Supreme Court dismisses appeal on insurer liability, ruling knowledge of ship defects belongs to the agent, not the principal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Piraeus regarding a marine insurance contract dispute. The appellant argued that the First Instance Court erred in applying Greek law to determine the agent's knowledge of ship defects, claiming this violated international private law principles. The court rejected this, holding that the agent's intent and knowledge regarding the validity of the contract are determined by the agent themselves, not the principal, thus validating the lower court's application of the relevant civil code articles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 25 of the Maritime Code and Article 214 of the Civil Code; The court determined that the agent's knowledge and intent regarding the validity of a legal act are assessed independently of the principal, rejecting the argument that international private law principles require the principal's knowledge to be imputed to the agent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1986 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1986/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία ... και με τον διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει στη Βαρκελώνη της Ισπανίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Βερνίκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πλέγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 259/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 338/2012 μη οριστική και 501/2013 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1534/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 501/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 719/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-9-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα με την υπ' αριθ.καταθ.13275/2008 αγωγή της κατά της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη (-αναιρεσίβλητη) υποχρεούται να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 174.719,79 ευρώ, λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου της από 2-11-2007 σύμβασης θαλάσσιας ασφάλισης, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής (ενάγουσας - αναιρεσείουσας), εκπροσωπούμενης από την εταιρεία ...
που ενεργούσε για λογαριασμό της, και της εναγόμενης, δυνάμει της οποίας η τελευταία ασφάλισε κατά κινδύνων θαλάσσιας μεταφοράς το μεταφερόμενο με πλοίο φορτίο που αναφέρεται στην αγωγή. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ.259/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ενεργητικά ανομιμοποίητη.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίουσα - ενάγουσα άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ.338/2012 μη οριστική απόφαση (που διέταξε επανάληψη της συζήτησης) και εν συνέχεια η υπ' αριθ.501/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη (λόγω ελλείψεως νομιμοποιήσεως της εκκαλούσας προς άσκηση της έφεσης, διότι δεν ήταν διάδικος στην πρωτόδικη δίκη).
Στη συνέχεια, κατά της ως άνω απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ.1534/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Μετά την κατά παραπομπή εκδίκαση της έφεσης της αναιρεσείουσας - ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με την παρούσα αίτηση αναίρεσης, υπ'αριθ. 719/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και, κατ' αποδοχή της ένστασης της εναγόμενης περί απαλλαγής της από την ευθύνη προς αποζημίωση, απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ΑΚ και των άρθρων 2, 3 παρ.1, 4 παρ.1 και 5 της σύμβασης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 19 Ιουνίου 1980, η οποία κυρώθηκε με τον Ν.1792/1988 και άρχισε να ισχύει στην Ελλάδα από 1-4-1991, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη.
Η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Στο μέτρο που δεν έχει επιλεγεί το εφαρμοστέο δίκαιο από τα συμβαλλόμενα μέρη, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα (Α.Π.902/2019). Στο ζήτημα αν ο αντιπρόσωπος δεσμεύει έναντι των τρίτων το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου ισχυρίζεται ότι ενεργεί, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της Σύμβασης της Ρώμης, κατ' άρθρο 1 παρ.2 εδ.στ' αυτής.
Το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται, σύμφωνα με γενικώς αποδεκτή σχετική γενική αρχή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου από το δίκαιο στην περιοχή της οποίας επιχείρησε ο αντιπρόσωπος τη δικαιοπραξία, για την οποία του δόθηκε η πληρεξουσιότητα (Α.Π.777/2015, Α.Π.1187/2000). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 1, αποτελούν και οι διατάξεις των άρθρων 4 έως 33 ΑΚ και οι άλλοι ειδικότεροι περί συγκρούσεως νόμων κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (Ολ.Α.Π.19/95, Α.Π.1145/2003). Υπόκειται δε στον αναιρετικό έλεγχο και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το αν, με βάση τις πραγματικές του παραδοχές περί των ειδικών συνθηκών του άρθρου 25 εδ.β' Α.Κ., το καθορισθέν ως εφαρμοστέο δίκαιο, είναι το δίκαιο που πράγματι αρμόζει στη σχέση (Α.Π.384/2005, Α.Π.581/96).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει για το ορισμένο του λόγου αυτού, να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π.14/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Όπως αποδεικνύεται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σε νόμιμη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα ένδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, υπάρχει ρητή συμβατική υπαγωγή της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως στις διατάξεις και ρυθμίσεις του αγγλικού ουσιαστικού δικαίου, όπως άλλωστε συνομολογούν αμφότερα τα διάδικα μέρη.
Το σχετικό με τη θαλάσσια ασφάλιση αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο περιέχεται κωδικοποιημένο στον αγγλικό Νόμο "Περί θαλασσίας ασφαλίσεως του 1906" (γνωστό ως ...), στο Κοινό Δίκαιο (Common Law), εφ' όσον οι διατάξεις αυτού δεν προσκρούουν σε ρητή διάταξη του ως άνω Νόμου και στην Αγγλική Πρακτική (English Practice), όπως ερμηνεύεται από τα αγγλικά Δικαστήρια (νομολογία) και τους άγγλους νομικούς συγγραφείς και ερμηνευτές του δικαίου, σε συνδυασμό, μεταξύ άλλων, και με τις Ρήτρες του Ινστιτούτου Ασφαλιστών για Ασφάλιση Φορτίων (Institute Cargo Clauses), οι οποίες με ρητή πρόβλεψη ενσωματώθηκαν στο κύριο σώμα του μεταξύ των διαδίκων καταρτισθέντος ασφαλιστηρίου και αποτέλεσαν περιεχόμενο και αναπόσπαστο τμήμα αυτού. ...Η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδομένη επί των σχετικών με τη σύμβαση θαλασσίας (ναυτικής) ασφαλίσεως διατάξεων για φορτία του αγγλικού δικαίου, στο οποίο αμφότερα τα διάδικα μέρη συνομολογούν ότι υπάγεται η ένδικη σύμβαση και ειδικότερα στις Ρήτρες του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου για Φορτία (Β) 1.1.82 (Institute Cargo Clauses Β 1.1.82) και στον αγγλικό νόμο "περί θαλασσίας ασφαλίσεως του 1906", γνωστού ως ......
Ειδικά δε ως προς το ζήτημα της αντιπροσώπευσης εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτίθενται και ειδικότερα οι διατάξεις των άρθρων 361, 211, 214, 215 ΑΚ.". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 25 Α.Κ., δεχόμενο, όσον αφορά την ευθύνη της αναιρεσείουσας από τις πράξεις της αντιπροσώπου της και δη από την εκ μέρους της τελευταίας απόκρυψη από την αναιρεσίβλητη της αναξιοπλοΐας και ακαταταλληλότητας του πλοίου, ότι εφαρμοστέο είναι το Ελληνικό δίκαιο, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η τελευταία επιχείρησε την ένδικη δικαιοπραξία, ήτοι τη σύναψη της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης για την οποία της δόθηκε η εντολή, στην Ελλάδα, όπου προέβη στην υποβολή του αιτήματος ασφάλισης του πλοίου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ανεξαρτήτως του ότι οι ενοχές από την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση ρυθμίζονται από το αγγλικό δίκαιο, στο οποίο υποβλήθηκαν τα μέρη κατά τη ρητή συμφωνία τους, το ζήτημα αν ο αντιπρόσωπος δεσμεύει έναντι των τρίτων το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, συνιστά στοιχείο εκτός του συμβατικού πλαισίου, το οποίο, σύμφωνα με γενικώς αποδεκτή σχετική γενική αρχή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ρυθμίζεται με βάση το δίκαιο του τόπου όπου ο αντιπρόσωπος επιχείρησε την δικαιοπραξία, για την οποία του δόθηκε η πληρεξουσιότητα.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σχετική σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (Α.Π. 279/2019, Α.Π.201/2017, Α.Π.168/2015 ΝΟΜΟΣ).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (ειδικότερα δε, αν αφορά τη δημόσια τάξη, που μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση πρόσθετης επίκλησης ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας, ή ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, προϋπόθεση που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π.279/2019, Α.Π.201/2017 ΝΟΜΟΣ).
Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π.426/2021, Α.Π.64/2017, Α.Π.386/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσής της η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δικάσαν Εφετείο, που έκρινε ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό, ως προς τα θέματα της αντιπροσώπευσης της ένδικης υπόθεσης, έσφαλε, καθώς, πέραν του ότι, κατά τη ρητή συμφωνία των μερών, στην επίδικη ασφαλιστική σύμβαση το αγγλικό δίκαιο είχε συμφωνηθεί ως εφαρμοστέο, επίσης αυτό (αγγλικό δίκαιο) είχε συμφωνηθεί κατά ρητή μετασυμβατική επιλογή δια της επίκλησης τούτου υπό αμφοτέρων των διαδίκων στις προτάσεις τους.
Όμως δεν προκύπτει, από την επιτρεπτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των κατατεθεισών προτάσεων τόσο της αναρεσείουσας όσο και της αναιρεσίβλητης στον πρώτο βαθμό αλλά και ενώπιον του Εφετείου, ότι μ' αυτές έγινε επίκληση από τους εν προκειμένω διαδίκους περί εφαρμογής του αγγλικού δικαίου και ως προς τα προκύπτοντα θέματα εκ της αντιπροσώπευσης της αναιρεσείουσας - ενάγουσας στην κατάρτιση της επίδικης σύμβασης ασφάλισης, κατά ρητή μετασυμβατική επιλογή τους.
Εξάλλου, η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις ως άνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση. Επομένως, είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναίρεσης (πρώτος) κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων του Μ.Ι.Α. 1906, που ρυθμίζει τις θαλάσσιες ασφαλίσεις και έχουν σχέση με την επίδικη διαφορά, ορίζονται τα εξής: Η σύμβαση ναυτικής ασφαλίσεως αποτελεί σύμβαση, με την οποία ο ασφαλιστής αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο κατά τρόπο και σε έκταση, που συμφωνείται με αυτήν κατά ναυτικών κίνδυνων, δηλαδή κίνδυνων που είναι συναφείς με τη ναυτική περιπέτεια (ορισμός ναυτικής ασφαλίσεως - άρθρο 1 Μ.Ι.Α. 1906).
Εξάλλου, το περιεχόμενο κάθε συμβάσεως ασφαλίσεως προσδιορίζεται από το ασφαλιστήριο, τα παραρτήματά του, όπως αυτά τροποποιούνται κατά κανόνα και συμπληρώνονται από συνήθως επισυναπτόμενους τυπικούς όρους με τη μορφή ρητρών του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου για ασφάλιση Φορτίων κ.λπ., άπαντα δε τα ανωτέρω απαρτίζουν την ασφαλιστική σύμβαση ως ενιαίο όλο.
Περαιτέρω, το Αγγλικό Δίκαιο διαλαμβάνει περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ασφαλιστής είτε δεν δεσμεύεται από την ασφαλιστική σύμβαση είτε απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του από την ασφάλιση. Ειδικότερα, στο άρθρο 17 του Μ.Ι.Α. 1906 ορίζεται ότι "η ναυτική ασφάλιση βασίζεται επί της αρχής της υπέρτατης καλής πίστεως και αν η υπέρτατη καλή πίστη δεν τηρηθεί από οποιονδήποτε των συναλλασσόμενων, η σύμβαση δύναται να ακυρωθεί από το άλλο μέρος".
Η έννοια της "υπέρτατης καλής πίστεως" εκτείνεται πολύ πέρα από την έννοια του δόλου και συγκεκριμένα έχει ως αφετηρία απλώς την αποσιώπηση ή απόκρυψη ενός ουσιώδους περιστατικού ή την λανθασμένη ή πεπλανημένη δήλωση ή, σε επίγνωση του ασφαλισμένου, τη μη τήρηση ορισμένων βασικών προϋποθέσεων, αδιάφορα αν αυτές οι εσφαλμένες απεικονίσεις έγιναν με δόλια πρόθεση, από απλή αμέλεια, εκ παραδρομής ή από αδιαφορία.
Περαιτέρω, στο άρθρο 18 του νόμου Μ.Ι.Α. 1906 ορίζεται ότι: "1) Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή, πριν ολοκληρωθεί το συμβόλαιο, οποιοδήποτε ουσιώδες περιστατικό που είναι γνωστό σε αυτόν και ο ασφαλιζόμενος θεωρείται ότι είναι γνώστης όλων των περιστατικών που κατά την κανονική πορεία των εργασιών, θα έπρεπε να του ήταν γνωστά.
Αν ο ασφαλιζόμενος παραλείψει να προβεί σε τέτοια αποκάλυψη, ο ασφαλιστής έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει το συμβόλαιο. 2) Κάθε περιστατικό θεωρείται ουσιώδες, εφόσον μπορεί να επηρεάσει ένα συνετό ασφαλιστή στον προσδιορισμό του ασφαλίστρου ή στην απόφασή του να αναλάβει τον κίνδυνο... 4) Κατά πόσον ένα περιστατικό συγκεκριμένο, το οποίο δεν ανακοινώθηκε, είναι ή όχι ουσιώδες, κρίνεται κατά περίσταση".
Σύμφωνα δε, με το άρθρο 20 του νόμου Μ.Ι.Α. 1906, "1) Οποιαδήποτε ουσιώδης απεικόνιση που δίνεται από τον ασφαλιζόμενο ή τον πράκτορά του στον ασφαλιστή, κατά τη διαπραγμάτευση του συμβολαίου και πριν αυτό οριστικοποιηθεί, πρέπει να είναι αληθής. Εάν είναι αναληθής, ο ασφαλιστής έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει το συμβόλαιο. 2) Η απεικόνιση είναι ουσιώδης, εφόσον θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή ως προς τον προσδιορισμό του ασφαλίστρου ή ως προς την ανάληψη του κινδύνου".
Τόσο δε η παράλειψη ανακοινώσεως (non disclosure), που αναφέρεται στο άρθρο 18 του Μ.Ι.Α. 1906, όσο και η αναληθής απεικόνιση (misrepresentation) του άρθρου 20 του Μ.Ι.Α. 1906, οι οποίες αμφότερες είναι αρχές που απορρέουν και έχουν τις ρίζες τους στην "υπέρτατη καλή πίστη", έχουν ως συνέπεια, σε περίπτωση παραβάσεών τους, ότι καθιστούν τη σύμβαση ακυρώσιμη κατά την απόλυτη διακριτική ευχέρεια του βλαπτόμενου μέρους και συγκεκριμένα του ασφαλιστή, ο οποίος δικαιούται να αποστεί του συμβολαίου (βλ.
A.Π.308/2009). Ακόμη, το άρθρο 33 του ... δίδει τον ακόλουθο ορισμό για το τι σημαίνει "warranty", σημαίνει υποσχετική εγγύηση (promissory warranty), δηλ. εγγύηση, δια της οποίας ο ασφαλισμένος αναλαμβάνει την ευθύνη ότι ένα συγκεκριμένο πράγμα θα γίνει ή δεν θα γίνει, ή ότι κάποιος όρος θα πληρωθεί ή δια του οποίου ο ασφαλισμένος καταφάσκει ή αρνείται την ύπαρξη μιας ορισμένης καταστάσεως πραγμάτων. "Warranty" μπορεί να έχει συμφωνηθεί ρητώς ως "συμφωνηθείσα εγγύηση" (express warranty) ή να εξυπακούεται (implied warranty) και υπό την έννοια του άρθρου 33 επ.
Μ.Ι.Α. αποτελεί ουσιώδη όρο της ασφαλιστικής συμβάσεως, προς το περιεχόμενο του οποίου απαιτείται πάντοτε ακριβής, αυστηρή και κατά γράμμα συμμόρφωση. Η μη συμμόρφωση ελευθερώνει τον ασφαλιστή από κάθε ευθύνη εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως. Από τα εκτεθέντα προκύπτει ότι ο όρος "warranty", διατηρεί στο ασφαλιστικό δίκαιο έννοια διαφορετική από εκείνη που επικράτησε στο γενικό δίκαιο των συμβάσεων.
Στο ασφαλιστικό δίκαιο και στο δίκαιο της θαλάσσιας ασφαλίσεως ειδικότερα "warranty" σημαίνει "condition". Αποτελεί ακριβέστερα ιδιαίτερο είδος "condition" που απαντά στις ασφαλιστικές συμβάσεις και του οποίου η παράβαση παρέχει στον ασφαλιστή το δικαίωμα να αρνηθεί τη δέσμευση εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως. Σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς του με τον όρο αυτό και εφόσον δεν υπάρχει α) αντίθετη πρόβλεψη στο ασφαλιστήριο ή β) παραίτηση του ασφαλιστή από το δικαίωμα επικλήσεως της μη συμμορφώσεώς, ο ασφαλιστής, από την ημερομηνία της παραβάσεως της εγγυήσεως, απαλλάσσεται της ευθύνης προς αποζημίωση (Α.Π.1584/2011).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π.695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π.20/2005).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) προκειμένου να μεταφέρει τα φορτία ορυκτών που προμηθευόταν συνεργαζόταν με την εταιρία "...", η οποία αντικείμενο εργασιών έχει, μεταξύ των άλλων, τη θαλάσσια μεταφορά φορτίων ναυλώνοντας πλοία τρίτων, τα οποία στη συνέχεια υπεκναυλώνει στους ενδιαφερομένους.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ανωτέρω εταιρεία είχε αναλάβει τη μεταφορά του ανωτέρω φορτίου με το προαναφερόμενο πλοίο, του οποίου ήταν ναυλώτρια και το οποίο υπεκναύλωσε στην ενάγουσα. ...Ακολούθως συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, της ενάγουσας εκπροσωπούμενης από την προαναφερόμενη ..., που ενεργούσε για λογαριασμό της (ενάγουσας), η ένδικη υπ' αριθ. 30716081348/2.11.2007 σύμβαση, με την οποία η εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) ασφάλισε τη μεταφορά με το προαναφερόμενο πλοίο από τη Μήλο στη Βαρκελώνη, απροσδιόριστης (στο συμβόλαιο) ποσότητας ορυκτού περλίτη χύμα με "ασφαλισμένη αξία" 180.000 ευρώ και αντί ασφάλιστρου 540,02 ευρώ...
Στην ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκε ρητώς ότι αυτή καλύπτει απώλεια ή ζημία στο ασφαλιζόμενο φορτίο "ευλόγως οφειλόμενη" μεταξύ άλλων σε εισροή θαλασσίου, λιμναίου ή ποτάμιου ύδατος σε πλοίο, προβλέφθηκαν δε διάφορες εξαιρέσεις, μεταξύ άλλων και ότι σε καμία περίπτωση η ασφάλεια δεν κάλυπτε απώλεια, ζημία ή δαπάνη που προκαλείται από αναξιοπλοΐα του πλοίου ή ακαταλληλότητα αυτού για την ασφαλή μεταφορά του ασφαλισμένου αντικειμένου, όταν ο ασφαλισμένος ή οι προστηθέντες του γνωρίζουν αυτή την αναξιοπλοΐα ή ακαταλληλότητα κατά το χρόνο που το ασφαλισμένο αντικείμενο φορτώνεται στο πλοίο.
Όταν το προαναφερόμενο πλοίο κατέπλευσε στη Βαρκελώνη, στις 20.12.2007, διαπιστώθηκε ότι σημαντικό μέρος του φορτίου ευρισκόμενο στα υπ' αριθ. 1 και 2 κύτη είχε διαβραχεί με θαλάσσιο νερό που εισέρρευσε σε αυτά εξαιτίας σφοδρής θαλασσοταραχής. Ειδικότερα, κατά τον πλού, το πλοίο αντιμετώπισε σφοδρή θαλασσοταραχή ανοιχτά της νήσου Σαρδηνίας, εισέρρευσε θαλάσσιο νερό από τα καπάκια των αμπαριών νο 1 και νο 2 και το πλοίο έλαβε προς τα δεξιά κλίση δεκαπέντε μοιρών, κατέπλευσε δε στο λιμένα Κάλιαρι της Σαρδηνίας όπου και παρέμεινε προκειμένου να διενεργηθεί έλεγχος από την ομάδα Ελέγχου Κράτους Λιμένος, σύμφωνα με το Μνημόνιο των Παρισίων.
Ο έλεγχος κατέδειξε ότι τα διπύθμενα ήταν πληρωμένα με θαλασσινό νερό και τα καλύμματα στα ανοίγματα των κυτών του άνευ υδατογενούς προστασίας. Έγινε έλεγχος της καταστάσεως των διπυθμένων και ευρέθησαν πολλά ελαττώματα (συνολικά 54) στα δομημένα τμήματα της ατράκτου και 43 από αυτά κρίθηκαν σοβαρά και οδήγησαν στην απαγόρευση απόπλου του πλοίου.
Περαιτέρω, οι δεξαμενές έρματος με αριθμούς 4C και 2C ευρέθησαν με οπές από τις οποίες είχε εισρεύσει θαλασσινό νερό και πραγματοποιήθηκε προσωρινή επισκευή από τοπικό δύτη. Επίσης, τα ανοίγματα των κυτών ευρέθησαν να μην προσφέρουν στεγανοποίηση ως προς την είσοδο του θαλασσινού νερού. Οι τροχοί και τα κλείστρα βρέθηκαν σπασμένα σε διάφορα τμήματα, στο μηχανοστάσιο ο υδατοστεγής φράκτης (μπουλμές) βρέθηκε να έχει ρήγματα και οπές προς το κυρίως κατάστρωμα πλησίον του χώρου διαμονής του πληρώματος κι ευρέθησαν αρκετές οπές στο κυρίως κατάστρωμα στο δρόμο του άνω τμήματος του μηχανοστασίου και προς το κυρίως κατάστρωμα.
Εξαιτίας των ανωτέρω, απαγορεύθηκε ο απόπλους και το πλοίο παρέμεινε στο Κάλιαρι επί 33 ημέρες προκειμένου να διενεργηθούν οι απαραίτητες προσωρινές επισκευές, ώστε να επιτραπεί η συνέχιση του πλού προς Βαρκελώνη, στην οποία τελικά, το πλοίο έφθασε με καθυστέρηση ενός μηνός. Εκεί, διενεργήθηκε επιθεώρηση από την ισπανική εταιρεία ....
και διαπιστώθηκε ότι η βρεγμένη ποσότητα περλίτη ανερχόταν σε 2.060.900 κιλά και ότι διασώθηκαν σε καλή κατάσταση 839.100 κιλά. Η ζημία γνωστοποιήθηκε αμελλητί στην εναγόμενη ήδη από τις 2 Ιανουάριου 2008 και ακολούθως με αλληλουχία ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της γνωστοποιήθηκε η αποζημίωση που αξίωνε η ενάγουσα , συνολικού ύψους 174.572.73 ευρώ και από τι ειδικότερα απαρτιζόταν αυτή.
Η εναγόμενη ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, παρόλο που δεν αμφισβήτησε τη βλάβη του φορτίου, επικαλούμενη καταρχήν ότι το προαναφερόμενο πλοίο ήταν αναξιόπλοο, διότι σε χρόνο προγενέστερο της ένδικης συμβάσεως είχε υποστεί παρόμοια βλάβη στα κύτη του μετά από προσάραξη στον λιμένα Δικελί της Τουρκίας κι ότι αυτά δεν στεγανοποιήθηκαν με αποτέλεσμα να καταστεί ακατάλληλο για τη μεταφορά του ένδικου φορτίου, γεγονός που η ενάγουσα γνώριζε δια της αντιπροσώπου της ...
που ναύλωνε το εν λόγω πλοίο προκειμένου να εκτελεί θαλάσσιες μεταφορές, αλλά της το απέκρυψε και το οποίο εάν η εναγομένη γνώριζε δεν θα είχε προβεί στην ένδικη ασφάλιση. Ειδικότερα, ισχυρίζεται κατ' ένσταση η εναγόμενη ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά της ενάγουσας συνιστά παράβαση της αρχής της υπέρτατης καλής πίστεως που διέπει την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση, αλλά και παράβαση ρητώς συνομολογηθέντος όρου του ένδικου συμβολαίου και ζητεί την απόρριψη της αγωγής για το λόγο αυτό.
Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι το πλοίο ..., κατασκευής έτους 1973, στις 20.3.2007 απέπλευσε έμφορτο από το λιμένα Dikili της Τουρκίας με προορισμό τη Γένοβα Ιταλίας μεταφέροντας 2.880 μετρικούς τόνους ορυκτού περλίτη κυριότητας της εταιρείας ..., τη σχετική δε σύμβαση ναυλώσεως είχε συνάψει η εταιρεία ....
Σε απόσταση πέντε (5) ναυτικών μιλίων από το Δικελί, το εν λόγω πλοίο προσάραξε στα αβαθή και προκλήθηκε ρήγμα στο υπ' αριθ.2 κύτος αυτού, με αποτέλεσμα να υπάρξει εισροή θαλασσινού νερού μέσω των διπυθμένων προς τα κύτη του και να διαβραχεί το φορτίο. Παρέμεινε προσαραγμένο εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και τελικά κατέπλευσε έμφορτο στον Πειραιά, στις 29.4.2007, όπου και διατάχθηκε η απαγόρευση απόπλου έως ότου αποκατασταθούν οι βλάβες του.
Τελικά, ματαιώθηκε η μεταφορά του φορτίου στην Ιταλία και το πλοίο μεταφέρθηκε στις 8.10.2007 στο ναυπηγείο ..." στο Πέραμα, ανελκύθηκε και παρέμεινε εκεί μέχρι τις 31.10.2007, όταν και καθελκύθηκε. Επ' αυτού πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες εργασίες επισκευής. Εξασφάλισε δε αυτό το υπ' αριθ. 054-GrO1-011 πιστοποιητικό κλάσεως για το κύτος και τη μηχανή του από το ...
με ισχύ έως την 6.2.2008. Το προαναφερόμενο συμβάν, κατά το χρόνο συνάψεως της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, ήταν γνωστό στην ... η οποία συνεβλήθη στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση για λογαριασμό της ενάγουσας δηλαδή ως αντιπρόσωπός της και συνεπώς η γνώση των περιστατικών αυτών που έχουν επίδραση στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπό του αντιπροσώπου, δηλαδή από την ... (άρθρο 214 ΑΚ).
Της ήταν δε γνωστό το γεγονός αυτό, γιατί η ίδια είχε ναυλώσει το ανωτέρω πλοίο για τη μεταφορά του περλίτη από την Τουρκία στην Ιταλία τον Μάρτιο του 2007, η ίδια είχε ασφαλίσει το μεταφερόμενο φορτίο στην εταιρεία ... για λογαριασμό της εταιρείας ... και μετά το ανωτέρω ατύχημα ήρθε σε διαπραγματεύσεις με την τελευταία προκειμένου να συμβιβαστούν για τη ζημία που αυτή (κυρία του φορτίου) υπέστη εξαιτίας της διαβροχής του φορτίου και της ματαιώσεως της μεταφοράς του στην Ιταλία...
Όμως, η προαναφερόμενη εταιρεία, συμβαλλόμενη στο ένδικο ασφαλιστήριο ως εκπρόσωπος της ενάγουσας, δεν γνωστοποίησε το ανωτέρω γεγονός στην εναγόμενη πριν την κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με τη ρηθείσα αρχή της υπέρτατης καλής πίστεως. Η δε εναγόμενη σίγουρα δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως εάν γνώριζε τα προαναφερθέντα, αξιοσημείωτο δε είναι το γεγονός ότι η ένδικη ζημία προκλήθηκε κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που είχε προκληθεί και η αμέσως προηγούμενη ζημία.
Σύμφωνα με όλα αυτά, η πρόκληση της ένδικης ζημίας προδήλως οφείλεται στην αναξιοπλοΐα του πλοίου και στην ακαταλληλότητά του να μεταφέρει με ασφάλεια το ασφαλισμένο φορτίο, με αποτέλεσμα να εξαιρείται η κάλυψη της ζημίας σύμφωνα με τον προαναφερόμενο ρητό όρο του ασφαλιστικού συμβολαίου, η δε παράβαση εκ μέρους της ασφαλισμένης ενάγουσας, δια της αντιπροσώπου της, της πηγάζουσας από την αρχή της υπέρτατης καλής πίστεως υποχρεώσεώς της κατά την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως ασφαλίσεως να γνωστοποιήσει το ως άνω προηγούμενο και εντελώς πρόσφατο σε σχέση με το χρόνο καταρτίσεως της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως περιστατικό στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία ωθήθηκε να συνάψει την ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως αγνοώντας αυτό (περιστατικό), επέφερε την ακυρότητα της συμβάσεως και την απαλλαγή της εναγόμενης από την ευθύνη της προς καταβολή της αποζημιώσεως της, αλλ' ακόμα κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η σύμβαση ήταν έγκυρη, η εναγόμενη απαλλάσσεται από την υποχρέωσή της προς αποζημίωση γιατί πληρώθηκε ο προαναφερόμενος όρος εξαιρέσεως από την ασφάλιση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή της λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή ως βάσιμης της ένστασης της αναιρεσίβλητης περί απαλλαγής της από την ευθύνη προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε ο Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του αγγλικού νόμου Περί Θαλάσσιας Ασφάλισης του 1906 και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, α) ότι η πρόκληση της ένδικης ζημίας οφείλεται στην αναξιοπλοΐα του πλοίου και στην ακαταλληλότητά του να μεταφέρει με ασφάλεια το ασφαλισμένο φορτίο, β) ότι πριν την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης ασφάλισης το πλοίο είχε προσαράξει, στις 20-3-2007, στα αβαθή, εξ αιτίας δε αυτού προκλήθηκε ρήγμα στο υπ' αριθ. 2 κύτος αυτού και υπήρξε εισροή θαλασσινού νερού μέσω των διπυθμένων προς τα κύτη του, με αποτέλεσμα να παραμείνει προσαραγμένο για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακολούθως δε, στις 8-10-2007, μεταφέρθηκε στο ναυπηγείο ..." στο Πέραμα, όπου ανελκύθηκε και πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες εργασίες επισκευής, γ) ότι το εν λόγω συμβάν ήταν γνωστό, κατά το χρόνο συνάψεως της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως στην εταιρεία ...
η οποία συνεβλήθη στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση ως αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας, και συνεπώς, κατ' εφαρμογή του ελληνικού δικαίου, η εκ μέρους της γνώση των περιστατικών αυτών θεωρείται γνώση της αναιρεσείουσας, δ) ότι η ως άνω αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας, όμως, δεν γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη πριν την κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως το ανωτέρω εντελώς πρόσφατο σε σχέση με το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως γεγονός, όπως είχε υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του εφαρμοστέου αγγλικού δικαίου και σύμφωνα με την αρχή της υπέρτατης καλής πίστεως και ε) ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως εάν γνώριζε τα προαναφερθέντα, με συνέπεια, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, να θεμελιώνεται λόγος απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από την επίδικη ασφαλιστική κάλυψη και να καταφάσκεται η ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη σχετικής ένστασης.
Επομένως, ο τρίτος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι δεν έχει νόμιμη βάση και έχει αιτιολογίες αντιφατικές και ανεπαρκείς, καθώς δεν διευκρινίζει αν το αναφερόμενο ως "συμβάν", ή "περιστατικό" ή "γεγονός", αναφέρεται σε γνώση περί τη βλάβη που είχε υποστεί το εν λόγω πλοίο σε προηγούμενο ταξίδι του, ή σε γνώση περί του ότι έγιναν επισκευές στο πλοίο που ολοκληρώθηκαν λίγες ημέρες πριν τη σύναψη της επίδικης σύμβασης, ή σε γνώση περί του ότι τα κύτη του πλοίου δεν στεγανοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα να καταστεί ακατάλληλο για τη μεταφορά του φορτίου, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 214 Α.Κ. "τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδραση τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 213, 215 Α.Κ συνάγεται, ότι στην άμεση αντιπροσώπευση, επειδή ο αντιπρόσωπος εκδηλώνει κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας δική του βούληση και δεν μεταφέρει ως άγγελος τη βούληση του αντιπροσωπευόμενου, τα ελαττώματα της βουλήσεως, η έννοια του περιεχομένου της δηλώσεως, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών και η επίδραση τους στην δικαιοπραξία όταν ο νόμος συνδέει τον αποκλεισμό ορισμένων εννόμων συνεπειών κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, εκτός αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευόμενου, οπότε δεν μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεσθεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (Α.Π.708/2020, Α.Π.961/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο προέβη σε ψευδή ερμηνεία της γενικώς αποδεκτής αρχής του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, σύμφωνα με την οποία εφάρμοσε, στα ζητήματα που αναφύονται από την αντιπροσώπευση, το ελληνικό δίκαιο, ως το δίκαιο του τόπου όπου ο αντιπρόσωπος επιχείρησε την δικαιοπραξία (δηλαδή τη σύναψη της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης), προσδίδοντας σ' αυτήν μεγαλύτερο εύρος και συμπεριλαμβάνοντας και το ζήτημα της γνώσης του αντιπροσώπου σε θέματα όπως η αναξιοπλοϊα που δεν αφορά αυτή καθ' εαυτή τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και την αντιπροσωπευτική του ικανότητα για σύναψή της.
Όμως, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, ο αντιπρόσωπος εκδηλώνει κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας δική του βούληση και δεν μεταφέρει ως άγγελος τη βούληση του αντιπροσωπευόμενου τα δε ελαττώματα της βουλήσεως, η έννοια του περιεχομένου της δηλώσεως, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών και η επίδρασή τους στην δικαιοπραξία, όταν ο νόμος συνδέει τον αποκλεισμό ορισμένων εννόμων συνεπειών, κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη όσα παραπάνω αναφέρθηκαν και κρίνοντας το θέμα της γνώσης των κρίσιμων περιστατικών σχετικά με την αναξιοπλοΐα και ακαταλληλότητα του πλοίου από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 Α.Κ.
και 214 του Α.Κ. χωρίς να προσδώσει στην προαναφερόμενη γενική αρχή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου μεγαλύτερο εύρος απ' ό,τι πράγματι έχει. Επομένως τα αντίθετα, που, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., με τον ως άνω λόγο της αναίρεσής της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι αβάσιμα.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1/9/2020 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ... για αναίρεση της υπ` αριθ. 719/2019 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ