Legislator Case Law & Legislation
2032/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on non-payment of severance pay not constituting a tort under Greek Civil Code.

Case Number 2032/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's ruling that non-payment of severance pay does not constitute a tort. The appellants argued that the employer's failure to pay constituted a wrongful act, but the court held that such omission does not create a civil liability basis under the Civil Code. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 et seq. of the Civil Code; Non-payment of statutory severance pay does not constitute a tort or wrongful act, thereby precluding civil liability claims for damages or moral harm.

Keywords

AI generated
severance pay non-payment tort liability civil code dismissal appeal legal costs wrongful act

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 254 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 et seq. of the Civil Code
Articles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2032 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2032/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 2) Δ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., 6) Ε. Τ. του Λ., 7) Ε. Φ. του Π., 8) Ν. Ν. του Κ., 9) Ε. Μ. του Η., κατοίκων ... και 10) Ι. Δ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Περιθάλψεως Χρονίως Πασχόντων", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 774/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1733/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28-3-2022 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ.122/2025 Πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς τον λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 702/2024, 156/2024, 936/2018, 869/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 1-4-2025 υπ' αριθ. 122/2025 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν και συνίστανται στην αδυναμία έκδοσης απόφασης επί της από 28-3-2022 (αρ. έκθ. κατάθ. 2445/228/2022) αίτησης αναίρεσης, που είχε συζητηθεί στη δικάσιμο της 7-11-2023, ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7-10-2025) με σκοπό την επανάληψη της συζήτησης. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 1733/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκαν οι διάδικοι, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. τα από 8-5-2025 και 12-5-2025 αποδεικτικά επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Αρείου Πάγου Ε. Π. και Σ. Β., αντίστοιχα, προς τους Α. Π. και Γ. Θ., πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, δια των οποίων είχαν αυτοί παρασταθεί και καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο (7-11-2023) της υπόθεσης). Κατά συνέπεια, η υπόθεση θα συζητηθεί αντιμωλία των διαδίκων, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.

ΙΙ. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία αυτής έχει ως εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 8-5-2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. 23309/780/2016) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο 'Ιδρυμα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά τα χρονικά διαστήματα και με τις ειδικότητες που διαλαμβάνουν στην αγωγή τους, μέχρι τον χρόνο κατά τον οποίο έκαστος εξ αυτών αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης και συγκεκριμένα, η πρώτη ενάγουσα μέχρι την 30-3-2012, η δεύτερη μέχρι την 1-6-2014, ο τρίτος μέχρι την 1-8-2011, η τέταρτη μέχρι την 14-6-2012, η πέμπτη μέχρι την 31-5-2011, η έκτη μέχρι την 4-1-2011, ο έβδομος μέχρι την 31-1-2011, ο όγδοος μέχρι την 3-5-2012, η ένατη μέχρι την 28-2-2012 και η δέκατη μέχρι την 30-6-2011. 'Ότι το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε κατά την αποχώρησή τους την οφειλόμενη κατά ποσοστό 50%, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 8 του Ν. 3198/1955 και 1 του Ν. 2112/1920 νόμιμη αποζημίωση.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου πληροί τις προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, ενώ παράλληλα υφίσταται και ενδοσυμβατική ευθύνη αυτού, δεδομένου ότι την εν λόγω αποζημίωση κατέβαλλε το εναγόμενο Ίδρυμα από συστάσεώς του σε όλους τους εργαζομένους του, που αποχωρούσαν λόγω συνταξιοδότησης, με συνέπεια τη διαμόρφωση εργασιακού εθίμου και επιχειρησιακής συνήθειας, επιπλέον δε, η μη καταβολή της αποζημίωσης στους ίδιους παραβιάζει τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης.

Επικουρικά δε, ισχυρίστηκαν ότι το εναγόμενο οφείλει σε έκαστο τούτων, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την ως άνω αποζημίωση, κατά το ποσό της οποίας κατέστη πλουσιότερο σε βάρος τους χωρίς νόμιμη αιτία. Ότι εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου υπέστησαν προσβολή της προσωπικότητάς τους, γεγονός το οποίο τους προξένησε ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να τους επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση.

Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησαν (εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά) να τους επιδικαστούν τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από τον χρόνο αποχώρησης εκάστου από την εργασία του, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 774/2019 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε μετά την πάροδο της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την από 11-2-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ.16832/1202/2020) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 1733/2021 απόφαση, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

ΙΙΙ. Κάθε αξίωση του μισθωτού (εργαζομένου) για την καταβολή ή τη συμπλήρωση της αποζημίωσης που οφείλεται κατά το ν. 2112/1920 ή το β.δ. της 16/18.7.1920, είναι απαράδεκτη, του απαραδέκτου λαμβανομένου υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), αν η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός εξαμήνου, αφότου η αξίωση έγινε απαιτητή (άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955).

Στην αποσβεστική προθεσμία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί παραγραφής (άρθρο 279 ΑΚ) και συνεπώς η προθεσμία, μεταξύ άλλων, αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο τον δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση (άρθρο 255 εδ. β' ΑΚ), διακόπτεται δε με την αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο (άρθρο 260 ΑΚ), με την επίδοση επιταγής πληρωμής κάτω από εκτελεστό δικαιόγραφο, με την αναγγελία για επαλήθευση σε πτώχευση, με την αναγγελία για κατάταξη σε πλειστηριασμό και με την υποβολή ένστασης συμψηφισμού της αξίωσης (άρθρο 264 ΑΚ) (ΑΠ 316/2020).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, που ορίζει, ότι "η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο", σαφώς συνάγεται ότι για την αναγνώριση αξίωσης δεν απαιτείται δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης του οφειλέτη, γενόμενη προς τον σκοπό δέσμευσης και παραγωγής υποχρέωσης, ήτοι αναγνώριση κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ, αλλά αρκεί οποιαδήποτε πραγματική ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στον δανειστή, από την οποία προκύπτει, ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει (ΑΠ 548/2024, 649/2023, 322/2022, 212/2019).

Ενόψει τούτων, η κατά τα άνω συμπεριφορά του υπόχρεου έναντι του δανειστή, που έχει ως αποτέλεσμα την κατά το άρθρο 260 ΑΚ διακοπή της παραγραφής, δεν συνεπάγεται και τη σύσταση ενοχής με υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους του άρθρου 873 ΑΚ.

Συνεπώς, η εκδήλωση του υπόχρεου έναντι του δικαιούχου, δια της οποίας αναγνωρίζεται το υποστατό της υποχρέωσής του, μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, ενώ δεν εξετάζεται αν η ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξίωσης ή σύμβαση αναγνώρισης χρέους κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ ούτε απαιτείται η ενέργεια αυτή να υποβληθεί σε κάποιο τύπο ή να γίνει δεκτή από τον δανειστή (ΑΠ 548/2024, 322/2022, 315/2017, 1491/2017).

Η αναγνώριση της αξίωσης θα πρέπει να γίνει πριν τη συμπλήρωση της παραγραφής/αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΠ 19/2024, 649/2023). Εφόσον η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 3198/1955 διακοπεί σύμφωνα με τα παραπάνω, η νέα προθεσμία αρχίζει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 241 και 270 παρ. 1 ΑΚ, από την επομένη της ημέρας της αναγνώρισης (ΑΠ 942/2019).

Τέλος, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 255 εδ. β' ΑΚ, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο δικαιούχος εμποδίστηκε να ασκήσει την αξίωσή του με δόλια συμπεριφορά του δικαιούχου. Η διάταξη αυτή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ο δόλος δεν είναι ανεκτός.

Τέτοια δόλια συμπεριφορά υπάρχει, όταν οι προβαλλόμενες από τον υπόχρεο δικαιολογίες για την πρόσκαιρη μη ικανοποίηση του φερόμενου προς κρίση δικαιώματος, είναι προσχηματικές και κατατείνουν στην πραγματικότητα στη συνέχιση της απραξίας του δικαιούχου ως προς τη δικαστική επιδίωξη του δικαιώματός του και στην παρέλευση άπρακτης της οριζόμενης προς τούτο παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΠ 1458/2019, 159/2011).

Συνέπεια της αναστολής είναι ότι το χρονικό διάστημα αυτής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της αποσβεστικής προθεσμίας και όταν παύσει η αναστολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του δικαιούχου περί αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας συνιστά καταχρηστική ένσταση, προβαλλόμενη ως αντένσταση στην προτεινόμενη, και αυτεπαγγέλτως άλλωστε εξεταζόμενη, ένσταση περί συμπλήρωσης της αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΠ 157/2021, 1458/2019, 1280/2018).

Προκειμένου, ωστόσο, η ως άνω ένσταση να είναι ορισμένη, θα πρέπει να παρατίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, δηλωτικά της δόλιας προαίρεσης του εναγομένου, τα οποία να είναι ικανά να παραπλανήσουν τον ενάγοντα, οδηγώντας αυτόν σε απραξία ως προς την επιδίωξη της αξίωσής του (ΑΠ 1458/2019, 819/1984).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο: 1) Με το να κρίνει ότι είχε παρέλθει για όλους τους αναιρεσείοντες η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 3198/1955, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 249, 250, 260 και 873 ΑΚ, διότι η βεβαίωση αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2014 έως 2-6-2014 που χορήγησε στη δεύτερη αναιρεσείουσα το αναιρεσίβλητο, αναγνωριστική της οφειλής του τελευταίου, ύψους 19.724,76 ευρώ, η από 27-12-2013 καταβολή από το αναιρεσίβλητο προς την έκτη αναιρεσείουσα του ποσού των 16.281,15 ευρώ και η υπ' αριθ.

πρωτ. ...-2012 βεβαίωση που χορήγησε προς τον όγδοο αναιρεσείοντα το αναιρεσίβλητο, αναγνωριστική της οφειλής του τελευταίου, συνιστούσαν αφηρημένη αναγνώριση χρέους εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου Ιδρύματος, για την οποία ισχύει εικοσαετής παραγραφή, και όχι απλώς διακοπτικά της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας γεγονότα, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. 2) Με το να κρίνει ειδικότερα, σε σχέση με τη δεύτερη αναιρεσείουσα, ότι η αντένσταση διακοπής της αποσβεστικής προθεσμίας ήταν αόριστη, επειδή δεν έγινε επίκληση του χρονικού σημείου κατά το οποίο έλαβε χώρα η αναγνώριση της οφειλής, κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού το χρονικό σημείο της αναγνώρισης, το οποίο είναι η 2-6-2014, όχι μόνο προκύπτει, αλλά και αναγράφεται στη βεβαίωση, χωρίς να απαιτείται να αναφερθεί για δεύτερη φορά στο κείμενο της αγωγής.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον την έρευνα του παραπάνω αναιρετικού λόγου μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "....

Συνεπώς, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (27-5-2016) είχε παρέλθει για όλους τους ενάγοντες η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, από τότε που η αξίωση καταβολής αποζημίωσης αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης αυτών κατέστη απαιτητή, ήτοι από την επομένη ημέρα της λύσης της σύμβασής τους.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η ως άνω αποσβεστική προθεσμία διακόπηκε με την από 30-3-2012 αίτηση της πρώτης ενάγουσας προς το εναγόμενο για την καταβολή της αποζημίωσής της, με την υπ' αριθ. 279/30-5-2014 αίτηση της δεύτερης ενάγουσας προς το εναγόμενο για την ίδια ανωτέρω αιτία, με την υπ' αριθ. 371/15-5-2012 αίτηση της τέταρτης ενάγουσας προς το εναγόμενο για την ίδια ανωτέρω αιτία, με την υπ' αριθ. 887/1-11-2012 αίτηση της πέμπτης, έκτης και του έβδομου των εναγόντων προς το εναγόμενο για την καταβολή της αποζημίωσης, με την υπ' αριθ. 745/14-11-2011 αναγνώριση εκ μέρους του εναγομένου της ένδικης αξίωσης του έβδομου των εναγόντων, η οποία όμως έλαβε χώρα μετά την παρέλευση της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, και με την υπ' αριθ. 148/28-2-2012 αίτηση της ένατης ενάγουσας προς το εναγόμενο για την καταβολή της αποζημίωσής της.

Όμως, η προβαλλόμενη στον πρώτο βαθμό ανωτέρω αντένσταση των εναγόντων ότι η παραγραφή διακόπηκε με τις ανωτέρω αιτήσεις τους, με τις οποίες φέρεται αυτοί να έχουν οχλήσει το εναγόμενο για τις επίδικες αξιώσεις τους, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον η επικαλούμενη από αυτούς όχληση δεν προβλέπεται ως λόγος διακοπής της παραγραφής, ενώ η αναγνώριση της αξίωσης, η οποία αποτελεί τρόπο διακοπής της αποσβεστικής προθεσμίας, θα πρέπει να έχει λάβει χώρα πριν τη συμπλήρωση αυτής.

Περαιτέρω, η δεύτερη ενάγουσα - εκκαλούσα ισχυρίζεται, ότι το εναγόμενο με τη βεβαίωση αποδοχών χρονικού διαστήματος 1-1-2014 έως 2-6-2014 αναγνώρισε την οφειλή της ποσού 19.724,76 ευρώ, χωρίς, ωστόσο, να επικαλείται το χρονικό σημείο στο οποίο έγινε η αναγνώριση της οφειλής, ώστε να εκκινήσει εκ νέου η αποσβεστική προθεσμία και, ως εκ τούτου, η προβαλλόμενη αντένσταση της ανωτέρω ενάγουσας ότι η παραγραφή διακόπηκε με την ως άνω αναγνώριση της αξίωσής της είναι απορριπτέα ως αόριστη.

Περαιτέρω, οι εκ των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων έκτη και όγδοος ισχυρίζονται, ότι το εναγόμενο αναγνώρισε την προς αυτούς οφειλή του και ειδικότερα, όσον αφορά στην έκτη ενάγουσα με την από 27-12-2013 καταβολή ποσού 16.281,15 ευρώ στον τραπεζικό της λογαριασμό που διατηρεί στην Τράπεζα Πειραιώς και όσον αφορά στον όγδοο ενάγοντα με την υπ' αριθ. ...-2012 βεβαίωση αυτού (εναγομένου) και ότι κατά τον τρόπο αυτό διακόπηκε η παραγραφή κατ' άρθρο 260 ΑΚ. Με τις ανωτέρω ενέργειές του, πράγματι το εναγόμενο αναγνώρισε την αξίωση των ανωτέρω εναγόντων για καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και διέκοψε κατ' άρθρο 260 ΑΚ την εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αγωγής. Έκτοτε δε, και συγκεκριμένα από 28-12-2013 και 25-9-2012, αντιστοίχως, άρχισε νέα αποσβεστική προθεσμία, η οποία συμπληρώθηκε την 28-6-2014 και 25-3-2013 αντιστοίχως, καθιστώντας εκ νέου απαράδεκτη την άσκηση της αγωγής....".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 247, 260 και 279 ΑΚ, ενώ ορθώς ερμήνευσε και τις διατάξεις των άρθρων 249 και 873 ΑΚ, τις οποίες έκρινε μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, δεχόμενο ότι η αγωγή ασκήθηκε απαραδέκτως, αφού είχε παρέλθει η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 3198/1955, καθόσον η αναγνώριση της οφειλής του αναιρεσιβλήτου προς τους αναιρεσείοντες, στους οποίους χορηγήθηκαν οι προαναφερθείσες βεβαιώσεις, αποτελούσαν απλές εκδηλώσεις του υποχρέου (αναιρεσιβλήτου) περί του υποστατού της υποχρέωσής του έναντι αυτών και δεν είχαν δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ούτε αποτελούσαν συμβάσεις αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, υποστηρίζοντας ότι ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω οι διατάξεις των άρθρων 873 και 249 του ΑΚ. Εφόσον δε, η σχετική αναγνώριση έλαβε χώρα πριν τη συμπλήρωση της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας (εξαιρουμένης της περίπτωσης του εβδόμου αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο η αναγνώριση έλαβε χώρα μετά τη συμπλήρωση της ανωτέρω προθεσμίας, όπως προελέχθη), διέκοψε αυτήν κατ' άρθρο 260 ΑΚ και έκτοτε ξεκίνησε νέα εξάμηνη προθεσμία, η οποία, ωστόσο, παρήλθε άπρακτη.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, από τον χρόνο διακοπής της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 3198/1955 μέχρι την άσκηση της αγωγής, για να είναι αυτή παραδεκτή, δεν πρέπει να έχει παρέλθει εξάμηνο, καθίσταται αλυσιτελής και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, με το να κρίνει ότι ήταν αόριστη η αντένσταση της δεύτερης αναιρεσείουσας περί διακοπής της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας με τη χορηγηθείσα σ' αυτήν από το αναιρεσίβλητο βεβαίωση αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2014 έως 2-6-2014, καθόσον, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η βεβαίωση αυτή εκδόθηκε στις 2-6-2014, όπως ισχυρίζεται η εν λόγω αναιρεσείουσα με τον κρινόμενο λόγο αναίρεσης, και πάλι από τον χρόνο εκείνο μέχρι την άσκηση της αγωγής (27-5-2016), είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου και δη χρονικό διάστημα δύο ετών.

IV. Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως αόριστη την από το άρθρο 255 ΑΚ αντένστασή τους περί αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας λόγω δόλιας συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου, την οποία παραδεκτά είχαν προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επανέφεραν με σχετικό λόγο έφεσης, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού η ένστασή τους ήταν πλήρως ορισμένη.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της αγωγής, αλλά και με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, ενώ επανέφεραν και με σχετικό λόγο έφεσης, την αντένσταση διακοπής της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 3198/1955, συνισταμένη στο ότι εντός της εν λόγω εξάμηνης προθεσμίας από την αποχώρησή τους, λόγω συνταξιοδότησης, έκαστος τούτων απευθύνθηκε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με αίτηση για την καταβολή της ένδικης αποζημίωσης, όμως το τελευταίο, ενεργώντας δολίως και με σκοπό να τους αποτρέψει από την άσκηση των σχετικών αξιώσεών τους, ουδέποτε απάντησε στις αιτήσεις τους.

Το Εφετείο έκρινε τον ανωτέρω ισχυρισμό απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, επειδή όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, η οποία επισκοπείται κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος της, ".... Δεν αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει δόλια συμπεριφορά του εναγομένου, αφού μόνη η άρνηση αυτού να απαντήσει στις αιτήσεις - οχλήσεις τους δεν συνιστά δόλια εκ μέρους του αποτροπή από την άσκηση της αγωγής τους εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955".

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τη δικονομική διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, κηρύσσοντας παρά το νόμο απαράδεκτο με το να απορρίψει ως αόριστη την ανωτέρω αντένσταση, η οποία, σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχ. ΙΙΙ νομική σκέψη, δεν περιείχε σαφή έκθεση των απαιτούμενων για τη θεμελίωσή της γεγονότων, ήτοι προβληθείσες από το αναιρεσίβλητο δικαιολογίες για πρόσκαιρη μη ικανοποίηση του ένδικων αξιώσεων των αναιρεσειόντων, οι οποίες (δικαιολογίες) ήταν προσχηματικές και κατέτειναν στην πραγματικότητα στη συνέχιση της απραξίας των τελευταίων ως προς τη δικαστική επιδίωξη των αξιώσεών τους και στην παρέλευση άπρακτης της οριζόμενης προς τούτο αποσβεστικής προθεσμίας.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.

V. Με το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. πρώτο του ν. 3996/2011 (ΦΕΚ Α 170/5-8-2011) και ήδη άρθρο 576 παρ. 1 εδ. πρώτο του Π.Δ. 62/2025 "Νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου" (ΦΕΚ Α 121/11-7-2025) ορίζεται ότι ο εργοδότης που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.

Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται ποινικό αδίκημα, μεταξύ άλλων, για παραβίαση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, με την παράλειψη όμως πληρωμής αυτής, εν όλω ή εν μέρει, ο εργαζόμενος δεν χάνει την αξίωσή του προς λήψη της αποζημίωσης και επομένως δεν υπάρχει ζημία του με αιτία την παράνομη σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 του ν. 2112/1920 και 5 του ν. 3198/1955, συμπεριφορά του εργοδότη.

Κατά συνέπεια η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για καταβολή της ενοχικά οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης δεν συνιστά αδικοπραξία και, συνακόλουθα, δεν θεμελιώνει αξίωση του εργαζομένου για αποζημίωση κατά τα άρθρα 914, 297 και 298 ΑΚ ούτε για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας αυτού (ΑΠ 851/2022, 670/2016).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, επειδή το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, τελεσθείσας με τη μη καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης σε συνδυασμό με τη δόλια συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, που στόχευε στην αποτροπή τους από την άσκηση των νόμιμων αξιώσεών τους. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, δεχόμενο ότι "η μη καταβολή της αποζημίωσης αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης δεν συνιστά αδικοπραξία". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, τις οποίες έκρινε μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.

VI. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή νόμιμου σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2445/228/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1733/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ