Supreme Court dismisses appeal for inadmissible ground regarding non-proposed facts constituting a denial rather than an independent claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision rejecting the respondent's ownership claim. The appellant argued the lower court erred by considering an unproposed fact regarding the respondent's acquisition of title through adverse possession. The court ruled this fact was not an independent claim but merely a justification for denying the appellant's original lawsuit, thus failing to meet the legal definition of a cassation ground.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 560(5) of the Code of Civil Procedure; A cassation ground is admissible only if the court considered facts not proposed or failed to consider proposed facts that are independent substantive claims, not merely justifications or denials of the opposing party's claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1984 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1984/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Χ. και Χ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στη ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Α. και Ε., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Άγγελου Ζερβού και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 659/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της 659/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, όπως διορθώθηκε οίκοθεν δυνάμει της 64/2020 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-3-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10-3-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 659/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 64/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 3/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... Κρήτης και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την διεκδικητική της κυριότητας ακινήτων αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσείοντος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1051 του ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας, με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής, επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις, του νομέα να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ' αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να είναι το πράγμα δικό του. Εξάλλου, επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής πρέπει, κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ και 338 ΚΠολΔ, ο ενάγων να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό (ακίνητο) και ότι ο εναγόμενος το νέμεται ή το κατέχει.
Αν όμως απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα του ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητας του εναγομένου. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο αποτελεί ένσταση αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή (ΑΠ 1496/2021, ΑΠ 1017/2021).
Εξάλλου, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με εκείνον του άρθρου 560 αρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (και 560) ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1633/2018).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 560 αρ. 6 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 (αριθ. 5 του άρθρ. 560) του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 1099/2020, 563/2020, 1133/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Οι διάδικοι είναι πρώτα εξαδέλφια. Ο απώτερος δικαιοπάροχος τους, παππούς τους, Ι. Ε. Α. Κ., είχε στην κυριότητα του ένα ακίνητο εμβαδού 400 περίπου τ.μ., κείμενο κατά μεν το βορεινό του τμήμα στη θέση "..." κατά δε το νότιο τμήμα στη θέση "..." στην Κοινότητα ...
δημοτικής ενότητας .... Ο ενάγων εκθέτει ότι το όλο ακίνητό αποκλειστικής του κυριότητας του (Α) σύμφωνα με τα αναφερόμενα σχετικά στην αγωγή του, κείται (στη θέση "..." ... Δήμου ..., έχει εμβαδόν 262,67 τμ και στο νότιο τμήμα αυτού υπάρχει η κατοικία του, παλιό διώροφο κτίσμα εμβαδού 100 τμ και συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία Γ.
Α., νότια με δημοτικό δρόμο, από ανατολή εν μέρει με ακάλυπτο οικόπεδο συγκυριότητας του, εν μέρει με ιδιωτική διάβαση πλάτους 4,50 μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία της εναγόμενης και δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Κ. και Α. Τ.. Το δε ακίνητο εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς του σε ποσοστό 8/32 (B) και συγκυριότητας κατά τα λοιπά της εναγόμενης περιγράφεται ως ακίνητο εμβαδού 94,85 τμ και συνορεύει νότια και ανατολικά με δημοτικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο, βόρεια με ακίνητο της εναγόμενης και δυτικά με το ακίνητο της αποκλειστικής του κυριότητας.
Οι τίτλοι που επικαλείται ο ενάγων για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του επί του υπό στοιχείο Α ακινήτου εκτάσεως 262,67 τμ είναι οι εξής: Για το βορινό, ακάλυπτο σήμερα οικόπεδο: α) το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής του τέως Συμβολαιογράφου ... Εμμανουήλ Εληώτη, νόμιμα μεταγεγραμμένου (τόμος ...
με α/α/... στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ...) κατά ποσοστό 6/16 εξ αδιαιρέτου, και β) το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο Συμβόλαιο του τέως Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Νικολάου Καναβάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου (τόμος ... με α/α/ ...), για τμήμα ακινήτου εμβαδού "...140 τμ περίπου τ.μ. ή όσης εκτάσεως είναι τούτο περισσότερο ή ολιγώτερο περικλειόμενο μέσα στα όριά του..." κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, ήτοι ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου.
Το υπόλοιπο, νότιο τμήμα του ίδιου συνεχόμενου ακινήτου εμβαδού 100 τ.μ. ή όσο είναι τούτο, εκθέτει ότι απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατόπιν άτυπης. δωρεάς της μητρός του, νεμόμενος το ως άνω ακίνητο από το έτος 1968, ασκώντας διακατοχικές πράξεις νομής ακώλυτα και αδιατάρακτα, όπως επίσης και τα λοιπά εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητάς του επί του βορεινού ακαλύπτου οικοπέδου (6/16).
Ειδικότερα, σύμφωνα με το με αρ. ως άνω ... συμβόλαιο, ο ενάγων απέκτησε από την Ε. χήρα Ι. Α. το 1/4 εξ αδιαιρέτου μιας ερειπωμένης οικίας, αποτελούμενης από ένα ισόγειο δωμάτιο και ένα σταύλο, αμφότερα χωματοσκεπή με την αυλή της (χωρίς αναφορά στο εμβαδόν του ακινήτου) που συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες βορείως κληρονόμων Δ.
Α., νοτίως κληρονόμων Ι. Α., προς δυσμάς Α. Τ. και Ι. Κ. και προς ανατολάς Α. Ι. Α. με δικαίωμα διαβάσεως εκ του υπάρχοντος και παρακείμενου ιδιωτικού δρόμου, πλάτους τεσσάρων (ως έχει τεθεί άνευ Συμβολαιογραφικής σφραγίδας ή σχετικής διόρθωσης, χειρόγραφα, επί του δακτυλογραφημένου κειμένου άνωθεν διαγραφής της λέξης δύο) και ημίσεως μέτρων περίπου.
Η ίδια διαγραφή και εγγραφή επί του συμβολαιογραφικού κειμένου υφίσταται και επί του με αριθμό ... συμβολαίου του παραπάνω Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Νικολάου Καναβάκη, νόμιμα μεταγεγραμμένου (τόμος ..., α/α/ ...), σύμφωνα με το οποίο η ως άνω πωλήτρια είχε αποδεχθεί την κληρονομιά του συζύγου της Ι. Ε. Α. και δη, το 1/4 εξ αδιαιρέτου του αμέσως ανωτέρω πωληθέντος στον ενάγοντα ακινήτου, που περιγράφεται ακριβώς όπως και στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.
Σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής ο ενάγων απέκτησε τα 6/16 εξ αδιαιρέτου από ένα οικόπεδο συνολικού εμβαδού 140 τ.μ. περίπου ή όσης έκτασης και αν είναι μέσα στα όρια του που "...έχει πλησιαστές σε όλο το οικόπεδο από βορά Σ. Α., από νότο άλλη αγοραστήν και Γ. Χ. Γ., από ανατολή Α. Α. και από τη δύση Α.
Τ. και κληρονόμους Ι. Κ., με δικαίωμα διαβάσεως εκ του υπάρχοντος και παρακείμενου ιδιωτικού δρόμου πλάτους τεσσάρων και μισού μέτρων περίπου", ενώ σ' αυτό υπάρχει μια ερειπωμένη οικία που αποτελείται "από ένα μικρό ισόγειο δωμάτιο και ενός σταύλου χωματοσκεπή". Όσον αφορά στο υπόλοιπο, νοτικό τμήμα του ίδιου συνεχόμενου ακινήτου εντός του οποίου υφίσταται παλαιά διώροφη οικοδομή εμβαδού κτίσματος 100 τ.μ.
περίπου, συνορεύει ως περιγράφεται στην αγωγή νοτίως με δρόμο, με ακίνητο Ι. Ε. Α. Κ., ανατολικά με συνιδιοκτησία του ενάγοντος και της εναγόμενης, βορείως με το προαναφερόμενο ως βορινό τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος και δυτικά με ιδιοκτησία Ι. Τ.. Περαιτέρω, όσον αφορά στο τμήμα των 100 τμ αυτό περιήλθε στη δικαιοπάροχο του ενάγοντος μητέρα του με το με αρ. ...
συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου ... Μιχαήλ Βελεγράκη, νόμιμα μεταγεγραμμένου (τόμος …α/α ...) σύμφωνα με το οποίο ο Ι. Ε. Α. Κ. προέβη σε δωρεά προς τη θυγατέρα του Χ. Α. συζ. Χ. Γ. οικοπέδου εντός του χωρίου ... της συνοικίας "..." εκτάσεως 100 τ.μ., συνορευόμενο με δρόμο, με ακίνητο του ίδιου του δωρητή σε δύο μεριές και με ακίνητο Α.
Τ.. Ο ίδιος ως άνω δωρητής με το με αριθμό ... συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου νόμιμα μεταγεγραμμένου (τόμος …α/α ... ) προέβη σε δωρεά προς τον υιό του, πατέρα της εναγόμενης Α. Ι. Α. Κ. μίας οικίας στη συνοικία "..." του χωρίου ..., αποτελούμενης από δύο ισόγεια δωμάτια ονταλίδικα μήκους και των δύο δωματίων εννέα γραμμικών μέτρων και πλάτους τεσσάρων γραμμικών μέτρων με ανάλογη αυλή και με μία κουζίνα επί της βόρειας πλευράς αυτής μήκους και πλάτους τεσσάρων γραμμικών μέτρων μετά των συστατικών και παραρτημάτων του οικοπέδου της, που συνορεύει με δρόμο σε δύο μεριές, με ιδιοκτησία Σ.
Α. και με ιδιοκτησία του ιδίου δωρητή σε δύο μεριές. Σημειώνεται ότι με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο ο δωρητής διατήρησε "το δικαίωμα οικήσεως επί του μικρού χωρίσματος της δωρουμένης οικίας και ολοκλήρου του οντά αυτής ..." ως επίσης το αυτό δικαίωμα και για την τότε σύζυγο του (τρίτη) με την οποία δεν απέκτησε τέκνα, μετά το θάνατο του και εφ όρου ζωής της.
Ως αποδείχθηκε, μετά το θάνατο των παραπάνω δικαιούχων δικαιώματος οικήσεως, τη χρήση και την νομή επί του ακινήτου απέκτησε ο κύριος τούτου, πατέρας της εναγόμενης και μετά το θάνατο, αυτού η ίδια η εναγόμενη. Προσέτι, ως αποδείχθηκε τη νομή επί των επιδίκων που εντοπίζονται σε έκταση εμβαδού 22 τ.μ. και 8,70 επί του βορινού ακινήτου και αποτυπώνονται υπό στοιχεία Ι-Κ-Λ-Μ-Ι και Η-Θ-Χ-Η, αντίστοιχα, στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Τ. καθώς και τη νομή επί τμήματος 94,85 τ.μ. που αποτυπώνεται με τα στοιχεία Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Σ-Τ-Υ-Δ στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό (για το οποίο ο ενάγων ζητεί την αναγνώριση της συγκυριότητάς του κατά 8/32 εξ αδιαιρέτου), ασκούσε ο δικαιοπάροχος της εναγόμενης και εν συνεχεία η ίδια, ουδέποτε δε ο ενάγων, ως αβάσιμα ισχυρίζεται.
Προκειμένης δε της διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου περί της απουσίας πράξεων νομής είτε από τον ενάγοντα είτε από τους δικαιοπαρόχους του εν αντιθέσει από τις πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου της εναγόμενης και εν συνεχεία της ίδιας, καταλυτικά επιδρούν, πέραν των λοιπών αποδεικτικών μέσων και οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων.
Ειδικότερα, ως αποδίδεται στην αναλυτική κατάθεση του μάρτυρος Κ. Α., ο οποίος από της γεννήσεώς του το έτος 1931 κατοικεί στους ... και είναι συγγενής των διαδίκων και μετά λόγου γνώσεως καταθέτει για το ακίνητο που πράγματι δώρισε ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων στη θυγατέρα του - μητέρα του ενάγοντος (100 περίπου τ.μ.), για την οικοδομή που ανηγέρθη σ' αυτό και την επικοινωνία του υπογείου με είσοδο και εσωτερική σκάλα από τον πλευρά του από τον κεντρικό δρόμο όπου υπήρχε τουαλέτα και όταν τούτο λειτουργούσε ως καφενείο, για την υψομετρική διαφορά μεταξύ του δρόμου και όλου του ακινήτου τόσον από την ανατολική του πλευρά όσο και από την νότια περί το 1 μέτρο, διαφορά που προφανώς απέκλειε την προσέγγιση της οικοδομής του ενάγοντος με αυτοκίνητο εν κινήσει, εξ ου και το όχημα του ενάγοντος τοποθετήθηκε με τη βοήθεια καδρονιών στο υπόγειο και τη συνδρομή δυο - τριών ατόμων και επιπλέον περιγράφει αναλυτικά τους χώρους που είχαν αναγερθεί στη βόρεια και δυτική πλευρά του ακινήτου και την μεταξύ τους - επικοινωνία.
Ιδία, ως προς το χώρο όπου κατοικούσε ο πατέρας της εναγόμενης μέχρι και το θάνατο του και για τον οποίο είχε διατηρήσει δικαίωμα οίκησης του ιδίου και της τρίτης συζύγου του με την οποία δεν είχε αποκτήσει, τέκνα, σημειώνεται ότι η ηλεκτροδότηση του γινόταν από το δίκτυο που εξυπηρετούσε τα κείμενα στη βορεινή πλευρά του ακινήτου κτίσματα με τα οποία επικοινωνούσε με μεσόπορτα δι' ο και ο εν λόγω λογαριασμός που εκδιδόταν ακόμη και μέχρι το έτος 2011 επ' ονόματι του πατέρα της εναγόμενης υπολογιζόταν επί εμβαδού 200 τ.μ..
Τούτο επιρρωνύει την κρίση περί λειτουργικής συνοχής του εν λόγω χώρου με το ακίνητο της εναγόμενης αφού άλλωστε, σε διάφορη περίπτωση αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο εν λόγω χώρος μετά του περιβάλλοντος του είχε μείνει αδιάθετος, θα υφίσταντο και λοιποί συγκληρονόμοι τούτου εφόσον ο απώτερος δικαιοπάροχός τους είχε και ακόμη δύο τέκνα, πέραν των διαδίκων.
Ως προς την διάταξη των χώρων που κείνται στα επίδικα και την επικοινωνία μεταξύ τους καταθέτουν επίσης αναλυτικά και οι λοιποί μάρτυρες της εναγόμενης (Χ. Τ., γεννηθείσα το έτος 1938, Ε. Μ. κάτοικοι ... από το έτος 1971) όπως επίσης και για τις πράξεις νομής (συντήρηση ακινήτων εντός των επίδικων) που ο δικαιοπάροχος της εναγόμενης και εν συνεχεία η ίδια έπρατταν μέχρι το έτος 1996 (οπότε απεβίωσε ο Α.
Α.) και το έτος 2012 (οπότε μεσολάβησε το γκρέμισμα των κτισμάτων ορισμένα εκ των οποίων είχαν πάντως γκρεμισθεί και ένεκα της παλαιότητάς τους και της πρόχειρης κατασκευής τους), αντίστοιχα. Τυχόν δε ευκαιριακές πράξεις νομής εκ μέρους του ενάγοντος δεν αποκλείεται ότι συντελέστηκαν στα επίδικα από το έτος 2012 οπότε και γκρέμισε παλαιά κτίσματα εντός των επίδικων τμημάτων και μέχρι να επιληφθεί η εναγομένη με την τοποθέτηση περίφραξης, ως τέτοιες αποτελούν α) η διέλευση από το ανατολικό τμήμα επί σκοπώ τοποθέτησης παλαιού οχήματος, άπαξ, στο υπόγειο της οικοδομής του ενάγοντος β) εναπόθεση ξύλων ανατολικότερα του διαδρόμου από τα σκαλιά της νοτιοανατολικής πλευράς του ακινήτου γ) γκρέμισμα τμήματος ακινήτου επί του επίδικου προς βοράν εν σχέσει με την οικοδομή του ενάγοντος, χωρίς ωστόσο οι πράξεις αυτές να καθιστούν τον ενάγοντα κύριο των επίδικων με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας.
Χαρακτηριστικές μάλιστα εν σχέσει με την τοποθέτηση του οχήματος του ενάγοντος στο υπόγειο καθ' ο τρόπο ώστε να αποκλείεται συννομή του επί του Β' επίδικου ακινήτου είναι και οι σχετικές αποστροφές των μαρτύρων που εξετάστηκαν με δική του πρόσκληση, Ν. Π. και Α. Τ., στην με αρ. ... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου ..., "Όσο αφορά το αυτοκίνητο από κάπου θα μπήκε και από κάπου θα βγει" και "Το αυτοκίνητο που κατεβάσανε τότε το κατεβάσανε από το χώρο από την ανατολική μεριά δεν ξαναβγήκε από τότε αν θέλουνε να το βγάλουνε αυτοί ξέρουνε από εκεί που το βάλανε θα το βγάλουνε".
Ως εκ τούτου ουδόλως αποδεικνύεται συστηματική χρήση του υπογείου της οικοδομής του ενάγοντος για τη στάθμευση οχήματος με τακτική διέλευση διά της προαναφερόμενης διαβάσεως, παρά τα όσα ισχυρίζεται ο ενάγων. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι καίτοι η οικοδομή του ενάγοντος φέρει "ανοίγματα" που θα δικαιολογούσαν και την πρόσβαση σ' αυτήν μέσω των επίδικων τμημάτων, ωστόσο ως αποδείχθηκε, αυτά έγιναν με την παραδοχή εκ μέρους του πατέρα του και της δικαιοπαρόχου μητρός του ενάγοντος ότι αποτελούσαν προσωρινές διαμορφώσεις της οικοδομής τους, εν γνώσει του ότι όταν θα έκτιζε ο πατέρας της εναγόμενης, ο οποίος εξάλλου αντέδρασε καθ' ο χρόνο πραγματοποιήθηκαν, θα ξαναέκλειναν, αφού δεν είχαν δικαίωμα άσκησης πράξεων νομής, συννομής, κυριότητας ή συγκυριότητας στο ακίνητο του ως άνω.
Πέραν τούτων, επί σειρά ετών η οικοδομή του ενάγοντος συντηρείτο κανονικά και ήταν λειτουργική εν αντιθέσει προς το ακίνητο της εναγόμενης όπου τα κτίσματα σταδιακά παρουσίαζαν εγκατάλειψη, ευχερώς διακριτή σε σύγκριση με το ακίνητο του ενάγοντος και που αποτυπώνεται και με φωτογραφικό υλικό και στους αντίστοιχους περιβάλλοντες χώρους τους.
Κατόπιν τούτων, κρίνεται ότι δεν αποδείχθηκε η ιστορική βάση της αγωγής. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την κυριότητα του ενάγοντος επί των επιδίκων τμημάτων 22 τ.μ. και 8.70 τ.μ. και τη συγκυριότητά του κατά ποσοστό 8/32 εξ αδιαιρέτου επί τμήματος 94,85 τ.μ.
υποχρεώνοντας την εναγομένη να αποδώσει τη νομή και συννομή των αντίστοιχα, έκανε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται κατ' αυτής η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο έφεσής της. Ως εκ τούτου η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη...".
Στη συνέχεια δε το Εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος, την οποία και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη. Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η ιστορική βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος και ότι ουδέποτε ο ίδιος ασκούσε τη νομή επί των επιδίκων ακινήτων, τυχόν δε ευκαιριακές πράξεις νομής εκ μέρους του δεν τον καθιστούν κύριο αυτών με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, ενώ αντίθετα έκρινε (με πλεοναστική αιτιολογία) ότι την νομή επί των ακινήτων αυτών ασκούσε ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια η ίδια, κατόπιν του ισχυρισμού της τελευταίας (αιτιολογημένη άρνηση) περί ιδίας κυριότητας.
Με τον πρώτο, από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 1045 ΑΚ και εσφαλμένα υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού πραγματικά περιστατικά στην ως άνω διάταξη, δεχθείσα άσκηση πράξεων νομής επί των επιδίκων ακινήτων εκ μέρους του φερομένου ως δικαιοπαρόχου πατέρα της αναιρεσίβλητης μέχρι το έτος 1996, οπότε και απεβίωσε και στη συνέχεια από την αναιρεσίβλητη, ως αποκλειστική νομέα αυτών μέχρι το έτος 2012, ήτοι κτήση της κυριότητας των επιδίκων εκ μέρους της με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Και τούτο διότι, και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν διεκόπη η άσκηση νομής από την αναιρεσίβλητη το έτος 2012, ουδόλως συμπληρώνεται στο πρόσωπό της το χρονικό διάστημα της εικοσαετούς άσκησης νομής μέχρι το έτος 2016, οπότε και ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής και η ένδικη αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., ενώ η προσβαλλόμενη δεν κάνει καμία αναφορά περί προσαυξήσεως του χρόνου νομής της αναιρεσίβλητης, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιου ισχυρισμού εκ μέρους της, η οποία ισχυρίστηκε ότι έγινε άτυπη δωρεά των επιδίκων από τον πατέρα της, Α.
Α. του Ι. προς την ίδια το έτος 1991 και αντίστοιχα άτυπη δωρεά του Ι. Α. ή Κ. προς τον τελευταίο το έτος 1965. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου την πιο πάνω διάταξη σχετικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι περιέχει ανεπαρκείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά την κτήση της κυριότητας της αναιρεσίβλητης στα ένδικα ακίνητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Επίσης με τον τέταρτο, από τον αριθ. 1α και 1β του άρθρου 560 ΚΠοΛΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, δεχόμενη την συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας αν και στην πραγματικότητα ο χρόνος χρησικτησίας της είχε διακοπεί από τις πράξεις νομής του αναιρεσείοντος στα ένδικα ακίνητα, οι οποίες κάθε άλλο παρά ευκαιριακές ήταν αλλά και από την άσκηση της από 21-4-2016 διεκδικητικής αγωγής του εναντίον της, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τα άρθρα 981, 1048, 1049 και 1050 ΑΚ, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αλλά παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεχόμενη ότι η αναιρεσίβλητη ασκούσε πράξεις νομής χρησικτησίας στα επίδικα ακίνητα, αν και αυτά παρουσιάζουν εικόνα εγκατάλειψης (τόσο το κτίσμα όσο και οι περιβάλλοντες χώροι αυτού), υπάγοντας εσφαλμένα τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στο πραγματικό της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, με αποτέλεσμα να δεχθεί στο πρόσωπο αυτής την συνδρομή των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας, αν και στην πραγματικότητα ουδεμία πράξη νομής είχε διενεργηθεί στα επίδικα από την ίδια για χρόνο πολύ πέραν της εικοσαετίας από τον χρόνο ασκήσεως της διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσείοντος.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, αφού η παραδοχή του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου περί μη κτήσης κυριότητας του αναιρεσείοντος με πρωτότυπο τρόπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) στα επίδικα ακίνητα, εξαιτίας της μη άσκησης σ' αυτά διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, στηρίζει επαρκώς την απορριπτική κρίση του ως προς τη μη απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής, οι πιο πάνω δε παραδοχές και αιτιολογίες ως προς τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας της αναιρεσίβλητης είναι πλεοναστικές και δεν θεμελιώνουν το διατακτικό αυτής (απόφασης).
Με τον δεύτερο, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 976, 977, 983 και 1045 ΑΚ, διότι περιέχει ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι την κτήση κυριότητας της αναιρεσίβλητης με βάση την έκτακτη χρησικτησία, αν και συνέτρεχε στο πρόσωπό του αναιρεσείοντος η κτήση κυριότητας στα επίδικα ακίνητα με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, καθώς δέχεται μεν ως πράξεις νομής αυτού εν γένει την τακτική συντήρηση της οικοδομής ιδιοκτησίας του και των περιβαλλόντων αυτήν χώρων, ωστόσο, αν και αποδέχεται την συνδρομή στο πρόσωπό του τουλάχιστον μερικών εκ των αναφερομένων σ' αυτήν πράξεων νομής ότι τελούνταν εκ μέρους του, στη συνέχεια αποφαίνεται ότι οι συγκεκριμένες πράξεις νομής και η επίσκεψη των επιδίκων, η συντήρησή τους, η χρήση των ανοιγμάτων της οικοδομής σε αυτά που υποδηλώνει διέλευση και καθημερινή επαφή με τα ως άνω επίδικα και επίσκεψη και άσκηση νομής επί τούτων, δεν οδηγούν στη θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας λόγω χρησικτησίας, αντιθέτως δε δέχεται ότι διενεργήθηκαν πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και μάλιστα επί εικοσαετία, αδιάλειπτα και αδιατάρακτα, επικαλούμενη συντήρηση των ακινήτων εντός των επιδίκων, ενώ επίσης δέχθηκε και την εγκατάλειψη του κτίσματος ιδιοκτησίας της, εκτεινόμενη (η εγκατάλειψη) και στους αντίστοιχους περιβάλλοντες χώρους των επιδίκων εδαφικών τμημάτων.
Επιπλέον δε, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, αν και η ύπαρξη δικαιώματος δουλείας οικήσεως στο πρόσωπο του Ι. Κ. προκύπτει σαφώς από το δωρητήριο συμβόλαιο, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι το δικαίωμα τούτο ασκούσε ο Α. Α. και ως εκ τούτου δικαιολόγησε την έκδοση λογαριασμού ΔΕΗ επ' ονόματι του και την εν γένει μόνιμη διαμονή του στο όμορο με τα επίδικα κτίσμα μέχρι το θάνατό του, για το οποίο επίσης δέχθηκε λειτουργική συνοχή με τα επίδικα, ως πράξεις νομής επ' ονόματι του.
Ο λόγος αυτός, όσον αφορά τις ως άνω πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την κτήση κυριότητας της αναιρεσίβλητης στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, είναι, κατά τα προαναφερθέντα στους προηγούμενους λόγους αναίρεσης, αλυσιτελής, ενώ όσον αφορά τις αιτιολογίες αυτής, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων δεν απέκτησε δικαίωμα κυριότητας στα πιο πάνω ακίνητα, είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της επίκλησης της ελλείψεως νομίμου βάσεως πλήττεται η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων και η αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 560 αρ. 5 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί, ούτε τέλος τα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 2044/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι για την θεμελίωση της προταθείσας από την αναιρεσίβλητη ενστάσεως ιδίας κυριότητας στα επίδικα ακίνητα, έλαβε υπόψη τον μη προταθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμό ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία λόγω άσκησης εικοσαετούς νομής σ' αυτά, την οποία απέκτησε ως αποκλειστική κληρονόμος του πατέρα της Α.
Α., μετά τον θάνατό του το έτος 1996, ενώ η ίδια με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον των πιο πάνω δικαστηρίων είχε ισχυρισθεί ότι είχε αποκτήσει την νομή των επιδίκων κατόπιν άτυπης δωρεάς εν ζωή από τον πατέρα της προς αυτήν το έτος 1991, ενώ ο τελευταίος με τον ίδιο τρόπο είχε αποκτήσει την νομή των επιδίκων από τον πατέρα του Ι.
Α. ή Κ. το έτος 1965. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αφού τα επικαλούμενα από αυτήν (αναιρεσίβλητη) περιστατικά ως προς το χρόνο κτήσης της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων είναι προγενέστερα και σύγχρονα εκείνων που αναφέρονται στην αγωγή.
Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-3-2020 αίτηση του Ι. Γ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 659/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 64/2020 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ