Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to absence of parties and rejection of appeal grounds as unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a second-instance judgment from the Athens Court of Appeal. The appellants failed to appear or be represented by a lawyer during the hearing, and their arguments regarding the lower court's failure to consider evidence were rejected as vague and legally unfounded. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible and ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 559(12) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the contested judgment rejected the claim as vague or unlawful, and vague appeal grounds are rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 684 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 684/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. Μ. του Α., κατοίκου ... και 4) Β. Π. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1753/2007 του ίδιου δικαστηρίου και 2829/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 26-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ...16-6-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Β., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της 2829/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 12-1-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 24-5-2016 και από εκείνη για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (10-1-2017), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στη δικηγόρο Αθηνών Κ.
Σ., ως υπογράψασα το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (άρθρο 143 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή νόμιμη δικάσιμο της υπόθεσης (10-1-2017), οι αναιρεσείοντες δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Εφόσον δε η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο κατά τη μετ’ αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει οι αναιρεσείοντες να δικασθούν ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ίδιου κώδικα, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για το παραδεκτό της αγωγής αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα. Εξ άλλου κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή, για την οποία η εσφαλμένη ως προς τη νομιμότητα και την εν γένει θεμελίωσή της κρίση ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
γιατί ανάγεται στη μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά ως παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά, ενώ η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή αυτή που ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνεπάγεται την αοριστία του ίδιου του δικογράφου της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως αόριστης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νόμιμα πέραν από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δηλαδή εργασία που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διάταξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 ν.δ. 515/1970, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν των απαιτήσεών τους από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία (ανερχομένων στο ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές περιστάσεις του τελευταίου, όπως προϋπηρεσία, οικογενειακά επιδόματα κ.λπ.) και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους.
Περαιτέρω με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπουργική απόφαση 11770/2030/1984 (ΦΕΚ Β 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχόλησης πέραν από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της απόφασης 1/1982 ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπουργική απόφαση 11245/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 29 ν. 1346/1983, δηλαδή με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, το οποίο κατά το άρθρο 5 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975 υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου μισθού. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι: α) Ως προς τη συνδρομή της υπερεργασίας με την παραπάνω έννοια, κριτήριο αποτελεί και λαμβάνεται υπόψη όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και δη η πραγματοποιούμενη κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες εξαιρετέες ημέρες, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια (ως εκ τούτου δε οι ώρες της εργασίας αυτής δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας) και συνεπώς ο απασχολούμενος με καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών την εβδομάδα πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την αντίστοιχη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών.
β) Ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερήσια εργασία, με την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των 8 ωρών ημερησίως (ή πέραν των 9 ωρών με τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε ως άνω), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας (υπερωρίας) με τις λιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.
Ειδικά για τους εργαζομένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών την εβδομάδα, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των 6 ημερών, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών την εβδομάδα.
Για τους ίδιους εργαζομένους και ανάλογα με το σύστημα των 5 ή 6 ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή των 8 ωρών αντίστοιχα. Από την 1-4-2001 όμως, σύμφωνα με το άρθρο 4 ν. 2874/2000 (όπως ίσχυσε μέχρι τις 30-9-2005, οπότε αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ν. 3385/2005), σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση 5 ωρών την εβδομάδα και κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν το 48ωρο, στις επιχειρήσεις δε αυτές ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για 3 ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα).
Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση, από την 1-4-2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (άρθρο 4 παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού). Από την 1-4-2001 η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Η έκφραση του νόμου ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνο η υπέρβαση του ανωτάτου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου της ημερήσιας απασχόλησης του μισθωτού, το οποίο και μετά την 1-4-2001 εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή 9ωρο επί πενθημέρου.
Επομένως, για τους εργαζομένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά την ισχύ του ν. 2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως. Ο νομοθέτης με το άρθρο 4 ν. 2874/2000 ήθελε να υπογραμμίσει ότι μετά την κατάργηση των 5 ωρών εβδομαδιαίας υπερωριακής απασχόλησης, το ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι πλέον 43 (αντί 48) ώρες με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Από την 1-4-2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προοσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 ν. 435/1976.
Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησης δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα (δηλαδή για κάθε ώρα προσαύξηση 150% επ’ αυτού). Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως 6η ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εκτός αν στην τελευταία περίπτωση υπερβαίνει το ως άνω ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η καταβολή αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση (ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, νόμιμη και παράνομη υπερωριακή εργασία), θα πρέπει ν’ αναφέρεται και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησης, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποια περίπτωση υπέρβασης του νομίμου ωραρίου συντρέχει, δηλαδή υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, υπερωριακή εργασία κ.λπ., ενόψει και του ως άνω διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης (Α.Π. 53/2015, 441/2014, 526/2013, 1468/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 31-12-2006 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν τα εξής: Ότι με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολούνται στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη από τον αναφερόμενο για τον καθένα χρόνο με την ειδικότητα του οδηγού, ενταχθέντες ακολούθως στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι και 31-12-2001 πραγματοποίησαν κάθε μήνα τις εκεί αναφερόμενες για τον καθένα και κατά τις εκεί διακρίσεις ώρες "απλής υπερωρίας", "κανονικής υπερωρίας ημέρας", "κανονικής υπερωρίας νύκτας", επί πλέον δε ο δεύτερος από αυτούς και ώρες "υπερωρίας εξαιρέσιμων ημερών" και "εξαιρέσιμες υπερωρίες νύκτας".
Ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε σ’ αυτούς την προβλεπομένη αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση αλλά κατώτερη αυτής. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά, κυρίως από τη σύμβαση εργασίας, άλλως και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθώς και τα αναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την άρνηση της εναγομένης να τους καταβάλει τα ποσά που αντιστοιχούν στις παράνομες υπερωρίες.
Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή ήταν απορριπτέα ως αόριστη δεδομένου ότι οι ενάγοντες παρέθεσαν σ’ αυτήν μόνο το σύνολο των κατά μήνα ωρών απασχόλησής τους στην εναγομένη κατά τις ρηθείσες διακρίσεις, χωρίς να προσδιορίζουν τη διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησής τους κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (Δευτέρα έως και Παρασκευή), ήτοι τις ώρες που αυτοί εργάζονταν καθημερινά με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας ούτε το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας τους, προκειμένου να μπορεί να διαπιστωθεί:
α) αν η ημερήσια απασχόλησή τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπερέβαινε ή όχι και σε καταφατική περίπτωση κατά πόσο το νόμιμο ωράριό τους, β) αν η εργασία τους κατά τις πέντε εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας υπερέβαινε ή όχι τις σαράντα ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης και σε καταφατική περίπτωση κατά πόσο, ώστε να κριθεί αν ούτοι πραγματοποιούσαν ή όχι υπερεργασιακή και υπερωριακή απάσχοληση ως και ιδιόρρυθμη υπερωριακή και υπερωριακή απάσχοληση υπό την ισχύ του ν. 2874/2000 για το μετά την 1-4-2001 και μέχρι τις 31-12-2001 χρονικό διάστημα, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο τελευταίος νόμος, όπως αναπτύχθηκαν στην αρχή αυτής της σκέψης και την εντεύθεν διαφοροποίηση ως προς τον καθορισμό της ιδιόρρυθμης και υπερωριακής απασχόλησης, αφού η αμοιβή για όλες τις προεκτεθείσες αιτίες σε κάθε περίπτωση είναι διαφορετική.
Ούτε άλλωστε προσδιόρισαν στην αγωγή αν στις εν λόγω ώρες μηνιαίας απασχόλησης συγκαταλέγονταν ώρες απασχόλησης κατά Σάββατα, η οποία κατά τα προεκτεθέντα δεν συναριθμείται σε εκείνη των εργασίμων ημερών ούτε τέλος εξέθεσαν τις συνοδεύουσες το πρόσωπο κάθε ενάγοντος περιστάσεις (προϋπηρεσία, οικογενειακά επιδόματα κ.λπ.), οι οποίες δεν συνυπολογίζονται για την εξεύρεση του ωρομισθίου της παράνομης υπερωριακής εργασίας.
Συνακόλουθα οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, με τα οποία οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι απορρίπτοντας την αγωγή τους ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο ίδιος πρώτος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παραβίασε τις λοιπές αναφερόμενες σ’ αυτόν διατάξεις, ήτοι εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17 αριθ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 281, 288 Α.Κ., 1 παρ. 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., 8 και 12 του Γ.Κ.Π/Δ.Ε.Η., ο οποίος είναι διάσπαρτος και στους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους αναίρεσης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού σ’ αυτόν αναφέρονται μεν οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, όχι όμως και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Περαιτέρω ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. και ο δεύτερος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, παρά την έλλειψη ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας του αγωγικού δικογράφου, "κατά προφανή παράβαση του νόμου δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα" και οδηγήθηκε στην κρίση για αοριστία της αγωγής. Και τούτο διότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το δικόγραφο της αγωγής έπασχε αοριστίας λόγω των ελλείψεων και ανεπαρκειών που ήδη σημειώθηκαν.
Ο ίδιος τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ίδιες αναιρετικές πλημμέλειες (του άρθρου 559 αριθ. 14 και 8 περ. β Κ.Πολ.Δ.) και συγκεκριμένα ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται "ένεκα κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας για δήθεν ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής μας", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
ιδρύεται για παραβάσεις που αφορούν κανόνες του δικονομικού δικαίου, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αγωγή ερευνήθηκε κατ’ ουσίαν.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ. Α.Π. 3/1997, 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος τους με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κατά την απόρριψη της αγωγής τους διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού όπως ήδη έχει εκτεθεί, για το παραδεκτό του προαναφερθέντος λόγου αναίρεσης απαιτείται ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη.
Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.
Α.Π. 10/2005). Περαιτέρω για τη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι "Το δικάσαν δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αφού με την απόφαση του παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού δεν αξιολόγησε ορθά τα προαναφερόμενα έγγραφα και την σιωπηρή άλλως έμμεση δικαστική ομολογία της εναγομένης και δη σχετικά με τον αριθμό των υπερωριών μας, τα οποία αποδεικτικά μέσα έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης...
Αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας όταν ο αντίδικός σου ομολογεί και αναφέρει στις προτάσεις της, ότι π.χ. "Ας παρατηρηθεί επιπλέον, ότι, οι παραπάνω αυτοί τυχαίοι αριθμοί ωρών υπερωριακής απασχόλησης δεν έχουν και καμία σχέση με την πραγματικότητα. Εντελώς ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο 2ος αντίδικος, όπως προκύπτει από τα δελτία απασχόλησής του, δεν πραγματοποίησε καθόλου κανονικές υπερωρίες νύχτας ούτε εξαιρέσιμες υπερωρίες ημέρας ή νύχτας καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα".
Γεγονός που σημαίνει ότι υπήρξε έλεγχος των αιτημάτων της αγωγής μας και ως εκ τούτου δεν είναι αόριστη η αγωγή μας. Και το δίδαγμα αυτό της κοινής πείρας και η δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση με αυτόν αιτιάσεις δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το εφετείο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσίαν και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Επομένως πράγμα υπό την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο της έφεσής τους.
Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τον προαναφερθέντα λόγο έφεσης και τον απέρριψε ρητώς ως αόριστο (βλ. το πέμπτο φύλλο και την πρώτη σελίδα του έκτου φύλλου της προσβαλλομένης).
Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ. Α.Π. 3/1997).
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο (παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο "...δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας (η οποία έγκειται στο ότι δεν προσδιορίζονται τα κατά τους αναιρεσείοντες μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα), σε κάθε δε περίπτωση διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, γεγονός που δεν συνέβη εν προκειμένω κατά τα προεκτεθέντα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, μη νόμιμη ή απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη την σιωπηρή άλλως έμμεση δικαστική ομολογία της εναγομένης για τον αριθμό των πραγματοποιηθεισών από αυτούς ωρών υπερωριακής απασχόλησης.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι προεχόντως διότι ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης και όχι όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη, όπως συνέβη εν προκειμένω.
Τέλος αβασίμως αιτούνται οι αναιρεσείοντες την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άλλως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετικά με προβληθέντες αλλά μη εξετασθέντες από το δικαστήριο της ουσίας (ενόψει της απόρριψης της αγωγής ως αόριστης) ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης σχετικά με τη νομιμότητα ή μη των ωρών απασχόλησης των εργαζομένων σ’ αυτήν.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2015 αίτηση για αναίρεση της 2829/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ