Legislator Case Law & Legislation
2009/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific Article 559 paragraph 1 grounds in appeal request.

Case Number 2009/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Social Security Fund against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court erred in interpreting specific articles regarding debt settlement, but the court found the appeal inadmissible because the appellant failed to cite the specific paragraph number of Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court ruled that without these precise citations, the appeal request does not comply with statutory requirements for admissibility.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 KPolD; Art. 562 para. 2 KPolD: An appeal request is inadmissible if it fails to cite the specific paragraph number of Article 559 of the Code of Civil Procedure, unless the ground falls under Article 562, paragraph 2.

Keywords

AI generated
appeal admissibility Article 559 KPolD specific paragraph citation inadmissible appeal code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 KPolD
Art. 562 para. 2 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 182 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
Art. 22 para. 1 N. 3693/1957
Art. 62 para. 3 N. 4387/2016

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2009 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2009/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ), όπως μετονομάστηκε το Ν.Π.Δ.Δ. "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)"), που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται με την ιδιότητά του ως οιονεί καθολικού διαδόχου του τέως Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Ε.) - ΤΟΜΕΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ (Τ.Σ.Α.Υ.)". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Σιγάλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΙΑΡΙΑ", κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία - πιστωτικό ίδρυμα και 2) εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" ή (Cepal Hellas)", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας με την επωνυμία "GALAXY IV FUNDING DESIGNATED AVTIVITY COMPANY" με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, όπως νομίμως εκπροσωπείται, της τελευταίας αλλοδαπής εταιρείας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", με έδρα στην Αθήνα νομίμως εκπροσωπούμενης, υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (και ήδη μετονομασθείσας σε "ALPHA ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρία-πιστωτικό ίδρυμα.

Η πρώτη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Καρρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-04-2018 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7021/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 4457/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. (από πρόδηλη παραδρομή στο δικόγραφο της αναίρεσης το έτος έκδοσης της απόφασης φέρεται το 2019 αντί του ορθού 2022). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-12-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 αυτού ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 59 Ν. 5221/2025 και εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 168 παρ. 3 του ιδίου νόμου, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί(ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021).

Στην κρινόμενη υπόθεση, από την προσκομιζομένη από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ υπ. αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτρια του Εφετείου Αθηνών Α. Κ., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 26-12-2022 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού α) της δικασίμου της 20-5-2024 προς συζήτηση της αίτησης, από την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και β) προθεσμίας κοινοποίησης αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν την δικάσιμο, και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, η οποία όμως δεν εμφανίστηκε στην τελευταία αυτή δικάσιμο(13-10-2025), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, ενόψει και του ότι η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους κατά το άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της, δικάζοντας σαν να ήταν παρούσα και αυτή, η οποία θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την παρισταμένη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία είναι αναγκαία ομόδικός της, αφού στο Εφετείο η τελευταία άσκησε, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ.

Α. Στο άρθρο 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζονται τα εξής: "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.

Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές, επιτρέπει όμως σ` αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ιδίας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντιστρόφως (ΑΕΔ 18/2009, ΑΠ 268/2023).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας, που δεν είχαν ακόμα υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι`), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.

Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς, έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 268/2023, ΑΠ 891/2018).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση, που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό, είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση), ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας, δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 268/2023, ΑΠ 891/2018).

Το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς, κατά το οποίο οι διαφορές από συμβάσεις με το Δημόσιο ή με ΝΠΔΔ υπάγονταν, είτε στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για διοικητική σύμβαση, είτε στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για ιδιωτικού δικαίου σύμβαση, και το οποίο ρητά προβλεπόταν και στο Ν. 4412/8-8-2016 "Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ)", με τον οποίο θεσπίστηκαν ενιαίοι κανόνες για τις διαδικασίες προγραμµατισµού, ανάθεσης, σύναψης και εκτέλεσης δηµοσίων συµβάσεων, μεταβλήθηκε, αφενός μεν ως προς τις συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων και μελετών με τα άρθρα 21 και 22 του Ν. 4491/13-10-2017, με τα οποία αντικαταστάθηκαν αντιστοίχως οι διατάξεις των άρθρων 175 και 198 του Ν. 4412/2016 και ορίστηκε ότι κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, που προκύπτει από συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων και μελετών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, διοικητικό εφετείο, στις οποίες διατάξεις μάλιστα προσδόθηκε αναδρομική ισχύς με την διάταξη του άρθρου 376 παρ. 14 του Ν.4412/2016, που προστέθηκε με το άρθρο 23 ν. 4491/2017 και ορίζει ότι το άρθρο 175 του Ν. 4412/2016 (στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 198 του ιδίου νόμου) εφαρμόζεται και στις διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έργων και μελετών, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4412/2016, αφετέρου δε ως προς τις συμβάσεις προμηθειών και παροχής γενικών υπηρεσιών με το άρθρο 43 παρ. 24 περ.

α` του ν. 4605/1-4-2019, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 205 Α` στον προαναφερόμενο Ν. 4412/2016, το οποίο άρχισε να ισχύει τρεις μήνες μετά από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4605/2019) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ήτοι από 01.07.2019), σύμφωνα με το οποίο: "1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο διοικητικό εφετείο της περιφέρειας, στην οποία εκτελείται η σύμβαση ...".

Στη διάταξη αυτή δεν δόθηκε αναδρομική ισχύς, όπως, κατά τα ανωτέρω, δόθηκε για τις συμβάσεις δημοσίων έργων και μελετών με το άρθρο 23 Ν.4491/2017, στην δε αιτιολογική έκθεση του Ν. 4605/2019 αναφέρεται ότι το άρθρο 205 Α` προστέθηκε στο νόμο 4412/2016, προκειμένου να επιτευχθεί η ενιαία εφαρμογή στις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών του νόμου αυτού, ο οποίος, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 376 παρ.1 αυτού, εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες συμβάσεις, καθώς και σε όλους τους διαγωνισμούς μελετών, η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων, σύμφωνα με τα άρθρα 61, 120, 290 και 330, λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, ήτοι μετά από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έλαβε χώρα στις 08.08.2016.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι η προσθήκη του άρθρου 205 Α` στο νόμο 4412/2016 έγινε, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 του Συντάγματος, χάριν της ενιαίας εφαρμογής των κανόνων του Ν. 4412/2016 και μόνον, αφού στη διάταξη αυτή δεν δόθηκε αναδρομική ισχύς, όπως δόθηκε για τα άρθρα 175 και 198 του ιδίου νόμου με το Ν.4791/2017 για τις συμβάσεις δημοσίων έργων και μελετών και συνεπώς το άρθρο αυτό (205Α`) εφαρμόζεται για τις προσφυγές ή αγωγές, που κατατίθενται μετά την 1/7/2019, που άρχισε να ισχύει ο νόμος 4605/2019, που το προσέθεσε στο Ν. 4412/2016, και αφορούν σε συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων έλαβε χώρα μετά τις 08.08.2016 και για τις οποίες συνεπώς εφαρμόζεται ο Ν. 4412/2016, αντίθετα δε, δεν εφαρμόζεται για τις συμβάσεις που συνάφθηκαν πριν το νόμο 4412/2016, για τις οποίες δεν εφαρμόζεται ο νόμος αυτός, και τούτο ακόμα και αν η προσφυγή ή αγωγή κατατεθεί μετά την 1/7/2019.

Για τις συμβάσεις αυτές, που συνάφθηκαν πριν το νόμο 4412/2016, εφόσον δεν είναι διοικητικές αλλά είναι ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, παραμένει η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού δεν καταλαμβάνονται από το άρθρο 205 Α` του νόμου 4412/2016, που αφορά μόνο τις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, για τις οποίες εφαρμόζεται ο Ν. 4412/2016 (ΑΠ 50/2025, ΑΠ 71/2024, ΑΠ 268/2023).

Περαιτέρω η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου. Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται αντιστοίχως στην επίκληση της πλημμέλειας της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 268/2023, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1529/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η πρώτη αναιρεσίβητη άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά του αναιρεσείοντος και του ήδη μη διαδίκου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας"(ΕΟΠΥΥ) την κρινόμενη αγωγή της, στην οποία εκθέτει, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα:

Ότι με την από 6-10-2009 έγγραφη σύμβαση παροχής ενεχύρου- εκχωρήσεως απαιτήσεων, που συνάφθηκε μεταξύ της ιδίας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαγνωστικό- Νοσηλευτικό Κέντρο ΚΥΑΝΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ Α. Ε.", η τελευταία εταιρεία συνέστησε υπέρ της ενάγουσας ενέχυρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 17-7-/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", προς εξασφάλιση απαιτήσεών της ενάγουσας κατ' αυτής, οι οποίες προκύπτουν από την υπ' αριθμ. 1247115/13-5-1998 έγγραφη σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχαν συνάψει, το δε ενέχυρο ήταν επί όλων των απαιτήσεων της ανώνυμης εταιρείας αυτής, που απορρέουν από την υπ' αριθμ. 2244/ΕΦ/27.01.2009 έγγραφη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με αναγωγή, που είχε συνάψει η τελευταία με την εταιρεία με την επωνυμία " ΑΒC FACTORS Πρακτορεία Επιχειρηματικών Απαιτήσεων"(πράκτορα), με την οποία σύμβαση η ανωτέρω εταιρεία ΚΥΑΝΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, είχε εκχωρήσει όλες τις εκκρεμείς και μέλλουσες απαιτήσεις της από την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας στον πράκτορα, υπό τους όρους που αναφέρονται στην τελευταία αυτή σύμβαση.

Ότι η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με αναγωγή κοινοποιήθηκε νομίμως στον πράκτορα στις 15-10-2009 και αναγγέλθηκε και προς τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, ενώ ακολούθως, η ανωτέρω εταιρεία- πράκτορας, δυνάμει της από 09.05.2016 έγγραφης σύμβασης εκχώρησης απαιτήσεων σε εκπλήρωση υποχρέωσης προς δικαιούχο δυνάμει σύμβασης ενεχύρου, που σύναψε με την ενάγουσα, σε συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις της από τις ανωτέρω από 27-1-2009 και 6-10-2009 συμβάσεις, εκχώρησε στην ενάγουσα της απαιτήσεις της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας ΚΥΑΝΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, κατά του ασφαλιστικού οργανισμού-Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) Τομείς Υγειονομικών (πρώην Τ.ΣΑ.Υ.), το οποίο συστάθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 3655/2008 και του οποίου το πρώτο εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ) τυγχάνει καθολικός διάδοχος, καθώς ο Κλάδος Υγείας (ήτοι το τέως Τ.ΣΑ.Υ.) εντάχθηκε σε αυτό και το δεύτερο εναγόμενο(ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ) διάδοχος του πρώτου εναγομένου.

Ότι η τελευταία αυτή εκχώρηση αναγγέλθηκε νομίμως στα εναγόμενα ΝΠΔΔ, όπως αναφέρεται στην αγωγή και αφορά και απαιτήσεις, που απορρέουν από την παροχή υπηρεσιών υγείας (διενέργεια διαγνωστικών εξετάσεων) και παροχή υγειονομικού υλικού του ανωτέρω προμηθευτή, ήτοι της εταιρείας ΚΥΑΝΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, προς ασφαλισμένους του Ε.ΤΑ.Α., για τις οποίες είχαν εκδοθεί οι ενσωματωμένες στην αγωγή αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, ετών 2009, 2011 και 2012, στις οποίες αναφέρονται αναλυτικά, κατά ημερομηνία, ονοματεπώνυμο του ασφαλισμένου στο Ε.ΤΑ.Α.

ασθενή, κωδικό κίνησης, αιτιολογία, χρέωση και οφειλόμενο υπόλοιπο, οι παρασχεθείσες υπηρεσίες και υγειονομικό υλικό, και από τις οποίες οφείλεται συνολικά το ποσό των 170.084,57 ευρώ. Ότι, ναι μεν μεταξύ της μονάδας τεχνητού νεφρού της εκχωρήτριας εταιρείας ΚΥΑΝΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ και του Ε.ΤΑ.Α. συνήφθη η από 13.10.2011 σύμβαση, με την οποία συμφωνήθηκε η ανωτέρω μονάδα να εκτελεί αιμοκαθάρσεις σε εξωτερικούς ασθενείς, ασφαλισμένους του Ε.ΤΑΑ., η οποία είναι η μοναδική μεταξύ τους συναφθείσα έγγραφη σύμβαση, πλην όμως οι επίδικες απαιτήσεις δεν αφορούν στην εκτέλεση αιμοκαθάρσεων, αλλά την παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών και υγειονομικού υλικού, για την οποία ουδεμία έγγραφη σύμβαση έχει υπογραφεί μεταξύ των ανωτέρω.

Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενη κυρίως τις αποδεικνυόμενες από τις ανωτέρω αποδείξεις συμβάσεις πώλησης και παροχής υπηρεσιών, που είχε συνάψει η εκχωρήτρια εταιρείας ΚΥΑΝΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ με το Ε.ΤΑ.Α. και επικουρικά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις για την περίπτωση ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων προμήθειας και παροχής υπηρεσιών, λόγω μη τήρησης έγγραφου τύπου ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, και κατόπιν περιορισμού με τις πρωτόδικες προτάσεις της του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα υποχρεούνται να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστο, το συνολικό ποσό των 170.084,57 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της ημερομηνίας, που κάθε απόδειξη παροχής υπηρεσιών κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 7021/2020 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε ότι υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, απέρριψε την αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη καθόσον στρέφεται κατά του ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 παρ. 1 του Ν 4486/2017, γιατί η αγωγή ασκήθηκε μετά τις 30-6-2017 και αφού ως προς το αναιρεσείον έκανε εν μέρει δεκτή την εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής, αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει νομιμοτόκως στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 170.084,57 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν στο Εφετείο Αθηνών την από 15-10-2020 έφεση το αναιρεσείον και την από 13-9-2021 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά του αναιρεσείοντος, η δεύτερη αναιρεσίβλητη, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία, αφού συνεκδίκασε τα δικόγραφα αυτά και έκρινε ότι ασκήθηκαν παραδεκτά, απέρριψε την έφεση.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 4 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον προβληθέντα πρωτοδίκως και μετά την απόρριψή του επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό του ότι το Εφετείο, "με το να δεχτεί ότι οι επίδικες συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ του "ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟΥ - ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΚΥΑΝΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (τις απαιτήσεις της οποίας εκχώρησε στην ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία η εταιρία με την επωνυμία "ABC FACTORS ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ") και του Ε.Τ.Α.Α.- Τ.Σ.Α.Υ., είχαν χαρακτήρα συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου και κατ' ακολουθία, η προκειμένη διαφορά, που αφορά αξιώσεις της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, απορρέουσες από τις πιο πάνω συμβάσεις, ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και όχι στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, εσφαλμένα δέχθηκε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση".

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία : "Βάσει των πραγματικών περιστατικών, που συνθέτουν το είδος της έννομης σχέσης, που συνδέει τους διαδίκους, όπως αυτά εκτέθηκαν και αποδείχθηκαν, όσον αφορά τις επίδικες συμβάσεις, αποδείχτηκε ότι αυτές είναι ιδιωτικού δικαίου, καθόσον αποτελούν κοινές συμβάσεις και όχι διοικητικές κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1406/1983, δεδομένου ότι ανεξαρτήτως της ικανοποίησης δημόσιου σκοπού, δεν προέκυψε, ότι διέπονται από ιδιαίτερο νομικό κανονιστικό καθεστώς, που να διαλαμβάνει εξαιρετικές ρυθμίσεις (ρήτρες) παρεκκλίνουσες από το κοινό ιδιωτικό δίκαιο υπέρ του πρώην ΕΟΠΥΥ-ΕΤΑΑ.

Τέτοιες ρήτρες, δεν αποδείχτηκε ότι περιλήφθηκαν στις επίμαχες συμβάσεις, έτσι ώστε το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. του Ε.ΦΚΑ, ως καθολικό διάδοχο του αντισυμβαλλομένου στις συμβάσεις αυτές ΕΤΑΑ, να βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση έναντι της εκδοχέως, ενάγουσας, και ήδη εφεσίβλητης τράπεζας, δηλαδή, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, από την οποία κυρίως εξαρτάται και ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης, ως διοικητικής.

Επομένως, οι διαφορές, που απορρέουν από την ερμηνεία και την εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, δεν είναι διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά ιδιωτικές διαφορές, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όσον αφορά την κύρια βάση της ως άνω αγωνής, αλλά και κατά την επικουρική της βάση, όπως αναφέρεται στην ίδια μείζονα σκέψη, καθόσον η υποκείμενη σχέση, που προκάλεσε τον εν λόγω πλουτισμό είναι ιδιωτικού δικαίου, όπως προαναφέρεται.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά τον νόμο ερμήνευσε κρίνοντας ότι οι επίδικες συμβάσεις αφορούν ιδιωτική διαφορά και ο προβαλλόμενος λόγος εφέσεως του εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, δεχόμενο ότι έχει δικαιοδοσία να δικάσει την αγωγή και κατά την επικουρική βάση της, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την μη εφαρμοστέα στην συγκεκριμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 και 2 εδ.

ι' Ν. 1406/1983, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή αλλά και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, οι επίδικες συμβάσεις πώλησης υγειονομικού υλικού και παροχής υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του Ε.ΤΑ.Α., που αποτελεί ΝΠΔΔ, οι οποίες συνάφθηκαν μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας ΚΥΑΝΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ και του Ε.ΤΑ.Α., είτε έγκυρες είτε άκυρες, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αποτελούν ιδιωτικού δικαίου διαφορά, δεδομένου ότι δεν περιλήφθηκαν στις προφορικά καταρτισθείσες αυτές συμβάσεις ρήτρες που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ώστε το Ε.ΤΑ.Α., να ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του δημοσίου σκοπού, που επιδίωκε με την σύναψή τους, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, αφού σημειωθεί ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 205 Α` του Ν. 4412/2016, γιατί οι επίδικες συμβάσεις προμήθειας και παροχής υπηρεσιών προς το Ε.ΤΑ.Α., είτε έγκυρες είτε άκυρες, συνάφθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4412/2016.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ και συνεπώς ο ανωτέρω ο πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Β. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 526/2024, ΑΠ 1329/2017, Α.Π. 611/2013).

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1665/2025, ΑΠ 526/2024, ΑΠ 397/2024, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1346/2022).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1665/2025, ΑΠ 526/2024, ΑΠ 397/2024, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 267/2021).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", που εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 41 § 1 ν. 5072/2023, επειδή η επικαλούμενη σύμβαση διαχείρισης συνήφθη την 18-6-2021, δηλαδή πριν από την 30-12-2023, "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου.

Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, που επίσης εφαρμόζεται κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 1665/2025, ΑΠ 397/2024, ΑΠ 686/2023).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης(ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021 ΑΠ 46/2020). Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008,ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία CEPAL HELLAS, στην ανωτέρω προσθετη παρέμβαση που άσκησε στο Εφετείο Αθηνών, εκθέτει ότι αποτελεί νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ' αριθ. 207/1/29.11.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις του Ν. 4354/2015, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία ""GALAXY IV FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" (ΓΚΑΛΑΞΥ IV ΦΑΝΤΙΝΓΚ ΝΤΕΣΙΓΚΝΕΗΤΕΝΤ AKTIBITY ΚΟΜΠΑΝΥ), με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, δυνάμει του από 18 Ιουνίου 2021 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Διαχείρισης Απαιτήσεων, το οποίο αποτελεί περίληψη της από 08.04.2021 Σύμβασης Μακροπρόθεσμης Διαχείρισης, ως τροποποιήθηκε κατά καιρούς και καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 22.06.2021 με αριθμό πρωτοκόλλου ....2021 στον τόμο 12 και αύξοντα αριθμό 200, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 14 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, και στην οποία εταιρεία ειδικού σκοπού, η ενάγουσα, της οποίας καθολική διάδοχος είναι ήδη η πρώτη αναιρεσίβλητη, έχει σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003 και στο πλαίσιο τιτλοποίησης των απαιτήσεων αυτών, εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδικη απαίτηση, δυνάμει της από 19 Ιανουάριου 2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 19.01.2021 με αριθμό πρωτοκόλλου 8/19.01.2021 στον τόμο 11 και αύξοντα αριθμό 498, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000.

Υπό τα εκτιθέμενα στην αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ανωτέρω περιστατικά προκύπτει, σύμφωνα με την μείζονα σκέψη που προαναφέρθηκε, ότι η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις του Ν. 4354/2015, νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ως μη δικαιούχος διάδικος έχουσα την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους συντελείται, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων και συνεπώς το Εφετείο που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και δεν απέρριψε την παρέμβαση ως απαράδεκτη για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της παρεμβαίνουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Γ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και για τις εκκρεμείς αναιρέσεις κατά το άρθρο 116 παρ. 2β' του ιδίου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σχετική σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 201/2017,ΑΠ 168/2015).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (ειδικότερα δε, αν αφορά τη δημόσια τάξη, που μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση πρόσθετης επίκλησης ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας, ή ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση). Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από μη κατονομαζόμενο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση δε του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου αυτού, με την κατ' εκτίμηση του λόγου αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η κατάρτιση διακανονισμού και για τις επίδικες απαιτήσεις μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας ΚΥΑΝΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ Η.

Λ., και του Ε.Ο.Π.Π.Υ., που έλαβε χώρα με την υποβολή υπευθύνων δηλώσεων στις 26-04-2013 και στις 22-11-2016, σύμφωνα με τα άρθρα 3 του ν. 4132/2013 και 52 του ν.4430/2016 αντιστοίχως, στις οποίες αυτός ρητά αναφέρει ότι αποδέχεται τη ρύθμιση για όλες τις απαιτήσεις της εταιρείας και παραιτείται χωρίς επιφύλαξη από οποιαδήποτε άλλη αξίωση που πηγάζει από την ίδια αιτία, συμπεριλαμβανομένων τόκων, μέχρι την εξόφληση των οφειλών και από τα ένδικα μέσα και βοηθήματα και να καταλήξει ακολούθως στην κρίση ότι ο διακανονισμός δεν ισχύει, λόγω του ότι δεν ακολούθησε η άμεση εξόφληση από την πλευρά του οφειλέτη Ε.Ο.Π.Π.Υ., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα αυτά.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί το αναιρεσείον δεν επικαλείται στον λόγο αναίρεσης ότι τον αποτελούντα ένσταση και περιλαμβανόμενο στον λόγο αναίρεσης ισχυρισμό του αυτό, τον οποίο απέρριψε το Εφετείο, τον είχε προβάλλει παραδεκτά και πρωτοδίκως και μετά την απόρριψή του τον επανέφερε σε αυτό με λόγο της έφεσής του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 182, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), χωρίς εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 62 παρ. 3 Ν. 4387/2016, που προβλέπουν την καταβολή μειωμένου ποσού εξόδων, διότι η νομική υπεράσπιση του αναιρεσείοντος e-ΕΦΚΑ, δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο (ΑΠ 165/2024, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 144/2021)..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-12-2022 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης(e-ΕΦΚΑ) για αναίρεση της υπ' αριθ. 4457/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ