν αποδείχθηκε, όπως επίσης δεν αποδείχθηκε και χρήση του ίδιου Λογότυπου "ΓΟΥΡΟΥΝΑΚΙ". Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι το επίθετο αυτών συνιστά ιδιαίτερο διακριτικό τίτλο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η μίσθωση του με αριθμό … καταστήματος της δημοτικής αγοράς έληξε στις 20-10-2013 χωρίς όμως ο δεύτερος εναγόμενος να παραδώσει το μίσθιο παραμένοντας στη χρήση αυτού, οπότε και εκδόθηκε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και εν συνεχεία παραδόθηκαν τα κλειδιά των ανωτέρω δημοτικών καταστημάτων την 1η.6.2018.
Με βάση δε την από 30-11-2018 έκθεση μερικού ελέγχου φόρου προστιθέμενης αξίας που αφορά το κρεοπωλείο επί της δημοτικής αγοράς στην πόλη των Τρικάλων του δεύτερου εναγομένου για τη διαχειριστική περίοδο 2012, 2013, 2014, 2015 του καταλογίσθηκε εξωλογιστικά φόρος λόγω μη υποβολής δηλώσεων ΦΠΑ και με βάση την από 30-11-2018 έκθεση μερικού ελέγχου φορολογίας εισοδήματος για τη διαχειριστική περίοδο 2012, 2013, 2014, 2015 θα συνταχθούν σχετικές πράξεις οριστικού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε από τους εναγομένους, που φέρουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, και το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος μεταβίβασε άτυπα εν έτη 2012 την επιχείρηση-κρεοπωλείο που διατηρούσε επί των με αριθμό … και … δημοτικών καταστημάτων επί της δημοτικής αγοράς Τρικάλων συνενωμένα σε ένα κατάστημα στο πρώτο εναγόμενο.
Ειδικότερα, καμία μεταβίβαση εξοπλισμού, εργαζομένων, διακριτικού γνωρίσματος, φήμης, εμπορικής πίστης και πελατείας δεν αποδείχθηκε. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος και υιός του δεύτερου εναγομένου στα πλαίσια επέκτασης της εμπορικής του δραστηριότητας και στο λιανικό εμπόριο, λειτούργησε κρεοπωλείο στο με αριθμό … δημοτικό κατάστημα της δημοτικής αγοράς Τρικάλων με την μίσθωση αυτού στις 2-4-2013,όμορο με τις επιχειρήσεις (ομόρρυθμη εταιρία και ατομική) που διατηρούσε ο πατέρας του και δεύτερος εναγόμενος στα με αριθμό …-… δημοτικά καταστήματα και χωρίς να επέλθει συνένωση των με αριθμό … και …, όπως οι ενάγοντες- εκκαλούντες ισχυρίζονται, έχοντας και τη σχετική επαγγελματική κατάρτιση, αφού μεγάλωσε μαθητευόμενος στον πατέρα του και παππού του ιδιοκτήτες κρεοπωλείο, χρησιμοποιώντας ως επωνυμία του νέου καταστήματος του "...", επωνυμία που απορρέει από το αντικείμενο εργασιών και το επώνυμο αυτού και είναι διαφορετική των επωνυμιών που χρησιμοποιεί ο δεύτερος εναγόμενος και πατέρας του και δη "..." και "...".
Η μεταγενέστερη χρήση (9-10-2017) στο με αριθμό … δημοτικό κατάστημα του ίδιου αριθμού τηλεφώνου (...) με αυτό που φέρεται μετά από αναζήτηση στο διαδικτυακό τόπο 11888 ότι ανήκει στον δεύτερο εναγόμενο και πατέρα του - Β. Κ. δεν μπορεί να οδηγήσει στο αντίθετο συμπέρασμα περί (μεταβίβασης της επιχείρησης του τελευταίου, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το έτος 2012 τα δύο όμορα με αριθμό …-… συνενωμένα δημοτικά καταστήματα συνεχίζουν να λειτουργούν, όπως αυτό προκύπτει από τα σε μεταγενέστερο χρόνο εκδοθέντα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής του Δήμου Τρικκαίων και τον έλεγχο της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για τα οικονομικά έτη 2012-2015, ανεξάρτητα της τήρησης ή μη της φορολογικής νομοθεσίας.
Μόνη η γειτνίαση των επιχειρήσεων, το ίδιο αντικείμενο εργασιών, η χρήση του επωνύμου τους και η ανωτέρω δημοσίευση - διαφήμιση στον τύπο δεν είναι ικανά να οδηγήσουν σε αντίθετο συμπέρασμα. Και μπορεί μεν η γειτνίαση των επιχειρήσεων να δημιουργεί πράγματι σύγχυση, n οποία επιτείνεται από το ίδιο αντικείμενο δραστηριότητας και τον ίδιο αριθμό τηλεφώνου, και τη σύγχυση αυτή να επιχείρησε να εκμεταλλευτεί ο πρώτος εναγόμενος τοποθετώντας ευμεγέθη επιγραφή στο κατάστημα, χωρίς όμως από την αυθαίρετη αυτή ενέργεια του πρώτου εναγομένου, στην οποία ουδόλως αντέδρασε η θιγόμενη όμορη επιχείρηση του δεύτερου εναγομένου και πατέρα του να αποδεικνύεται και η μεταβίβαση της επιχείρησης.
Εξάλλου και με βάση τον ισχυρισμό των εναγόντων-εκκαλούντων περί χρεών της ατομικής επιχείρησης του δεύτερου εναγομένου και πατέρα του πρώτου εναγομένου, ο τελευταίος δεν είχε λόγο να θέλει να ταυτιστεί η ατομική του επιχείρηση με την ατομική επιχείρηση του πατέρα του και άρα να μεταβιβαστεί σ' αυτόν επιχείρηση και δη η εμπορική πίστη.
Από την επισκόπηση δε της με αριθμ. 9 φωτογραφίας που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες-εκκαλούντες, αν και δεν προκύπτει ο χρόνος λήψης αυτής, προκύπτει το μεν πρώτο το ενιαίο των με αριθμό … και … καταστημάτων καθώς και η τοποθέτηση έτερου ψυγείου έξωθεν από το με αριθμό … πέρα των άλλων δύο τοποθετημένων ψυγείων, χωρίς όμως ο τρόπος λήψης της φωτογραφίας να απεικονίζει τα με αριθμό … και … όμορα καταστήματα αν και το επίδικο είναι αυτό με αριθμό … δημοτικό κατάστημα, προκειμένου να διαπιστωθεί η πραγματική κατάσταση που επικρατούσε και θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα.
Τέλος, δεν αποδείχθηκε η μεταβίβαση της πελατείας της ατομικής επιχείρησης του δεύτερου εναγομένου και πατέρα του πρώτου, η οποία και θα σήμαινε και μεταβίβαση της επιχείρησης, διότι η πελατεία συνιστά το κεντρικό συστατικό στοιχείο της επιχείρησης, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να λειτουργήσει.
Συνεπώς, υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης όταν ο διάδοχος εγκαθίσταται στον ίδιο χώρο και αναλαμβάνει να συνεχίζει την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα της επιχείρησης νοούμενης ως ενιαίας οικονομικής μονάδας, διατηρούσας την ταυτότητα της με τον νέο επιχειρηματικό φορέα με τον ίδιο ή διαφορετικό τίτλο ή μορφή, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω αφού ο πρώτος εναγόμενος εγκαθίσταται σε όμορο χώρο, με το αυτό αντικείμενο, με διαφορετική επωνυμία, εμπορική πίστη, φήμη και πελατεία και υπό την ταυτόχρονη άσκηση εμπορικής δραστηριότητας του δεύτερου εναγομένου. Επομένως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε η μεταβίβαση της επιχείρησης του δεύτερου εναγομένου στον πρώτο, ώστε ο τελευταίος να ευθύνεται για τα χρέη της ατομικής επιχείρησης του δεύτερου-εναγομένου..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή τους.
4. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος μεταβίβασε άτυπα, το έτος 2012, στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως σύνολο επιχειρήσεως, το σύνολο της εμπορικής της δραστηριότητας (εξοπλισμό, πελατεία, φήμη, εμπορική πίστη κ.λ.π.) και δη την επιχείρηση-κρεοπωλείο, που διατηρούσε επί των με αριθμό … και … δημοτικών καταστημάτων επί της δημοτικής αγοράς Τρικάλων, συνενωμένων σε ένα κατάστημα.
Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω διατάξεως του άρθρου 479 εδ.α του ΑΚ, δεδομένου ότι, ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή δεν έγινε μεταβίβαση επιχείρησης από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο στον πρώτο αναιρεσίβλητο, με έννομη ως εκ τούτου συνέπεια να μην καταφάσκεται ευθύνη του πρώτου των αναιρεσιβλήτων για καταβολή του χρέους του δευτέρου από αυτούς προς τους αναιρεσείοντες, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές α) ότι δεν έγινε καμία μεταβίβαση εξοπλισμού, εργαζομένων, διακριτικού γνωρίσματος, φήμης, εμπορικής πίστης και πελατείας το 2012 από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο στον πρώτο, β) ότι οι δύο επιχειρήσεις κατά τον κρίσιμο χρόνο λειτουργούσαν παράλληλα και ανεξάρτητα, διότι δεν υπήρξε συνένωση του με αριθμό … καταστήματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου με το με αριθμό … κατάστημα επί της δημοτικής αγοράς του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, β) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος εγκαταστάθηκε σε όμορο χώρο, με το αυτό αντικείμενο, με διαφορετική επωνυμία, εμπορική πίστη, φήμη και πελατεία και υπό την ταυτόχρονη άσκηση εμπορικής δραστηριότητας του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, γ) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος χρησιμοποιούσε ως επωνυμία του νέου καταστήματος του "...Σ", επωνυμία που απορρέει από το αντικείμενο εργασιών και το επώνυμο αυτού και είναι διαφορετική των επωνυμιών που χρησιμοποιεί ο δεύτερος εναγόμενος και πατέρας του και δη "..." και "...", δ) ότι η μίσθωση του με αριθμό … καταστήματος της δημοτικής αγοράς έληξε μεν στις 20-10-2013, αλλά τα κλειδιά παραδόθηκαν την 1η.6.2018, ενώ για τη διαχειριστική περίοδο 2012, 2013, 2014, 2015 καταλογίσθηκε στον δεύτερο αναιρεσίβλητο εξωλογιστικά φόρος λόγω μη υποβολής δηλώσεων ΦΠΑ, ε) ότι δεν γινόταν χρήση του ίδιου λογότυπου και ότι το επίθετο των αναιρεσιβλήτων δεν συνιστά ιδιαίτερο διακριτικό τίτλο.
Οι περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου ότι "το γεγονός ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος (γιός) προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη σύγχυση του καταναλωτικού κοινού ως προς την ταυτότητα των δύο επιχειρήσεων με ενέργειες όπως είναι, η γειτνίαση επιχειρήσεων, ίδιο αντικείμενο εργασιών, χρήση του κοινού επωνύμου των εναγόμενων, δημοσίευση στον τύπο όπου αναγράφεται κοινός αριθμός τηλεφώνου, και τοποθέτηση ευμεγέθους επιγραφής στο κατάστημά του, δεν αρκεί για την υπαγωγή της ένδικης περίπτωση στην έννοια της μεταβίβασης επιχείρησης του άρθρου 479 ΑΚ" και ότι "και με βάση τον ισχυρισμό των αναιρειόντων περί χρεών της ατομικής επιχείρησης του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και πατέρα του πρώτου αναιρεσιβλήτου ο τελευταίος δεν είχε λόγο να θέλει να ταυτιστεί η ατομική του επιχείρηση με την ατομική επιχείρηση του πατέρα του και άρα να μεταβιβαστεί σ'αυτόν η επιχείρηση και δη η εμπορική πίστη", δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του, αλλά επιχειρήματα που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. 5. Ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα πράγματα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 1223/2021).
Ο όρος πράγματα είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015).
Ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα πράγματα κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1935/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ. Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη τα γεγονότα της ελάσσονος πρότασης του συλλογισμού του, τα οποία αποτελούν αυθαίρετο συμπέρασμα που δεν προκύπτουν από κανένα νόμιμο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά μόνο από τους ισχυρισμούς των αναιρεσίβλητων.
Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, προκειμένου να δικαιολογήσει την παραδοχή του ότι η ατομική όμορη, εντός της δημοτικής αγοράς των Τρικάλων, επιχείρηση του δευτέρου αναιρεσβλήτου λειτουργούσε παράλληλα και ανεξάρτητα από την επιχείρηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, στηρίχθηκε στα εκδοθέντα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής του Δήμου Τρικκαίων και τον έλεγχο της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για τα οικονομικά έτη 2012-2015 που προσκομίστηκαν από τους αναιρεσιβλήτους, στοιχεία, όμως, που δεν αποδεικνύουν ότι η ατομική επιχείρηση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου λειτουργούσε, το 2012 μέχρι και το 2015, γεγονός που ήταν ζήτημα καθοριστικής σημασίας για την στοιχειοθέτηση του αγωγικού βασικού ισχυρισμού τους περί μεταβίβασης της επιχείρησης από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο πατέρα προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο υιό από το έτος 2012.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί υπό την γενική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι οι δύο επιχειρήσεις κατά τον κρίσιμο χρόνο λειτουργούσαν παράλληλα και ανεξάρτητα. Ανεξαρτήτως αυτού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των εγγράφων, φωτογραφιών, ιδιωτικών συμφωνητικών μισθώσεως, εγγράφων του Δήμου Τρικκαίων και της αρμόδιας φορολογικής υπηρεσίας, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.
6. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2020 αίτηση των 1) Β. χήρας Χ. Σ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ.23/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ