Legislator Case Law & Legislation
2019/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership claim citing procedural errors and lack of legal basis.

Case Number 2019/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's final decision recognizing the plaintiff's property ownership. The appellant argued the lower court erred in accepting a specific legal basis regarding long-term possession while ignoring an indefinite claim by a religious foundation. The court rejected these arguments as unfounded and procedurally inadmissible, ruling that the lower court's decision was fully supported by its established premises.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10), 559(11a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the appellant fails to demonstrate that the lower court's acceptance of a specific legal basis or evidence was erroneous, noting that such arguments must be formally presented during the trial.

Keywords

AI generated
property ownership recognition appeal admissibility procedural errors possession duration legal basis acceptance court costs allocation religious foundation rights

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11a) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2019 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2019/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...", και το διακριτικό τίτλο "...", πρώην εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …, οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Παλευρατζή-Ασόβερ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Υπό εκκαθάριση τελούσης αστικής εταιρείας, με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός Μιαούλη αρ. 16 και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της: α) Κ. Α. Π. Δ. και β) Β. Α. Κ., ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Βεκρή, που ανακάλεσε την από 20-10-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1108/2015 του ιδίου Δικαστηρίου, 2657/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 19-7-2017 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 694/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε κατά ένα μέρος την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1275/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2019 αίτησή της, η οποία επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 2-6-2020 κλήση της αναιρεσιβλήτου.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20.06.2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 1275/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχτηκε την από 03.11.2014 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας της αναιρεσίβλητης κατά της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...", την οποία απορρόφησε, καταστάσα καθολική διάδοχος αυτής, η αναιρεσείουσα.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά την αναίρεση εν μέρει, με την υπ' αριθμ. 694/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, της υπ' αριθμ. 2657/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχτεί, με την ως άνω απόφασή του, τυπικά και κατ' ουσίαν, την από 10.06.2015 έφεση της αναιρεσείουσας μετά των από 08.12.2016 προσθέτων λόγων αυτής κατά της εκδοθείσης ερήμην αυτής υπ' αριθμ. 1108/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε εξαφανίσει την τότε εκκαλούμενη απόφαση, είχε κρατήσεις προς αναδίκαση την από 03.11.2014 αγωγή, είχε αναδικάσει αυτήν και την είχε απορρίψει.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά τον χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 Πανδ. (5.8) ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ. (41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).

Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π. 1840/2017, Α.Π. 783/2016). Εξ ετέρου κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί κάθε εκτάσεως που αποτελούσε, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι, πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωριά και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (01.12.1836).

Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βζρδ, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.02.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1§1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ".

Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.09.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.

Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.

Οι, στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1182/2018).

Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007), που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.

Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.

Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους και ως δημόσιου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως (ΑΠ 826/2018, Α.Π. 712/2015).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως που αφορά ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε αυτό (δικαστήριο της ουσίας) ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 4/2018, Ολ.Α.Π. 6/2017, Α.Π. 148/2020, Α.Π. 50/2020).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την, παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), επισκόπηση του ενδιαφέροντος μέρους της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Συνοδινού μεταβιβάστηκε από την Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη, κατά πλήρη κυριότητα στους Β.

Μ. και Ν. Σ., και σε ποσοστό 50% στον καθένα από αυτούς, ένα ακίνητο, έκτασης 1.100 στρεμμάτων, η οποία ορίζεται (κατά τον τίτλο κτήσης) ανατολικά, σε πλευρά 1.100 μέτρων, με έκταση της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη, δυτικά με τη θάλασσα, σε πλευρά 1.100 μέτρων, βόρεια με κτήμα της ιδίας ως άνω Μονής, σε πλευρά 1.000 μέτρων και νότια με κτήμα της ιδίας Μονής, σε πλευρά 1.000 μέτρων, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του τέως Δήμου ...

και ήδη εντός της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου .... Με τα σημερινά δεδομένα, αυτό εκτείνεται από το Νοσοκομείο ... μέχρι τις εγκαταστάσεις του Ναυτικού Ομίλου … εντός του ως άνω Δήμου. Στο εν λόγω συμβόλαιο δεν προσαρτήθηκε κάποιο σχεδιάγραμμα. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το ανωτέρω συμβόλαιο, τα ως άνω συμβαλλόμενα μέρη είχαν την πεποίθηση ότι με τα 1.100 στρέμματα θα μεταβιβαζόταν η έκταση μέχρι την ακτογραμμή.

Και τούτο διότι α) αναφέρεται ως δυτικό όριο η θάλασσα και β) η πωλήτρια Ιερά Μονή δηλώνει ότι το τίμημα της πώλησης δε θα μειωθεί από την επίδραση του καθορισμού του χειμερίου κύματος, ακόμη δηλαδή και εάν επηρεαστεί το όριο της μεταβιβαζόμενης έκτασης (σελ. 5 του ως άνω τίτλου). Ακολούθως, με τα νομίμως μεταγραφέντα υπ' αριθμ. ..., ..., ...

και .../... αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Αναστασάκη οι ανωτέρω αγοραστές, Β. Μ. και Ν. Σ., μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα τα ποσοστά που απέκτησαν επί της ως άνω έκτασης με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο στους κάτωθι δικαιοπαρόχους - εταίρους της ενάγουσας και στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../...

συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, συστήθηκε η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "...", στην οποία και μεταβιβάστηκε από τα μέλη (μετόχους) της το εκτάσεως 1.100 στρεμμάτων ακίνητο, λόγω συνεισφοράς τους για τη δημιουργία μετοχικού κεφαλαίου. Ειδικότερα δε τα μέλη της εισέφεραν σε αυτήν τα εξής ποσοστά εξ αδιαιρέτου:

ο Γ. Δ. 13%, ο Χ. Λ. 10%, ο Β. Β. 4%, οι Σ. Σ., Θ. Τ., Κ. Γ., Β. Π., Κ. Π., Δ. Η. και Σ. Κ. το ανήκον από κοινού σε αυτούς 13% και οι Β. Μ. και Ν. Σ. το ανήκον κατά το ήμισυ στον καθέναν από αυτούς 60%. Η διάρκεια της εταιρείας ορίστηκε πενταετής, εντός της οποίας έπρεπε να εκτελέσει το σκοπό της, που ήταν η διαίρεση του όλου κτήματος σε οικόπεδα με εφαρμογή του υπό έγκριση σχεδίου πόλεως και η πώληση σε τρίτους ή η διανομή τους μεταξύ των εταίρων, προκειμένου να δημιουργηθεί οικισμός.

Με την παρέλευση της πενταετίας, στις 11-2-1929, αυτή λύθηκε αυτοδίκαια και περιήλθε σε καθεστώς εκκαθάρισης, εκπροσωπούμενη νόμιμα από τους εκκαθαριστές που εκλέγονταν από τις Γ.Σ. των μετόχων της. Με την από 23-1-2013 Έκτακτη Γ.Σ. των μελών της εξελέγησαν εκκαθαρίστριες οι Β. Κ. και Κ. Π., που εκπροσωπούν στην προκειμένη περίπτωση με την ως άνω ιδιότητά τους την ενάγουσα εταιρεία, η οποία υφίσταται μέχρι σήμερα για τις ανάγκες της εκκαθάρισής της.

Αξιοσημείωτο είναι ότι με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Υπουργού Γεωργίας δόθηκε η άδεια στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη, προκειμένου να εκποιήσει την ως άνω έκταση των 1.100 στρεμμάτων προς τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, Β. Μ. και Ν. Σ., σε εφαρμογή του νόμου 1650, περί απαγόρευσης δικαιοπραξιών επί αγροτικών κτημάτων καλλιεργούμενων επί μορτή.

Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο παραχωρώντας την εν λόγω άδεια περί πώλησης, η οποία αποτελούσε, υπό την τότε ισχύουσα νομοθεσία, προυπόθεση του κύρους της σύμβασης πώλησης, αναγνώριζε την κυριότητα της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη επί της ως άνω έκτασης των 1.100 στρεμμάτων, η οποία (Μονή), σύμφωνα με τον ανωτέρω τίτλο, το νεμόταν από αμνημονεύτων ετών.

Ακολούθως, μετά από αίτηση της ενάγουσας, εκδόθηκε το από 15-9-1926 Διάταγμα (ΦΕΚ 311 Α'/1926), με το οποίο εγκρίθηκε από τον Υπουργό της Συγκοινωνίας το σχέδιο εξοχικού Συνοικισμού Βούλας, που είχε υποβάλλει η ενάγουσα, όπως αυτό (εγκριθέν σχέδιο) απεικονίζεται στο από 31-1-1927 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα Μ.

Α., με τίτλο "...", που αποτελεί παράρτημα του ως άνω διατάγματος. Σε εκτέλεση δε του άρθρου 18 του ανωτέρω από 15-9-1926 διατάγματος, υπογράφηκε στις 16-9-1927 σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία καθορίστηκαν ειδικότερα οι όροι του ανωτέρω διατάγματος. Με το άρθρο 3 της ανωτέρω σύμβασης η ενάγουσα αναγνωρίζεται από το Ελληνικό Δημόσιο "ως μόνη ιδιοκτήτρια της εκτάσεως, εφ' ης εκτείνεται το κατά το ανωτέρω εγκρινόμενο σχέδιο του συνοικισμού Βούλας".

Η ως άνω σύμβαση με το συνοδεύον αυτή από 31-1-1927 παράρτημα (συνοδεύον διάγραμμα) κυρώθηκε με το από 20-9-1927 Προεδρικό Διάταγμα. Σημειωτέον δε ότι, σύμφωνα με το ως άνω από 31-1-1927 διάγραμμα, η έκταση για την οποία εγκρίθηκε το σχέδιο Συνοικισμού Βούλας έφθανε μέχρι την ακτογραμμή. Η ενάγουσα, λοιπόν, εγκαταστάθηκε από το έτος 1924 στη νομή και κατοχή της έκτασης των 1.100 στρεμμάτων, που απέκτησε κατά τα ανωτέρω.

Κατά την υλοποίηση όμως των ορίων του ακινήτου, διαπιστώθηκε από τους συμβαλλόμενους (εκπροσώπους Ιεράς Μονής Πετράκη και ενάγουσας) ότι η ενάγουσα είχε εγκατασταθεί στη νομή επιπλέον 47.430 τ.μ., που επίσης ανήκαν στην ως άνω πωλήτρια Ιερά Μονή. Η διαφορά αυτή συνίστατο στη νοητή γραμμή, που αποτελούσε το δυτικό όριο και ξεκινούσε από το σταθερό σημείο του "μαγαζείου της Βούλας" και σε ευθεία γραμμή, μέχρι να συμπληρωθούν 1.100 μέτρα.

Η νοητή γραμμή, που περιέγραφε το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, στην πραγματικότητα δεν συνέπιπτε με την ακτογραμμή, παρότι το δυτικό όριο, όπως προεκτέθηκε, περιγραφόταν σαν να ήταν όριο η ίδια η ακτογραμμή. Η επιπλέον αυτή έκταση των 47.430 τ.μ. οριζόταν νότια, ανατολικά και δυτικά με χειμέριο κύμα και βόρεια με την υπόλοιπη έκταση των 1.100 στρεμμάτων, όπως αυτή αποτυπώνεται στο από 25-1-1936 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών Α.

Γ. και Γ. Φ., με τα στοιχεία .... Εκ των ανωτέρω προέκυψε ανάγκη άρσης της αμφιβολίας, σχετικά με το δυτικό όριο και την πωληθείσα έκταση. Στα πλαίσια συμβιβαστικής επίλυσης της εν λόγω προκύψασας διαφοράς, συνήφθη μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων (ενάγουσας και Ιεράς Μονής) το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο συμβιβασμού και μεταβίβασης ακινήτου του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Βασιλόπουλου, με το οποίο μεταβιβάσθηκε η επιπλέον έκταση των 47.430 τ.μ., την οποία, όπως προαναφέρθηκε, νεμόταν και κατείχε η ενάγουσα ήδη από το 1924, έχοντας την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν πρόσβαλε κατ' ουσία το δικαίωμα του κυρίου, ήτοι έχοντας την καλή πίστη που απαιτούσε το προισχύσαν του ΑΚ δίκαιο.

Το γεγονός της νομής από την ενάγουσα τόσο των 1.100 στρεμμάτων όσο και των 47.430 τ.μ. από το έτος 1924, προκύπτει από το ότι η περιοχή, για την οποία υποβλήθηκε η σχετική μελέτη, συντάχθηκε και εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο, είναι η μεγαλύτερη των 1.100 στρεμμάτων και περιλαμβάνει και τα 47.430 τ.μ. (βλ. το από 31-1-1927 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα Μ.

Α. και το από 25-1-1936 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών Γ. και Φ.). Το τίμημα για την πώληση των επιπλέον 47.430 τ.μ. αναφέρεται στο ως άνω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο ως αποζημίωση, λόγω του ότι ελήφθη υπόψη από τα συμβαλλόμενα μέρη ότι, προηγηθείσας της έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής, ένα τμήμα του εν λόγω ακινήτου είχε παραχωρηθεί για περιφερειακό δρόμο και άλσος.

Αξίζει δε να αναφερθεί ότι και τη μεταβίβαση αυτή ενέκρινε το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς στο εν λόγω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο συνεβλήθη αυτό, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον τότε Διευθυντή της Τράπεζας της Ελλάδος και εντεταλμένο σύμβουλο του Οργανισμού Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ), Α. Π.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τους αρχικά εγκεκριμένους χώρους του ρυμοτομικού σχεδίου του έτους 1927 (που περιλαμβάνουν και τις δύο ως άνω εκτάσεις), όπως αναθεωρήθηκαν το έτος 1933 (ΦΕΚ 137 Α'/ 1933) και μετά από τροποποίηση του σχεδίου πόλεως, που έγινε το έτος 1968 (ΦΕΚ 51 Δ'/1968) και ισχύει μέχρι σήμερα, παραμένουν μέχρι σήμερα, ως οικοδομικά τετράγωνα, τα επίδικα τρία εδαφικά τμήματα, ήτοι τα υπό στοιχεία ΟΤ ..., εκτάσεως 1.372,61 τ.μ., ΟΤ ..., εκτάσεως 2.457,91 τ.μ.

και κατά νεότερη και ακριβή καταμέτρηση 2.383,37 τ.μ. και ΟΤ ..., εκτάσεως 2.517,52 τ.μ., που βρίσκονται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου ..., κάτωθι της λεωφόρου Αλκυονιδών, προς το μέρος της θάλασσας. Αυτά αποτυπώνονται στο από Ιουλίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ. Γ.. Μάλιστα, αυτά προσδιορίζονται με τα στοιχεία ..., ...

και ... στο υπ' αριθμ. 152/1968 τροποποιητικό ρυμοτομικό σχέδιο … Αττικής, που εγκρίθηκε με το από 20-1-1968 διάταγμα (ΦΕΚ 51Δ'/19-3-1968). Εκ των ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι τα επίδικα οικοδομικά τετράγωνα, ανεξάρτητα από το αν περιλαμβάνονταν ή όχι στους ανωτέρω τίτλους (... και ... συμβόλαια) - γεγονός που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, αφού απορρίφθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 2657/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που δεν αναιρέθηκε κατά το μέρος αυτό, η κυρία βάση της αγωγής περί παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας αυτών - βρίσκονται εντός των εγκεκριμένων χώρων του ρυμοτομικού σχεδίου ..., τους οποίους νέμεται και κατέχει η ενάγουσα από το έτος 1924, με καλή πίστη, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση τους διακατοχικές πράξεις, που προαναφέρθηκαν (υποβολή αίτησης και σχεδίων για ρυμοτομικό σχέδιο, υπογραφή σύμβασης με το Ελληνικό Δημόσιο, επιμέλεια σύνταξης των ως άνω τοπογραφικών διαγραμμάτων), καθώς και όσες θα αναφερθούν παρακάτω.

Το δε Ελληνικό Δημόσιο, που εμφανίζεται ως δικαιοπάροχος της εκκαλούσας, ουδέποτε αμφισβήτησε την κυριότητα της ενάγουσας ή της δικαιοπαρόχου της Ιεράς Μονής επί των επίδικων ακινήτων. Αντίθετα, όπως προκύπτει από τις ενέργειές του, τις αναγνώριζε πάντοτε ως κυρίες αυτών. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν:

α) Επιτράπηκε, με την άδεια του Υπουργού Γεωργίας, η εκποίηση των 1.100 στρεμμάτων από την Ιερά Μονή στους ως άνω δικαιοπαρόχους - μετόχους της ενάγουσας, β) ενέκρινε το ρυμοτομικό σχέδιο του εξοχικού Συνοικισμού ... και γ) υπέγραψε την από 16-9-1927 σύμβαση με την ενάγουσα για τον καθορισμό των ειδικών όρων έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου.

Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, ότι τα επίδικα αποτελούν εθνικά κτήματα, τα οποία ανήκουν στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου της Ελληνικού Δημοσίου από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Εάν ίσχυε κάτι τέτοιο, σαφώς και δε θα επέτρεπε το Ελληνικό Δημόσιο την πώληση της έκτασης των 1.100 στρεμμάτων αλλά και των επιπλέον 47.430 τ.μ.

από την Ιερά Μονή, δε θα ενέκρινε το ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής αυτής και δε θα συμβαλλόταν ούτε στην από 16-9-1927 σύμβαση με την ενάγουσα ούτε στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο πώλησης των 47.430 τ.μ.. Με τις ανωτέρω ενέργειές του το Ελληνικό Δημόσιο αναγνώρισε το, αναφερόμενο στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, γεγονός της αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής της Ιεράς Μονής Πετράκη, από αμνημονεύτων ετών, επί της περιοχής, όπου εμπεριέχονται και τα επίδικα.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 3 της από 16-9-1927 σύμβασης, αναγνωρίζεται η ενάγουσα ως μόνη ιδιοκτήτρια της έκτασης "εφ' ης εκτείνεται το κατά το ανωτέρω εγκεκριμένο σχέδιο του συνοικισμού ...". Έτσι, το Ελληνικό Δημόσιο αναγνώριζε ότι η ενάγουσα είναι κυρία και της έκτασης, που βρίσκεται κάτωθι της σημερινής λεωφόρου Αλκυονιδών, αφού το συνοδεύον τη σύμβαση από 31-1-1927 σχεδιάγραμμα έδειχνε ότι το εγκριθέν ρυμοτομικό σχέδιο θα εφαρμοζόταν μέχρι την ακτογραμμή.

Στο ίδιο ως άνω άρθρο (3) της σύμβασης αναφέρεται, επίσης, ότι η ενάγουσα "αποξενούται από σήμερα παντός εν γένει δικαιώματος επί των γηπέδων των καταλαμβανομένων κατά το άνω ρηθέν σχέδιον επισυναπτόμενον εν αντιγράφω τη παρούση συμβάσει υπό οδών, πλατειών, αλσών, κήπων και οιονδήποτε άλλων κοινοχρήστων χώρων".

Τα επίδικα οικόπεδα αποτυπώνονται στο από 31-1-1927 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα Μ. Α., ως ιδιωτικές εκτάσεις, με τα στοιχεία...και …, τα οποία, σύμφωνα με το υπόμνημα στο ως άνω τοπογραφικό, "…. .... (είναι) θέσεις δια Καφενεία - Ξενοδοχεία και Κέντρα Διασκεδάσεως ανεγειρόμενα βάσει σχεδίων εγκρινομένων υπό του Υπουργείου της Συγκοινωνίας, δυναμένου και να τροποποιεί ταύτα...".

Αντίθετα, σύμφωνα με το εν λόγω υπόμνημα, χαρακτηρίζονται ως κοινόχρηστα άλση οι εκτάσεις, που φέρουν στο σχεδιάγραμμα τον αριθμό 5. Επίσης, στις παρ. 2 και 3 του ιδίου ως άνω άρθρου (3) αναφέρεται ότι η ενάγουσα, ως ιδιοκτήτρια της εν λόγω έκτασης, μεταβιβάζει στην αποκλειστική κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, από την υπογραφή της ανωτέρω σύμβασης, τα γήπεδα με αριθμούς 1, 2, 3 και 4, που προορίζονται για την ανέγερση ναού, σχολικού κτιρίου, αγοράς τροφίμων και κοινοτικού κτιρίου.

Επομένως, μέσα στους καθορισθέντες, κατά τα άνω, κοινόχρηστους χώρους δεν περιλαμβάνονταν τα επίδικα οικοδομικά τετράγωνα. Επιπροσθέτως, με το από 17-5-1959 βασιλικό διάταγμα κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, για τις ανάγκες διάνοιξης της Εθνικής Οδού … - … - …, από το τμήμα αυτής από το ... μέχρι την ….

Στην έκταση που απαλλοτριώθηκε περιλαμβάνονται και τμήματα των επίδικων ακινήτων που στο από 31-1-1927 διάγραμμα του αρχιτέκτονα Μ. Α. φέρουν τα στοιχεία … και … και τα οποία κατατμήθηκαν από τη διανοιχθείσα οδό σε δύο τμήματα, ήτοι στο τμήμα άνωθεν της λεωφόρου και σε κείνο κάτω από τη λεωφόρο και προς το μέρος της θάλασσας.

Για το λόγο αυτό, η ενάγουσα συμμετείχε στη διαδικασία της εν λόγω απαλλοτρίωσης και αποζημιώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο με το ποσό του 1.008.000 δρχ. (βλ. το υπ' αριθμ. ... στέλεχος γραμματίου παρακαταθήκης του Ταμείου Πρακαταθηκών και Δανείων). Επιπλέον, με το από 20-1-1968 βασιλικό διάταγμα (ΦΕΚ 51Δ'/ 19-3-1968) έγινε τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου ...

και καθορίσθηκαν οι όροι και περιορισμοί δόμησης της περιοχής, όπως αποτυπώνεται στο από 16-1-1968 διάγραμμα, όπου εμφαίνεται το σχέδιο που θα εφαρμοζόταν για τη δημιουργία του συνοικισμού και καλυπτόταν όλη η ευρύτερη έκταση μέχρι τη θάλασσα. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα οικοδομικά τετράγωνα περιλαμβάνονται στην Συντακτική Πράξη Κ/1968 (ΦΕΚ Α' 33/14-2-1968), κατ' εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 166/5-11-1968 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α'271/21-11-1968), η οποία κήρυξε ως τουριστικούς χώρους προς αξιοποίηση τις εδαφικές εκτάσεις φερόμενης κυριότητας του Δημοσίου ή ετέρου ν.π.δ.δ..

Με την ως άνω συντακτική πράξη παραχωρήθηκε στον ΕΟΤ η διαχείριση και πλήρης εκμετάλλευση ακινήτων που ανήκουν "στην κοινόχρηστη ή ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, Δήμων, Κοινοτήτων και Λιμενικών Ταμείων, είτε στην περιουσία ετέρων Οργανισμών και ν.π.δ.δ. ή ν.π.ι.δ....". Πλην όμως τα επίδικα ακίνητα, τα οποία, σημειωτέον, το Ελληνικό Δημόσιο αναγνώριζε ως ανήκοντα στην κυριότητα της ενάγουσας, δεν περιλαμβάνονται στην κοινόχρηστη ή ιδιωτική περιουσία των προαναφερομένων, με συνέπεια να μην περιλαμβάνονται σε αυτά των οποίων τη διοίκηση και διαχείριση και επομένως την επικαρπία απέκτησε κατά παραχώρηση ο ΕΟΤ με την ανωτέρω Σ.Π., την οποία, συνακόλουθα, δεν θα μπορούσε ο ΕΟΤ να παραχωρήσει κατά χρήση στο Δήμο ..., απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας.

Το ότι οι επίδικες εκτάσεις δεν περιλαμβάνονται στην ανωτέρω Συντακτική Πράξη προκύπτει, επίσης, από τα ακόλουθα: α) το από 7-6-1933 διάγραμμα του Συνοικισμού ..., που εγκρίθηκε με το από 5-7-1933 διάταγμα του Υπουργού Συγκοινωνίας, που έχει δημοσιευτεί στο ΦΕΚ 137/1933 και με το οποίο καθορίζονται τα όρια του Συνοικισμού.

Στο διάγραμμα αυτό τα επίδικα χαρακτηρίζονται με τα στοιχεία … και όπως εξηγείται στο σχετικό υπόμνημα επιτρέπονται οι χρήσεις καφενείου και κέντρου διασκέδασης, β) από το διάταγμα "περί τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου ... Αττικής και καθορισμού των όρων και περιορισμών δόμησης των οικοπέδων αυτών", που έχει δημοσιευτεί στο ΦΕΚ 51Δ'/19-3-1968, δηλαδή μετά την Κ/68 ΣΠ και το συνημμένο από 16-1-1968 τοπογραφικό διάγραμμα.

Με το διάταγμα αυτό τα επίδικα χαρακτηρίζονται ως Οικοδομικά Τετράγωνα με τα στοιχεία …, ... και ... και ορίζονται οι όροι και οι περιορισμοί δόμησης των οικοπέδων, που ευρίσκονται εντός αυτών, γεγονός που δε θα συνέβαινε, αν αντιμετωπίζονταν ως κοινόχρηστες εκτάσεις του Δημοσίου, γ) Από την αποτύπωση των ιδιοκτησιών του Δήμου ..., που έχει εκδοθεί από το Δήμο ...

και αναρτάται στην ιστοσελίδα του, όπου αποτυπώνεται η παραλιακή ζώνη και τα επίδικα ως Ο.Τ. με τα στοιχεία …, ... και ..., καθώς και από τον χάρτη του Υπουργείου Οικονομικών για τον καθορισμό ζωνών για την αντικειμενική αξία των ακινήτων, όπου τα επίδικα χαρακτηρίζονται ως ιδιοκτησίες ..., ... και ... και δ) από τις υπ' αριθμ.

…/1994 και …/2000 οικοδομικές άδειες του Δήμου ... (Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών) και αφορούν την ανέγερση και ανακαίνιση κέντρου αναψυχής στο ... ή ... ΟΤ και στις οποίες το ακίνητο αυτό δεν εμφανίζεται ως κοινόχρηστος χώρος, αλλά ως οικοδομικό τετράγωνο. Επιπλέον, από το έτος 1939 υπήρξαν συνεχείς προστριβές και δικαστικές διενέξεις της ενάγουσας με το Δήμο ..., ο οποίος αντιποιήθηκε την κυριότητα τόσο των επίδικων οικοδομικών τετραγώνων όσο και της μείζονος εκτάσεως, στην οποία αυτά περιλαμβάνονταν.

Στα πλαίσια των δικών που διεξήχθησαν, εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 2712/1960, 4951/1976 και 6226/2005 αμετάκλητες αποφάσεις, με τις οποίες αναγνωρίστηκε η κυριότητα της ενάγουσας επί των επίδικων ακινήτων έναντι του Δήμου .... Επίσης, κατόπιν ασκήσεως αγωγής εκ μέρους της ενάγουσας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 533/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, επίσης, κατέστη αμετάκλητη και υποχρέωσε το Δήμο ...

να της αποδώσει τα επίδικα ακίνητα. Μάλιστα, σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης, ο Δήμος ... αποβλήθηκε από τα επίδικα, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Ν.. Όσον αφορά δε στην επικουρικώς προβληθείσα από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ένσταση περί παραιτήσεως της ενάγουσας από την κυριότητα επί των επίδικων ακινήτων, που έγινε δυνάμει του άρθρου 3 της από 16-9-1927 σύμβασης μεταξύ της ιδίας και του Ελληνικού Δημοσίου, αυτή τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με το ανωτέρω άρθρο 3 της εν λόγω σύμβασης καθορίσθηκαν οι κοινόχρηστοι χώροι, από τους οποίους παραιτήθηκε η ενάγουσα και σε αυτούς δεν περιλαμβάνονται οι επίδικες εκτάσεις, που εμφαίνονται στο συνοδεύον από 31-1-1927 τοπογραφικό με τα στοιχεία … και …. Ως κοινόχρηστοι χώροι προσδιορίστηκαν μόνο οι υπ' αριθμ.

…, …, …, … και … εκτάσεις και όχι οι προοριζόμενες ως θέσεις για καφενεία, ξενοδοχεία και κέντρα διασκέδασης. Περαιτέρω, ο επίσης επικουρικώς προβαλλόμενος ισχυρισμός της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας περί καταχρηστικής ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής εκ μέρους της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος για τους εξής λόγους:

Η ενάγουσα δεν στράφηκε δικαστικά εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου νωρίτερα, διότι δεν είχε λόγο να προβεί σε σχετικές ενέργειες. Όπως προεκτέθηκε, ήδη από το έτος 1924 το Ελληνικό Δημόσιο, με τη συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων του, αναγνώριζε την κυριότητα τόσο της ενάγουσας όσο και των δικαιοπαρόχων της επί των επίδικων εκτάσεων και ενέκρινε τις αιτήσεις και τις μελέτες, που αυτή υπέβαλε για το ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού ....

Επιπροσθέτως, η ενάγουσα, κατά την απαλλοτρίωση του 1959, αποζημιώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο για το τμήμα των επίδικων που απαλλοτριώθηκε και από το έτος 1960 μέχρι σήμερα δικαιωνόταν σε όλες τις δικαστικές διενέξεις που είχε με το Δήμο ..., όσον αφορά τα επίδικα ακίνητα. Το δε Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε παρενέβη σε κάποια από τις ανωτέρω εκκρεμούσες δίκες, παρότι σε κάποια από αυτές προβλήθηκε από το Δήμο ...

η ένσταση κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. την υπ' αριθμ. 2643/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου). Κατά συνέπεια, ουδόλως προέκυψε οποιαδήποτε αδράνεια της ενάγουσας να διεκδικήσει τα δικαιώματά της στα επίδικα έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Όταν, όμως, με την υπ' αριθμ. …/11-9-2014 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών - Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Τουρισμού το Ελληνικό Δημόσιο παραχώρησε κατά κυριότητα στην εναγομένη εταιρεία "...

Α.Ε." έκταση 90.095 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνονταν και τα επίδικα οικοδομικά τετράγωνα, η ενάγουσα αμέσως αντέδρασε, ασκώντας σε βάρος της εναγομένης τόσο την υπό κρίση από 3-11-2014 αγωγή όσο και προσβάλλοντας, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, την ως άνω κοινή υπουργική απόφαση. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία των επίδικων οικοδομικών τετραγώνων, με στοιχεία ΟΤ ...

ή ..., ... ή ... και ... ή ..., με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού νεμόταν και κατείχε αυτά από το έτος 1924 και για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της τριακονταετίας, με καλή πίστη, μέχρι την έναρξη ισχύος του ΑΚ στις 23-2-1946, και έκτοτε με διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της αγωγής, ασκώντας επ' αυτών όλες τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής τους και την από αμνημονεύτων ετών νομή της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη.

Όσον αφορά, όμως, την πρώτη επικουρική βάση της κτήσης κυριότητας με τακτική χρησικτησία, αυτή τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεδομένου ότι δεν υφίσταται κάποιος νόμιμος τίτλος, αφού, όπως αμετάκλητα έγινε δεκτό με την υπ' αριθμ. 2657/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, τα επίδικα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται στο υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο, ενώ η επίκληση του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου, ως τίτλου κτήσης, κρίθηκε επίσης αμετάκλητα ότι προβλήθηκε απαραδέκτως, συνιστώντας ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής. Επομένως, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση, ήτοι αυτή της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, και να αναγνωρισθεί η ενάγουσα κυρία των επίδικων ακινήτων, που περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό.".

Επομένως, με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται ως παραβιασθείσες στον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου [ν.18 Π(41,3), 2Κ (7,30), 9 Εισ. 2,6, 51 Εισ.Ν.Α.Κ., 21 ν. της 21.06/10.07.1915] ενόψει των παραδοχών του που παρατίθενται ανωτέρω, σύμφωνα με τις οποίες τα επίδικα τμήματα γης ουδέποτε υπήρξαν δημόσια κτήματα ή τμήματα τέτοιων ή δημόσιο δάσος.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίουμε τον οποίο επιχειρείται να προσαφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση για εκ πλαγίου παράβαση των ανωτέρω διατάξεων και τούτο διότι κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας το Εφετείο για να καταλήξει στο έννομο συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία των επίδικων τμημάτων με έκτακτη χρησικτησία περιέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ελλιπείς αιτιολογίες αναφορικά με τον συνυπολογισμό του χρόνου νομής επί των επιδίκων της δικαιοπαρόχου της.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όπως ήδη σημειώθηκε, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο με πλήρεις αιτιολογίες, που ανωτέρω παρατίθενται, δέχτηκε ότι η νομή και επί των επίδικων τμημάτων γης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άρχισε το έτος 1924, μετά δηλαδή την κατάρτιση του υπ' αριθμ. ... ανεξαρτήτως της προκυψάσης μεταγενεστέρως ανάγκης καταρτίσεως και του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου, η νομή της δε αυτή συνεχίστηκε, με την άσκηση των προσιδιαζουσών στη φύση του ακινήτου πράξεις, και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. και συμπληρώθηκε νομίμως, σύμφωνα με τις προβλέψεις των άρθρων 51, 64 και 65 του Εισ.Ν.Α.Κ. Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση της σκέψεως περί συνυπολογισμού της νομής της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης έγινε πλεοναστικά και χωρίς να ασκεί επιρροή στο διατακτικό της, εφόσον δεν απαιτείτο για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας.

Τούτο δε διότι από το σύνολο των παραδοχών αυτής προκύπτει σαφώς και πλήρως το αναφερόμενο έννομο αποτέλεσμα, δηλαδή η κτήση από την αναιρεσίβλητη της κυριότητας των επιδίκων τμημάτων γης με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού νεμόταν και κατείχε αυτά κατά τον απαιτούμενο από το νόμο χρόνο και ειδικότερα από το έτος 1924 και για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της τριακονταετίας, με καλή πιστή, μέχρι την έναρξη ισχύος του ΑΚ στις 23-2-1946, και έκτοτε με διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της αγωγής (2014), ασκώντας επ'αυτών όλες τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, και πρέπει, για να είναι αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.

για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (Α.Π. 509/2002, Α.Π. 1459/1997). Αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την προϋπόθεση ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέστηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (Α.Π. 1858/2005, Α.Π. 130/2004, Α.Π. 853/2001).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έκρινε επί θέματος το οποίο είχε αμετακλήτως κριθεί με τη, μη αναιρεθείσα κατά τούτο, υπ' αριθμ. 2657/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα ασχολήθηκε με το αν τα επίδικα τμήματα γης περιλαμβάνονταν στο υπ' αριθμ. ...

αρχικό συμβόλαιο ενώ είχε ήδη κριθεί ότι τα ως άνω τμήματα γης περιλαμβάνονταν στο υπ' αριθμ. ... μεταγενέστερο συμβόλαιο, του οποίου δεν γινόταν μνεία στο δικόγραφο της από 03.11.2014 αγωγής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ενδεχομένως δε στον αριθμό 18 του αυτού άρθρου, εκτιμάται ότι, ως αιτίαση, ερείδεται, στον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλην όμως είναι αβάσιμος, στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, δεδομένου ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε επί θέματος καλυπτομένου από το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 2657/2017 αποφάσεως του αυτού Δικαστηρίου, αλλά απλώς, διηγηματικά, αναφέρθηκε σ' αυτή, κρίνοντας την πρώτη επικουρική νομική βάση της ένδικης από 03.11.2014 αγωγής προηγουμένως δε είχε δεχτεί ότι επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων η αναιρεσίβλητη ασκούσε νομή ήδη από το έτος 1924, θέμα με το οποίο η υπ' αριθμ. 2657/2017 απόφαση δεν είχε ασχοληθεί, εφόσον είχε κρίνει ως αόριστες τις επικουρικές βάσεις της από 03.11.2014 αγωγής, περί κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων με πρωτότυπους τρόπους κτήσεως ήτοι με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 9γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1586/2008). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το Εφετείο αγνόησε και δεν έκρινε τον έκτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας σύμφωνα με τον οποίο ούτε η αναιρεσίβλητη (αλλ' ούτε η δικαιοπάροχός της) κατέστη κυρία των επίδικων τμημάτων γης πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον ο χρόνος αυτής (έκτακτης χρησικτησίας) έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι το Εφετείο έκρινε και σιγή απέρριψε τον ως άνω λόγο εφέσεως, εφόσον, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, τα επίδικα τμήματα γης ουδέποτε υπήρξαν δημόσια κτήματα ή τμήματα τέτοιων ή δημόσιο δάσος, αλλά ανήκαν στην περιουσία της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ακολούθως δε περιήλθαν στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία, αφού πληρώθηκαν οι σχετικές προϋποθέσεις.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10α του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 24/2022, ΑΠ 1187/2021, Α.Π. 1271/2008).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως περί, παρά τον νόμο, λήψεως υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει (άρθρο 559 αριθμ. 11α του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη, και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562§2 του Κ.Πολ.Δ.

εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 262/2020, Α.Π. 315/2008). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 11α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. . Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

δεχόμενο ισχυρισμό έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ενόψει του ότι δέχτηκε προς απόδειξη της αγωγής κατά τη δεύτερη αυτής επικουρική νομική βάση, σύμφωνα με την οποία τα επίδικα τμήματα γης περιήλθαν στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία, συνυπολογίζοντας στη νομή της, που άρχισε το έτος 1924, και τη νομή της δικαιοπαρόχου της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη "από αμνημονεύτων ετών", ενώ ο χρονικός αυτός προσδιορισμός της νομής της Ιεράς Μονής είναι αόριστος και, πάντως, αναπόδεικτος.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το ως άνω σκέλος του, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος. Από τις παραδοχές του Εφετείου που παρατίθενται ανωτέρω προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε στη νομή της ολόκληρο το ακίνητο που περιγράφεται στην αγωγή το έτος 1924 και άσκησε επ' αυτού πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στη φύση του, για χρονικό διάστημα υπερβαίνον την τριακονταετία, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 64 και 65 του Εισ.Ν.Α.Κ..

Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση περί προσμετρήσεως του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης είναι πλεοναστική και δεν επιστηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο πλήρως επιστηρίζεται από τις προηγηθείσες παραδοχές. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το έτερο σκέλος του, δια του οποίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι κατά τους ισχυρισμούς της το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικό μέσο το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο, ενώ δεν έπρεπε, είναι απαράδεκτος ενόψει του ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός αυτής (αναιρεσείουσας) προβλήθηκε νομότυπα κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ως άνω Δικαστήριο (Εφετείο). Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, κατά τα στο διατακτικό, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως δεν θα επιβληθούν μειωμένα, καθότι η νομική υποστήριξη της αναιρεσείουσας δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρο 22§§ 1, 3 του ν. 3693/1957 - Α.Π. 625/2022, Α.Π. 920/2019, Α.Π. 1382/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.06.2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1275/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, ορίζει δε το ποσό αυτών σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700,00€)..

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ