Legislator Case Law & Legislation
694/2018 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against real estate company's property ownership claim dismissal due to vague legal grounds.

Case Number 694/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a property ownership claim. The appellant argued that the lower court failed to properly address specific legal grounds regarding possession and ownership, while the respondent maintained the dismissal was correct. The court ruled that the appeal was admissible in part because the lower court rejected supplementary legal bases without sufficient reasoning, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14), 562(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must remand a case for retrial when an appellate court finds that the lower court failed to adequately address supplementary legal grounds of a claim, thereby violating procedural requirements for a complete judgment.

Keywords

AI generated
property ownership claim vague legal grounds supplementary bases remand for retrial procedural violation appellate review real estate dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1), 3 of Law 3693/1957
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice No. 134423/1992

Cited Case Law

AI generated
Case 502/2014
Case 714/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 694 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 694/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της υπό εκκαθάριση τελούσης αστικής εταιρείας, με την επωνυμία "...",που εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, εδρεύουσας στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Βεκρή, που ανακάλεσε την από 20-2-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα, εδρεύουσας στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Παλευρατζή

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1108/2015 του ιδίου Δικαστηρίου, 2657/2017 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-7-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει σ’ αυτήν με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ., παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (Α.Π.502/2014).

Περαιτέρω, από το άρθρο 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, για να είναι ορισμένη, είναι, μεταξύ άλλων, ο ενάγων να αναφέρει ότι κατέστη κύριος για ορισμένη αιτία, παράγωγη ή πρωτότυπη και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του, ήταν κύριος του ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό κατά θέση, έκταση και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Αν όμως η αγωγή έχει ως βάση την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει ο ενάγων, εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, να αναφέρει τις πράξεις νομής στο ακίνητο του ίδιου και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνες των δικαιοπαρόχων του, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (Α.Π.714/2015, Α.Π.308/2015).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1043, 1045 Α.Κ., προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1051 του ίδιου Κώδικα, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει ως δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η φύλαξη αυτού, οι καταμετρήσεις, η σύνταξη σχεδιαγραμμάτων κλπ (Α.Π.396/2018, Α.Π.847/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 3-11-2014 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, προς στοιχειοθέτηση της επικουρικής της βάσης, σύμφωνα με την οποία τα περιγραφόμενα σ’ αυτήν ακίνητα περιήλθαν στην κυριότητά της και με πρωτότυπο τρόπο, τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, εκθέτει ότι ‘ ‘ από το έτος 1924, οπότε περιήλθαν στην πλήρη και ακώλυτη νομή της εταιρείας μας τα επίδικα ακίνητα, αυτή, δια των νομίμων εκπροσώπων της, άσκησε επ’ αυτών τις προσιδιάζουσες στην φύση τους ως αστικών ακινήτων πράξεις νομής και ειδικότερα:

α) υπέβαλλε αίτηση, μελέτες και σχέδια βάσει των οποίων ενεκρίθη και δημοσιεύθηκε το από 15.9.1926 διάταγμα εγκρίσεως του εξοχικού συνοικισμού …, β) συμβλήθηκε με το Ελληνικό Δημόσιο στην από 16.9.1927 σύμβαση και στο από 31.1.1927 παράρτημα αυτής, που επικυρώθηκε με το από 20.9.1927 προεδρικό διάταγμα, το οποίο καθόρισε τους όρους και περιορισμούς δομήσεως μεταξύ άλλων και των επιδίκων ακινήτων, γ) επιμελήθηκε της συντάξεως του από 31.1.1927 τοπογραφικού διαγράμματος του αρχιτέκτονος Μ.

Α., με τίτλο "συνοικισμός Βούλας", με κλίμακα 1:2000 στο οποίο αποτυπώνονται τα επίδικα οικόπεδα και αποτελεί παράρτημα του από 15.9.1926 διατάγματος με το οποίο εγκρίθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν εισηγήσεως και προτάσεως της εταιρείας μας, το ρυμοτομικό σχέδιο του .... Στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα τα επίδικα οικόπεδα αποτυπώνονται ως ιδιωτικές εκτάσεις, χαρακτηριζόμενες "..." και ως Ο.Τ.

με τα στοιχεία Ξ και Κ, ενώ σύμφωνα με το υπόμνημα που συνοδεύει το ανωτέρω διάγραμμα, πρόκειται για θέσεις "δια καφενεία - ξενοδοχεία και κέντρα διασκεδάσεως, ανεγειρόμενα βάσει σχεδίων εγκρινομένων υπό του Υπουργείου της Συγκοινωνίας δυναμένου και να τροποποιεί ταύτα", δ) δεν απέστη της συνεχούς και αδιάλειπτης εποπτείας, περιφρούρησης, διαφύλαξης, παρακολούθησης, καταμέτρησης και χρήσεως των ανωτέρω ακινήτων ούτε μετά την σύνταξη του .../1927 διανεμητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Α., με το οποίο τα υπόλοιπα ακίνητα της εταιρείας μας, όσα δεν είχαν εν τω μεταξύ μεταβιβασθεί σε τρίτους, διανεμήθηκαν μεταξύ των εταίρων μας, πλην των επιδίκων, ε) συμμετείχε στην διαδικασία απαλλοτρίωσης και με ενέργειές της αποζημιώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο για τμήμα των επιδίκων οικοπέδων, που απαλλοτριώθηκε με το από 17.5.1959 βασιλικό διάταγμα με το οποίο κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για τις ανάγκες διάνοιξης της εθνικής οδού ...

από το τμήμα αυτής από το ... μέχρι Βουλιαγμένης, στ) προέβη στις δέουσες ενέργειες ώστε να εκδοθεί το από 19.3.1968 διάταγμα με το οποίο τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο Βούλας και προκειμένου να συνταχθεί το από 16.1.1968 διάγραμμα του Υπουργείου Δημοσίων έργων, με κλίμακα 1:1000, που συνοδεύει το ως άνω διάταγμα, στο οποίο οι επίμαχες ιδιοκτησίες μας αποτυπώνονται ως οικοδομικά τετράγωνα ...

και καθορίζονται οι όροι και περιορισμοί δόμησης αυτών, που υφίστανται έως και σήμερα, ζ) αμυνθήκαμε επιτυχώς και διεξάγαμε δίκες με αντίδικο τον ... που αντιποιήθηκε την κυριότητά μας στα ανωτέρω ακίνητα, στο πλαίσιο των οποίων εξεδόθησαν οι 2712/1960, 4951/1976 και 6226/2005 αμετάκλητες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών με τις οποίες αναγνωρίσθηκε έναντι του ...

η κυριότητά μας στα επίδικα ακίνητα, ήδη δε έχει εκδοθεί η 533/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε εκτέλεση της οποίας αποβάλλαμε τον ... από τα επίδικα ακίνητα, η) προσβάλλαμε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την 143/43399/2014 κοινή υπουργική απόφαση με την οποία τα επίδικα ακίνητα, σαν να ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο, παραχωρήθηκαν από αυτό στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου της αντιδίκου εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε."‘ ‘ . Ακολούθως, η ενάγουσα με βάση τα ανωτέρω και επικαλούμενη την προηγηθείσα αδιάλειπτη νομή στην ίδια έκταση της δικαιοπαρόχου της ..., από αμνημονεύτων χρόνων, ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της κυριότητάς της επί των πιο πάνω επίδικων οικοπεδικών τετραγώνων, που αμφισβητείται από την εναγόμενη.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, αναφορικά με τις επικουρικές της βάσεις, περιέχει τα αξιούμενα από τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία για τη δικαστική εκτίμηση αυτής και ειδικότερα την επίκληση άσκησης συγκεκριμένων υλικών και εμφανών πράξεων. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα επικαλείται τη συνεχή εποπτεία και μέριμνα για τα επίδικα ακίνητα και τις ενέργειές της για τη νομική τακτοποίησή τους, την ένταξή τους στο ρυμοτομικό σχέδιο, την ακριβή τοπογράφησή τους, την είσπραξη απαλλοτριωτικής αποζημίωσης για τμήματα αυτών και τη διεξαγωγή δικών με τρίτους σχετικά με τη νομή σ’ αυτά.

Συνεπώς, αντιθέτως κρίνοντας το Εφετείο και απορρίπτοντας τις επικουρικές βάσεις της αγωγής ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας, ύστερα από εξαφάνιση της ερήμην εκδοθείσας πρωτόδικης απόφασης λόγω τυπικής και ουσιαστικής παραδοχής της έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ και αφού δίκασε εκ νέου αυτήν, δεχόμενο εσφαλμένως ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται άσκηση συγκεκριμένων υλικών και εμφανών πράξεων των μελών ή των εκπροσώπων της στη μείζονα έκταση, ούτε στα επίδικα οικοδομικά τετράγωνα, παρά το νόμο, ήτοι τις προαναφερόμενες δικονομικές διατάξεις, κήρυξε απαράδεκτο και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.- Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., της έλλειψης νόμιμης βάσης, ελέγχονται οι ελλείψεις της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί να ελεγχθεί αν η δικαστική διάγνωση είναι το αναγκαίο λογικό επακόλουθο από την υπαγωγή της δικαζόμενης εμπειρικής πραγματικότητας στον κανόνα του δικαίου. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο έχει απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν έχει εκτιμήσει πραγματικά περιστατικά.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., επειδή το Εφετείο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, απέρριψε τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, τις θεμελιούμενες στις διατάξεις περί τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας της αναιρεσείουσας ως ουσία αβάσιμες, είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τις πιο πάνω βάσεις της αγωγής ως ουσία αβάσιμες, ενώ αυτές απορρίφθηκαν ως αόριστες.- Κατά το άρθρο 559 αρ.16 περ.β’ ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση το νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ο αναιρεσείων ήταν εφεσίβλητος, που έχει νικήσει πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως κατά τον τρόπο που αναφέρει το άρθρο 240 ΚΠολΔ ή ότι προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν γεννάται δεδικασμένο στην ένδικη υπόθεση από την 6226/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη με την 1612/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι ο ...

ουδέποτε είχε νομή στα επίδικα ακίνητα, είτε ευθέως είτε ως αντιπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα, κατά το σαφές περιεχόμενο της ανωτέρω αποφάσεως, η οποία εξεδόθη επί της από 3-9-2001 αγωγής αυτής κατά του ... και έκανε δεκτή την ανωτέρω αγωγή της με την οποία ζήτησε έναντι αυτού την αναγνώριση της κυριότητάς της στα επίδικα ακίνητα, απέρριψε δε την ένσταση ιδίας κυριότητας αιτία εκτάκτου χρησικτησίας που προέβαλε ο ανωτέρω Δήμος με τις σ’ αυτήν διαλαμβανόμενες αιτιολογίες.

Όμως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η εν λόγω αιτίαση προβλήθηκε και με ποιο τρόπο από την αναιρεσείουσα ως εφεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου.

Πέραν του ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των από 25-2-2016 έγγραφων προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτή επικαλέστηκε μεν την ανωτέρω εφετειακή απόφαση, πλην όμως δεν προέβαλε ισχυρισμό δεδικασμένου απορρέοντος από αυτήν.

Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της ανωτέρω εφετειακής αποφάσεως προκύπτει ότι: α) δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, αφού στην υπόθεση εκείνη ήταν μεν διάδικος η αναιρεσείουσα αλλά όχι και η αναιρεσίβλητη και β) δεν συντρέχει κάποια περίπτωση επέκτασης του δεδικασμένου έναντι της αναιρεσίβλητης ή του δικαιοπαρόχου της Ελληνικού Δημοσίου από τις οριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 325-329 του ΚΠολΔ.

Μετά απ’ αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τις επικουρικές βάσεις της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ’ αυτήν παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ. Ν. ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά ένα μέρος, όπως στο σκεπτικό αναφέρεται, την υπ’ αριθμ. 2657/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ