Legislator Case Law & Legislation
1993/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on donation revocation, finding no serious fault or ingratitude despite donor's advanced age.

Case Number 1993/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding the revocation of a donation. The donor, suffering from severe age-related health issues, had withdrawn the gift, while the donee attempted limited contact but failed to provide care. The court ruled that the donee's actions did not constitute the serious fault or ingratitude required to legally revoke the donation. Consequently, the appeal was rejected in substance, and costs were shared between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580(3)(c), (d), 570(2), 581(1) of the Code of Civil Procedure; A donation may be revoked for ingratitude only upon proof of serious fault, which requires conduct demonstrating disregard for the donor's well-being, not merely a lack of active care when the donor is elderly and ill.

Keywords

AI generated
donation revocation ingratitude serious fault elderly donor Code of Civil Procedure gift contract burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 580(3)(c), (d), 570(2), 581(1) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1993 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1993 /2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της καλούσας - εκκαλούσας: Ε. συζύγου Δ. Ρ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά της ως κληρονόμου και καθολικού διαδόχου του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Κ. Μ. του Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κανελλόπουλο που ανακάλεσε την από 7/3/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των καθ' ων η κλήση - εφεσιβλήτων: 1) Δ. Λ. του Γ. , 2) Π. Λ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγαπηνό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2005 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 326/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω καλούσα - εκκαλούσα με την από 29/6/2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 651/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 326/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 2/2022 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν ως άνω οι καθ' ων η κλήση - εφεσίβλητοι με την από 6/4/2022 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 390/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και διέταξε την διακράτηση της υπόθεσης προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιόν του. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ήδη καλούσα - εκκαλούσα με την από 28/3/2023 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 580 παρ. 3 εδ. γ` και δ`, 570 παρ. 2 και 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν το Τμήμα του Αρείου Πάγου αναιρέσει την αναιρεσιβληθείσα απόφαση και παραπέμψει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου συντιθεμένου από άλλους δικαστές, αλλά κατόπιν ασκήσεως νέας αιτήσεως αναιρέσεως αναιρέσει και την απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, τότε, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος οφείλει να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει κατ` ουσίαν λειτουργώντας πλέον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας (ΑΠ 131/2022,ΑΠ 230/2020,ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 930/2019,ΑΠ 87/2019).

Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στο ίδιο Τμήμα (ως δικαστήριο της παραπομπής), κατά τη διαδικασία του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ , σε νέα δικάσιμο κατά την οποία επαναφέρεται η υπόθεση με κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων (ΑΠ 302/2025,ΑΠ 131/2022,ΑΠ 23/2022,ΑΠ 1196/2020).

2. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 28.03.2023 κλήση της καλούσας - εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης εισάγεται προς περαιτέρω κατ` ουσία εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, η από 14.01.2011 (με αριθμό καταθέσεως 7/2011) έφεσή της, μετά την έκδοση της υπ` αριθμόν 390/2023 δεύτερης αναιρετικής αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ` αριθμόν 2/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο είχε δικάσει επί της υποθέσεως, ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ` αριθμόν 651/2020 αποφάσεως του Αρείου Πάγου και διακρατήθηκε, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. γ` του ΚΠολΔ, η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο οριζόμενη με κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων.

3. Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ , επισκόπηση των αμέσως παρακάτω σημειούμενων διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η υπό κρίση υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδρομή: Η αρχικώς ενάγουσα Π. συζ. Γ. Λ., το γένος Γ. Μ., άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου κατά του αρχικώς εναγομένου, Κ. Μ. του Σ., την από 15.02.2005 (με αριθμό καταθέσεως 28-28/2005) αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η υπ` αριθ. 81/2010 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση περί ακυρότητας της αναφερόμενης ανάκλησης δωρεάς ακινήτων διότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο της ενάγουσας δωρεοδόχου οι αναφερόμενοι λόγοι αχαριστίας. Κατά της οριστικής αυτής αποφάσεως η καλούσα, υπεισελθούσα στη δικονομική θέση του αρχικώς εναγομένου λόγω του επισυμβάντος θανάτου του μετά την άσκηση της αγωγής, άσκησε την από 14.01.2011 (με αριθμό καταθέσεως 7/2011) έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ` αριθμόν 326/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η άνω έφεση και ακολούθως απορρίφθηκε κατ` ουσίαν.

Κατά της αποφάσεως αυτής η καλούσα-εκκαλούσα άσκησε την από 29-6-2017 (με αριθμό καταθέσεως 36/2017) αναίρεσή της, κατά τη συζήτηση της οποίας οι καθών η κλήση δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αρχικώς ενάγουσας-εφεσίβλητης η οποία είχε αποβιώσει. Επί της άνω αναιρέσεως εκδόθηκε η αριθμόν 651/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, αναιρέθηκε η προσβληθείσα υπ` αριθμόν 326/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση αυτής. Ακολούθως, με την από 25.08.2020 κλήση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας (με αριθμό καταθέσεως 33/2020), επαναφέρθηκε προς συζήτηση η ως άνω έφεση και επ` αυτής εκδόθηκε η υπ` αριθμόν 2/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο, αφού έκανε δεκτή κατ` ουσίαν την έφεση της καλούσας-εκκαλούσας- καθολικής διαδόχου του αρχικώς εναγομένου, κατά της υπ` αριθμόν 81/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου και εξαφάνισε την απόφαση αυτή κατά το μέρος που έκανε δεκτή την επικουρική βάση της αγωγής, διακρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την επικουρική της βάση.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι καθολικοί διάδοχοι της αρχικώς ενάγουσας-εφεσίβλητης άσκησαν την από 06.04.2022 αίτηση αναιρέσεως (με αριθμό καταθέσεως 12/2022) και επ` αυτής εκδόθηκε η υπ` αριθμόν 390/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκανε δεκτό τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως, ενόψει του ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε μετά την 651/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, διακράτησε την υπόθεση για να δικασθεί κατ` ουσίαν σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου αναιρετικού Τμήματος, αφού επρόκειτο περί δεύτερης αναιρέσεως, μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων. Ήδη με την προαναφερθείσα κλήση της καλούσας- εκκαλούσας νομίμως η πιο πάνω έφεσή της φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Η έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495, 499, 511, 518, 520 του ΚΠολΔ, παραδεκτώς δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (δικάζοντος ως δικαστήριο ουσίας), εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, αναιρέθηκε απόφαση δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης αποφάσεως αυτού (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. δ`ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, η ως άνω έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ ), κατά τα διαγραφόμενα από την παραπάνω αναιρετική απόφαση όρια (άρθρα 579 παρ.1, 580 παρ. 3, 4, 581 παρ. 2 ΚΠολΔ).

4. Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες α) υπ' αριθμ. ...-2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αιγίου Α.

Π. , που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας-εφεσίβλητης, μετά από νομότυπη κλήτευση της εκκαλούσας, καθολικής διαδόχου του αρχικώς εναγομένου (βλ. υπ' αριθμ. ...-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αιγίου Χ. Π.) , β) υπ' αριθμ. ...-2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αιγίου Χ.

Χ., που λήφθηκε με επιμέλεια της εκκαλούσας, μετά από νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας-εφεσίβλητης (βλ. υπ' αριθμ. ...-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Δ.), γ) υπ' αριθμ. ... και ...-2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Π., που λήφθηκαν με επιμέλεια της εκκαλούσας, μετά από νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας-εφεσίβλητης (βλ.

υπ' αριθμ. ...-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Α.), καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως (μεταξύ των οποίων και τα με αριθμό 2/13.5.2021 πρακτικά της ταυτάριθμης αναιρεθείσας απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει της υπ' αριθµ. ....2004 πράξης δωρεάς εν ζωή οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Δ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο αρχικώς εναγόμενος, Κ. Μ., ο οποίος συμβλήθηκε διά του Π. Λ. του Γ., που ενεργούσε ως πληρεξούσιος του πρώτου, δυνάμει ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε με το υπ' αριθμ. ...-2004 πληρεξούσιο της ίδιας συμβολαιογράφου, μεταβίβασε στην αρχικώς ενάγουσα -εφεσίβλητη, Π.

Λ., τα κατωτέρω περιγραφόμενα ακίνητα και συγκεκριμένα: α) το υπό στοιχεία Α - 2 διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας κτισμένης σε οικόπεδο που βρίσκεται στο Χαλάνδρι Αττικής, στη θέση "Άγιος Γεώργιος ή Λευκάδα ή Πετραλιδα", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Χαλανδρίου, στο υπ' αριθµ. 143 Ο.Τ. , επί των οδών ..., επιφάνειας 105 τ.µ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 170/1000 εξ αδιαιρέτου επί του ενιαίου οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 565,08 τμ β) το υπό στοιχεία Α - 2 διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας κτισμένης σε οικόπεδο πού βρίσκεται στο Χαλάνδρι Αττικής, στο υπ' αριθµ. 70 Ο.Τ., επί της διασταύρωσης των οδών ... (...) και ..., επιφάνειας 56,51 τ.µ., με ποσοστά συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 40/1000 εξ αδιαιρέτου επί του ενιαίου οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 737,73 τμ.

Από την επισκόπηση του συμβολαίου αυτού προκύπτει ότι ο αφενός συμβληθείς Κ. Μ., όπως κατά τα ανωτέρω εκπροσωπήθηκε, δήλωσε ότι δώριζε τις προηγουμένως περιγραφείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, λόγω δωρεάς εν ζωή, ισχυρής και αμετάκλητης, στην αφετέρου συμβληθείσα Π. σύζυγο Γ. Λ. το γένος Γ. και Χ. Μ. (αρχικώς ενάγουσα- εφεσίβλητη), καθώς και ότι η δωρεά αυτή γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και για λόγους ευπρέπειας και επιπλέον σε ένδειξη ιδιαίτερης αγάπης και ευγνωμοσύνης του δωρητή προς την δωρεοδόχο, ενώ η τελευταία (αρχικώς ενάγουσα-εφεσίβλητη) δήλωσε ότι αποδεχόταν με ευγνωμοσύνη τη δωρεά που της έγινε, ευχαριστώντας τον δωρητή της και δηλώνοντας ότι παρέλαβε την κυριότητα των παραπάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, αναλαμβάνοντας παράλληλα τα σχετικώς απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις, σύμφωνα με όσα σχετικώς διελήφθησαν στο πιο πάνω συμβόλαιο.

Όμως λίγους μήνες αργότερα και συγκεκριμένα την 3.1.2005, ο προαναφερόμενος δωρητής προέβη στην ανάκληση της συσταθείσας κατά τα ανωτέρω δωρεάς, δυνάμει της υπ' αριθμ. ....2005 πράξης ανακλήσεως δωρεάς εν ζωή οριζοντίων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου Αιγίου Γ. Β. Σ., που έχει κατ' ακριβή μεταφορά του οικείου τμήματός της το ακόλουθο περιεχόμενο : " ....

Ο δωρητής Κ. Μ. μέχρι του χρόνου συστάσεως της ως άνω δωρεάς εν ζωή ήτο μόνιμος κάτοικος ..., ενώ η δωρεοδόχος ανεψιά του Π. σύζυγος Γ. Λ. ήταν και παραμένει μόνιμος κάτοικος ... Ο σκοπός για τον οποίο συστήθηκε η ως άνω δωρεά εν ζωή ήτο όπως η δωρεοδόχος αναλάβει τον υπέργηρο δωρητή θείο της στην οικία της μετά το πέρας του θέρους του περασμένου έτους 2004 αναλαμβάνουσα την υποχρέωση της παροχής προς αυτόν συνεχούς φροντίδας και συγκεκριμένα αναλαμβάνουσα την υποχρέωση να μεριμνά γι' αυτόν, να τον φροντίζει, να του παρέχει στέγη, τροφή, συμπαράσταση, να νοιάζεται για την υγεία του, την ψυχαγωγία του, την συμπεριφορά του και γενικά την ευπρεπή διαβίωσή του έως το τέλος του βίου του.

Με τις εν λόγω υποσχέσεις συστήθηκε η δωρεά συνεπεία του γεγονότος ότι ο δωρητής στερείται κατιόντων και συζύγου και από τις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου του περασμένου έτους 2004 η ως άνω δωρεοδόχος θα έπρεπε κατά τη συμφωνία με το θείο της να τον παραλάβει από την οικία του στο Διακοπτό Αχαϊας και να τον φέρει στο σπίτι της στην Αγία Παρασκευή Αττικής.

Αντί να τηρήσει αυτή την υπόσχεσή της κατά τρόπο περίεργο και απαράδεκτο μετέφερε τον ως άνω δωρητή θείο της στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο Αθηνών για να νοσηλευτεί δήθεν για τις ασθένειες από τις οποίες πάσχει (πάρκινσον και ζάχαρο), πράγμα αναληθές αφού αυτός προς το παρόν δεν χρειάζεται νοσοκομειακής περίθαλψης και διαβιώνει με τη χορήγηση των απαραίτητων φαρμάκων.

Έγκλειστος και απομονωμένος ο δωρητής για χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών περίπου στο παραπάνω Νοσοκομείο με τη συνδρομή μόνο μιας αποκλειστικής νοσοκόμας και χωρίς να δεχτεί καμιά επίσκεψη από τη δωρεοδόχο ή άλλο προσφιλές άτομο και χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα και συμπαράσταση περιήλθε σε κατάσταση απόγνωσης και έντονης μελαγχολίας με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να καλέσει τον Σεβασμιότατο ..., Μητροπολίτη της Ιεράς Μητροπόλεως Αιγιαλείας και Καλαβρύτων με σκοπό να τον παραλάβει από το παραπάνω Νοσοκομείο - αφού η κατάσταση της υγείας του κλονίστηκε σοβαρά και επιδεινώθηκε από το αίσθημα της εγκατάλειψης και της απομόνωσης που του δημιουργήθηκε και να τον μεταφέρει στο Γηροκομείο της Μητρόπολης που βρίσκεται στο Αίγιο και συγκεκριμένα στο Εκκλησιαστικό Ίδρυμα "Άγιος Χαράλαμπος" για να τύχει σχετικής φροντίδας και ζεστασιάς όπερ και εγένετο έως τούδε, που κάνει την ανάκληση της δωρεάς, την οποία είχε συστήσει λόγω παραπλανήσεώς του από τις υποσχέσεις της δωρεοδόχου.

Ακόμα ο ως άνω εμφανισθείς δήλωσε, ότι καίτοι η ως άνω δωρεά είχε συσταθεί µε τον όρο της αδιάκοπης περιποιήσεως και φροντίδας αυτού υπό της παραπάνω δωρεοδόχου ανεψιάς του, οπότε αυτή είχε αναλάβει έναντι αυτού, όπως προαναφέρθηκε, την υποχρέωση να μεριμνά και να φροντίζει γι' αυτόν, να του παρέχει στέγη, τροφή, συμπαράσταση, να νοιάζεται για την υγεία του, την ψυχαγωγία του, την συμπεριφορά του και γενικά την ευπρεπή διαβίωσή του, απεναντίας αυτή (η δωρεοδόχος) ουδέποτε έπραξε τούτο, αλλά µε τις προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις της που είναι κοινωνικά αποδοκιμαστέες και αντίθετες προς τους κανόνες δικαίου και τις κοινωνικές αντιλήψεις για την ηθική και την ευπρέπεια, εδείχθη αχάριστη και έτσι παρέβη τις υποχρεώσεις της που είχε αναλάβει µε τη σύμβαση της δωρεάς.

Κατόπιν τούτου ο εμφανισθείς Κ. Μ. δηλώνει ρητά ότι ανακαλεί την παραπάνω δωρεά εν ζωή, θεωρώντας αυτή άκυρη, ανίσχυρη και σαν να µην έγινε ποτέ και παραγγέλει κάθε αρμόδιο Δικαστικό Επιμελητή να επιδώσει νόμιμα επίσημο αντίγραφο της παρούσας Πράξης στην δωρεοδόχο Π. σύζυγο Γ. Λ. , το γένος Γ. και Χ. Μ. , κάτοικο ... (οδός ...) προς γνώση της και για τις νόμιμες συνέπειες...".

Η συγκεκριμένη πράξη ανακλήσεως επιδόθηκε στην ενάγουσα-εφεσίβλητη την 7-1-2005, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του επιδόσαντος αυτή δικαστικού επιμελητή, Α. Δ.

Πλην όμως, από την παράθεση των διαληφθέντων στη συσταθείσα µε το υπ' αριθµ. ...-2004 συμβόλαιο δωρεά, αποδεικνύεται ότι κανένας από τους παραπάνω όρους ή άλλος συναφής µε αυτούς, δεν συμπεριλαμβανόταν στο συνταχθέν σχετικώς συμβόλαιο, µε αποτέλεσμα η παραπάνω δωρεά να µην τελεί υπό οποιαδήποτε αίρεση ή τρόπο, καθόσον κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν συμφωνήθηκε στο εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Ακολούθησε η από 19-4-2005 εξώδικη δήλωση πρόσκληση και γνωστοποίηση από πλευράς του αρχικώς εναγόμενου Κ. Μ., η οποία αναφέρεται στην µε ημερομηνία 26-4-2005 εξώδικη έγγραφη δήλωση πρόσκληση της αρχικώς ενάγουσας και εφεσίβλητης Π. Λ., µε την οποία ο πρώτος, σύμφωνα µε τα αναγραφόμενα, ενέμεινε στην ανάκληση της συσταθείσας κατά τα παραπάνω δωρεάς, θέτοντας παράλληλα προθεσμία για την απόδοση των δωρηθέντων ακινήτων και δηλώνοντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα στρεφόταν δικαστικώς εναντίον της τελευταίας.

Σε απάντηση της από 19-4-2005 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης του αρχικώς εναγόμενου η αρχικώς ενάγουσα - εφεσίβλητη του κοινοποίησε στις 4-5-2005 την από 26-4-2005 εξώδικη έγγραφη δήλωση - πρόσκληση, όπου, προς αποκατάσταση της αλήθειας, όπως η εν λόγω διάδικος ισχυριζόταν, αντέτεινε ότι ουδέποτε: α) η συσταθείσα κατά τα ανωτέρω δωρεά - εξαρτήθηκε από τον όρο ή την υπόσχεση να του παράσχει στέγη, τροφή, συμπαράσταση και εν γένει φροντίδα, καθώς, σύμφωνα µε τα αναφερόμενα στο έγγραφο αυτό, την ηθική αυτή υποχρέωση έναντί του την είχε αναλάβει αυτοβούλως από πολλών ετών, χωρίς ποτέ να εξαρτήσει την παροχή αυτή από οποιουδήποτε είδους "αντιπαροχή", β) τέθηκε θέμα μεταφοράς ή παραλαβής του στην οικία της στην Αθήνα, διότι αυτός (αρχικώς εναγόμενος) κάθε χρόνο, είτε επ' ευκαιρία των περιόδων των εορτών, είτε και οποτεδήποτε άλλοτε, μετέβαινε στην Αθήνα, όπου διέμενε για όσο χρονικό διάστημα επιθυμούσε, λογιζόµενος ως µέλος της οικογένειάς της, µε την επιπρόσθετη μνεία ότι χάριν της άνεσής του και της ανεξαρτησίας του, του είχε παραχωρήσει μέσα στο χώρο της οικίας της, ανεξάρτητο και πλήρως επιπλωμένο διαμέρισμα, επιφάνειας 60 τ.µ.

περίπου, εξοπλισμένο, έτσι ώστε να βρίσκεται κοντά τους, όντας συγχρόνως αυτεξούσιος και ανενόχλητος, γ) παρέμεινε έγκλειστος και απομονωμένος στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο, καθόσον όπως προκύπτει και από τα αρχεία του παραπάνω Νοσοκομείου, µε δική της μέριμνα, είχε στη διάθεσή του όχι µία αλλά τρεις αποκλειστικές νοσοκόμες, που εκτελούσαν οκτάωρη βάρδια, καλύπτοντας κατ' αυτόν τον τρόπο ολόκληρο το 24ωρο ενώ παραλλήλως δεν υπήρξε μέρα που να έλειψε η ίδια (ενάγουσα- εφεσίβλητη) ή κάποιο από τα παιδιά της από κοντά του, δ) τον μετέφερε χωρίς την θέλησή του στο Νοσοκομείο αλλά ότι, αντιθέτως, ο ίδιος ζήτησε την εισαγωγή του, επειδή τις ημέρες εκείνες, ενώ ακόμα βρισκόταν στην οικία του στο Διακοπτό, παρουσίασε αδιαθεσία, δυσφορία και γενικότερη αδυναμία, έχοντας ήδη νοσηλευτεί σε πρόσφατο χρόνο στο Νοσοκομείο Αιγίου για τους ίδιους λόγους.

Συνεχίζοντας στην ίδια, ως άνω, εξώδικη δήλωσή της, η ενάγουσα-εφεσίβλητη, αναφορικά με τις χαρακτηρισθείσες από πλευράς της "αστείες και λίαν επικίνδυνες" γνωματεύσεις για την υγεία του "περί δήθεν ανυπαρξίας ανάγκης νοσοκομειακής περίθαλψης", ως προς την προέλευση των οποίων μάλιστα εξέφραζε την απορία της, η συγκεκριμένη διάδικος(ενάγουσα-εφεσίβλητη),παρέθετε την μετά τις διεξαχθείσες εξετάσεις διάγνωση, σύμφωνα µε την οποία "ο ασθενής πάσχει από πνευμονική ίνωση- λοίμωξη του αναπνευστικού - χρόνια νεφρική ανεπάρκεια - αρτηριακή υπέρταση αποφρακτικού τύπου ήπια σακχαρώδη διαβήτη -ηπατική διαταραχή".

Καταλήγοντας στην ανωτέρω εξώδικη δήλωσή της, η αρχικώς ενάγουσα-εφεσίβλητη δήλωνε ότι δεν θα προέβαινε σε καμία ενέργεια όσον αφορά τα δωρηθέντα ακίνητα αλλά ότι θα ανέμενε την έκδοση σχετικώς δικαστικής απόφασης, την οποία και θα ακολουθούσε, προτρέποντας τον αρχικώς εναγόμενο να πράξει το ίδιο και να σταματήσει την ανταλλαγή εξωδίκων, ενώ παράλληλα, για την περίπτωση που η εξώδικη δήλωσή του ήθελε θεωρηθεί ως προσπάθεια προσέγγισης της ίδιας(αρχικώς ενάγουσας-εφεσίβλητης) και της οικογένειάς της προς αποκατάσταση των σχέσεών τους, δήλωνε διατεθειμένη να παραμερίσει την ανυπέρβλητη στενοχώρια που της προκάλεσε η αναίτια και αδικαιολόγητη, όπως αναφερόταν, συμπεριφορά του, καλώντας τον με αισθήματα αγάπης και σεβασμού, που σημείωνε ότι ανέκαθεν έτρεφε προς το πρόσωπό του, να επιστρέψει στην οικογένειά τους, η οποία αποτελούσε και δική του οικογένεια, καθότι, όπως επισήμαινε, όλες οι παραπάνω πράξεις και εκφράσεις σε βάρος της,ε κτιμούσε ότι δεν εκπορεύονταν από τον ίδιο, τον οποίο θεωρούσε θύμα κακών συμβουλών κάποιων, που, κατά τη γνώμη της, εκμεταλλευόμενοι την ηλικία και την ιεροσύνη του, τον έστρεψαν εναντίον της ,χωρίς λόγο και αιτία.

Περαιτέρω και αναφορικά με τα διαλαμβανόμενα από πλευράς της αρχικώς ενάγουσας-εφεσίβλητης, στην ως άνω από 26-4-2005 εξώδικη δήλωσή της, αποδείχθηκε ότι η πραγματοποιηθείσα κατά τα ανωτέρω δωρεά δεν εξαρτήθηκε από τρόπο ή όρο. Συγκεκριμένα, ο αρχικώς εναγόμενος που δεν είχε κατιόντες, καθόσον δεν είχε αποκτήσει παιδιά από το γάμο του µε την σύζυγό του Π., ήταν ιερωμένος και ευκατάστατος, διαθέτοντας μεγάλη ακίνητη και κινητή περιουσία.

Επιπροσθέτως επρόκειτο για έναν άνθρωπο αυτάρκη και κοινωνικό, ο οποίος είχε την δυνατότητα να διάγει τη ζωή του, όπως εκείνος επιθυμούσε και στο μέτρο που του το επέτρεπαν η φυσική του κατάσταση και η ηλικία του (είχε γεννηθεί το έτος 1916). Μολονότι είχε και άλλους συγγενείς και πέραν του ότι αυτός (ο αρχικώς εναγόμενος) διέθετε τις οικονομικές δυνάμεις για να αυτοδιατρέφεται αλλά και να καλύπτει τις λειτουργικές ανάγκες της οικίας του και της εν γένει διαβίωσής του, η αρχικώς ενάγουσα - εφεσίβλητη, που τύγχανε ανεψιά αυτού εξ αγχιστείας, ήδη από πολλών ετών, πριν ακόμη από τη σύσταση της επίμαχης δωρεάς, συνέβαλε παραπληρωµατικά στην εν γένει φροντίδα του, καλύπτοντας ενίοτε τις πρακτικές αλλά κυρίως τις συναισθηµατικές του ανάγκες, που ήταν αυξημένες λόγω της χηρείας του και της έλλειψης άμεσων κατιόντων.

Ειδικότερα, η συγκεκριμένη διάδικος διατηρούσε στενές οικογενειακές σχέσεις µε τον δωρητή, τη σύζυγό του (πρεσβυτέρα Π.) και την αδελφή αυτού (αρχικώς εναγόμενου), η οποία ήταν άτομο µε ειδικές ανάγκες, καθώς μετέβαινε συχνά στο Διακοπτό, συνδράμοντάς τους ποικιλοτρόπως, ιδίως όταν ανέκυπτε πρόβλημα υγείας, µε τη μεσολάβηση κυρίως του συζύγου της, που εργαζόταν στο Ι.Κ.Α., για την διεκπεραίωση των σχετιζόμενων µε τα εκάστοτε νοσηλευτικά ιδρύματα πρακτικών και διαδικαστικών θεμάτων.

Ιδιαιτέρως δε, μετά το θάνατο της συζύγου του αρχικώς εναγόμενου (πρεσβυτέρας Π.), περί τα έτη 1993-1994, η αρχικώς ενάγουσα - εφεσίβλητη μερίμνησε ώστε ο τελευταίος να επικουρείται σε τακτική βάση για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της οικίας του καθώς και των εν γένει πρακτικών αναγκών του (καθαριότητα, παρασκευή φαγητού, υγιεινή κλπ) από την Α.

Κ., όπως κατέθεσε και η ίδια στην υπ' αριθμ. .../2007 ένορκη βεβαίωση, ενώ η ίδια (αρχικώς ενάγουσα - εφεσίβλητη) συνέχισε να επισκέπτεται το Διακοπτό σε τακτά χρονικά διαστήματα, αδιευκρίνιστης διάρκειας, αλλά τουλάχιστον άπαξ μηνιαίως, Σαββατοκύριακα, τριήμερα σε περιόδους εορτών όπως και για κάποιες μέρες κατά την διάρκεια των θερινών μηνών.

Από την πλευρά του, ο αρχικώς εναγόμενος επισκεπτόταν την οικία της αρχικώς ενάγουσας- εφεσίβλητης όσο συχνά ο ίδιος προέκρινε και μπορούσε, διαμένοντας σε ανεξάρτητο και πλήρως εξοπλισμένο διαμέρισμα εντός αυτής (της οικίας της ενάγουσας- εφεσίβλητης), επιφάνειας 60 τ.µ. περίπου, προκειμένου να αισθάνεται ανεξάρτητος και αυτόνομος, όπως επιθυμούσε.

Οι εκάστοτε συναντήσεις τους χαρακτηρίζονταν από οικειότητα και θαλπωρή, καθώς τόσο η αρχικώς ενάγουσα- εφεσίβλητη, όσο και ο σύζυγός της, του συμπαραστέκονταν ουσιαστικά φροντίζοντας για την υγεία αλλά και την ψυχαγωγία του (αρχικώς εναγόμενου), καθώς πραγματοποιούσαν προς το σκοπό αυτό επισκέψεις σε νοσοκομεία, οσάκις αυτό επιβαλλόταν, περιπάτους και συναναστροφές µε γνωστούς του ιερωμένους, κατά τις επιθυμίες του.

Χαρακτηριστικό δε των στενών σχέσεων που κατά τα ανωτέρω αναπτύχθηκαν ήταν το στοιχείο ότι τα παιδιά της αρχικώς ενάγουσας - εφεσίβλητης προσφωνούσαν τον αρχικώς εναγόμενο "παππού". Πέραν δε της παρεχόμενης μέριμνας, φροντίδας και συμπαράστασης, την οποία είχε ανάγκη ο αρχικώς εναγόμενος, ο τελευταίος ουδέποτε είχε ανάγκη την οικονομική αρωγή της αρχικώς ενάγουσας - εφεσίβλητης ή της οικογένειάς της και ουδέποτε κατά το παρελθόν προσέβλεψε στη μετεγκατάστασή του στην Αθήνα, μαζί τους, αφού το κέντρο των βιοτικών συμφερόντων του αλλά και των κοινωνικών του ενδιαφερόντων βρισκόταν στην περιοχή του Αιγίου, όπου ανέκαθεν ζούσε και ιερουργούσε, ακόμη και μετά την συνταξιοδότησή του, ακόμη και μέχρι το θάνατό του, όπως κατέθεσε η μάρτυρας της αρχικώς ενάγουσας-εφεσίβλητης, θυγατέρα της.

Τέτοια δε υπόσχεση (μετεγκατάστασής του στην Αθήνα και διαμονής στην οικία της με την οικογένειά της) ή προτροπή δεν προέκυψε ότι έγινε ούτε από την πλευρά της αρχικώς ενάγουσας - εφεσίβλητης.

Eξάλλου, εάν ο δωρητής, αρχικώς εναγόμενος, ελάμβανε υπόσχεση από την δωρεοδόχο, αρχικώς ενάγουσα-εφεσίβλητη, μετεγκατάστασής του στην Αθήνα και διαμονής στην οικία της τελευταίας, με την οικογένειά της, θα το αποτύπωνε ως όρο στο συμβόλαιο της δωρεάς. Επιπλέον, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο αρχικώς εναγόμενος το καλοκαίρι του έτους 2004 είχε δρομολογήσει τη μετεγκατάστασή του στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην οικία της αρχικώς ενάγουσας-εφεσίβλητης, καθώς, πέραν των περιστασιακών μεταβάσεών του εκεί, ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε ετήσια βάση όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες Χ.

Μ. και Κ. Κ., οδηγοί ταξί, και ο Γ. Κ., στις υπ' αριθμ. .../2007 και .../2014 ένορκες βεβαιώσεις, αντίστοιχα, δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο αυτός επεδίωκε να μετεγκατασταθεί έκτοτε στην Αθήνα, προσβλέποντας μάλιστα στο πρόσωπο της αρχικώς ενάγουσας - εφεσίβλητης για την εφεξής φροντίδα και συντήρησή του.

Οι καλές όμως σχέσεις μεταξύ τους εξακολουθούσαν να υπάρχουν και κατόπιν της σύστασης της δωρεάς αυτής, καθώς οι τακτικές επαφές αρχικώς εναγόμενου και αρχικώς ενάγουσας-εφεσίβλητης συνεχίστηκαν και μετά το Μάιο του έτους 2004, αφού και το καλοκαίρι του έτους αυτού η τελευταία τον επισκέφτηκε και διέμεινε στην οικία του.

Τότε, όμως, ο αρχικώς εναγόμενος αδιαθέτησε υποφέροντας από δυσφορία και καταβολή, ενώ είχε ήδη προηγηθεί εισαγωγή του στο νοσοκομείο Αιγίου. Κατόπιν κοινής απόφασής τους ο ίδιος και η αρχικώς ενάγουσα - εφεσίβλητη μετέβησαν στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο της Αθήνας, προκειμένου ο αρχικώς εναγόμενος να υποβληθεί σε επιβεβλημένες ιατρικές εξετάσεις, κατόπιν της διενέργειας των οποίων, σύμφωνα με την τελική διάγνωση της από 24-9-2004 βεβαίωσης του εν λόγω νοσοκομείου, διαπιστώθηκαν πνευμονική ίνωση, λοίμωξη αναπνευστικού, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, αρτηριακή υπέρταση αποφρακτικού τύπου ήπια και σακχαρώδης διαβήτης.

Κατά την διάρκεια της δεκαήμερης περίπου παραμονής του στο πιο πάνω νοσοκομείο, η αρχικώς ενάγουσα - εφεσίβλητη μερίμνησε ώστε αυτός να έχει στη διάθεση του τρεις αποκλειστικές νοσοκόμες, που εναλλάσσονταν σε 8ωρες βάρδιες η καθεμία, εξυπηρετώντας τις αυξημένες πρακτικές του ανάγκες και φροντίζοντας για την υγιεινή του, ενώ είτε η ίδια η αρχικώς ενάγουσα-εφεσίβλητη είτε κάποιο μέλος της οικογένειάς της, στο μέτρο που οι οικογενειακές τους υποχρεώσεις το επέτρεπαν, επισκέπτονταν τον αρχικώς εναγόμενο δυο φορές την ημέρα, επί μία ώρα τουλάχιστον, προκειμένου να δηλώσουν την έμπρακτη συμπαράστασή τους με την φυσική τους παρουσία κοντά του και να ενημερώνονται για την πορεία της υγείας του.

Αυτό (η επίσκεψη τη αρχικώς ενάγουσας-εφεσίβλητης και των μελών της οικογένειάς της δυο φορές την ημέρα στο παραπάνω νοσοκομείο) επιβεβαιώθηκε και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η αρχικώς ενάγουσα -εφεσίβλητη δεν εγκατέλειψε σκοπίμως τον αρχικώς εναγόμενο στο προαναφερόμενο νοσηλευτικό ίδρυμα,καθόσον ήταν επιβεβλημένη η εισαγωγή του (αρχικώς εναγομένου) προκειμένου να υποβληθεί σε επιβεβλημένες ιατρικές εξετάσεις, ενώ δεν μπορούσε να τον αναλάβει από το εν λόγω νοσηλευτικό ίδρυμα διότι δεν το επέτρεπαν οι θεράποντες ιατροί του,κατά τη διάρκεια δε της νοσηλείας του η συμπαράσταση, η φροντίδα και η εν γένει μέριμνα από πλευράς της για την κατάσταση της υγείας του δεν είχαν ατονήσει καθόλου.

Ενώ όμως, όπως προκύπτει από την από 24-9-2004 βεβαίωση του Σισμανόγλειου νοσοκομείου συστηνόταν η περαιτέρω παρακολούθησή του (αρχικώς εναγομένου) από παθολόγο καρδιολόγο όσον αφορά τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, το σακχαρώδη διαβήτη και την αρτηριακή υπέρταση και επιπλέον η επάνοδός του (αρχικώς εναγόμενου) στις 18-10-2004 για νέα ακτινογραφία θώρακος και εργαστηριακό έλεγχο, τίποτα από αυτά δεν έγινε, καθώς το πρωί της 24-9-2004 η αρχικώς ενάγουσα-εφεσίβλητη ειδοποιήθηκε από το νοσοκομείο ότι αυτός αποχώρησε οικειοθελώς συνοδευόμενος από δύο ιερωμένους, αφού αποτάνθηκε στον Μητροπολίτη Αιγιαλείας προκειμένου να μεσολαβήσει για να λάβει εξιτήριο, όπως και έγινε.

Εν συνεχεία ο αρχικώς εναγόμενος διέμεινε στο Ίδρυμα ΑΓΑΠΗΣ ΜΕΛΑΘΡΟΝ "Ο ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ", προσφέροντας μηνιαίως ως δωρεά το ποσό των 500 ευρώ, με δική του πρωτοβουλία και επιθυμία, όπως συμπληρωνόταν στην σχετικώς προσκομιζόμενη βεβαίωση, υπογεγραμμένη από την Διεύθυνση του εν λόγω Ιδρύματος. Αναφορικά με τις συνθήκες της αποχώρησής του από το νοσοκομείο όπου υποβαλλόταν σε εξετάσεις, η παραμονή του αρχικώς εναγομένου στο Σισμανόγλειο νοσοκομείο και η υποβολή του σε ιατρικές εξετάσεις για την εξακρίβωση της πάθησής του ήταν ιατρικές πράξεις, στις οποίες η αρχικώς ενάγουσα - εφεσίβλητη δεν είχε, ούτε μπορούσε αντικειμενικώς να έχει, ανάμιξη, από τη στιγμή που δεν άπτονταν των δικών της αρμοδιοτήτων και διαθέσεων.

Το ίδιο δε ισχύει και για το χρόνο που απαιτούνταν να παραμείνει ο αρχικώς εναγόμενος εκεί, καθώς οι θεράποντες ιατροί του ήταν οι μόνοι αρμόδιοι που θα μπορούσαν να κρίνουν την διάρκεια της παραμονής του, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι εξετάσεις και να λάβει αυτός την δέουσα φαρμακευτική ή άλλη αγωγή, ενόψει μάλιστα και του προχωρημένου της ηλικίας του, καθώς διήνυε τότε (το έτος 2004) το 88ο έτος της ηλικίας του.

Μετά την αυτόβουλη έξοδο του αρχικώς εναγομένου από το νοσοκομείο, και τη μετάβασή του στο ανωτέρω εκκλησιαστικό ίδρυμα (24/9/2004) και μέχρι την ανάκληση της επίδικης δωρεάς, η αρχικώς ενάγουσα-εφεσίβλητη επιχείρησε να τον επισκεφτεί δύο με τρεις φορές, όμως τούτο δεν άλλαξε τη στάση του αρχικώς εναγομένου, ο οποίος παρέμεινε στο ανωτέρω ίδρυμα, από το γεγονός δε αυτό καταδεικνύεται ότι ουδέποτε διακόπηκαν οι επαφές και η επικοινωνία τουλάχιστον από την πλευρά της αρχικώς ενάγουσας-εφεσίβλητης, η οποία δεν έπαυσε να επιδιώκει την επαφή και επικοινωνία με τον αρχικώς εναγόμενο, που αποτελεί ένδειξη ενδιαφέροντος και όχι αδιαφορίας για αυτόν.

Τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα και εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, μεμονωμένα το καθένα αλλά και στο σύνολό τους, αντικειμενικά εκτιμώμενα, δεν εμπίπτουν στην έννοια του βαρέως παραπτώματος, που να ανατρέχει στο χρόνο ανακλήσεως της συσταθείσας δωρεάς και να θεμελιώνει δικαίωμα του αρχικώς εναγόμενου για ανάκλησή της, διότι, παρά το γεγονός ότι η τελευταία πραγματοποιήθηκε υπό το πρόσχημα αυτών, εντούτοις η αρχικώς ενάγουσα - εφεσίβλητη δεν εκδήλωσε την φερόμενη ως επιδειχθείσα αξιόμεμπτη συμπεριφορά που της προσάπτεται ή τέτοια (συμπεριφορά) που να καταδεικνύει αχαριστία, παραμέληση της περίθαλψης του δωρητή ή αδιαφορία για την τύχη του τελευταίου, τη στιγμή που εκείνος είχε ανάγκη ψυχικής υποστήριξης, λόγω της δύσκολης καταστάσεως στην οποία είχε περιέλθει εξαιτίας της ηλικίας του και της βεβαρημένης καταστάσεως της υγείας του, έστω κι αν αυτή (αρχικώς ενάγουσα -εφεσίβλητη) δεν ανέλαβε με τη σύμβαση δωρεάς καμία τέτοια υποχρέωση.

Εξάλλου δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης εκ μέρους της τελευταίας της υποχρέωσής της για την εν γένει συντήρηση του αρχικώς εναγόμενου, εφόσον αυτός ουδέποτε αντιμετώπισε οικονομικό πρόβλημα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανακλήσεως της ανωτέρω δωρεάς λόγω αχαριστίας. Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική της βάση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι η ανωτέρω ανάκληση της επίμαχης δωρεάς που έγινε με την υπ' αριθμ. ...-2005 πράξη ανακλήσεως του συμβολαιογράφου Αιγίου Γ. Σ. είναι άκυρη, κρίνοντας ομοίως, δεν έσφαλε, αλλά εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις, απορριπτομένου του μοναδικού λόγου έφεσης αλλά και της τελευταίας στο σύνολό της, ως αβάσιμης από ουσιαστική άποψη. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω του ότι η ερμηνεία του κανόνος δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 14-1-2011 έφεση (αρ. καταθ. 7/2011), κατά της με αριθμό 81/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

- Δέχεται τυπικά

και

- Απορρίπτει κατ` ουσία την έφεση.

- Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά αυτών έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης