Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, upholding lower court's rejection of abuse of rights claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Bank of Greece Pension Fund against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the pension fund's refusal to pay a lump sum constituted an abuse of rights due to the appellant's deteriorating financial situation. The court held that the appellant's claim was a vested right acquired at the time of employment termination and that the subsequent economic changes did not justify the refusal. Consequently, the appeal was rejected as the lower court correctly applied the law regarding vested rights and the abuse of rights doctrine.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; The court must not examine the abuse of rights claim if the right in question is a vested right acquired at the time of the dispute's initiation, as subsequent economic changes do not negate the right's existence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2030 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2030/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζα της Ελλάδος", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τσάκωνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Στρίμπερη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 213/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6012/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-5-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπό κρίση από 15.5.2024 (με αριθ. έκθ. κατ. 5023/485/29.5.2024) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6012/25.11.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
2. Η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 6.10.2014 (με αριθ. έκθ. κατ. 114380/3899/10.10.2014) αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε ότι είναι συνταξιούχος πρώην υπάλληλος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", στην οποία προσλήφθηκε την 10-6-1977 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης την 19-11-2012, έχοντας συμπληρώσει 35 έτη υπηρεσίας και τις προϋποθέσεις για τη λήψη κύριας σύνταξης γήρατος.
Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του υπήχθη για τον κλάδο πρόνοιας στην ασφάλιση του εναγομένου, καταβάλλοντας τις εκάστοτε αναλογούσες σε αυτήν εισφορές υπέρ του Ταμείου, μέχρι την αποχώρησή του και, συνεπώς, σύμφωνα με τον Κανονισμό του Ταμείου τύγχανε δικαιούχος της προβλεπόμενης από αυτόν (Κανονισμό) εφάπαξ παροχής, η οποία και έπρεπε να του καταβληθεί υπό τις προϋποθέσεις και με τον τρόπο υπολογισμού, που ορίζονται στα ειδικώς αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο άρθρα του Κανονισμού του εναγομένου Ταμείου, όπως αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο αποχώρησής του.
Ότι, ωστόσο, παρότι ο ίδιος αιτήθηκε τη χορήγηση της εν λόγω εφάπαξ παροχής από το εναγόμενο Ταμείο, το τελευταίο δεν του κατέβαλε το σύνολο αυτής της παροχής, την οποία δικαιούται, ήτοι το ποσό των 76.424,06 ευρώ, αλλά μόνο το ποσό των 46.983,30 ευρώ, υπολογίζοντάς την με βάση τα οριζόμενα στην τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 7 του Κανονισμού του και όχι σύμφωνα με τον προϊσχύσαν αντίστοιχο άρθρο, το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο συνταξιοδότησής του, περικόπτοντας, με τον τρόπο αυτό, το δικαιούμενο εφάπαξ βοήθημα προνοίας και μάλιστα αναδρομικά.
Ότι, ειδικότερα, η αναδρομική εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού της δικαιούμενης εφάπαξ παροχής, σύμφωνα με τον τροποποιηθέντα Κανονισμό και την υπ' αριθ. Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, δυνάμει της οποίας εγκρίθηκε η ανωτέρω αναδρομική τροποποίηση του Καταστατικού του εναγομένου, περί υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, καταλαμβάνοντας και εκείνους που, όπως ο ίδιος, αποχώρησαν από την Τράπεζα από 3.1.2012 και εφεξής, είναι παράνομη και αντισυνταγματική, για τους λόγους που αναλυτικότερα εκτίθενται στην αγωγή.
Ότι το εναγόμενο υπολογίζοντας, βάσει της ως άνω ΚΥΑ, την καταβλητέα στον ενάγοντα εφάπαξ παροχή στο ποσό των 46.983,30 ευρώ, ενήργησε παράνομα και υπαίτια προκαλώντας αντίστοιχη ζημία σε βάρος του, την οποία οφείλει να αποκαταστήσει. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο παρανόμως προέβη στην εφαρμογή του άρθρου 7 του Κανονισμού του, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει της αντισυνταγματικής και ανίσχυρης ΚΥΑ Φ.80000/35187/1180/19.12.2013, ως προς την εφάπαξ παροχή που δικαιούται, και, περαιτέρω, μετά από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, β) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 25.070,22 ευρώ και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 19-11-2012 ημερομηνία που αντιστοιχεί στον χρόνο εξόδου του από την ενεργό ασφάλιση, άλλως από την επίδοση της από 8-9-2014 εξώδικης όχλησής του προς το εναγόμενο, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 213/2020 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 25.070,22 ευρώ και υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, σε αμφότερες τις περιπτώσεις με το νόμιμο τόκο από τις 20.5.2013 λόγω της υπερημερίας του εναγομένου.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 26.2.2020 (με αριθ. έκθ. κατ. 20140/1473/3.3.2020) έφεση, την οποία το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 6012/2022 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν.
3. Με την 9/29.10.1926 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας, συστήθηκε ύστερα από την από 24 Απριλίου 1926 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Εθνικής Τράπεζας, το "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" (Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.), ως αυτοτελής και αυτόνομος Οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του Κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με την ίδια απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας και ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση 2 της 06.04.1927 του ιδίου Γενικού Συμβουλίου, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζόμενους σε αυτό.
Ακολούθως, με το άρθρο μόνο του ν. 3483/1928, κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η από 23.02.1928 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος "Περί διακανονισμού των μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος σχέσεων και περί της εφεξής λειτουργίας της Τραπέζης ταύτης", το ως άνω δε Ταμείο, με την από 09.05.1928 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ανωτέρω Τράπεζας μετονομάσθηκε και λειτούργησε ως κοινό "Ταμείο Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος", ως αυτόνομος Οργανισμός, διοικούμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού του.
Ακολούθως, με το Ν.Δ. 2626/1953, το Ταμείο αναδιοργανώθηκε, ως ειδικό "Ταμείον Αυτασφαλίσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" και μετατράπηκε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Περαιτέρω, στην παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης", όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικώς με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 35 του ν. 3220/2004, της παρ. 7 του άρθρου 22 του ν. 3232/2004, της παρ. 3 του άρθρου 63 του ν. 3518/2006 και της παρ. 8 του άρθρου 138 του ν. 3655/2008 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζεται ότι: "Οι αυτοτελείς κλάδοι ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ.
με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αίτηση που υποβάλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ταμείου.... Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου....
Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπόμενων φορέων ή κλάδων αυτών περιέρχεται στα νέα Ταμεία, τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι, χωρίς την καταβολή φόρων.... Τυχόν εκκρεμείς δίκες με διάδικο τους μετατρεπόμενους ασφαλιστικούς φορείς συνεχίζονται στο όνομα των νέων Ταμείων χωρίς διακοπή....
Το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση....".
Κατ' επίκληση του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η Φ.80000/30226/1366/14-1-2004 (ΦΕΚ Β' 27) κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Ε.Τ.Ε. μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εγκρίθηκε η εκπονηθείσα, τον Δεκέμβριο του έτους 2003, αναλογιστική μελέτη του Ταμείου και τέλος εγκρίθηκε και το καταστατικό αυτού.
Περαιτέρω, κατ' επίκληση του ως άνω (περί ανακαθορισμού του εφάπαξ βοηθήματος και των όρων χρηματοδότησης) εδαφίου της ίδιας εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, εκδόθηκε η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας "Τροποποίηση του Καταστατικού του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" (ΦΕΚ Β' 3239/19-12-2013), με την οποία εγκρίθηκε η με ημερομηνία 18-11-2013 αναλογιστική μελέτη και αντικαταστάθηκε, αφού υιοθετήθηκε η απόφαση 23/16-12-2013 του Δ.Σ.
του Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε., το άρθρο 7 του Καταστατικού του Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε., στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και ορίστηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 03.01.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, ήτοι εφαρμόζεται:
α) Για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 03.01.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης απόφασης του Δ.Σ. του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής και β) για όσους θα αποχωρήσουν από την ως άνω ημερομηνία και στο εξής. Όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, στους αυτοτελείς κλάδους ή Τομείς Πρόνοιας, που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους (όπως είναι και το αναιρεσείον ν.π.ι.δ. "Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε."), παρέχεται μεν η δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί, που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση (Κ.Υ.Α.) και όχι το προτείνον προς αυτούς Δ.Σ.
του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα (κατά το νόμο "πρόταση") και, συνεπώς, χωρίς τη σχετική εγκριτική Υπουργική απόφαση είναι ανίσχυρη. Εξάλλου, από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διάκρισης των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση, εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη (ΟλΣτΕ 1210/2010).
Εν προκειμένω, η ως άνω (περί ανακαθορισμού του εφάπαξ βοηθήματος και των όρων χρηματοδότησης) διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει ρητή εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα ως άνω νομικά πρόσωπα και, επομένως, και το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Με το δεδομένο αυτό, η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διάταξης, ως προς το μέρος της με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικώς το απονεμόμενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται, ειδικότερα, ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 03.01.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης απόφασης του Δ.Σ.
του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα. Επομένως, είναι άκυρη και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, ήτοι έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, λόγω συνταξιοδότησης, από τις 03.01.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της 23/16-12-2013 απόφασης του Δ.Σ.
του "Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε." και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, οι οποίοι έτσι εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούμενη ρύθμιση. Ήδη, με την απόφαση 1530/2018 του ΣτΕ, η ως άνω Κ.Υ.Α. κρίθηκε μη νόμιμη ως προς την ανωτέρω αναδρομική της ρήτρα (ΑΠ 431/2025, 1246/2023, 1695/2022, 900/2022, 829/2022, 1110/2022, 1579/2021).
Tέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 431/2025, 1246/2023, 19/2020, 319/2017, 1420/2013).
Για το ορισμένο, δε, του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτή και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε την 10-6-1977 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος.
Ακολούθως, αφού συμπλήρωσε 35 έτη υπηρεσίας, την 19-11-2012 αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης και αφού είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη κύριας σύνταξης γήρατος. Καθ' όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην Εθνική Τράπεζα υπήχθη στην ασφάλιση του εναγομένου, καταβάλλοντας τις αναλογούσες σε αυτόν εισφορές, ώστε να λάβει την προβλεπόμενη εφάπαξ παροχή.
Ακολούθως ο ενάγων, μετά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία και αφού πληρούσε τις σχετικές από τον κανονισμό του εναγομένου προϋποθέσεις, από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου την προβλεπόμενη εφάπαξ παροχή, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του κανονισμού του εναγομένου, που ίσχυε κατά τον χρόνο συνταξιοδότησής του την 19-11-2012, ανερχόμενη στο ποσό των 76.424,06 ευρώ, ποσό που δεν αμφισβητεί το εναγόμενο, η καταβληθείσα δε στον ενάγοντα εφάπαξ παροχή ανέρχεται στο ποσό των 31.352,94 ευρώ.
Την 19.12.2013 δημοσιεύτηκε η με αριθ. Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, με την οποία, αφού τροποποιήθηκε το άρθρο 7 του κανονισμού του εναγόμενου, ανακαθορίστηκε το ύψος και το τρόπος υπολογισμού της χορηγητέας εφάπαξ παροχής, ενώ προβλέφθηκε και η αναδρομική εφαρμογή της ρύθμισης σε όσους αποχώρησαν από την "ΕΤΕ ΑΕ" από 3.1.2012.
Με βάση την ανωτέρω ρύθμιση, η οποία κατέλαβε και τον ενάγοντα, η εφάπαξ καταβλητέα παροχή, που δικαιούται, αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 46.983,30 ευρώ. Περαιτέρω με την με αριθ. 1530/2018 απόφαση του ΣτΕ έχει ακυρωθεί η ανωτέρω ΚΥΑ, ως προς τη ρήτρα αναδρομικότητας, λόγω μη νόμιμης έκδοσής της, αφού εκδόθηκε, κατά το συγκεκριμένο μέρος, χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα, και η οποία (ανωτέρω απόφαση) ως προς το κριθέν διοικητικής φύσης αυτό ζήτημα παράγει δεδικασμένο δεσμευτικό για το δικαστήριο.
Συνακόλουθα και οι τροποποιήσεις του κανονισμού του εναγόμενου ως προς τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής δεν καταλαμβάνουν τον ενάγοντα, ο οποίος αποχώρησε την 19-11-2012, ήτοι πριν την έκδοση της ανωτέρω ΚΥΑ, οι ρυθμίσεις της οποίας δεν έχουν αναδρομική ισχύ.
Περαιτέρω το εκκαλούν προέβαλε τον ισχυρισμό ότι εν προκειμένω ισχύει η με αριθ. 23/16.12.2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, η οποία επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ανωτέρω ΚΥΑ ως προς τον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής και η οποία δεν έχει προσβληθεί κατ' άρθρο 101 παρ. 3 ΑΚ, εντός της οριζόμενης εκ του νόμου προθεσμίας.
Η ανωτέρω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου φέρει γνωμοδοτικό απλώς χαρακτήρα, στερούμενη εκτελεστότητας, ήτοι πρόταση προς τροποποίηση του άρθρου 7 του κανονισμού του εναγομένου και η οποία (ανωτέρω τροποποίηση) συντελέστηκε με την έκδοση της προαναφερόμενης ΚΥΑ και όχι με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο ενεργεί ως γνωμοδοτικό όργανο....".
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 101 του ΑΚ και 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης", τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, αφενός ότι προβλέπεται δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος, που παρέχει το αναιρεσείον "Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.", μετά από απόφαση (πρόταση) του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα, επί του ζητήματος τούτου, έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί, που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση, και όχι το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα, και αφετέρου ότι η περί ανακαθορισμού του εφάπαξ βοηθήματος και των όρων χρηματοδότησης εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, εφόσον δεν προβλέπει τούτο ρητά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος περί διάκρισης των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43).
Συνεπώς, εφόσον το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου με την απόφαση 23/16-12-2013 πρότεινε την αντικατάσταση του άρθρου 7 του Καταστατικού του, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και όρισε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 03.01.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, η Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που ενέκρινε την ως άνω από το Διοικητικό Συμβούλιο προταθείσα αναδρομική ρύθμιση, είναι άκυρη ως προς την αναδρομική αυτή ρήτρα, ως εκδοθείσα χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση, και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, όπως είναι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος εξακολουθεί να υπάγεται στην προηγούμενη ρύθμιση του άρθρου 7 του Κανονισμού του "Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.".
Εξάλλου, ενόψει του ότι η απόφαση αυτή (πρόταση) του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος (23/16-12-2013) έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και όχι αποφασιστικό (δεσμευτικό), τον οποίο έχει η εγκριτική Κ.Υ.Α., είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, λόγω του σωματειακού του χαρακτήρα, η άνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του είναι έγκυρη, ως μη προσβληθείσα εντός της αποκλειστικής 6μηνης προθεσμίας του άρθρου 101 εδ. 3 του Α.Κ.
και, ως εκ τούτου, δεσμεύει τα μέλη του. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι, δεδομένου του ιδιωτικού χαρακτήρα της σχέσης του με την αναιρεσίβλητη και της, βάσει αυτής, τροποποίησης του Κανονισμού, η τροποποίηση αυτή χαρακτηρίζεται από νομιμότητα, είναι δε άλλο ζήτημα το θέμα της Διοίκησης να εγκρίνει ή να μην εγκρίνει την απόφαση αυτή, ούτως ώστε να πληροί τους όρους του Ν. 3029/2002, μέχρι τότε δε και δεδομένου του όλως προσφάτου της έκδοσης της ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ (1530/2018) ή μέχρι την τυχόν τροποποίηση του Κανονισμού, με νεότερη απόφαση, ούτως ώστε να επέλθει "ισορροπία" μεταξύ των δύο πράξεων, το όλο ζήτημα μένει και πρέπει να παραμείνει σε εκκρεμότητα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο συνολικός αριθμός των αναλόγων, με αυτή του αναιρεσιβλήτου, περιπτώσεων ανέρχεται σε 572 περίπου άτομα, η δε συνολική για το Ταμείο δαπάνη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους στο ύψος των 16.000.000 ευρώ περίπου, ποσό που προφανώς ανατρέπει την αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου, κάτι που δεν συμβαδίζει με τη βούληση των μερών για τη λειτουργία της δικαιοπρακτικής τους σχέσης, καθότι το αναιρεσείον διέπεται από το ν. 3026/2002, δεν είναι αυτεξούσιο και οι κρίσιμες αποφάσεις του, που αφορούν το ύψος των παρεχόμενων παροχών, τελούν υπό την έγκριση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Επομένως, οι ενιαίως εξεταζόμενοι, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των λόγων αυτών, την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1α' του ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 101 εδ. 3 του ΑΚ και 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002, αντίστοιχα, είναι προεχόντως αόριστοι και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε κάθε όμως περίπτωση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα. 4.
Κατά το άρθρο 340 AK, ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή και κατά το άρθρο 345 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας, που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία.
Ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη από τις συνέπειες της υπερημερίας αναγνωρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 342 του ΑΚ, η έλλειψη υπαιτιότητάς του, που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική της σχετικής αγωγικής αξίωσης, την οποία (έλλειψη) οφείλει ο οφειλέτης να επικαλεστεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία (ΑΠ 1246/2023, 485/2020, 1951/2017, 1623/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, ενώ αν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ. α'- γ' της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 228/2025, 241/2022, 94/2020, 403/2019). Αν προσβάλλεται, δε, απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 228/2025, 617/2022, 353/2020, 168/2015). Όπως, δε, προκύπτει από την αμέσως ως άνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 142/2013).
Εξάλλου, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 776/2024, 16/2023, 308/2020).
Όταν, δε, το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο μεταξύ άλλων να αναφέρονται και όλα τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη, προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι, εάν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 220/2024, 211/2024, 1422/2021).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή τον λόγο έφεσης και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 577/2025, 336/2024, 954/2023, 1148/2022, 990/2022, 510/2022, 1383/2021). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον εκ του άρθρου 342 του ΑΚ ισχυρισμό του, που αυτό προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με την έφεσή του και σύμφωνα με τον οποίο δεν είχε καταστεί υπερήμερο, κατά τις ΑΚ 345 και 346, ως προς την καταβολή του επιδικασθέντος στον ενάγοντα ποσού, καθόσον δεν είχε γνώση της οφειλής ούτε νομική δυνατότητα πληρωμής της, αφού συμμορφώθηκε, ως όφειλε, με τις διατάξεις του ν. 3029/2022 και την ΚΥΑ Φ.80000/35187/1180/19.12.2013, η οποία ακυρώθηκε μόλις το έτος 2018 με απόφαση του ΣτΕ, παράγοντας έως τότε τεκμήριο νομιμότητας.
Σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος πρωτίστως λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο επίμαχος ισχυρισμός περί εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση της ΑΚ 342, ο οποίος αποτελεί ένσταση, ήτοι "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1646/2024) κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ότι ακολούθως επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με σχετικό λόγο έφεσης, περαιτέρω δε, επειδή από την επισκόπηση του δικογράφου της από 26-2-2020 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος προκύπτει ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου, προβάλλεται δε για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς να γίνεται επίκληση περίπτωσης του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. 5.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 7 παρ. 5 του συμβατικής ισχύος Κανονισμού του αναιρεσείοντος, όπως αυτός τροποποιήθηκε με την ως άνω υπ' αριθ. Φ.80000/35187/1180 Κ.Υ.Α., σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση μη έγκαιρης καταβολής της ένδικης εφάπαξ παροχής, αποκλείεται η υποχρέωση του Ταμείου για καταβολή τόκων ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης, αποκλειομένης έτσι της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 345 ΑΚ για επιδίκαση τόκων υπερημερίας.
Ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση της επικαλούμενης πλημμέλειας, αφού το Καταστατικό του έχει δικαιοπρακτική ισχύ και όχι ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΣτΕ 2906/2007), ώστε η παραβίαση των διατάξεών του να ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. 6.
Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠοΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού και συνεπώς δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 32/2022, 103/2017, ΑΠ 684/2017), στην προκειμένη δε περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η προβληθείσα από το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από την επισκόπηση της ως άνω απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον έλεγχο του κρινόμενου αναιρετικού λόγου μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ως μη νόμιμη, με το εξής σκεπτικό: "....
το εκκαλούν προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, του ενάγοντος προς λήψη της εφάπαξ παροχής, αφού η ικανοποίηση των απαιτήσεών του θα θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του εναγομένου, ενόψει της επιδείνωσης της οικονομικής του κατάστασης και της συνακόλουθης αδυναμίας καταβολής των εφάπαξ παροχών του στο σύνολο των δικαιούχων αυτού.
Τα ανωτέρω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά του ενάγοντος, δοθέντος ότι κατά τον χρόνο αποχώρησης του ενάγοντος από την ενεργό υπηρεσία (19-11-2012) δεν είχαν συντελεστεί οι τροποποιήσεις του κανονισμού του εναγομένου, οι οποίες έλαβαν χώρα σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (19-12-2013), καθώς οι λόγοι οικονομικής διαχείρισης και διοίκησης του εναγομένου, που επικαλείται αυτό, δεν αφορούν παραλείψεις ή πράξεις του ενάγοντος που να οδηγούν σε αποδυνάμωση του επίδικου δικαιώματός του.
Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για αξιώσεις που συνιστούν κεκτημένο ασφαλιστικό δικαίωμα του ενάγοντος κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, το οποίο δεν αρνείται το εναγόμενο ότι έχει πράγματι αποκτήσει ο ενάγων από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του, απορριπτομένου συνακόλουθα ως αβάσιμου του σχετικού τρίτου λόγου έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται τα αντίθετα".
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και έκρινε αυτήν μη εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ως αβάσιμος.
7. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.5.2024 (με αριθ. κατ. 5023/485/29.5.2024) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6012/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ