Legislator Case Law & Legislation
2029/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for insufficient grounds and lack of specific references to violated substantive law.

Case Number 2029/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the first and second instance judgments. The appellant alleged procedural errors regarding the interpretation of substantive law and insufficient reasoning, but the court found these grounds vague and lacking specific references to violated provisions. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 8, 9 of Law 3226/2004; Articles 1, 2, 4, 9 of Law 3226/2004; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal must cite specific violated substantive provisions and explain the reasoning error; vague allegations without precise references to the violated law or the location of the contradiction are inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal insufficient grounds substantive law violation legal reasoning legal costs Code of Civil Procedure Law 3226/2004

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 2, 8, 9 of Law 3226/2004
Articles 1, 2, 4, 9 of Law 3226/2004
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 382/2025
Supreme Court dismisses appeal on will invalidity, citing procedural defects and evidence evaluation errors.
962/2024
Supreme Court dismisses appeal on proportionality grounds and remands labor accident compensation case for retrial.
476/2024
Supreme Court dismisses appeal for vague grounds under Art. 559 and 577 of Civil Procedure Code.
1340/2022
Supreme Court dismisses appeal on contract termination by withdrawal and inadmissible plea for insufficient reasoning.
64/2022
Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding land use plan modification and unjust enrichment.
19/2022
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court correctly rejected vague contract clause argument.
AP 1401/2022
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding procedural rules for appeals against first-instance court decisions.
57/2022
Supreme Court dismisses appeal on child support due to vague grounds and unreviewable factual assessment.
424/2021
Supreme Court dismisses appeal on alimony dispute, rejecting procedural and substantive arguments regarding child support amounts.
399/2020
Supreme Court dismisses appeal against car accident liability judgment and orders appellant to pay legal costs.
146/2020
Supreme Court dismisses appeal on pension rights, rejecting arguments regarding legal basis and insufficient reasoning.
1484/2018
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding public law debt execution and property rights.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2029 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2029/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Των αναιρεσίβλητων: 1) της υπεράκτιας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DYNAMIC DISCOVERY S.A." με έδρα τον Παναμά, η οποία διατηρεί τα κεντρικά γραφεία της στην Κηφισιά και υποκατάστημα στη θέση "Κουνουπίτσα" της νήσου των Σπετσών, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α. Κ. του Α., 2) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ΑΤΟΜΙΚΑ αλλά και: α) ως προέδρου, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DYNAMIC DISCOVERY S.A." με έδρα τον Παναμά, η οποία διατηρεί τα κεντρικά γραφεία της στην Κηφισιά και υποκατάστημα στη θέση "Κουνουπίτσα" της νήσου των Σπετσών, β) ως προέδρου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία AURORA SHIPPING με έδρα την Λιβερία και τέως εγκατεστημένης στην Ελλάδα κατά τον Α.Ν.89/67 και ήδη λυθείσας και γ) ως εταίρου και συνδιαχειριστή της συνδεδεμένης εταιρείας Δυναμικής Ναυτιλιακής ΕΠΕ, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Παναγιώτας Καραλή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 16/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3090/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-2-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2, 8 παρ. 1 και 2 και 9 παρ. 1, 2 και 5 του ν. 3226/2004 "Παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος και άλλες διατάξεις", όπως τα άρθρα 1 και 2 τροποποιήθηκαν αντιστοίχως με τα άρθρα 23 και 24 του ν. 5023/2023 (ΦΕΚ Α' 34/17-2-2023) και ισχύουν από 17-2-2023, προκύπτει ότι η παροχή νομικής βοήθειας στους δικαιούχους αυτής, χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή πολίτες τρίτου κράτους και ανιθαγενείς, εφόσον έχουν νομίμως κατοικία ή συνήθη διαμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή σε εκείνους που το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα των κατώτατων ετήσιων ατομικών αποδοχών που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, ύστερα από αίτησή τους, για την εξέταση της οποίας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα αρμόδιος είναι ο Ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο Πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, συνίσταται στην απαλλαγή αυτών από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί, στο διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπιστούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν τη βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις.

Η ανωτέρω απαλλαγή περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζόμενου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.

Ο διορισμός δικηγόρου ισχύει ως παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας από τον δικαιούχο, στην έκταση που ορίζει το άρθρο 97 ΚΠολΔ, εκτός αν η απόφαση, με αίτηση του δικαιούχου, την επεκτείνει ή την περιορίζει (ΑΠ 792/2024, 1263/2017).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 428/2024, 1469/2022, 360/2022, 77/2022, 20/2022). Μόνο αν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 362/2020, 1672/2017, 341/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 428/2024, 572/2023, 760/2021, 1137/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 6-5-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 55666/1582/2014) αγωγή κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με κύριο αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας των αναφερομένων στην αγωγή τριών συμβάσεων εργασίας του, τα ποσά των 35.000 ευρώ, 5.833 ευρώ και 29.167 ευρώ αντίστοιχα και επικουρικό αίτημα, εφόσον κριθεί άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του (αίτημα από το οποίο παραδεκτά παραιτήθηκε πρωτοδίκως) να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν για αποδοχές υπερημερίας τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 16/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή. Μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους του ενάγοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3090/14-6-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη.

Την απόφαση αυτή, καθώς και την ως άνω υπ' αριθ. 16/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσβάλλει ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την υπό κρίση, από 22-2-2024 (αριθ. εκθ. κατάθ. 1997/185/22-2-2024) αίτηση αναίρεσης. Ειδικότερα, με τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο υπ' αριθ. 1 έως 22 λόγους αναίρεσης πλήττεται αποκλειστικά και μόνο η πρωτόδικη απόφαση, κατά της οποίας ρητώς στρέφονται οι λόγοι αυτοί.

Σύμφωνα όμως με την προηγηθείσα υπό στοιχ. ΙΙ νομική σκέψη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 16/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 577 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1997/185/22-2-2024 έκθεση κατάθεσης αυτής, έχει κατατεθεί μόνο στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (Εφετείου Αθηνών), όχι όμως και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πρωτοδικείου Αθηνών).

Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η δικηγόρος Αθηνών Σοφία Χανιωτάκη, η οποία υπογράφει το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατέθεσε τούτο στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών και εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα στη συζήτηση της αίτησης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 7-10-2025, ορίστηκε, μετά από αίτηση του τελευταίου για παροχή νομικής βοήθειας, με την υπ' αριθ. 31/21-2-2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και συνεπώς ο διορισμός της ισχύει, κατά τα ανωτέρω υπό στοιχ. Ι εκτεθέντα, ως παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας από τον δικαιούχο αναιρεσείοντα προς αυτήν για την εκπροσώπησή του στην παρούσα δίκη.

ΙΙΙ. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 134/2025, 266/2022, 846/2018). Αν η κρίση για το δεδικασμένο στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή όχι του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και η απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 266/2022, 1218/2018, 456/2018, 869/2017).

Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σε αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο, συγκεκριμένα, παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο, καθώς και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.

Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές με αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε (κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις), νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 134/2025, 1439/2021, 81/2020, 1311/2018).

Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο, και το επικαλέστηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 134/2025, 81/2020, 1311/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον διαλαμβανόμενο στη 245η σελίδα του αναιρετηρίου λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος συνίσταται στο ότι το Εφετείο αρνήθηκε την ισχύ δεδικασμένου: α) της υπ' αριθ. 213/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) της υπ' αριθ. 3527/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, γ) της υπ' αριθ. 2813/2017 του απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, δ) της υπ' αριθ. 7381/2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ε) των υπ' αριθ. 4757/2016 και 2968/2009 αμετάκλητων βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και στ) της υπ' αριθ. 4730/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον δεν περιλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο, ήτοι αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ενώ περαιτέρω δεν διαλαμβάνεται ότι ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή ότι περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου.

ΙV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή, ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αν το δικαστήριο αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ευθέως ή εκ πλαγίου, κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο των ανωτέρω από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι συγκεκριμένες διατάξεις που παραβιάστηκαν και μάλιστα ενάριθμα και οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 382/2025, 962/2024, 476/2024, 1340/2022), επιπλέον δε, στην περίπτωση της από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, εφόσον γίνεται επίκληση ανεπάρκειας αιτιολογιών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται, αντίστοιχα, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση και πού εντοπίζεται η αντίφαση (ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους διαλαμβανόμενους στις σελίδες 246 έως 248 του αναιρετηρίου λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ, του ΚΠολΔ, του ΚΦΕ, της ισχύουσας ασφαλιστικής, εργατικής και φορολογικής νομοθεσίας αλλά και των κανόνων της λογιστικής επιστήμης και των διεθνών λογιστικών προτύπων, περαιτέρω δε, στο ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, άλλως αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού: α) δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, β) δεν αναφέρονται, και μάλιστα ενάριθμα, οι φερόμενες ως ευθέως και εκ πλαγίου παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις και γ) δεν αναφέρεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση και πού εντοπίζεται η αντίφαση.

V. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή νόμιμου σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, δεδομένου ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του του Ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", όπως ισχύουν σήμερα, προκύπτει σαφώς ότι η παροχή νομικής βοήθειας δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 31/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, να επιβάλλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (ΑΠ 1401/2022, 57/2022, 424/2021, 399/2020, 146/2020, 1484/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-2-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1997/185/2024) αίτηση για αναίρεση των: α) υπ' αριθ. 16/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) υπ' αριθ. 3090/2002 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ