Legislator Case Law & Legislation
64/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for debt restructuring as grounds were not properly raised in original trial.

Case Number 64/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against a debt restructuring order, ruling that the appeal was inadmissible. The appellant argued the lower court violated procedural rules by failing to address specific financial details in the debtor's request. The court held that these arguments were not legally raised in the original proceedings and thus could not be grounds for an appeal.

Legislator headnote

AI generated

Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds relied upon were not legally raised in the court of first instance, unless they concern public order or stem directly from the judgment's wording.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal debt restructuring procedural history Code of Civil Procedure legal exhaustion

Cited Legislation

AI generated
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 4 paragraph 1 of Law 3869/2010
Article 1 of Law 3869/2010
Article 495 paragraph 4 letter e of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 letter b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
Case 2270/2014
Case 73/2016
Case 168/2015
Case 951/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 64 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 64/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Δημητρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Ελευθεριάδου - Κούσουλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δράμας.

Εκδόθηκε η 298/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Δράμας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-4-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 11-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ που, κατά την ορθότερη άποψη, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 2270/2014), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και, συνακόλουθα, του άρθρου 560).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. β’ του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 322/2012, ΑΠ 1241/ 2010).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους της αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη 298/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Δράμας πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, ότι το δικαστήριο αυτό, με το να δεχθεί, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 23-1-2013 αίτηση της αναιρεσίβλητης, παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν τροποποιηθεί με τους νόμους 4336/2015 και 4346/2015, καθόσον 1) από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο πιο πάνω δικαστήριο προέκυπτε ότι η αιτούσα, ήδη αναιρεσίβλητη, ως εγγυήτρια στις μνημονευόμενες έξι συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκαν μεταξύ της πιστώτριας τράπεζας (αναιρεσείουσας) και του Σ.

Π. (συζύγου της αιτούσας), είχε την εμπορική ιδιότητα και, επομένως, πτωχευτική ικανότητα (πρώτος λόγος), 2) δεν προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση η μόνιμη αδυναμία της αναιρεσίβλητης να αποπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της, όπως η αναιρεσείουσα είχε προβάλει στο Ειρηνοδικείο (δεύτερος λόγος), 3) η αναιρεσίβλητη δολίως περιήλθε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (τρίτος λόγος), με αποτέλεσμα, εξαιτίας καθενός από τους λόγους αυτούς, η τελευταία να μην μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση του νόμου και 4) από τα αναφερόμενα τέσσερα (4) περιουσιακά στοιχεία της αναιρεσίβλητης (τρία ακίνητα -δύο κατά πλήρη κυριότητα και ένα κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου- και ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο) ρευστοποιήθηκε μόνο το ένα (ακίνητο της πλήρους κυριότητάς της, αντικειμενικής αξίας 66.175,20 ευρώ), για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσείουσας (που ανέρχεται στο σημαντικό ποσό των 289.624,60 ευρώ), ενώ τα υπόλοιπα εξαιρέθηκαν, με την παρατιθέμενη αιτιολογία, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (πέμπτος λόγος).

Οι λόγοι, όμως, αυτοί, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι. Συγκεκριμένα, 1) οι μεν πρώτος και τρίτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι οι σχετικοί, θεμελιωτικοί τούτων, ισχυρισμοί προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε, σε κάθε περίπτωση, από τις προτάσεις, ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, της αναιρεσείουσας, καθώς και από τα πρακτικά συνεδρίασης της δίκης εκείνης, προκύπτει, μετά την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή τους, ότι προβλήθηκαν απ’ αυτήν τέτοιοι ισχυρισμοί, αν και μπορούσαν να προβληθούν, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτουν στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ίδιου Κώδικα που προεκτέθηκαν.

Επισημαίνεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές, αναφορικά με το ότι η εγγυήτρια-αιτούσα είχε εμπορική ιδιότητα και ότι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της οφειλόταν σε οποιασδήποτε μορφής δόλο της, ώστε να προκύπτει εσφαλμένη υπαγωγή τέτοιων πραγματικών περιστατικών στο νόμο, δηλαδή αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ.

α’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ και 2) οι δε δεύτερος και πέμπτος, διότι με το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι αυτό δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) ότι υπάρχει μόνιμη αδυναμία της οφειλέτριας -αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης για την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς την πιστώτρια τράπεζα - αναιρεσείουσα και, συνακόλουθα, αυτή μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 (3ο φύλλο - 2η όψη της απόφασης) και β) ότι είναι "πρόσφορη" η εκποίηση μόνο του ενός ακινήτου, με αναφορά στα αρνητικά χαρακτηριστικά των άλλων δύο ακινήτων (από τα οποία το ένα τέθηκε υπό τη διαχείριση και εκμετάλλευση εκκαθαριστή), ενώ για το αυτοκίνητο κρίθηκε ότι είναι απαραίτητο για την κάλυψη των ατομικών και οικογενειακών αναγκών της αναιρεσίβλητης (φύλλα 4ο - 2η όψη και 5ο της απόφασης), αφού για το αν είναι ή όχι ρευστοποιήσιμη η περιουσία (κυρίως ακίνητη) του οφειλέτη είναι ζήτημα συγκεκριμένης περίπτωσης και, έτσι, πρέπει, κάθε φορά, να ερευνάται το είδος του εμπράγματου δικαιώματος του οφειλέτη, η καθαρότητα των τίτλων του, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ακινήτου και ειδικότερα αν ο οφειλέτης εμφανίζεται να έχει επ’ αυτού αποκλειστικό δικαίωμα ή δικαίωμα εξ αδιαιρέτου, αν ληφθεί υπόψη ότι συνήθως είναι περιορισμένο το ενδιαφέρον εκείνων που επιθυμούν να αποκτήσουν ποσοστό εξ αδιαιρέτου σε ακίνητο, καθώς και τα έξοδα της διαδικασίας ρευστοποίησης που πρέπει να τελούν σε μία αναλογία με το προσδοκώμενο τίμημα.

Η προβαλλόμενη, εξάλλου, αιτίαση για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν ανάγεται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Με το άρθρο 744 ΚΠολΔ εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα και έτσι καθιερώνεται για τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέσου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 εδάφ. β’ του πιο πάνω ν. 3869/2010, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης (για ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή) ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ και β’ της προηγούμενης παραγράφου (κατάσταση περιουσίας και των εισοδημάτων αυτού και της συζύγου του και κατάσταση των πιστωτών και των απαιτήσεών τους) και για τις μεταβιβάσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία.

Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 ν. 4161/2013, που ισχύει από 14-6-2013, σύμφωνα με την οποία η αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, προς διευκόλυνση του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο παραδεκτού, συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ και β’ της προηγούμενης παραγράφου και για τις μεταβιβάσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία.

Με τη διάταξη αυτή, σε σχέση με την προηγούμενη, που ενδιαφέρουν, αναιρετικά, στην παρούσα περίπτωση, προστέθηκε και ότι η προκείμενη αίτηση συνοδεύεται με την εν λόγω υπεύθυνη δήλωση προς διευκόλυνση μόνο του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο του (ουσιαστικού) παραδεκτού της αίτησης. Δηλαδή από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποκλείεται το απαράδεκτο της αίτησης, έστω και επί τυχόν ελλείψεων της υπεύθυνης δήλωσης, και ότι το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 4161/2013, κατά την οποία "για τις εκκρεμούσες αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του παρόντος", αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, που ρυθμίζει την προδικασία και όχι σε εκείνη του άρθρου 4 παρ. 2 εδάφ. β’ του ίδιου νόμου.

Πέραν αυτού, η παράλειψη ή ατέλεια της υπεύθυνης δήλωσης δεν δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αίτησης αποφάσεως (ΑΠ 236/2015). Περαιτέρω, ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και με την εφαρμογή διατάξεων που δεν έπρεπε να εφαρμοστούν και τη μη εφαρμογή διατάξεων που έπρεπε να εφαρμοστούν.

Το ουσιαστικό δε απαράδεκτο ελέγχεται αναιρετικά με το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 236/2015). Στην ερευνώμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ. α’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στις 24-1-2013 και, συνεπώς, όσον αφορά το παραδεκτό της, εφαρμοστέος κανόνας δικαίου ήταν, σύμφωνα με την ειδική πρόβλεψη του άρθρου 19 παρ. 3 του ν. 4161/2013, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 εδάφ.

β’ του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 4161/2013, κατά την οποία η έγκαιρη προσκόμιση της υπεύθυνης δήλωσης του εν λόγω άρθρου (4 παρ. 2 εδάφ. β’ ), δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης, αποτελεί στοιχείο του παραδεκτού της προδικασίας, η οποία, όμως, δεν τηρήθηκε στην εξεταζόμενη περίπτωση, δεδομένου ότι η σχετική υπεύθυνη δήλωση της αναιρεσίβλητης φέρει χρονολογία υπογραφής προγενέστερη της κατάθεσης της αίτησης και συγκεκριμένα 23-1-2013, με συνέπεια η αίτηση αυτή να είναι απαράδεκτη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, ανεξάρτητα από το ότι η παράλειψη ή ατέλεια της υπεύθυνης δήλωσης δεν δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αίτησης αποφάσεως, το Ειρηνοδικείο Δράμας, εφαρμόζοντας, όπως όφειλε, κατά το ανακριτικό σύστημα στην παρούσα ειδική διαδικασία (άρθρο 3 ν. 3869/2010), τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 εδάφ.

β’ του παραπάνω νόμου (3869/2010), όπως αντικαταστάθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 4161/2013 που αποκλείει το απαράδεκτο των αιτήσεων, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή, με την περαιτέρω επισήμανση ότι η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 ν. 4161/2013 αναφέρεται στο άρθρο 5 του ν. 3869/2010 που ρυθμίζει την προδικασία και όχι στο άρθρο 4 παρ. 2 εδάφ.

β’ του ίδιου νόμου, όπως προηγουμένως αναπτύχθηκε.

Από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης του κρινόμενου ένδικου μέσου, στις 3- 4-2015 (πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την 1η-1-2016), προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος (ΑΠ 82/2011, ΑΠ 1130/2009), ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/ 2004).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, που περιέχει ειδική ρύθμιση για τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο αυτού του νόμου, "Οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας". Κατά συνέπεια, ο έκτος (και τελευταίος) λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, ότι το Ειρηνοδικείο Δράμας με το να μην απορρίψει, ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, την υπό κρίση αίτηση παραβίασε, κατ’ άρθρα 111 παρ. 2, 118, 216 και 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, είναι απαράδεκτος, καθόσον όλες οι επικαλούμενες "ελλείψεις" του δικογράφου της αίτησης [α) πώς "προκύπτει" η μόνιμη αδυναμία της αναιρεσίβλητης να αντεπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις και ποίο το κόστος διαβίωσής της, β) ποίος ο χρόνος ανάληψης των υπό ρύθμιση οφειλών της προς τους πιστωτές, γ) ποίες δόσεις είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει μηνιαίως για την κάθε "δανειακή σύμβαση", δ) ποία γεγονότα την οδήγησαν στον υπερδανεισμό και ποία στην αδυναμία να ανταποκρίνεται στις ανειλημμένες "δανειακές" υποχρεώσεις της, καθώς και το ποσοστό μείωσης του εισοδήματός της, ε) ποίες οι συγκυρίες που κατέστησαν μόνιμη την αδυναμία πληρωμής, στ) ποίες ήταν οι αποδοχές της ίδιας και ποίες του συζύγου της πριν από τη συνταξιοδότησή του, ζ) ποίο το "εφάπαξ" που, τυχόν, έλαβε κατά τη συνταξιοδότησή της και, σε καταφατική περίπτωση, πως διατέθηκαν τα χρήματα αυτά και η) αναφέρεται μόνο το σύνολο των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς της και το υπερβολικό κόστος διαβίωσής της, χωρίς να συντρέχουν ιδιαίτερες ανάγκες] δεν ανάγονται στη νομική αοριστία της αίτησης αλλά στηρίζονται στο λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ο οποίος, όμως, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα.

Ανεξάρτητα από αυτό, τα παραπάνω (ορισμένα από τα οποία περιέχονται στην αίτηση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της) δεν συνιστούν στοιχεία του ορισμένου της αίτησης για τη ρύθμιση χρεών (άρθρ. 4 παρ. 1 ν. 3869/2010), ούτε προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι του συστήματος του νόμου αυτού (άρθρ. 1 του ίδιου νόμου) και, άρα, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην αίτηση.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β’ του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β’ του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Απριλίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-4-2015 αίτηση της "... ΑΕ" για αναίρεση της 298/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Δράμας. Και

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα ε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ