Legislator Case Law & Legislation
2023/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance dismissal of public employees' holiday allowance claim based on unconstitutional law application.

Case Number 2023/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the Municipality of Kalamaria's appeal against the Thessaloniki Peace Court's decision dismissing the employees' claim for holiday allowances. The plaintiffs argued they were entitled to benefits under specific laws, while the court found the lower court erred in applying a statute that had been superseded by a newer law. Consequently, the appeal was allowed, the first-instance judgment was annulled, and the case was remanded for a new ruling on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2(1), 4(1) and 5, 5(1), 22, 25(1) of the Constitution and Article 1 of Protocol No. 1 to the ECHR; The Supreme Court held that a public entity's application of a repealed statute to deny statutory holiday allowances violates constitutional rights and international obligations, requiring the application of the currently valid legislation.

Keywords

AI generated
public holiday allowances unconstitutional law application repealed statute validity public sector employees Supreme Court annulment constitutional rights violation remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 143 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006
Articles 2(1), 4(1) and 5, 5(1), 22, 25(1) of the Constitution
Article 1 of Protocol No. 1 to the ECHR
Article 3 of Law 3845/2010
Article 1 of Law 4093/2012

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2023 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2023/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Ηλία Γιαρένη και Αγγελική Καρδαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου - Οργανισμού Τοπική Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ", που εδρεύει στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από τη Δήμαρχό του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βατάλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Α. του Ν., 2.Α. Μ. του Χ., 3.Α. Π. του Γ., 4.Σ. Μ. του Δ., 5.Ε. Λ. του Π., 6.Δ. Σ. του Σ., 7.Ο. Γ. του Δ., 8.Ε. Γ. του Ε., 9.Ε. Μ. του Σ., 10.Α. Τ. του Δ., 11.Σ. Π. του Λ., 12.Δ. Π. του Σ.,13.Χ. Ξ. του Μ., 14.Σ. Χ. του Σ., 15.Ε. Ν. του Θ. και 16.Ε. Σ. του Β., όλων κατοίκων ... Ο 13ος (Χ. Ξ.) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ματέλλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2019 (με αριθμό κατάθεσης 16529/220/16-4-2019) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 78/2022 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 22-7-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης ή της κλήσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 245/2025, ΑΠ 1478/2022].

Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 287/2025, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1578/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, ο δέκατος τρίτος (13ος) των αναιρεσιβλήτων, Χ. Ξ. δεν εμφανίσθηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση.

Από την προσκομιζόμενη από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντα Δήμο, υπ' αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε. Π. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού (αναιρεσείοντος), νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χρήστο Ματέλλα, ως πληρεξούσιο δικηγόρο όλων των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015), φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών, συνεπώς και του απόντος 13ου αναιρεσίβλητου, για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 78/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των εναγόντων (ήδη αναιρεσίβλητων), μεταξύ αυτών και του δέκατου τρίτου (13ου) από αυτούς, Χ.

Ξ., στην πρωτοβάθμια δίκη και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τον απόντα αναιρεσίβλητο προς τον αναιρεσείοντα Δήμο η τυχόν αντικατάστασή του. Επομένως, εφόσον ο εν λόγω (13ος) αναιρεσίβλητος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που είναι τελεσίδικη κατά τον χρόνο άσκησής της, κατά τον χρόνο, δηλαδή, κατάθεσής της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Τελεσίδικη δε είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει όλη τη δίκη (ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή) και δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση (ΑΠ 780/2024, ΑΠ 712/2020).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ. γιατί έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή γιατί ο διάδικος έχει παραιτηθεί από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή γιατί αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της.

Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την (εκκλητή) απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη κατά τους ως άνω τρόπους (ΑΠ 118/2024, ΑΠ 460/2022). Η προθεσμία της έφεσης, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η, αντιμωλία των διαδίκων, απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, δύο (2) έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη και τελειώνει όταν παρέλθουν τα δύο (2) έτη, οπότε αυτή, αφού πλέον δεν υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.

Η προθεσμία, εξάλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αυτή αρχίζει αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στη περίπτωση που επιδόθηκε η απόφαση, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της (πρωτόδικης) απόφασης, ενώ στη περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δύο χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά τέσσερα (4) χρόνια, δύο για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά τέσσερα χρόνια (ΑΠ 118/2024, ΑΠ 857/2024), εκτός αν μέσα στην προθεσμία αυτή (καταχρηστική) της αναίρεσης, δηλαδή μετά την τελεσιδικία, συντελεσθεί η επίδοση της απόφασης, οπότε η προθεσμία, λόγω της ως άνω επίδοσης της απόφασης, είναι πλέον τριακονθήμερη (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) και αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης (ΑΠ 1227/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 22-7-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 78/18-3-2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, επί της από 12-3-2019 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ-ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ", με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, η ανωτέρω αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγραφόμενο ποσό για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2017- 2019 νομιμοτόκως. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης δημοσιεύθηκε την 18-3-2022 και έκτοτε άρχισε, λόγω μη επίδοσης αυτής, η διετής προθεσμία της έφεσης, η οποία έληξε την 19-3-2024, οπότε και κατέστη τελεσίδικη η απόφαση. Από την ημερομηνία αυτή άρχισε η διετής προθεσμία της αναίρεσης, πλην όμως, κατά τη διάρκεια αυτής, η ως άνω απόφαση επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους την 20-6-2024, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ε. Π., οπότε από την 21-6-2024 άρχισε η τριακονθήμερη προθεσμία της αναίρεσης.

Συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στην αρμόδια γραμματέα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 22-7-2024 (ημέρα Δευτέρα), ασκήθηκε, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις, εμπρόθεσμα, αφού δεν είχε λήξει η τριακονθήμερη προθεσμία (άρθρα 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Επίσης, για το παραδεκτό της άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ" και για την πρόσληψη του πληρεξούσιου δικηγόρου του, προσκομίζονται, κατά το άρθρο 72 παρ. 1 του ν. 3852/2010, όπως, τροποποιηθέν με το άρθρο 31 του ν. 5013/2023, ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης: α) η υπ' αριθμ. ...-2024 απόφαση της Δημοτικής του Επιτροπής και β) το υπ' αριθμ. ...-2024 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Μ., δυνάμει του οποίου η Δήμαρχος του ως άνω Δήμου παρείχε, με την ιδιότητά της αυτή, την πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο Κωνσταντίνο Βατάλη για την εκπροσώπησή του κατά τη συζήτηση αυτής (ΟλΑΠ 13/2018, ΑΠ 103/2025, ΑΠ 49/2023, ΑΠ 77/2022).

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 4 παρ. 1 και 5, 25 παρ. 1 και 4, 79 παρ. 1 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.

Και τούτο γιατί, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΑΠ 1048/2024, ΑΠ 819/2023, ΑΠ 1467/2022, ΟλΣτΕ 431/2018).

Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή. Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην όμως, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 Eskelinen κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΟλΑΠ 2/2023, ΑΠ 819/2023, 1467/2022, ΟλΣτΕ 1307/2019).

Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγραφοι 2 και 9, 2 παρ. 1 και 20 παρ. 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παρ. 1 και 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση, κατά το ήμισυ, του κίνητρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περ.

α' ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης, στην οποία βρέθηκε η Χώρα.

Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΑΠ 1048/2024, ΑΠ 819/2023, ΑΠ 1467/2022, ΟλΣτΕ 3372/2015).

Ειδικότερα ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 ορίσθηκαν τα εξής: "... 6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, ...

καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500,00) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" και με το άρθρο 16 του ν. 4024/2011 τα ανωτέρω επιδόματα επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ως άνω ποσά ως εξής: "1.

Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3.

Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5.

Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους".

Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο.

Στο πλαίσιο αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας. Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχως της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".

Όπως προαναφέρθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο και τους ως άνω φορείς του Δημοσίου υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.

Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους τους οποίους αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.

Εν προκειμένω, με την προαναφερθείσα διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης. Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΑΠ 1048/2024, ΑΠ 819/2023, ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 77/2022).

Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών-μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.

Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.

αποφάσεις ΔΕΕ της 7-2-2019, υπόθεση C-49/18, Carlos Escribano Vindel, σκέψη 67 και της 27-2-2018, υπόθεση C-64/16, Associacao Sindical dos Juizes Portugueses, σκέψεις 49 και 52).

Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α'38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ.

έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ.

Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο (ΑΠ 511/2024, ΑΠ 1480/2024, ΑΠ 819/2023).

Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ. απόφαση ΕΔΔΑ, Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος της 7.5.2013, σκέψεις 39 και 48, ΑΠ 1048/2024, ΑΠ 819/2023, ΑΠ 1467/2022).

Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΑΠ 1048/2024, ΑΠ 819/2023, ΑΠ 1467/2022).

Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 1048/2024, ΑΠ 819/2023, ΑΠ 1467/2022, ΟλΣτΕ 1307/2019). Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη δικαστική εξουσία.

Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαρ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1048/2024, ΑΠ 819/2023, ΑΠ 1467/2022, ΟλΣτΕ 798/2021).

Επίσης, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς επίσης των ΟΤΑ και των ΝΠΙΔ, που ανήκουν στους ΟΤΑ, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 1048/2024, ΑΠ 77/2024, ΑΠ 8/2022, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019), ενόψει δε των ανωτέρω, δεν αντίκειται η εν λόγω διάταξη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 22, 23 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1048/2024, ΑΠ 77/2024, ΑΠ 1467/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024) κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ΟΤΑ, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κρίνοντας εσφαλμένα ότι η κατάργηση, με την διάταξη αυτή, των επιδομάτων εορτών και των επιδομάτων αδείας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 , 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδ.

δ' και 4 και 103 παρ. 8 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αν και η κατάργηση αυτή δεν ήταν αντίθετη με τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις και το μέτρο αυτό ήταν αναγκαίο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης που είχε περιέλθει η Χώρα, συνέβαλε στην δημοσιονομική προσαρμογή, στην περιστολή των δημοσίων δαπανών και υλοποιούσε δεσμεύσεις δημοσιονομικών στόχων που απέρρεαν για τη Χώρα μας από αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για περιορισμό των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, που γίνεται για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 12-3-2019 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) εξέθεταν ότι απασχολούνται στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) ΟΤΑ, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου (ν. 4024/2011).

Ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 και, στη συνέχεια, του άρθρου 16 του Ν 4024/2011, ο εναγόμενος τους κατέβαλε μόνο το ποσό των 500 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων και το ποσό των 250 ευρώ για καθένα από τα επιδόματα Πάσχα και αδείας και από 1-1-2013, κατ' εφαρμογή της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, έπαυσε να τους καταβάλει επιδόματα εορτών και αδείας.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες, επικαλούμενοι ότι οι ως άνω διατάξεις, κατ' εφαρμογή των οποίων ο εναγόμενος ΟΤΑ από 1-1-2013 σταμάτησε να τους καταβάλει τα επιδόματα εορτών και αδείας, είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στα άρθρα 2 παρ. 1 , 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ.1-4, 103 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ΟΤΑ να καταβάλει σε έκαστο αυτών για επιδόματα εορτής Χριστουγέννων και αδείας τα ποσά των 500 ευρώ και 250 ευρώ, αντίστοιχα, για τα έτη 2017 και 2018, καθώς και για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 250 ευρώ για τα έτη 2018 και 2019 και συνολικά το ποσό των 2.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε την υπόθεση αυτή αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ' αριθμ. 78/2022 απόφασή του, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, ερευνώντας αυτήν κατ' ουσίαν, την δέχθηκε εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο ΟΤΑ (ήδη αναιρεσείοντα) να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) για επιδόματα εορτής Χριστουγέννων και αδείας των ετών 2017 και 2018 και για επίδομα εορτής Πάσχα του έτους 2018 το συνολικό ποσό των 1.750 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Συγκεκριμένα, το Ειρηνοδικείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής : "....Οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) τυγχάνουν υπάλληλοι του εναγομένου (αναιρεσείοντος), με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου...., εντασσόμενοι στις διατάξεις των άλλοτε ισχυόντων ν. 3205/2003 και ν. 4024/2011, και ήδη ν. 4354/2015, πλην με την διάταξη παραγρ.

Α' υποπαραγρ. Α' §1 του ν.4093/2012 καταργήθηκαν από 1/1 /2013 τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αυτό της αδείας, επιδόματα που διαθέτουν μισθολογικό χαρακτήρα με την έννοια των διατάξεων ν. 1082/ 1980 και 4504/1966, χορηγούμενα προκειμένου να καλυφθούν ελλείψεις των εργαζομένων για τις αντικειμενικά αυξημένες τους ανάγκες (κοινωνικές και καταναλωτικές) κατά τις περιόδους των σπουδαίων χριστιανικών εορτών και των θερινών διακοπών, ήτοι προς εξασφάλιση ενός ικανού βιοτικού (κοινωνικά εύλογου με βάση τις σύγχρονες συνθήκες διαβίωσης) επιπέδου για τους μισθωτούς, ήδη χορηγούμενα μακροχρονίως στον δημόσιο τομέα δυνάμει των διατάξεων α.ν.866/ 1946 και 1777/1951....

το Δικαστήριο κρίνει τις διατάξεις του ως άνω νόμου (4093/12) αντισυνταγματικές ως αντικείμενες κατ' αρχήν στην διάταξη αρθ.1 Προσθ. Πρωτ. ΕΣΔΑ...., αλλά και στις διατάξεις 22, 103 Σ, ομοίως και σ' αυτές των αρ.2, 4, 5 και 25§§1 και 4 Σ, αλλά και, με τις οποίες διατάξεις προστατεύονται πρωτίστως η εργασία και η προσωπικότητα του ανθρώπου ως δικαιώματα, ομοίως τίθενται υπό συνταγματική εγγύηση το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων και των απασχολουμένων από το δημόσιο με σχέση ιδιωτικού δικαίου (103§8Σ) και καθιερώνεται η αρχή της αναλογικότητας (4§5 και 25§§1,2Σ) που καθορίζει τον όποιο περιορισμό των ως άνω δικαιωμάτων χάριν δημοσίου συμφέροντος, και οι διατάξεις του ως άνω νόμου, ιδίως αυτές για την κατάργηση των όποιων επιδομάτων εορτών και αδείας, παραβιάζουν προδήλως την παραπάνω συνταγματική αρχή, δεδομένου ότι σε βάρος των μισθωτών επήλθε ήδη με τις διατάξεις των ν.3845/2010 και ν.4024/2011 επιδείνωση της μισθολογικής τους θέσης και κατάστασης με τον ανακαθορισμό του βασικού μισθού και των αποδοχών αυτών, αλλά και της γενικότερης επιβάρυνσης αυτών με επιπλέον φόρους και εισφορές, άρα εκλείπει πλέον το στοιχείο της αναλογικότητας (4§5Σ) από την κατάργηση των παραπάνω επιδομάτων για λόγους δημοσίου συμφέροντος, με αποτέλεσμα ο περιορισμός των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της προσωπικότητας και της εργασίας, που επέρχεται με τις διατάξεις του ν.4093/2012, να θίγει τον πυρήνα των ως άνω δικαιωμάτων, χωρίς τούτο να δικαιολογείται πλέον (μετά τους ν.3845/10 και 4024/ 11) από δημόσιο συμφέρον, και να καταντά νομικά και κοινωνικά μη ανεκτός....

Και εν πάση περιπτώσει, ενώ οι σχετικές μισθοδοτικές δαπάνες φαίνονται εν πρώτοις να επιβαρύνουν το δημόσιο και τα δημοτικά ταμεία, εν τούτοις η καταβολή των ποσών αυτών, έστω και υπό τις προϋποθέσεις του ν.3845/2010, αυξάνει την καταναλωτική και φοροδοτική δυνατότητα των υπαλλήλων, συντείνοντας στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, παραγόμενης εντέλει ωφέλειας για τα ταμεία αυτά, εκλείποντος μάλιστα του δικαιολογητικού λόγου της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας μετά την είσοδο της χώρας στη λεγάμενη "μεταμνημονιακή εποχή", αντίθετα η κατάσταση αυτή διαιωνίζεται μετά την παράλειψη του ν.4354/2015 να συμπεριλάβει πρόβλεψη για επιδόματα εορτών και αδείας....

Άρα οι ενάγοντες δικαιούνται επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και επιδόματος αδείας μη εφαρμοζόμενου.... του ν.4093/2012. Ο υπολογισμός των αξιώσεων των εναγόντων θα γίνει με βάση το αρθ. Γ' ν.3845/2010, εφόσον οι αποδοχές τους κατά μήνα δεν υπερβαίνουν το ποσό των 3.000€, όπου προβλέπεται για δώρο Χριστουγέννων ποσό 500€, για διάστημα εργασίας από την 16/4 ως την 15/12 του έτους, για δώρο Πάσχα ποσό 250€ από 16/12 ως 15/4 του επομένου έτους κι επίδομα αδείας από 1/7 ως 30/6 του επομένου έτους ποσό 250€, ενώ καταβάλλεται αναλόγως στον εργαζόμενο που μισθοδοτήθηκε για διάστημα μικρότερο του έτους.

Έτσι έκαστος των εναγόντων, δικαιούται για το έτος 2017 ποσό 500€ ως δώρο Χριστουγέννων και ποσό 250€ λόγω επιδόματος αδείας, συνόλω ποσό 750€, ενώ για το έτος 2018 το συνολικό ποσό που δικαιούται καθένας από άπαντες τους ενάγοντες ανέρχεται σε 1.000€, ήτοι ποσό 250€ για ΔΠ, 250€ για Ε/Α και 500€ για ΔΧ.... Συνολικά δε έκαστος των εναγόντων δικαιούται ποσό 1.750 €....".

Με αυτά που δέχθηκε το Ειρηνοδικείο, δηλαδή με το να κρίνει ότι η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία κατάργησε ολοσχερώς τα επιδόματα εορτών και αδείας από 1.1.2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι αντισυνταγματική, ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και ότι οι ενάγοντες, ως υπάλληλοι του εναγόμενου ΝΠΔΔ-ΟΤΑ, δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2017-2018, όπως αυτά επανακαθορίσθηκαν με το άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού με την ως άνω διάταξη του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τα οποία τους είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη.

Επομένως, ο από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, ο αναιρεσείων ΟΤΑ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου, παρέλκει η εξέταση του από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεύτερου λόγου αναίρεσης για εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

IV. Κατόπιν αυτών, πρέπει, να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η από 12-3-2019 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κρίθηκε νόμιμη και, στη συνέχεια, έγινε και εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και, στη συνέχεια, αφού δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα η ως άνω αγωγή, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΟΤΑ (Δήμου) κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), δηλαδή και εκείνων που αφορούν τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και εκείνων που αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη, μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1048/2024, ΑΠ 77/2022), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 78/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την από 12-3-2019 (με ΓΑΚ 16529/2019/ΕΑΚ 220/2019/16-4-2019) αγωγή των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων.

Καταδικάζει τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου - αναιρεσείοντος ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ" της παρούσας αναιρετικής δίκης και του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ