Legislator Case Law & Legislation
19/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding lawyer fees and lack of specific grounds for review.

Case Number 19/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on lawyer fees. The appellant argued for reimbursement of costs but failed to prove submission of documents or signatures required by the Code of Lawyers. The court ruled that the Second Instance Court provided sufficient reasoning and that the appellant's claims regarding the opposing party's admissions were not reviewable on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 of the former Code of Lawyers; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be rejected if the appellant fails to substantiate the specific grounds for review, particularly regarding the submission of documents or the existence of admissions, as the lower court's reasoning is sufficient and the matter falls within the lower court's evaluative discretion.

Keywords

AI generated
lawyer fees appeal admissibility Code of Lawyers procedural defects court costs review of facts substantive grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 173 of the former Code of Lawyers
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated
1833/2010
Supreme Court dismisses appeal against conviction for slander due to sufficient reasoning and lack of independent claims.
42/2026
Supreme Court dismisses appeal against first instance court ruling on legal costs and attorney fees in expropriation case.
1115/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2000 αγωγή και την από 21/1/2001 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστικής παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, την από 20/4/2000 αγωγή των 1ου και 2ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, τις από 14/2/2001 και 14/9/2001 αναγωγές της 4ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 7/7/2000 αγωγή του 3ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2510/2003 μη οριστική και 4442/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 441/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/3/2006 αίτησή του.
1298/2018
Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on insurance fund reimbursement and costs.
410/2018
Supreme Court dismisses appeal on lawyer fee contract interpretation and costs allocation.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 19 / 2026 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 19/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Θ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Η. Τ. του Σ. , κατοίκου ... , που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 106/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4226/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-4-2021 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 150/2025 πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 660/2025, 232/2024, 936/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την με αριθμό ...2025 πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου νόμιμα φέρεται προς ανασυζήτηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, η από 23.4.2021 (με αριθ. έκθ. κατάθ. ...2021) αίτηση αναίρεσης, καθόσον, μετά τη συζήτηση αυτής στην ορισθείσα δικάσιμο της 7.11.2023, κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω θανάτου της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος.

Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-9-2025) παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, και δη αυτοπροσώπως, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου, όχι δε και ο αναιρεσίβλητος. Ο τελευταίος, ωστόσο, είχε παρασταθεί κατά την αρχική δικάσιμο μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Δημητρίου Ράπτη. Όπως προκύπτει δε από το από ...2025 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε.

Π. , ακριβές αντίγραφο της ως άνω, με αριθ. 150/2025, πράξης του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον ως άνω δικηγόρο Δημήτριο Ράπτη.

Εφόσον δε η επαναλαμβανόμενη με την ως άνω πράξη συζήτηση της υπόθεσης αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε παρασταθεί προσηκόντως στην αρχική συζήτηση της υπόθεσης, κατά τη δικάσιμο της 7.11.2023, αλλά δεν παραστάθηκε στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση αυτής, κατά τη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-9-2025), δικάζεται αντιμωλία, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. 2.

Η υπό κρίση από 23.4.2021 (με αριθ. έκθ. κατάθ. ....2021) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4226/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 678 - 681 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την εφαρμογή του ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πριν παρέλθει η προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στον αναιρεσείοντα, η οποία (επίδοση) διενεργήθηκε στις 15.4.2021 (βλ.

τη σχετική επισημείωση του διενεργήσαντος την εν λόγω επίδοση δικαστικού επιμελητή Α. Ν. Κ. επί του επιδοθέντος στον αναιρεσείοντα αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο προσκομίζει ο τελευταίος).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 3. Με τη διάταξη της παρ. 3 περ. Β' υποπερ. δ' του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αναίρεσης, ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου) και όπως η παρ. 3 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016) με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθρο 45 ν. 4446/2016), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά απόφασης εφετείου, το οποίο από 23.1.2017 ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) και επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η συγκεκριμένη υποχρέωση δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διαφορές των άρθρων 614 παρ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων δικηγόρος προέβη στην επισύναψη του με αριθμό .../2021 ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, όπως βεβαιώνεται από τον Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών στη συνταχθείσα από 13.5.2021 έκθεση κατάθεσης του δικογράφου αυτής. Όμως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η ένδικη διαφορά, έχοντας το προαναφερόμενο αντικείμενο, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αναίρεσης.

Κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 775/2024, 1084/2023, 816/2022, 392/2022, 484/2019). 4. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Με την από 29.04.2013 (με αριθ. έκθ. κατάθ. ...2013) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ιστορούσε τα ακόλουθα: Ότι με το από 10.10.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό (εργολαβικό) ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσίβλητος, ανέθεσε στον δικηγόρο Δημήτριο Πλαγιανάκο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) να προβεί για λογαριασμό του (εναγομένου) στην είσπραξη κάθε μισθώματος που ο τελευταίος, ως συγκύριος κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου, δικαιούτο από την εκμίσθωση ακινήτου κείμενου στην Αθήνα και στη θέση "Ποδάρους", με συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή 20% επί των μισθωμάτων (κεφαλαίου και τόκων) που θα εισπράττονταν και θα αναλογούσαν στο μερίδιο αυτό.

Ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής, ο προαναφερόμενος δικηγόρος συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την με ΓΑΚ 6608/2006 και ΑΚΔ 264/2006 κύρια παρέμβαση στη δίκη που ανοίχθηκε με την ΓΑΚ 94875/2005 και ΑΚΔ 3984/2005 μισθωτική αγωγή των αρχικών δικαιοπαρόχων του εναγομένου, εκκρεμούσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αναμενόμενη την έκδοση ευνοϊκής, εν τέλει, για τον τελευταίο απόφασης, ζητώντας την καταβολή στον εντολέα του - κυρίως παρεμβαίνοντα των μισθωμάτων, ύψους 48.565 ευρώ, που αναλογούσαν στο μερίδιό του επί του ως άνω ακινήτου για το διάστημα από Σεπτέμβριο 2002 έως και Μάιο 2005.

Ότι κατόπιν προφορικής εντολής του εναγομένου προς τον δικηγόρο Δημήτριο Πλαγιανάκο, ο τελευταίος, στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης μεταξύ των δικαιοπαρόχων του εντολέα του (εδώ εναγομένου) και των τότε εναγομένων, σώρευσε στην ως άνω κύρια παρέμβαση αφενός αγωγή περί αναγνώρισης ακυρότητας της από 01.08.2002 σύμβασης τροποποίησης της αρχικής σύμβασης μίσθωσης (συναφθείσας το έτος 2000 μεταξύ της απώτερης δικαιοπαρόχου του εναγομένου και των μισθωτών) και αφετέρου αγωγή απόδοσης του μισθίου στον εναγόμενο, σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκτίθενται στην ένδικη αγωγή.

Ότι, επειδή η εντολή για την άσκηση των αγωγών αυτών δεν συμπεριλαμβανόταν στο προαναφερόμενο από 10.10.2006 εργολαβικό συμφωνητικό ούτε είχε συμφωνηθεί αμοιβή για την άσκηση αυτών, η οφειλόμενη αμοιβή, καθοριζόμενη με βάση τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) ελάχιστες νόμιμες αμοιβές, ανέρχεται για μεν την πρώτη αγωγή στο ποσό των 6.550 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 2% επί του ποσού των 327.539 ευρώ, στο οποίο προσδιορίζεται η αξία του αντικειμένου αυτής (ήτοι στα 2/3 των αναφερόμενων στην ένδικη αγωγή ετήσιων μισθωμάτων των ετών 2002 έως και 2011), ενώ για τη δεύτερη αγωγή στο δίκαιο και εύλογο ποσό των 2.500 ευρώ, τις αμοιβές δε αυτές ζητεί με βάση τη διάταξη του άρθρου 101 του Κώδικα Δικηγόρων, ενόψει του ότι περισσότερες αγωγές σωρεύθηκαν στο ίδιο δικόγραφο (μαζί με την ως άνω κύρια παρέμβαση) και συνεπώς για καθεμία εξ αυτών οφείλεται ξεχωριστή αμοιβή.

Ότι ο δικηγόρος Δ. Πλαγιανάκος αιτήθηκε, με την υπ' αριθ. πρωτ. ...2006 αίτησή του προς τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, τον κατά προτίμηση προσδιορισμό δικασίμου προς συζήτηση των ως άνω (σωρευόμενων στο ίδιο δικόγραφο) αγωγών και κύριας παρέμβασης, παραστάθηκε δε προς τούτο ενώπιον του ανωτέρω Προέδρου, ενέργειες για τις οποίες η νόμιμη αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 50 ευρώ και 150 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι συνολικά στο ποσό των 200 ευρώ.

Ότι, εν συνεχεία, ο δικηγόρος Δημήτριος Πλαγιανάκος εκχώρησε σ' αυτόν (ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα) εγγράφως όλες τις απαιτήσεις από τις δικηγορικές αμοιβές του, οι οποίες βασίζονταν και απέρρεαν από τις ως άνω δικηγορικές πράξεις του και έτσι αυτός (ενάγων) κατέστη πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου - εντολέα του.

Ότι ακολούθως αυτός (ενάγων) συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την με αριθ. κατάθ. .../2007 δήλωση επανάληψης βιαίως διακοπείσας δίκης και κλήση, με την οποία καλούσε τους αναφερόμενους σ' αυτήν διαδίκους να παραστούν στις 26-9-2007, κατά τη συζήτηση της κύριας παρέμβασης του εναγομένου και της αγωγής των εκμισθωτριών του ως άνω μισθίου ακινήτου, ενέργεια για την οποία δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των 200 ευρώ.

Ότι προς αντίκρουση της από 26.08.2006 και με αριθ. κατάθ. .../2006 μισθωτικής αγωγής, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο καθ' ου η κύρια παρέμβαση Χ. Σ. , με αίτημα την καταβολή ποσού 30.158 ευρώ, άλλως 15.079 ευρώ, για μισθώματα Σεπτεμβρίου 2005 έως και Αυγούστου 2006, αυτός (ενάγων) συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου την από ....2007 και με αριθ.

κατάθ. .../2007 κύρια παρέμβαση του εδώ εναγομένου σε βάρος του Χ. Σ. και των μισθωτών του ακινήτου, ενέργεια για την οποία δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των 603 ευρώ, υπολογιζόμενη σε ποσοστό 2% επί του αιτηθέντος με την ως άνω αγωγή ποσού των 30.158 ευρώ. Ότι με την από ....2007 αίτησή του προς τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών αιτήθηκε τον κατά προτίμηση προσδιορισμό δικασίμου προς συζήτηση της ως άνω κύριας παρέμβασης, ενώ προς υποστήριξη της αίτησης αυτής παραστάθηκε ενώπιον του ως άνω Προέδρου, ενέργειες για τις οποίες δικαιούται ως νόμιμη αμοιβή το ποσό των 50 ευρώ και 150 ευρώ αντιστοίχως και συνολικά το ποσό των 200 ευρώ.

Ότι κατόπιν εντολής του εναγομένου συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 23.02.2007 και με αριθ. κατάθ. .../2007 αγωγή κατά των μισθωτών του ως άνω ακινήτου, με την οποία ζητούσε την καταβολή αποζημίωσης χρήσης για το χρονικό διάστημα Νοεμβρίου 2005 - Φεβρουάριου 2007 λόγω λήξης της μίσθωσης, συνολικού ποσού 13.968 ευρώ, καθώς και την απόδοση της χρήσης του μισθίου σ' αυτόν (εναγόμενο).

Ότι για την ενέργεια αυτή συμφώνησε προφορικά με τον εναγόμενο να τηρηθεί η ίδια έγγραφη συμφωνία (εργολαβικό) που είχε συναφθεί μεταξύ του τελευταίου και του δικηγόρου Δημητρίου Πλαγιανάκου και η οποία είχε εκχωρηθεί σ' αυτόν (ενάγοντα), δηλαδή συμφωνήθηκε να λάβει ο ενάγων ως αμοιβή ποσοστό 20% από τα ποσά που θα επιδικαστούν τελεσιδίκως, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας να μη λάβει καμία αμοιβή, επιπροσθέτως δε, συμφωνήθηκε ότι ο εναγόμενος θα του προκαταβάλει τα έξοδα εκτέλεσης.

Ότι στις 26.09.2007 συνεκδικάστηκαν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου όλα τα προαναφερόμενα δικόγραφα, μεταξύ των οποίων και η προαναφερθείσα από ...2007 κύρια παρέμβαση των Μ. - Ε. Ζ. και Γ. Ζ. , δηλαδή συνεκδικάστηκαν συνολικά έξι (6) δικόγραφα, κατά τη συζήτηση των οποίων αυτός παραστάθηκε, δικαιούμενος έτσι, ως εύλογη αμοιβή, το ποσό των 1.500 ευρώ.

Ότι αυτός συνέταξε και κατέθεσε κοινές, για όλα τα ως άνω δικόγραφα, προτάσεις, δικαιούμενος για τον λόγο αυτό αμοιβή, την οποία προσδιορίζει: α) για τις προτάσεις της πρώτης σωρευθείσας αγωγής αναγνώρισης ακυρότητας της από ...-2002 σύμβασης τροποποίησης της αρχικής μισθωτικής σύμβασης, στο ποσό των 3.275 ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό 1% επί του ποσού των 327.539 ευρώ, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, β) για τις προτάσεις της δεύτερης σωρευθείσας αγωγής απόδοσης μισθίου στο ποσό των 1.250 ευρώ, δηλαδή στο 1/2 της προαναφερόμενης εκ ποσού 2.500 ευρώ αμοιβής του για τη σύνταξη και κατάθεση της αγωγής, γ) για τις προτάσεις της από ....2007 κύριας παρέμβασης του εδώ εναγομένου στο ποσό των 300 ευρώ.

Ότι μετά την έκδοση επί των ανωτέρω αγωγών και παρεμβάσεων, που συνεκδικάστηκαν, της υπ' αριθ. 2548/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι ως άνω κύριες παρεμβάσεις του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, καθώς και η αγωγή που είχαν ασκήσει οι εκμισθώτριες του μισθίου ακινήτου κατά του Χ.

Σ. , αυτός (ενάγων) συνέταξε και άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 13.11.2007 και με αριθ. κατάθ. 9424/2007 έφεση, προσδιορίζοντας την αμοιβή του για την ενέργεια αυτή, ως εξής: α) Κατά το μέρος που η ασκηθείσα έφεση αφορούσε την αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας, στο ποσό των 13.100 ευρώ, ήτοι στο διπλάσιο της νόμιμης ελάχιστης αμοιβής για την κατάθεση της αγωγής (ανερχομένης, κατά τα ως άνω, στο ποσό των 6.550 ευρώ και υπολογιζόμενης σε ποσοστό 2% επί του ποσού των 327.539,00 ευρώ) και β) κατά το μέρος που αφορούσε την αγωγή απόδοσης του μισθίου, στο ποσό των 5.000 ευρώ, δηλαδή στο διπλάσιο της προαναφερόμενης εκ ποσού 2.500 ευρώ αμοιβής του για τη σύνταξη και κατάθεση της αγωγής αυτής.

Ότι αυτός παραστάθηκε κατά τη συζήτηση των προαναφερόμενων τριών εφέσεων και δικαιούται, για τον λόγο αυτό, ως αμοιβή το ποσό των 150 ευρώ, επιπροσθέτως δε, συνέταξε και κατέθεσε κοινές για όλες τις εφέσεις προτάσεις, δικαιούμενος γι' αυτές αμοιβή, την οποία προσδιορίζει ως εξής: α) για την αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας στο ποσό των 6.500 ευρώ και β) για την αγωγή απόδοσης μισθίου στο ποσό των 2.500 ευρώ.

Ότι επί των ως άνω εφέσεων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2491/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτά όλα τα ασκηθέντα από αυτόν ένδικα μέσα και i) αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 28.8.2002 τροποποίησης της από ...2000 σύμβασης μίσθωσης, καθόσον αφορούσε τον ορισμό, με τη σύμβαση αυτή, του Χ. Σ. ως συνεκμισθωτή κατά ποσοστό 50% και ως τρίτου δεκτικού καταβολής των μισθωμάτων της μισθωτικής αυτής σύμβασης, ii) υποχρεώθηκαν οι μισθωτές να αποδώσουν στον εντολέα του κατά τα 2/3 και στους ομοδίκους του κατά το 1/3 το μίσθιο ακίνητο και να καταβάλουν στον εντολέα του τα αιτηθέντα μισθώματα και iii) υποχρεώθηκε ο συνεκμισθωτής της αρχικής εκμισθώτριας (Α.

Ζ.) να αποδώσει στον εντολέα του κατά τα 2/3 και στους ομοδίκους του κατά το 1/3 το ποσό των 70.392 ευρώ, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση για τα μισθώματα που παρανόμως είχε εισπράξει. Ότι η δευτεροβάθμια αυτή απόφαση κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη (με την υπ' αριθ. 1831/201 απόφαση του Αρείου Πάγου) της αναίρεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής από τον διάδικο Χ.

Σ. Επιπροσθέτως ο ενάγων εκθέτει ότι, κατόπιν σχετικής εντολής του εναγομένου, συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τις από α) 18.12.2008 και με αριθ. έκθ. κατάθ. .../2008, β) 07.10.2009 και με αριθ. έκθ. κατάθ. .../2009, γ) 22.04.2010 και με αριθ. έκθ. κατάθ. .../2010 τρεις (3) αγωγές κατά των μισθωτών του ως άνω ακινήτου, με αίτημα την επιδίκαση αποζημίωσης χρήσης ποσού 48.990 ευρώ η πρώτη, 16.979,22 ευρώ η δεύτερη και 11.319,48 ευρώ η τρίτη, οι οποίες, κατόπιν ματαίωσης και επαναφοράς τους με κλήση, προσδιορίστηκαν να συζητηθούν στις 28.09.2011.

Ότι για τις εν λόγω ενέργειες συμφώνησε προφορικά με τον εναγόμενο να τηρηθεί η ίδια έγγραφη συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ του τελευταίου και του δικηγόρου Δημητρίου Πλαγιανάκου, δηλαδή συμφωνήθηκε να λάβει ο ενάγων ως αμοιβή ποσοστό 20% από τα ποσά που θα επιδικαστούν τελεσιδίκως, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα δικαιούταν καμία αμοιβή.

Ότι ο εναγόμενος, στις αρχές Σεπτεμβρίου 2012, του κοινοποίησε εξώδικη δήλωση, με την οποία ανακάλεσε αδικαιολόγητα την προαναφερόμενη εντολή, ενώ αρνήθηκε να του καταβάλει οποιαδήποτε αμοιβή, καθώς και τα έξοδα στα οποία αυτός (ενάγων) είχε υποβληθεί για την εκτέλεσή της. Ότι συνεπεία της ως άνω αδικαιολόγητης ανάκλησης της εν λόγω εντολής από τον εναγόμενο, πρέπει να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει τη συμφωνηθείσα με το προμνησθέν εργολαβικό αμοιβή του, ορισθείσα σε ποσοστό 20% επί του συνολικού ποσού των αιτουμένων με τις ανωτέρω τρεις αγωγές αποζημιώσεων χρήσης μετά των νομίμων τόκων, ήτοι επί του ποσού των 109.093 ευρώ, η οποία (αμοιβή) ανέρχεται σε (συνολικό ποσό αιτουμένων με τις εν λόγω αγωγές αποζημιώσεων χρήσης 77.288,48 ευρώ + 31.805 ευρώ νόμιμοι τόκοι = 109.093 ευρώ Χ 20% =) 21.818,60 ευρώ.

Ότι το σύνολο των οφειλομένων σ' αυτόν αμοιβών ανέρχεται στο ποσό των 78.415,28 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 43.728 ευρώ αφορά στο σύνολο των νομίμων ελάχιστων αμοιβών, που δικαιούται αφενός ως εκδοχέας των εκχωρηθεισών σ' αυτόν απαιτήσεων του Δημητρίου Πλαγιανάκου και αφετέρου για τις δικές του ενέργειες, ενώ τα ποσά των 12.868,68 ευρώ και 21.818,60 ευρώ αφορούν στη συμφωνηθείσα με τον εναγόμενο εργολαβική αμοιβή του και δη το ποσό των 12.868,68 ευρώ αντιστοιχεί στο 20% επί του ποσού των 64.343,20 ευρώ, που εισπράχθηκε κατόπιν αναγκαστικής εκτέλεσης της υπ' αριθ. 2491/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών σε βάρος του καθ' ου η πρώτη κύρια παρέμβαση, Χ.

Σ. , ενώ το ποσό των 21.818,60 ευρώ συνιστά, όπως προελέχθη, την εργολαβική αμοιβή του από τις από τις προαναφερόμενες τρεις (3) αγωγές αποζημίωσης χρήσης. Ότι κατόπιν αφαίρεσης του ποσού των 64.343,20 ευρώ, που εισπράχθηκε από αυτόν (ενάγοντα) με αναγκαστική εκτέλεση, κατά τα προαναφερθέντα, από το ως άνω συνολικό ποσό των 78.415,28 ευρώ ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει το υπόλοιπο, το οποίο ανέρχεται σε (78.415,28 - 64.343,20 =) 14.072,08 ευρώ.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 14.072,08 ευρώ ως υπόλοιπο οφειλομένης αμοιβής του και το ποσό των 18.035,82 ευρώ ως αναλογούντα Φ.Π.Α. 23%, υπολογιζόμενο επί του συνόλου της αμοιβής του, ήτοι επί του ποσού των 78.415,28 ευρώ, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από 10.09.2012, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επικουρικά δε, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει τα ανωτέρω ποσά με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, καθόσον κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 106/2018 απόφασή του, συνεκδικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την ένδικη αγωγή και την από 10.04.2014 και με αριθ.

έκθ. κατάθ. .../2014 αγωγή του νυν εναγομένου κατά του ενάγοντος, με την οποία ζητείτο να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει το ποσό των 68.484,45 ευρώ, το οποίο εισέπραξε με αναγκαστική εκτέλεση από τον Χ. Σ. και δεν απέδωσε σ' αυτόν (εναγόμενο στην παρούσα δίκη), όπως όφειλε, Α) παρέπεμψε την από 10.04.2014 αγωγή του Η.

Τ. ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, προκειμένου να εκδικαστεί κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία και Β) απέρριψε την από 29.04.2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος α) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, όσον αφορά την αιτούμενη εργολαβική αμοιβή ποσού 21.818,60 ευρώ, και β) ως νόμω αβάσιμη ως προς την αιτούμενη αμοιβή ποσού 12.868,68 ευρώ, ενώ κατά τα λοιπά δέχθηκε εν μέρει αυτήν και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα, ως υπόλοιπο δικηγορικής αμοιβής, το ποσό των 761 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και το ποσό των 175,03 ευρώ, ως αναλογούντα ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής στον ενάγοντα του ως άνω οφειλόμενου ποσού των 761 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 936,03 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 24.9.2018 (με αριθ. έκθ. κατάθ. .../2018) έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 4226/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικά 2.176,46 ευρώ και συγκεκριμένα α) το ποσό των 1.769,48 ευρώ, ως αμοιβή, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και β) το ποσό των 406,98 ευρώ, ως αναλογούντα ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής στον ενάγοντα της παραπάνω αμοιβής.

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 431/2025, 1246/2023, 19/2020, 319/2017, 1420/2013). Ακόμη, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).

Για την ίδρυση, συνεπώς, του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1648/2024, 1935/2017, 818/2017, 414/2017, 103/2017).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον οικείο λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ προβλεπόμενα αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη. Υπό την έννοια αυτή, έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης (ΑΠ 376/2022). Αντιθέτως, δεν αποτελούν έγγραφα, υπό την προεκτεθείσα έννοια, τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης (ΑΠ 321/2025, 442/2023, 42/2014, 77/2011), όπως η ένδικη αγωγή, η έφεση και οι προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 570/2022, 2081/2007, 2103/2007), ούτε εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 376/2022, 1224/2018, 1613/2013, ΑΠ 25/2011), όπως τα πρακτικά δίκης που περιέχουν μαρτυρικές καταθέσεις (ΑΠ 1412/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, απαιτείται η αντίφαση των διατάξεων να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 957/2021), η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 87/2013). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, εξαιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 123/2024, 294/2023, 1453/2021, 854/2019, 537/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 26/2022, 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Η διάταξη αυτή αποτελεί έκφραση της αρχής της διάθεσης. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής.

Την παράβαση προτείνει αυτός που υπέβαλε την αίτηση και όχι ο αντίδικός του. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν καθορίζεται ποια αίτηση έμεινε αδίκαστη, καθώς και ότι αυτή υποβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 168/2025, 29/2021). 6. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, όσον αφορά το αιτηθέν με την αγωγή επιμέρους ποσό των 12.868,68 ευρώ, τα εξής: "Ο εκκαλών με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου της έφεσής του παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το κονδύλιο ύψους 12.868,68 ευρώ, που αφορούσε την εργολαβικώς συμφωνηθείσα με το από 10.10.2006 ιδιωτικό εργολαβικό συμφωνητικό και τελικώς ματαιωθείσα εργολαβική αμοιβή λόγω αδικαιολόγητης ανάκλησης της δοθείσας σχετικά εντολής, την οποία αυτός ζητούσε με τη διάταξη του άρθρου 170 του Κώδικα Περί Δικηγόρων, ενώ η εκκαλουμένη έκρινε ότι την ως άνω ένδικη αμοιβή του έπρεπε να στηρίξει στη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του ν.δ. 3026/1954, αφού η ανάκληση της εν λόγω εντολής έλαβε χώρα, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, μετά την τελεσίδικη και επιτυχή έκβαση της δίκης με την έκδοση της υπ' αριθ. 5821/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και όχι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και συνεπώς η σχετική περί αμοιβής απαίτηση του ενάγοντος είχε ήδη γεννηθεί με την επιτυχή έκβαση της δίκης και δεν τελούσε πλέον υπό αναβλητική αίρεση.

Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εκ μέρους του ενάγοντος (σωρευτική ή επικουρική) στήριξη του αιτήματός του σε περισσότερους κανόνες δικαίου δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βλαπτική δικονομική γι' αυτόν επίπτωση και ότι εφόσον η εκκαλουμένη ανεύρε η ίδια τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θα έπρεπε να τον εφαρμόσει με βάση την αρχή jura novit curia.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, δεδομένου ότι η ανωτέρω αρχή εφαρμόζεται κατά την υπαγωγή από το Δικαστήριο των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών γεγονότων στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, αφορά δηλαδή την υποχρέωση του Δικαστηρίου να εφαρμόσει τον ορθό κανόνα δικαίου σε πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στην αγωγή και επί των οποίων θεμελιώνεται η νομική της βάση.

Εν προκειμένω τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκτίθενται στην αγωγή για να στηρίξει ο ενάγων το αίτημά του περί καταβολής σ' αυτόν του ποσού των 12.868,68 ευρώ, που αφορούσε την εργολαβικώς συμφωνηθείσα με το από 10.10.2006 ιδιωτικό εργολαβικό συμφωνητικό αμοιβή του, βασίζονται στην ανάκληση της εντολής που παρασχέθηκε στον ενάγοντα με το ως άνω ιδιωτικό εργολαβικό συμφωνητικό και όχι στην επιτυχή έκβαση της δίκης με την έκδοση της υπ' αριθ. 5821/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, οπότε και πληρώθηκε η αίρεση που είχε τεθεί στο ως άνω εργολαβικό συμφωνητικό, ήτοι ότι σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης ο ενάγων θα δικαιούται 20% επί του κεφαλαίου και των τόκων που θα εισπραχθούν.

Ειδικότερα, το αγωγικό αίτημα για καταβολή στον ενάγοντα του ανωτέρω ποσού των 12.868,68 ευρώ ερείδεται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στο γεγονός της ανάκλησης της εντολής, το οποίο ωστόσο δεν θεμελιώνει την αξίωση του ενάγοντος προς απόληψη της ανωτέρω αμοιβής, απορρέουσας από την ως άνω εργολαβική συμφωνία, καθώς κατά τα επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή, διηγηματικά όμως, η ανάκληση της εν λόγω εντολής έλαβε χώρα μετά την τελεσίδικη και επιτυχή έκβαση της δίκης με την έκδοση της υπ' αριθ. 5821/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και όχι ενόσω εκκρεμούσε η έκδοση της παραπάνω απόφασης και συνεπώς η σχετική περί αμοιβής απαίτηση του ενάγοντος είχε ήδη γεννηθεί με την επιτυχή έκβαση της δίκης και δεν τελούσε πλέον υπό αναβλητική αίρεση, οπότε στην περίπτωση αυτή ο ενάγων θα δικαιούταν να αναζητήσει την συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή του με βάση τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του ν.δ. 3026/1954 και όχι με βάση τη διάταξη του άρθρου 170 του ίδιου ν.δ., με την οποία θα μπορούσε να την αναζητήσει μόνο κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας σε περίπτωση αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής.

Σημειωτέον ότι την ως άνω ένδικη αξίωση ο ενάγων δεν στηρίζει επικουρικά στη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του ν.δ. 3026/1954, όπως ο ίδιος εσφαλμένα υποστηρίζει με τον ανωτέρω λόγο της έφεσής του, αλλά ρητά στο άρθρο 170 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων.

Συνεπώς, εφόσον τα επικαλούμενα για τη θεμελίωση του δικαιώματος του ενάγοντος προς απόληψη της δικηγορικής αμοιβής, ήτοι η ανάκληση της εντολής, δεν θεμελιώνουν το εν λόγω δικαίωμά του, καθώς αυτό στηρίζεται, όπως προεκτέθηκε, όχι στην ανάκληση της εντολής, αλλά στην προ της ανακλήσεως της εντολής πραγματοποίηση της αίρεσης που είχε τεθεί στο επικαλούμενο από τον ενάγοντα ιδιωτικό συμφωνητικό - εργολαβικό δίκης, με την έκδοση της ανωτέρω ευνοϊκής για τον εντολέα του ενάγοντος τελεσίδικης απόφασης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το αγωγικό αίτημα περί καταβολής στον ενάγοντα, ως αμοιβή του απορρέουσα από το εργολαβικό συμφωνητικό, το ποσό των 12.868,68 ευρώ, με την ανωτέρω αιτιολογία".

Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (επιγραφόμενο ως σκέλος Ι), προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: α) την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν καθορίζει εάν ο δικηγόρος Δημήτριος Πλαγιανάκος συνέταξε και υπέγραψε τα δικόγραφα των πρωτόδικων προτάσεων, της έφεσης και των εφετειακών προτάσεων, ώστε να δικαιούται την εργολαβική κατά ποσοστό 20% αμοιβή του, ύψους 12.868,68 ευρώ, ή εάν ζήτησε οποτεδήποτε τέτοια αμοιβή από τον αναιρεσίβλητο, εξωδίκως ή δικαστικώς, εφόσον δε ο προαναφερόμενος δικηγόρος δεν υπέγραψε ποτέ αυτά τα δικόγραφα και, συνακόλουθα, ο αναιρεσείων δεν δικαιούται την ανωτέρω δικηγορική αμοιβή λόγω μη εκχώρησης της σχετικής απαίτησης, δεν καθορίζεται ποιος δικηγόρος δικαιούται εν τέλει την εν λόγω αμοιβή για την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που αφορούσε την είσπραξη μισθωμάτων με ποσοστό δικηγορικής αμοιβής 20%.

β) Την πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι ενώ από όλα τα δικόγραφα, που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε ως αποδεικτικά έγγραφα και τα οποία παραθέτει, αποδεικνύεται ότι αυτά έχουν συνταχθεί και υπογραφεί από τον ίδιο (αναιρεσείοντα), του οποίου άλλωστε φέρουν την υπογραφή και δικηγορική σφραγίδα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι στη σύνταξη και υπογραφή αυτών προέβη ο δικηγόρος Δημήτριος Πλαγιανάκος, ο οποίος, ωστόσο, δεν εμφανίζεται πουθενά στα συγκεκριμένα έγγραφα (δικόγραφα).

γ) Την πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραμόρφωσε επιπλέον και το περιεχόμενο των εξής δικογράφων, που αυτός (αναιρεσείων) προσκόμισε στο Εφετείο για την υπό κρίση υπόθεση, ήτοι: 1) Της ένδικης αγωγής, 2) των πρωτόδικων προτάσεων του ιδίου και του εναγομένου, 3) της υπ' αριθ. 106/2018 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των ταυτάριθμων με αυτή πρακτικών, 4) της έφεσής του κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, 5) των κατ' έφεση προτάσεων του ιδίου και του εφεσιβλήτου και 6) των πρακτικών της κατ' έφεση δίκης, διότι σε αυτά ουδόλως αναφέρεται ότι ο δικηγόρος Δημήτριος Πλαγιανάκος συνέταξε τα προαναφερθέντα, στο πλαίσιο της επικαλούμενης υπό στοιχ.

β' πλημμέλειας, δικόγραφα, με αποτέλεσμα να δεχθεί γεγονότα καταδήλως διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα ως άνω υπό στοιχ. β' και γ' έγγραφα και να απορρίψει την αιτηθείσα με την ένδικη αγωγή αμοιβή του, ύψους 12.868,68 ευρώ. δ) Την πλημμέλεια από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, σε ακολουθία των υπό στοιχ.

β' και γ' πλημμελειών του, περιέχει αντιφατικές μεταξύ τους διατάξεις, καθώς δέχθηκε πραγματικά γεγονότα καταδήλως διάφορα από εκείνα που αναφέρονται στα υπό στοιχ. β' και γ' έγγραφα. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ως προς όλες τις αιτιάσεις του κρίνεται απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, και σε συνάρτηση με όσα κατά περίπτωση στις οικείες ως άνω νομικές σκέψεις εκτίθενται, ο λόγος είναι στο σύνολό του απαράδεκτος, διότι:

Ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ προϋπόθεση για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου αποτελεί, κατά τα άνω αναφερόμενα, η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα ή την παντελή έλλειψη των οποίων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, εν προκειμένω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο απορριπτέο ως μη νόμιμο (όπως είχε κριθεί και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), δηλαδή χωρίς να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά του.

Καθόσον αφορά στην πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας ως ανωτέρω, δηλαδή απορρίπτοντας το συγκεκριμένο κονδύλιο ως μη νόμιμο, δεν ερεύνησε αυτό ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραμόρφωσης αποδεικτικών εγγράφων, κατά την έννοια του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Τέλος, ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται αντιφατικές διατάξεις κατά την έννοια που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση αυτού του λόγου αναίρεσης, δηλαδή την ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης, εξαιτίας των οποίων προκαλείται αοριστία σε αυτό (διατακτικό), αλλά οι αιτιάσεις του αφορούν στην εκτίμηση των εγγράφων που ο ίδιος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μολονότι μάλιστα το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν. 7.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν ήταν νόμιμη ως προς το κονδύλιο ύψους 1.250 ευρώ, το οποίο ο τελευταίος ζητούσε ως αμοιβή για τη σύνταξη και κατάθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κοινών προτάσεων κατά τη συζήτηση των αναφερομένων στην αγωγή δικογράφων, στις 26.09.2007, επί των οποίων εκδόθηκε η 2548/2007 απόφαση.

Ειδικότερα, έκρινε ότι: "... με την ένδικη αγωγή και κατά τα ουσιώδη στοιχεία της για τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων που αφορούν την αμοιβή του εκκαλούντος - ενάγοντος: α) για τη σύνταξη και κατάθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κοινών προτάσεων κατά τη συζήτηση των αναφερομένων στην αγωγή δικογράφων στις 26.09.2007, επί των οποίων εκδόθηκε η 2548/2007 απόφαση και αφορούν την αμοιβή του ενάγοντος ύψους 1.250 ευρώ ως προς την αγωγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου λόγω επανειλημμένης δυστροπίας εκ μέρους των μισθωτών καταβολής των μισθωμάτων, υπολογιζόμενη κατά τον ενάγοντα ποσοστιαία και ειδικότερα με βάση την αξία της όλης μίσθωσης (12ετία) ανερχομένης στο ποσό των 361.300 ευρώ (327.539 ευρώ +17.738 ευρώ ετήσιο μίσθωμα 2ου έτους + 16.125 ευρώ ετήσιο μίσθωμα 1ου έτους ) , η αγωγή είναι κατά το μέρος αυτό μη νόμιμη, αφού η σχετική αμοιβή έπρεπε να υπολογιστεί με την ειδικότερη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 2, ήτοι με καθορισμό κατ' αποκοπήν αποζημίωσης, με αναφορά δηλαδή σε συγκεκριμένο ποσό "δραχμών" που πολλαπλασιάζονται με συντελεστή καθοριζόμενο με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ...".

Μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης (και) ως προς τη σχετική με το εν λόγω κονδύλιο διάταξή της, απέρριψε την αγωγή ως προς το κονδύλιο τούτο ως νόμω αβάσιμη. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης (επιγραφόμενο ως σκέλος ΙΙ), ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το ως άνω αγωγικό κονδύλιο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), καθώς δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, εάν υπήρξαν αυξητικοί της δικηγορικής αυτής αμοιβής του παράγοντες, κατά την ως άνω διάταξη, τους οποίους αυτός είχε αναλυτικώς διαλάβει στην ένδικη αγωγή του, και δη ποιότητα της εργασίας του, αξία της μίσθωσης ύψους 368.000 ευρώ και πλήθος των συνεκδικασθεισών αγωγών (έξι συνολικά), μολονότι τους αυξητικούς αυτούς παράγοντες εφάρμοσε το Εφετείο σε σχέση με άλλο κονδύλιο της αγωγής του.

Ο λόγος αυτός, ως προς το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, διότι το Εφετείο δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης ως προς το επίμαχο αγωγικό κονδύλιο, αλλ' απέρριψε αυτό ως μη νόμιμο.

Ως προς το σκέλος του δε από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε ως προς το συγκεκριμένο κονδύλιο ως μη νόμιμη, επειδή η αιτούμενη από τον ενάγοντα αμοιβή δεν υπολογίστηκε κατά το άρθρο 114 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων, όπως θα έπρεπε, οπότε θα είχε έδαφος εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ήτοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, για τον καθορισμό της αμοιβής, και οι περιστάσεις εκείνες που θα δικαιολογούσαν ενδεχομένως την επιδίκαση αυξημένης αμοιβής (σε σχέση με την προβλεπόμενη ελάχιστη), αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών (βλ.

και ΑΠ 1518/2018, 1275/2018), αλλά υπολογίστηκε ποσοστιαία και ειδικότερα με βάση την αξία της όλης μίσθωσης (12ετία), ανερχομένης, κατά την αγωγή, στο ποσό των 361.300 ευρώ, οπότε η διάταξη που, κατά τον αναιρεσείοντα, φέρεται ότι παραβιάστηκε δεν είχε έδαφος εφαρμογής. Εξάλλου, με τον έκτο λόγο αναίρεσης (αναγραφόμενο ως σκέλος VI), ο αναιρεσείων, πλήττοντας την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (μεταξύ άλλων και) ως προς την κρίση της αναφορικά με το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο ύψους 1.250 ευρώ, προσάπτει επιπλέον σε αυτήν:

α) Την αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 173 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων και οδηγήθηκε στην απόρριψη του οικείου αιτήματός του, β) την αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι παραβίασε την ίδια ως άνω διάταξη διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της ελλιπείς αιτιολογίες, καθώς δεν αναφέρει, για να καταλήξει στο απορριπτικό πόρισμά της, εάν έλαβε χώρα εκδίκαση της αγωγής, εάν η κατάθεση στο δικαστήριο αποτελεί ή όχι ευτελέστατης σημασίας δικηγορική ενέργεια σε σύγκριση με τη μελέτη, συγγραφή και υπογραφή των δικογράφων πολύπλοκων αγωγών, προτάσεων, εφέσεων και προτάσεων έφεσης ούτε αναφέρει ότι οι παραπομπές της στη νομολογία του ΑΠ αφορούν σε μη εκδικασθείσες αγωγές και όχι σε αγωγές και ένδικα μέσα που, όπως στη δική του περίπτωση, εκδικάστηκαν και εκδόθηκαν επ' αυτών οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο αποφάσεις.

γ) Την πλημμέλεια από τον αριθ. 12, κατ' ορθή δε εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι ουδόλως έλαβε υπόψη της τη σιωπηρή, πλην σαφή, δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου ως προς το δυσμενές για τον τελευταίο γεγονός της κατάθεσης από τον ίδιο (εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα) των επίμαχων δικογράφων (πρωτόδικων και εφετειακών προτάσεων και έφεσης) στη Γραμματεία των οικείων δικαστηρίων.

Ο λόγος αυτός, όσον αφορά το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο ύψους 1.250 ευρώ, είναι απορριπτέος στο σύνολό του ως απαράδεκτος και δη: α) Ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελής, διότι ο αναιρεσείων δεν πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την κρίση της ότι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση είναι η διάταξη του άρθρου 114 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), αφού δεν επικαλείται σχετικώς ότι ο εν λόγω κανόνας δικαίου εσφαλμένα ερμηνεύτηκε ή εφαρμόστηκε, αλλά περιορίζεται στην αιτίαση περί εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής του εφαρμοστέου εν προκειμένω κανόνα του άρθρου 173 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι "Η υπογραφή εγγράφου παρά Δικηγόρου χορηγεί αυτώ το δικαίωμα της κατά τον παρόντα νόμον πλήρους διά την σύνταξιν του εγγράφου αμοιβής".

β) Ως προς την αιτίαση από τον αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι, όπως και ανωτέρω αναφέρεται (στα πλαίσια των πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης), το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς το συγκεκριμένο κονδύλιο ως μη νόμιμη, δηλαδή χωρίς να εισέλθει στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητάς του.

γ) Ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην οικεία νομική σκέψη, και αυτή η πλημμέλεια προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, όμως εν προκειμένω το επίμαχο αγωγικό κονδύλιο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο. 8. Περαιτέρω, ως προς το κονδύλιο της αγωγής που αφορά αμοιβή για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τη συζήτηση της αγωγής περί αναγνώρισης του ανυπόστατου, άλλως άκυρου, της τροποποιητικής της αρχικής μισθωτικής σύμβασης, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "...

για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου όσον αφορά την αγωγή περί αναγνώρισης του ανυποστάτου, άλλως του ακύρου, της τροποποιητικής της αρχικής μισθωτικής σύμβασης, η αμοιβή του ενάγοντος ανέρχεται στο ήμισυ της αμοιβής για τη σύνταξη της αγωγής (άρθρο 107 παρ. 1 Κώδ.

Δικ.), το αίτημα της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, είναι αναγνωριστικό της ακυρότητας μισθωτικής σύμβασης, συνεπώς καθορίζεται με βάση την πραγματική αξία, που είχε το αντικείμενο αυτής κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι κατά την 26.09.2007.

Η αξία δε του αντικειμένου της αγωγής αυτής προσδιορίζεται, κατ' άρθρο 11 περ. 6 του ΚΠολΔ, από το μίσθωμα ενός έτους, ήτοι με βάση το ετήσιο μίσθωμα που αντιστοιχούσε στα 2/3 του ποσοστού συγκυριότητας του εναγομένου κατά την 26.09.2007 επί του μισθίου ακινήτου, ανερχομένου, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και μη αμφισβητουμένου από τον εναγόμενο, στο ποσό των 31.416 ευρώ, ως εκ τούτου η αμοιβή του ενάγοντος για την ανωτέρω ενέργεια ανέρχεται στο ποσό των 314,16 ευρώ (31.416 X 1%).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το σχετικό αίτημα, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, γενομένων δεκτών και ως κατ' ουσίαν βάσιμων των πρώτου και πέμπτου λόγων της ένδικης έφεσης κατά τα σχετικά σκέλη αυτών...". Ο τρίτος λόγος αναίρεσης (επιγραφόμενος ως ΙΙΙ σκέλος) διαλαμβάνει την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 11 περ. 6 ΚΠολΔ για την εξεύρεση του χρηματικού αντικειμένου της κύριας παρέμβασης (αγωγής) του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο τελευταίος αιτήθηκε την αναγνώριση της ακυρότητας της μισθωτικής σύμβασης, συνακόλουθα δε, για την εξεύρεση και του ύψους της δικηγορικής αμοιβής για τη σύνταξη των προτάσεων επί της εν λόγω αγωγής, αφού η προαναφερόμενη διάταξη του ΚΠολΔ αφορά τον ορισμό του αντικειμένου της μισθωτικής αγωγής αποκλειστικά για τον προσδιορισμό του καθ' ύλην αρμόδιου δικαστηρίου σε εκείνη τη δίκη, για δε τον προσδιορισμό της δικηγορικής αμοιβής του εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων, με βάση την οποία, και ενόψει του ότι το αντικείμενο της μισθωτικής σύμβασης ανερχόταν σε 327.500 ευρώ, η αμοιβή του συνίστατο σε 3.275 ευρώ, δηλαδή μεγαλύτερη κατά το ποσό των 2.961 ευρώ εκείνης των 314 ευρώ που το Εφετείο επιδίκασε.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο γίνεται επίκληση παραβίασης του άρθρου 11 περ. 6 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ενώ για την αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απαιτείται η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο αναιρεσείων επικαλείται παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου. Ακόμη, όμως, και αν θεωρηθεί ότι με τον αναιρετικό αυτό λόγο προβάλλεται αιτίαση και για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 107 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων, ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι ορθώς το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, υπολογίζοντας την αξία του αντικειμένου της μισθωτικής δίκης με βάση το άρθρο 11 περ. 6 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι για τις διαφορές που αφορούν την ύπαρξη, τη διάρκεια, την εκτέλεση ή την ακυρότητα μισθωτικής σύμβασης, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς για μισθώσεις με διάρκεια μεγαλύτερη του έτους (όπως εν προκειμένω, αφού το αντικείμενο της δίκης ήταν η ακυρότητα μίσθωσης με διάρκεια 12ετή) προσδιορίζεται από το μίσθωμα ενός έτους, ακολούθως δε, υπολογίζοντας επί της ως άνω εξευρεθείσας αξίας του αντικειμένου της δίκης, την αμοιβή του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος για σύνταξη προτάσεων επί της εν λόγω αγωγής.

Συνεπώς, με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, επιδικάζοντας ως αμοιβή του αναιρεσείοντος, για τις προτάσεις του επί της ως άνω μισθωτικής αγωγής, το ποσό των 314 ευρώ και όχι εκείνο των 3.275 ευρώ, το οποίο ο τελευταίος ζητούσε με την αγωγή του. 9.

Εξάλλου, τα αγωγικά κονδύλια ύψους 13.100 ευρώ και 5.000 ευρώ, που αιτήθηκε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ως αμοιβή για τη σύνταξη και κατάθεση έφεσης κατά της υπ' αριθ. 2548/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αυτή (έφεση) έπληττε, αντιστοίχως, το σκέλος της εκκαλούμενης απόφασης που αφορούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της τροποποιητικής της αρχικής μισθωτικής σύμβασης και το έτερο σκέλος της που αφορούσε την απόδοση του μισθίου ακινήτου, απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα από το Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι: "....

β) για τη σύνταξη και κατάθεση της ασκηθείσας κατά της 2548/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έφεσης, ο ενάγων ζητά την αμοιβή του, την οποία υπολογίζει στο διπλάσιο ποσό αμοιβής που έπρεπε να του καταβληθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 100 του Κώδικα Δικηγόρων, και ειδικότερα, όσον αφορά τη σύνταξη του δικογράφου της έφεσης κατά της εκκαλουμένης 2548/2007 απόφασης κατά το μέρος που αφορούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της τροποποιητικής της αρχικής μισθωτικής σύμβασης, ελλείψει δικαιοπρακτικής ικανότητας της απώτερης δικαιοπαρόχου του εναγομένου, Α.

Ζ. , ζητά το ποσό των 13.100 ευρώ, ενώ κατά τον ίδιο τρόπο υπολογίζει την αμοιβή του (ήτοι με βάση τον ποσοστιαίο υπολογισμό) όσον αφορά τη σύνταξη του δικογράφου της έφεσης για την απόδοση του μισθίου ακινήτου, αιτούμενος το ποσό των 5.000 ευρώ. Ωστόσο, η αιτούμενη αμοιβή του για τη σύνταξη και κατάθεση του δικογράφου της έφεσης είναι μη νόμιμη, καθόσον η αμοιβή για την ανωτέρω ενέργεια ρυθμίζεται από την ειδικότερη διάταξη του άρθρου 125 παρ. 2 του ν.δ. 3026/1954, δυνάμει της οποίας καθορίζεται ως κατώτατη ελάχιστη αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη εφέσεως κατ' αποφάσεως του Πρωτοδικείου το ποσό των 40 μεταλλικών δραχμών και ουδόλως ρυθμίζεται από αυτήν του άρθρου 110 του ανωτέρω ν.δ., όπως μη νόμιμα την υπολογίζει ο ενάγων και δη στο διπλάσιο της αμοιβής που αυτός δικαιούται βάσει του άρθρου 100 του Κώδικα Δικηγόρων, αντλώντας, όπως ισχυρίζεται, το επιχείρημά του αυτό από το άρθρο 110 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, το οποίο ωστόσο προβλέπει την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη και κατάθεση των προτάσεων στο δεύτερο βαθμό και όχι την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη και κατάθεση του δικογράφου της έφεσης, για την οποία προβλέπει η ειδικότερη διάταξη του άρθρου 125 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων ...".

Κατόπιν αυτών δε, μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης (και) ως προς τη σχετική με τα ως άνω κονδύλια διάταξή της, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς τα εν λόγω κονδύλια ως μη νόμιμη. Ακολούθως, κρίνοντας επί του αγωγικού κονδυλίου αμοιβής του εκκαλούντος - ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, κατά το μέρος που η ασκηθείσα έφεση έπληττε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το σχετικό με την αναγνώριση της ακυρότητας της τροποποιητικής της αρχικής μισθωτικής σύμβασης σκέλος της, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "...Για τη σύνταξη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 110 παρ. 1 του Κώδ.

Δικηγόρων), κατά το σκέλος που έβαλε κατά της εκκαλουμένης απόφασης σχετικά με την αναγνώριση της ακυρότητας της τροποποιητικής της αρχικής σύμβασης μίσθωσης, η αμοιβή του ενάγοντος ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης, ήτοι 31.416 ευρώ Χ 2% = 628,32 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δεν υπολόγισε την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του ενάγοντος για την προεκτεθείσα ενέργειά του ποσοστιαίως, αλλά με βάση την υπ' αριθ. .../ 2007 ΚΥΑ, σύμφωνα με την οποία το ποσό που ορίζεται ως αμοιβή για τη συγκεκριμένη νομική υπηρεσία είναι μικρότερο (139,00) του ποσοστιαίου προσδιορισμού, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός και ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο τρίτος λόγος της ένδικης έφεσης κατά το σχετικό σκέλος του....".

Ακολούθως δε, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε στον ενάγοντα, μεταξύ άλλων, το ποσό των 628,32 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης (επιγραφόμενο ως σκέλος IV), ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε: α) Στην πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο απέρριψε τις ανωτέρω αγωγικές αξιώσεις του, ποσού 13.100 ευρώ και 5.000 ευρώ, ως μη νόμιμες, ενώ ήδη τις είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμες.

β) Την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αναφορικά με την αμοιβή για την άσκηση της έφεσης ως προς αμφότερα τα σκέλη της, τα οποία αφορούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας της τροποποιητικής της αρχικής μισθωτικής σύμβασης και την απόδοση του μισθίου, αντιστοίχως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 125 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων, ενώ εφαρμοστέες ήταν οι διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ερμηνευόμενες "κατ' αναλογία", καθώς είναι νομικώς ασύμβατο οι προτάσεις επί της έφεσης να αμείβονται ποσοστιαίως επί της αξίας της διαφοράς, ενώ η άσκηση της έφεσης, που αποτελεί τη βάση των προτάσεων στο εφετείο, να αμείβεται με το ποσό των 125 ευρώ. (Σημειωτέον ότι σχετικώς με το ποσό των 628,32 ευρώ που επιδίκασε η προσβαλλόμενη απόφαση στον αναιρεσείοντα, για σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, δεν προβάλλεται από τον τελευταίο οποιαδήποτε αιτίαση με τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης, στα πλαίσια του οποίου αναφέρονται στο αναιρετήριο οι σχετικές με το εν λόγω κονδύλιο παραδοχές της ως άνω απόφασης).

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολό του, κατά τις εξής διακρίσεις: α) Κατά το πρώτο το σκέλος του, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα αγωγικά αιτήματα για επιδίκαση των κονδυλίων ποσού 13.100 ευρώ και 5.000 ευρώ απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα, όπως ρητώς αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης, συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην οικεία νομική σκέψη, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε την ουσιαστική βασιμότητα των εν λόγω αιτημάτων.

β)Κατά το δεύτερο σκέλος του, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, διότι αναφορικά με την αμοιβή του αναιρεσείοντος για τη σύνταξη της έφεσης ορθώς εφαρμόστηκε το άρθρο 125 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων περί υπολογισμού της εν λόγω αμοιβής με βάση το σύστημα των μεταλλικών δραχμών, ενώ το άρθρο 110 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αφορούσε την αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων.

Ήδη δε το άρθρο 69 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) υιοθετεί το ίδιο πρότυπο, ρυθμίζοντας ειδικά τη νόμιμη αμοιβή μόνο για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή του εφετείου δικάζοντος ως δικαστηρίου πρώτου βαθμού, με αποτέλεσμα η νόμιμη αμοιβή για τη σύνταξη της έφεσης να ρυθμίζεται με βάση τις κατ' αποκοπή αμοιβές του Παραρτήματος Ι (κατ' αποκοπή αμοιβή για τη σύνταξη της έφεσης, ύψους 139 - 161 ευρώ ανάλογα με τη διαδικασία). 10.

Σε σχέση με το αγωγικό αίτημα επιδίκασης αμοιβής, ποσού 2.500 ευρώ, για τη σύνταξη προτάσεων επί της έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 2548/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "... γ) αναφορικά με την αμοιβή του ενάγοντος για τη σύνταξη των προτάσεων στο Εφετείο για την υποστήριξη της έφεσής του κατά της εκκαλουμένης απόφασης, κατά το σκέλος που αφορούσε την απόδοση μισθίου λόγω επανειλημμένης δυστροπίας των μισθωτών για την καταβολή των μισθωμάτων, ο ενάγων υπολογίζει την αμοιβή του στο διπλάσιο ποσό της αμοιβής των πρωτόδικων προτάσεων, κατ' άρθρο 110 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 107 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ανερχομένης κατ' αυτόν στο ποσό των 2.500 ευρώ.

Στην προκείμενη περίπτωση, για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων στο Εφετείο προς υποστήριξη της ασκηθείσας έφεσης που βάλλει κατά της εκκαλουμένης ως προς το σκέλος της απόδοσης μισθίου λόγω επανειλημμένης δυστροπίας για την καταβολή των μισθωμάτων, η αμοιβή του ενάγοντος δικηγόρου για την υπ' αυτού δικαστική ενέργεια της σύνταξης και κατάθεσης προτάσεων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν ρυθμίζεται ποσοστιαία, όπως εσφαλμένα την υπολογίζει ο εκκαλών - ενάγων, αλλά κατ' αποκοπή με βάση τα οριζόμενα στην ΥΑ ...2007, αφού για τη σύνταξη της αγωγής με αντικείμενο την απόδοση μισθίου ισχύει η ειδικότερη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, που προβλέπει το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη τέτοιου δικογράφου ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών σε δραχμές 40, και όχι η διάταξη του άρθρου 100 του Κώδικα Δικηγόρων.

Επομένως, η ένδικη αγωγή ως προς το κονδύλιο του ποσοστιαίου υπολογισμού της αμοιβής του ενάγοντος για τη σύνταξη των προτάσεων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το σκέλος που βάλλει κατά της εκκαλουμένης απόφασης και αφορά την απόδοση μισθίου, ύψους 2.500 ευρώ, είναι μη νόμιμη....".

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (και) ως προς τη σχετική με το εν λόγω κονδύλιο διάταξή της, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς αυτό το κονδύλιο ως μη νόμιμη. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης (επιγραφόμενο ως σκέλος V) ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση:

α) Την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις αυξητικές παραμέτρους του άρθρου 98 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων και ειδικότερα, την αξία της μίσθωσης, ανερχόμενη στο ποσό των 367.000 ευρώ, την εξαιρετική δυσχέρεια για την επίτευξη ευνοϊκής απόφασης κλπ., μολονότι τις παραμέτρους αυτές είχε συμπεριλάβει τόσο στην αγωγή, όσο και στην έφεσή του.

β) Την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, αφού ουδεμία κρίση περιέχει περί των δικηγορικών αμοιβών που δικαιούται για τη σύνταξη των προτάσεων της έφεσης (κοινών για όλες τις ασκηθείσες εφέσεις), αναφορικά με την προσβολή της πρωτόδικης απόφασης κατά τα σκέλη αυτής που αφορούν την ακύρωση της μισθωτικής σύμβασης ύψους 367.000 ευρώ και την είσπραξη των μισθωμάτων ύψους 67.000 ευρώ και οι οποίες (αμοιβές) υπολογίζονται ποσοστιαίως κατά τον Κώδικα Δικηγόρων.

γ) Την πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο άφησε αδίκαστες τις αιτήσεις του για τα αγωγικά αυτά κονδύλια. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολό του, κατά τις εξής διακρίσεις: α) Ως προς το σκέλος του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την Υ.Α. .../2007.

Εφόσον δε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η συγκεκριμένη απαίτηση κρίθηκε ως μη νόμιμη, επειδή η αιτούμενη από τον ενάγοντα αμοιβή υπολογίστηκε όχι κατά το άρθρο 114 του Κώδικα Δικηγόρων, αλλά ποσοστιαία, και ειδικότερα με βάση την αξία της όλης μίσθωσης (12ετία), δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 98 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων περί επαύξησης της αμοιβής, η οποία (διάταξη) άλλωστε δύναται να τύχει εφαρμογής μόνο εφόσον το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1275/2018).

β) Ως προς το σκέλος του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος, επειδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό αίτημα της αγωγής ως μη νόμιμο, συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην οικεία νομική σκέψη, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε την ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω αιτήματος.

γ) Αναφορικά με το σκέλος του εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, αφού από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δίκασε και απέρριψε το αίτημα επιδίκασης της ανωτέρω αμοιβής, ποσού 2.500 ευρώ, ως μη νόμιμο. 11. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 92 παρ. 1, 98 και 100 παρ. 1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση λόγω του χρόνου γένεσης των επίδικων αξιώσεων, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη, και αμοιβή, το ύψος της οποίας, εάν ειδικώς δεν έχει συμφωνηθεί με τον εντολέα του, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τα όρια που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 100 επ.

του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1264/2017). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 51 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, που ορίζει ότι "ο δικηγόρος υποχρεούται να μη υπογράφη γνωμοδοτήσεις, δικόγραφα ή άλλα έγγραφα μη συντεταγμένα παρ' αυτού ή περί ων δεν διεσκέφθη μετά του συντάκτου", συνάγεται ότι το δικαίωμα του δικηγόρου να απαιτήσει την προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις αμοιβή προϋποθέτει ολοκληρωμένη την ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται αμοιβή και ειδικότερα διατύπωση από τον δικηγόρο του περιεχομένου του διαδικαστικού εγγράφου και υπογραφή του από τον ίδιο.

Η νομική αυτή παραδοχή δεν αναιρείται από τα οριζόμενα στο άρθρο 173 του ίδιου Κώδικα, καθόσον με αυτό ορίζεται ως επιπρόσθετη προϋπόθεση, για να δικαιούται ο δικηγόρος της απόληψης της προβλεπόμενης αμοιβής, η υπογραφή του δικογράφου της αγωγής κλπ., το περιεχόμενο της οποίας εκείνος έχει διατυπώσει (ΑΠ 764/2024, 1353/2017), με την υπογραφή δε, ολοκληρώνεται η σύνταξή της (ΑΠ 764/2024).

Μόνη η σύνταξη του κειμένου της ή η υπογραφή του δικογράφου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2008, ΑΠ 764/2024, 1353/2017). Θεωρείται δε, ειδικώς ως προς την άσκηση αγωγής, ότι έχει ολοκληρωθεί και τελειωθεί η προς τούτο εντολή του εντολέα πελάτη, από τη χρονική στιγμή κατά την οποία ο εντολοδόχος δικηγόρος συντάξει το δικόγραφο της αγωγής και καταθέσει αυτό στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο αυτό απευθύνεται (ΑΠ 1264/2017), ενώ ειδικά επί προτάσεων απαιτείται, πέραν της διατύπωσης του περιεχομένου τους και της υπογραφής αυτών, και η κατάθεσή τους στο αρμόδιο δικαστήριο, δια των οποίων και μόνο (πράξεων) ολοκληρώνεται, σε εκτέλεση της παρασχεθείσας στον δικηγόρο εντολής, η ενέργεια την οποία αφορά η αμοιβή αυτού (ΑΠ 1353/2017) και εξασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1353/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ. ΑΠ 23/2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια, γενικά ή ειδικά, για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών των αντιδίκων του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στον δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία η άρνηση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και από το σύνολο των ισχυρισμών του έμμεση δικαστική ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης και του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή αυτή ή την ένσταση, είναι να μην αμφισβητήθηκε ειδικώς από εκείνον ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός.

Αν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, δηλαδή, αν δεν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση, το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει, ανελέγκτως ως προς τούτο, αν από το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση ομολογία (ΑΠ 1509/2021, 1453/2003, 885/2002). Ο Άρειος Πάγος, με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ελέγχει, με τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ (ΑΠ 530/2015), μόνο αν υπήρξε ή όχι άμεση ή έμμεση αμφισβήτηση αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή αποτελεί πράγμα, και αν το Εφετείο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του την έλλειψη άμεσης ή έμμεσης αμφισβήτησης τέτοιου ισχυρισμού (ΑΠ 168/2006, ΑΠ 378/2004).

Το ζήτημα, όμως, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τη μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνάγεται ή όχι σιωπηρή ομολογία του διαδίκου, δηλαδή η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο γιατί αφορά την εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 1509/2021, 498/2019, 1236/2018, 389/2011, 210/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με τα κονδύλια της αγωγής του αναιρεσείοντος για αμοιβή του 1) ύψους 603 ευρώ, για τη σύνταξη και κατάθεση της από ....2007 και με αριθμό κατάθ. .../2007 κύριας παρέμβασης και 2) ύψους 300 ευρώ, για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων επί της κύριας αυτής παρέμβασης, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αυτά ως ουσιαστικά αβάσιμα, δεχόμενο ότι:

Ως προς το υπ' αριθ. 1 κονδύλιο: "....αναφορικά με την από ....2007 και με αριθμό καταθέσεως .../2007 κύρια παρέμβαση, την οποία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία αιτείται ως νόμιμη αμοιβή το ποσό των 603,00 ευρώ, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς το σχετικό κονδύλιο ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατέθεσε το εν λόγω δικόγραφο (της κύριας παρέμβασης) στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διότι δεν προσκομίζει τη σχετική έκθεση κατάθεσης του ανωτέρω δικογράφου, ώστε να προκύπτει ο καταθέτης αυτού, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αμέσως ανωτέρω, δεν θεμελιώνεται υπέρ αυτού αξίωση αμοιβής, ενόψει του ότι το δικαίωμα αμοιβής του δικηγόρου για κάθε παρεχόμενη στον εντολέα του εργασία προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια και συγκεκριμένα σύνταξη από τον δικηγόρο του περιεχομένου του οικείου διαδικαστικού εγγράφου, υπογραφή από τον ίδιο και κατάθεσή του από τον ίδιο στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, μη αρκούντος του προσκομιζόμενου από αυτόν αντιγράφου της ανωτέρω κύριας παρέμβασης, αφού τούτο δεν φέρει σχετική έκθεση κατάθεσης, καθόσον δεν προκύπτει ο καταθέτης του σχετικού δικογράφου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και απέρριψε τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια ως κατ' ουσίαν αβάσιμα με την ίδια αιτιολογία, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα....".

Ως προς δε το υπ' αριθ. 2 κονδύλιο: "....όσον αφορά την αιτουμένη εκ 300 ευρώ αμοιβή για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων επί της από ....2007 κύριας παρέμβασης στην ανοιγείσα με αριθμό ΓΑΚ .../2009 μισθωτική αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών του Χ. Σ. , δικηγόρου Αθηνών, κατά των: 1) εταιρείας με την επωνυμία "...

ΕΕ" και 2) ... , είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθόσον ο ενάγων δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει αντίγραφο των εν λόγω προτάσεων, ώστε το Δικαστήριο να διαπιστώσει εάν πράγματι αυτός υπέγραψε και κατέθεσε τις σχετικές προτάσεις, με συνέπεια να δικαιούται τη σχετική αμοιβή, αφού δεν θεμελιώνεται αξίωση αμοιβής υπέρ αυτού, εάν δεν προηγηθεί ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται αμοιβή και ειδικότερα, διατύπωση από τον δικηγόρο του περιεχομένου του οικείου διαδικαστικού εγγράφου, υπογραφή του από τον ίδιο και κατάθεσή του από τον ίδιο στη Γραμματεία του Δικαστηρίου προς το οποίο αυτό απευθύνεται, μη αρκούσης εν προκειμένω της αναφοράς στην 2548/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου περί εκπροσώπησης του στη δίκη αυτού εναγομένου από τον ενάγοντα κατά τη συζήτηση των ως άνω υποθέσεων, αφού από την αναφορά αυτή δεν προκύπτει ο συντάκτης και καταθέτης των προτάσεων, λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη ότι καμία αναφορά δεν γίνεται στην ανωτέρω απόφαση περί κατάθεσης από αυτόν προτάσεων.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε με την ίδια αιτιολογία το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένων ως κατ' ουσίαν αβάσιμων των πρώτου και πέμπτου λόγων της ένδικης έφεσης κατά τα σχετικά σκέλη τους....". Με τον έκτο λόγο αναίρεσης (επιγραφόμενο ως σκέλος VI), καθ' ο μέρος αυτός αφορά στα συγκεκριμένα κονδύλια, ο αναιρεσεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες πλημμέλειες:

α) Την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 173 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων και οδηγήθηκε στην απόρριψη του οικείου αιτήματός του, β) την αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι παραβίασε εκ πλαγίου την ίδια αυτή διάταξη, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της ελλιπείς αιτιολογίες, καθώς δεν αναφέρει, για να καταλήξει στο απορριπτικό πόρισμά της, εάν έλαβε χώρα εκδίκαση της αγωγής, εάν η κατάθεση στο δικαστήριο αποτελεί ή όχι, για τις αιτίες που ειδικότερα εκθέτει, ευτελέστατης σημασίας δικηγορική ενέργεια σε σύγκριση με τη μελέτη, συγγραφή και υπογραφή των δικογράφων πολύπλοκων αγωγών, προτάσεων, εφέσεων και προτάσεων έφεσης ούτε αναφέρει ότι οι παραπομπές της στη νομολογία του ΑΠ αφορούν σε μη εκδικασθείσες αγωγές και όχι σε αγωγές και ένδικα μέσα που, όπως στη δική του περίπτωση, εκδικάστηκαν και εκδόθηκαν επ' αυτών οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο αποφάσεις.

γ) Την πλημμέλεια από τον αριθ. 12, αληθώς δε από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι ουδόλως έλαβε υπόψη της τη σιωπηρή, πλην σαφή, δικαστική ομολογία του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου ως προς το δυσμενές γι' αυτόν γεγονός της κατάθεσης από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα των επίμαχων δικογράφων (πρωτόδικων και εφετειακών προτάσεων και έφεσης) στη Γραμματεία των οικείων δικαστηρίων, ομολογία η οποία συνάγεται από το ότι ο αναιρεσίβλητος αρκέστηκε σε γενική άρνηση της αγωγής και παρέλειψε να αντικρούσει ειδικώς το ανωτέρω επίμαχο γεγονός και την οποία (δικαστική ομολογία) επικαλέστηκε αυτός (αναιρεσείων) με σχετικό λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 106/2019 απόφασης.

Ο λόγος αυτός, καθ' ο μέρος πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς τη σχετική με τα ως άνω, υπ' αριθ. 1 και 2 κονδύλια, κρίση της, είναι απορριπτέος στο σύνολό του, κατά τις εξής διακρίσεις: α) Ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι, ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν τα παραπάνω αγωγικά αιτήματα, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι οικείες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία φέρεται να συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Σε κάθε περίπτωση δε, ως προς το σκέλος του αυτό ο έκτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, προκύπτει ότι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 173 του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων, καταλήγοντας σε απορριπτικό για τα συγκεκριμένα κονδύλια πόρισμα, καθώς σε αμφότερες τις περιπτώσεις δέχθηκε ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η ενέργεια, για την οποία ο ενάγων ζήτησε την επίμαχη κατά περίπτωση αμοιβή, έτσι ώστε να δικαιούται αυτήν και δη στην πρώτη περίπτωση, ήτοι αυτή της κύριας παρέμβασης, που εξισώνεται με την αγωγή, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε πως ο εκκαλών - ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατέθεσε το δικόγραφο αυτό στη Γραμματεία του (πρωτοβάθμιου) Δικαστηρίου στο οποίο απευθυνόταν, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, δηλαδή των προτάσεων, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε πως ο ίδιος υπέγραψε και κατέθεσε αυτές στο αρμόδιο Δικαστήριο.

β) Ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επίσης ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι και εν προκειμένω δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επιπλέον δε, οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ελλείψεις δεν συνιστούν αιτιολογίες της απόφασης, κατά την έννοια του νόμου, για τη στοιχειοθέτηση της συγκεκριμένης αιτίασης, αφού δεν ασκούν επιρροή ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ένδικων αγωγικών κονδυλίων.

Σε κάθε περίπτωση δε, ο λόγος αυτός ως προς το εκ του αριθμού 19 σκέλος του είναι απορριπτέος ως βάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε, ως προς τα συγκεκριμένα κονδύλια, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου (άρθρο 173 του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων).

γ) Ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η διακριτική ευχέρεια του Εφετείου να κρίνει, στην περίπτωση της μη ειδικής αμφισβήτησης των πραγματικών ισχυρισμών του διαδίκου από τον αντίδικό του, εάν συνάγεται ομολογία ή άρνηση τούτων από τον τελευταίο, δεν ελέγχεται αναιρετικά, καθόσον αφορά την εκτίμηση πραγμάτων, συνεπώς δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση ο εκ του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. 12.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος υπ' αριθ. .../2021 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.

Απορρίπτει την από 23.4.2021 (με αριθ. έκθ. κατάθ. .../2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4226/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ