Legislator Case Law & Legislation
1983/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on death grounds and suspends rest due to conflicting precedent requiring Full Bench ruling.

Case Number 1983/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the death of one defendant and rejected the third ground of the bank's request. However, the court suspended the proceedings on the remaining grounds because conflicting precedents exist on causation and legislative intervention. Consequently, the case was remitted to the Full Bench to resolve these critical issues for the unity of jurisprudence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 563(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must suspend proceedings when conflicting precedents exist on fundamental issues of causation and legislative intervention, requiring remittal to the Full Bench to ensure judicial unity.

Keywords

AI generated
conflicting precedents causation in tort legislative intervention Full Bench remittal unity of jurisprudence death of party suspension of proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 563(b) of the Code of Civil Procedure
Article 249 of the Code of Civil Procedure
Article 27(2)(b) of Law 4938/2022

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1983 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1983/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και είναι νομίμως εγκαταστημένη στην Ελλάδα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και Μαρία Φερφέλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Π. Κ. του Β., κατοίκου ..., 3) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Γ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 5) Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 8) Ν. Π. του Κ., κατοίκου ..., 9) Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 10) Δ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 11) Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 12) Π. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 13) Μ.

Τ. του Δ., κατοίκου ..., 14) Α. Τ. του Κ., κατοίκου ... και 15) Χ. Χ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σκιαδιώτη, (η οποία ανακάλεσε την από 25-04-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως) πλην της έβδομης (Μ. Π. του Γ.), του ένατου (Ι. Σ. του Χ.), του δωδέκατου (Π.

Τ. του Π.) και του δέκατου τέταρτου (Α. Τ. του Κ.), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος, αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου δήλωσε: α) τη βιαία διακοπή της δίκης λόγω θανάτου της έβδομης αναιρεσίβλητης (Μ. Π.

του Γ.), όπως προκύπτει από τη με στοιχεία .../2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξίαρχου Δήμου Ραφήνας, β) τη βιαία διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του ένατου αναιρεσιβλήτου (Ι. Σ. του Χ.), όπως προκύπτει από την με στοιχεία .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Φαρκαδόνας Τρικάλων και τη συνέχισή της από τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του: 1) Α.

Σ., χήρας του αποβιώσαντος Ι. Σ., κάτοικο ..., 2) Χ. Σ. του Ι., κάτοικο ..., γ) Μ. Σ. του Ι., κάτοικο ..., δ) Ν. Σ. του Ι., κάτοικο ..., και ε) Α. Σ. του Ι., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ίδια, και 3) τη βιαία διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του δέκατου τέταρτου (Α. Τ. του Κ.), όπως προκύπτει από τη με στοιχεία .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξίαρχου Βύρωνος Αττικής και τη συνέχισή της από τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του: 1) Μ.

Τ. του Δ., κάτοικο ..., 2) Α. Ζ. του Β., κάτοικο ..., 3) Ν. Τ. του Δ., κάτοικο ..., 4) Σ. Τ., (S. C.) του Γ., κάτοικο ..., 5) Κ. Τ. του Δ., κάτοικο ..., 6) Χ. Φ. του Ι., κάτοικο ..., 7) Π. Φ. του Ι., κάτοικο ..., 8) Α. Φ. του Ι., κάτοικο ..., 9) Γ. Φ. του Ι., κάτοικο ..., 10) Ε. Π. του Β., κάτοικο ..., 11) Μ. Ν. του Β., κάτοικο ..., 12) Ι. Μ. (Y. M.) του Β., κάτοικο ..., 13) Ι. Μ. του Β., κάτοικο ..., και 14) Ι.

Τ. του Σ., κάτοικο ... οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-04-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2844/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3505/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία με την από 24-11-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) είτε με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ` άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε αυτός είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του διαδίκου για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 1287/2022).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ (ΑΠ 1287/2022, 1305/2020). Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις, σαφώς συνάγεται ότι, η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, μπορεί να γίνει και στον παραστάντα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο του απόντος αναιρεσίβλητου, ο οποίος είναι αντίκλητος αυτού εκ του νόμου (ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 474/2022).

Στην κρινόμενη υπόθεση, από την προσκομιζομένη από την αναιρεσείουσα με αριθμό ....2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Μ. Α., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 24.11.2023 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού α) της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου προς συζήτηση της αίτησης και β) προθεσμίας κοινοποίησης αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν την δικάσιμο, και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην δικηγόρο Αθηνών Μαρία Σκιαδιώτη, η οποία είναι αντίκλητος των αναιρεσιβλήτων, όπως προαναφέρθηκε, αφού είναι η πληρεξούσια δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτούς κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

Κατά την συζήτηση της υπόθεσης όμως στην ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ο δωδέκατος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκε και γι' αυτό, αφού κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του, δικάζοντας σαν να ήταν και αυτός παρών.

Η κρινόμενη από 24.11.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 3505/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της νόμιμης προθεσμίας από την επίδοση της τελευταίας στις 25.10.2023 (σχετ. προσκ. με αριθμό ....2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ.

Ν. Κ.) και την κατάθεσή της στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 24.11.2023 με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 553, 554, 556, 558, 564 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287 παρ. 1, 290 ΚΠολΔ οι οποίες εφαρμόζονται και στη δίκη για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ιδίου κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 του ΑΚ προκύπτει, ότι αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 287 παρ. 1, από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν την δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωσή του που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, με την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, λόγω μη αμφισβήτησης, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντoς τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (28.4.2025), δεν εμφανίστηκαν οι έβδομος, ένατος, δωδέκατος και δέκατος τέταρτος των αναιρεσιβλήτων.

Η πληρεξουσία Δικηγόρος αυτών Μαρία Σκιαδιώτη, δήλωσε την βιαία διακοπή της δίκης λόγω θανάτου της έβδομης των αναιρεσιβλήτων, Μ. Π. (σχετ.προσκ. με αριθμό .../2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου Ληξιάρχου Ραφήνας- Πικερμίου), καθώς και την βιαία διακοπή της δίκης λόγω θανάτου των ενάτου και δεκάτου τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, και τη συνέχιση αυτής από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους ενός εκάστου των θανόντων.

Συνεπώς, η κατά τα ως άνω βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται (α) από τους Α. Σ., χήρας Ι. Σ., Χ. Σ. του Ι., Μ. Σ. του Ι., Ν. Σ. του Ι., και Α. Σ. του Ι., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ενάτου των αναιρεσιβλήτων Ι. Σ. (σχετ. προσκ. .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου Ληξιάρχου Φαρκαδόνας Τρικάλων, με αριθμό 10/2024 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου Ειρηνοδικείου Τρικάλων) και (β) από τους Μ. Τ. του Δ., Α. Ζ. του Β., Ν. Τ. του Δ., Σ. Τ. του Γ., Κ. Τ. του Δ., Χ. Φ. του Ι., Π. Φ. του Ι., Α. Φ. του Ι., Γ. Φ. του Ι., Ε. Π. του Β., Μ. Ν. του Β., Ι. Μ. του Β., Ι. Μ. του Β. και Ι. Τ. του Σ. ως εκ διαθήκης κληρονόμων του Α. Τ. (σχετ. προσκ. με αριθμό .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Βύρωνος Αττικής και με αριθμό .../2023 διάταξη κληρονομητηρίου του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, δεδομένου ότι η εκπροσωπηθείσα από τους πληρεξουσίους της Δικηγόρους, Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και Μαρία Φερφέλη, αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία, ούτε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της προσθήκης εγγράφως με την κατάθεση σημειώματος, ούτε στο ακροατήριο με δήλωση των άνω πληρεξουσίων της, αμφισβήτησε την ιδιότητα των άνω παρασταθέντων, που συνεχίζουν τη δίκη, ως κληρονόμων των παραπάνω αποβιωσάντων( ΟλΑΠ 22/2000, AΠ 122/2022, ΑΠ 399/2018, ΑΠ 1978/2008, ΑΠ 1860/2007).

Αναίρεση επιτρέπεται, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, και αν το δικαστήριο της ουσίας έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Το πλαίσιο της δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, ήτοι της εξουσίας της Πολιτείας προς άσκηση της δικαστικής λειτουργίας καθορίζεται από τα άρθρα 94 παρ. 2,3 και 4 του Συντάγματος και 1, 3, 12 επ., 22 επ. του ΚΠολΔ. Στην εξουσία αυτή της Πολιτείας, όπως οριοθετείται από το νόμο, υπάγονται όλες οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου.

Συνεπώς, το αντικείμενο της δίκης στα πολιτικά δικαστήρια είναι μόνο έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβητήσεις ή έριδες των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα. Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει, στις περιπτώσεις, που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υπόθεσης, μολονότι η συγκεκριμένη υπόθεση, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού οργάνου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών ή στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου ή είχε υπαχθεί εγκύρως στη διαιτησία ή συνέτρεχε προνόμιο ετεροδικίας ( ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 473/2021, ΑΠ 366/2020).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει, τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί, στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 966/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο κατά το πρώτο αυτού σκέλος, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι αυτή εκδόθηκε επί θέματος που υπερβαίνει τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γιατί το Εφετείο έκρινε περί των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας, που καθορίζουν τη φερεγγυότητά της αναιρεσείουσας τράπεζας, ζήτημα για το οποίο όμως μόνες αρμόδιες να αποφανθούν είναι οι Διοικητικές Αρχές που την εποπτεύουν και δη η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κεντρικών Τραπεζών, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και η Τράπεζα της Ελλάδος. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε τα πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση της ως άνω αιτίασης στο δικαστήριο ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι και αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθώς το αντικείμενο της παρούσας δίκης, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης, είναι η αποζημίωση των αναιρεσίβλητων από την αναιρεσείουσα Τράπεζα, λόγω αντισυμβατικής, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της τελευταίας και των προστηθέντων υπαλλήλων της, αντικείμενο που υπάγεται αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, έχουν δικαιοδοσία να αποφανθούν, έστω και παρεμπιπτόντως, επί κάθε θέματος, ακόμα και διοικητικής φύσης, το οποίο αποτελεί πρόκριμα και είναι αναγκαίο για την επίλυση της ιδιωτικής διαφοράς, που φέρεται ενώπιον τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (γενεσιουργό λόγο ευθύνης), επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, και μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική, ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 342/2021).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 342/2021).

Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου, κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας - πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενη με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη, υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας.

Με την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός, να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα (ΑΠ 2061/2022).

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστερών. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1182/2021). Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 914/2021).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του. Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 832/2022, ΑΠ 914/2021, ΑΠ 1269/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.

Συνεπώς, για να υπάρχει σχέση πρόστησης, αρκεί να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 1100/2022, ΑΠ 47/2020, Α.Π. 797/2014).

Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εκτελέσεως της υπηρεσίας, αλλά μπορεί και αρκεί να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 221/2022).

Η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα είναι αδιάφορη και αρκεί το γεγονός, ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 290/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η εφεσίβλητη (εναγόμενη) αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία εδρεύουσα στη Λευκωσία της Κύπρου είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα, διατηρούσε δε κατά τον κατωτέρω αναφερόμενο στο σκεπτικό κρίσιμο χρόνο ικανό αριθμό υποκαταστημάτων ανά την ελληνική επικράτεια, διενεργώντας ευρύ φάσμα τραπεζικών και εν γένει χρηματοοικονομικών εργασιών.

Στις 30.4.2008 το ΔΣ αυτής αποφάσισε την έκδοση επενδυτικού προϊόντος υπό τον τίτλο "ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΧΡΕΟΓΡΑΦΑ 2013/2018" (εφεξής ΜΧ 2013/2018) ειδικότερα δε, την έκδοση έως 573.409.701 ΜΧ 2013/2018, ονομαστικής αξίας εκάστου ενός (1) ευρώ, με δικαίωμα προτεραιότητας εγγραφής υπέρ των τότε υφισταμένων μετόχων της. Στις 25.6.2008 εκδόθηκε από την εφεσίβλητη (εναγόμενη) το Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου "ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΉ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΧΡΕΟΓΡΑΦΩΝ 2013/18", στην πρώτη σελίδα του οποίου αναφέρεται ότι "Η έγκριση του παρόντος εγγράφου δεν συνεπάγεται παρότρυνση προς το επενδυτικό κοινό για επένδυση στον εκδότη.

Πριν τη λήψη της επενδυτικής του απόφασης το επενδυτικό κοινό προτρέπεται να συμβουλεύεται το σύμβουλο επενδύσεών του. Η επένδυση στους τίτλους του Εκδότη συνεπάγεται κινδύνους, οι οποίοι περιγράφονται στο μέρος με τίτλο "ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ" του Δελτίου Παρουσίασης Εκδότη ημερομηνίας 21 Μαΐου 2008 και του Σημειώματος Εκδιδόμενου Τίτλου.

Ο επενδυτής πρέπει να βασίζει οποιαδήποτε επενδυτική απόφασή του στην εξέταση του Ενημερωτικού Δελτίου ως σύνολο". "Επιτόκιο: Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα θα φέρουν σταθερό επιτόκιο 6,5% για τις πρώτες δύο περιόδους τόκου δηλ. μέχρι τις 30 Ιουνίου 2009 και ακολούθως κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αναθεωρείται στην αρχή της κάθε περιόδου τόκου και θα ισχύει για τη συγκεκριμένη περίοδο τόκου.

Για την περίοδο 30 Ιουνίου 2009 - 30 Ιουνίου 2013 το κυμαινόμενο επιτόκιο θα είναι ίσο με το επιτόκιο Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε περιόδου τόκου συν περιθώριο 1,00%. Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν προβεί στην εξαγορά των Μετατρέψιμων Χρεογράφων, τότε για την περίοδο 1 Ιουλίου 2013 - 30 Σεπτεμβρίου 2018 το κυμαινόμενο επιτόκιο θα είναι ίσο με το επιτόκιο Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε περιόδου τόκου συν περιθώριο 2,00%.

Περίοδος Τόκου και Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου : Η περίοδος τόκου είναι εξαμηνιαία και ο τόκος θα πληρώνεται σε μετρητά στο τέλος κάθε περιόδου τόκου. Ως Ημερομηνίες Πληρωμής Τόκου ορίζονται η 30η Ιουνίου και η 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Περίοδος Μετατροπής : 15 - 30 Σεπτεμβρίου και 15 - 31 Μαρτίου κάθε έτους. Πρώτη Περίοδος Μετατροπής: 15 - 30 Σεπτεμβρίου 2010.

Τελευταία Περίοδος Μετατροπής: 15 - 31 Μαρτίου 2013. Τιμή Μετατροπής 10,50 €. Τελευταία ημερομηνία αποπληρωμής: 30 Ιουνίου 2018. Τιμή αποπληρωμής: Στο άρτιο, δηλ. στο €1 ανά αξία. Εξαγορά (Redemption) και αγορά: Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας και κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να εξαγοραστούν από την Τράπεζα, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους κατά τις 30 Ιουνίου 2013 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται.

Προτεραιότητα (Subordination): Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα κατατάσσονται σε ίση προτεραιότητα προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων ελάσσονος προτεραιότητας. Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Χρεογράφων είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι καταθέτες ή άλλοι πιστωτές, των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών.

Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Χρεογράφων έχουν προτεραιότητα έναντι των κατόχων Αξιογράφων Κεφαλαίου και μετόχων της Τράπεζας. Προορισμός υπό άντληση κεφαλαίων : Ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας του Συγκροτήματος και μαζί με τα προβλεπόμενα στο τριετές Σχέδιο του Συγκροτήματος αυξημένα αδιανέμητα κέρδη, θα μπορούν να επενδυθούν για την ανάπτυξη των εργασιών του Συγκροτήματος, τόσο οργανικά, όσο και μέσω εξαγορών.

Εισαγωγή στο ΧΑΚ και στο ΧΑ : Υποβλήθηκε αίτηση για εισαγωγή των Μετατρέψιμων Χρεογράφων στο ΧΑΚ και το ΧΑ και αναμένονται οι εγκρίσεις από τα αρμόδια όργανα των δύο χρηματιστηρίων". Καθ' όσον αφορά στους κινδύνους του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, στο αυτό ως άνω έγγραφο της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας αναφέρονται τα ακόλουθα : "ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ :

Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται στο παρόν Περιληπτικό Σημείωμα, στο Δελτίο Παρουσίασης Εκδότη, στο Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο και στο Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται παρακάτω, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα τα οποία παρέχουν δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές.

Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των Μετατρέψιμων Αξιογράφων και των μετοχών της Εταιρείας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιασδήποτε επένδυσης σε αυτές.

Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που θεωρούνται επουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος.

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΧΡΕΟΓΡΑΦΑ : Μη επαρκής κάλυψη της παρούσας έκδοσης των Μετατρέψιμων Χρεογράφων - Επιτοκιακός Κίνδυνος - Εξαγορά (Redemption) και Αγορά - Προτεραιότητα (Subordination) - Περιορισμοί έκδοσης χρεογράφων - Επίδραση της έκδοσης των Μετατρέψιμων Χρεογράφων στην τιμή της μετοχής - Εμπορευσιμότητα των μετοχών που θα προκύψουν από τη μετατροπή των Μετατρέψιμων Χρεογράφων - Εμπορευσιμότητα και διακυμάνσεις τιμών των Μετατρέψιμων Χρεογράφων.

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΟΧΕΣ : Το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και το Χρηματιστήριο Αθηνών έχουν χαμηλότερη ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια - Η τιμή των μετοχών ενδέχεται να παρουσιάσει διακυμάνσεις. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ :

Το Συγκρότημα υπόκειται σε κινδύνους, οι οποίοι δεν είναι υπό τον έλεγχό του και αν παρουσιαστούν σε σημαντικό βαθμό, ενδέχεται να επηρεάσουν τα οικονομικά του αποτελέσματα και να δημιουργήσουν πρόβλημα στην πληρωμή τόκου των Χρεογράφων ή και του ίδιου του κεφαλαίου. Οι κίνδυνοι αυτοί συνοψίζονται πιο κάτω : - Υπάρχει ο κίνδυνος το Συγκρότημα να μην επιτύχει τους στρατηγικούς του στόχους όπως έχουν τεθεί στο τριετές στρατηγικό του πλάνο με δυσμενείς επιπτώσεις στα αποτελέσματα και τη χρηματοοικονομική θέση του Συγκροτήματος - Οι Μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό ποσοστό του Δανειακού Χαρτοφυλακίου του Συγκροτήματος - Κίνδυνος ρευστότητας - Το ρυθμιστικό πλαίσιο του κυπριακού τραπεζικού τομέα μεταβάλλεται - Οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στον Κυπριακό, Ελληνικό και Διεθνή Χώρο - Ένταση ανταγωνισμού - Νομικός κίνδυνος (litigation risk) - Οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο και αλλού θα μπορούσαν να επηρεάσουν δυσμενώς τη λειτουργία του Συγκροτήματος ... ".

Εν τέλει η εφεσίβλητη (εναγομένη) στις 8.8.2008 με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε την έναρξη της διαπραγμάτευσης των ΜΧ 2013/2018 στο Χ.Α. Κύπρου και στο Χ.Α. Αθηνών, η δε έκδοση των ανωτέρω επενδυτικών προϊόντων, με την οποία σκοπήθηκε η ενίσχυση του δευτεροβαθμίου κεφαλαίου της (Trier 2) καλύφθηκε πλήρως, όπως συνομολογείται και δεν αμφισβητείται ειδικώς από αμφότερα τα διάδικα μέρη.

Περαιτέρω, με σκοπό την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με την από 25.2.2009 ανακοίνωσή του, γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση αυτής την έκδοση ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, των "Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου" (εφεξής χάριν συντομίας :

Μ.Α.Κ.), μέχρι του ποσού των εξακοσίων σαράντα πέντε εκατομμυρίων ευρώ (645.000.000 €). Πράγματι, στις 30.4.2009, η εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία, με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό, γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 30.4.2009 Ενημερωτικό Δελτίο "ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 645.327.822 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ € 1,00 ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ".

Καθ' όσον αφορά στους βασικούς όρους εκδόσεως του ως άνω επενδυτικού προϊόντος, στο Τμήμα Ι (Περιληπτικό Σημείωμα) του ως άνω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακολούθα : "Προσφερόμενες αξίες : Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου αορίστου διαρκείας. Ύψος έκδοσης : Μέχρι € 645.327.822. Ονομαστική αξία :

€ 1,00 (στο άρτιο). Τιμή έκδοσης : Στο άρτιο σε αξίες του € 1 και πολλαπλάσια αυτού ... Τρόπος καταβολής αντιπαροχής : Οι Δικαιούχοι, αλλά και οι λοιποί αιτητές, δύνανται να εγγραφούν στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής, είτε σε μετρητά, είτε με την καταβολή Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 της Τράπεζας αντίστοιχης ονομαστικής αξίας.

Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/18 που θα καταβληθούν ως αντιπαροχή και θα γίνουν αποδεκτά για εγγραφή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου της Τράπεζας, θα ακυρωθούν και η Τράπεζα θα παύσει να έχει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις σχετικά με αυτά. Η Τράπεζα θα καταβάλει για την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2009 μέχρι 5 Ιουνίου 2009 τους δεδουλευμένους τόκους των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 τα οποία θα γίνουν αποδεκτά ως αντιπαροχή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου.

Καθεστώς εξασφάλισης : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος διαβάθμισης (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα (rank pari passu) μεταξύ τους. Προτεραιότητα κατάταξης : Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου της παρούσας έκδοσης:

είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι : καταθέτες ή άλλοι πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών, πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated), πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου, κάτοχοι χρεογράφων της Τράπεζας των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) - είναι ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων ελάσσονος προτεραιότητας, που πληρούν τα κριτήρια για περίληψη στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Τράπεζας - έχουν προτεραιότητα μόνο έναντι των μετόχων της Τράπεζας.

Καμία πληρωμή σε σχέση με τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δεν θα καθίσταται πληρωτέα, εκτός και αν η Τράπεζα είναι φερέγγυα (solvent) και θα μπορεί να συνεχίσει να είναι φερέγγυα (solvent), ευθύς αμέσως μετά την πληρωμή. Διάρκεια : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης (βλέπε "Εξαγορά" πιο κάτω).

Επιτόκιο : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 5,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2014 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Πληρωμή Τόκου : Ο τόκος είναι πληρωτέος σε εξαμηνιαία βάση στο τέλος κάθε περιόδου Πληρωμής Τόκου.

Ως ημερομηνίες Πληρωμής Τόκων ορίζονται η 30η Ιουνίου και η 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Κάθε Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Κεφαλαίου θα παύει να φέρει Τόκο από την ημερομηνία εξαγοράς ή μετατροπής του. Δικαίωμα Μετατροπής : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δύνανται, κατ' επιλογή του κατόχου τους, να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές της Τράπεζας κατά τις Περιόδους Μετατροπής.

Τιμή Μετατροπής : € 5,50 ανά συνήθη μετοχή της Τράπεζας ονομαστικής αξίας € 1,00. Περίοδοι Μετατροπής : 15 - 30 Σεπτεμβρίου & 15 - 31 Μαρτίου κάθε έτος μέχρι το 2014. Πρώτη Περίοδος Μετατροπής : 15 - 30 Σεπτεμβρίου 2010. Τελευταία Περίοδος Μετατροπής : 15 - 31 Μαρτίου 2014. Εξαγορά (Redemption) : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας, να εξαγοραστούν στο σύνολό τους, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2014 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο, εκτός εάν η Κεντρική Τράπεζα κρίνει ότι η Τράπεζα διαθέτει ικανοποιητική επάρκεια κεφαλαίου.

Τιμή Εξαγοράς : Στο άρτιο, δηλ. στο € 1 ανά Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Κεφαλαίου. Προορισμός Προϊόντος Έκδοσης : Το καθαρό προϊόν από την έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου θα ενισχύσει την Τράπεζα με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο βοηθώντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας ...

Εισαγωγή και Διαπραγμάτευση : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα εισαχθούν και θα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εφόσον ληφθούν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές". Στο Μέρος Α' του Τμήματος

ΙΙ του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρεται σχετικώς με τους κινδύνους της επενδύσεως ότι: "Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται ή ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου τα οποία παρέχουν δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές.

Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και των μετοχών της Εταιρείας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιασδήποτε επένδυσης σε αυτά.

Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται ουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος", ακολούθως περιγράφονται οι σχετιζόμενοι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος της εν λόγω αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας κίνδυνοι (κίνδυνος από τις επικρατούσες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οικονομικές συνθήκες, κίνδυνος επιτοκίων, κίνδυνος από τις μεταβολές στις τρέχουσες τιμές μετοχών και άλλων αξιών, συναλλαγματικός κίνδυνος, κίνδυνος σχετικώς με τους δανειζομένους και την πιστωτική ικανότητα των αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας, κίνδυνος μεταβολών των συνθηκών της αγοράς με συνέπεια αρνητικές αναπροσαρμογές στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος μη ικανοποιητικής κεφαλαιακής επάρκειας για κάλυψη των ελαχίστων εποπτικών απαιτήσεων, κίνδυνος αστοχίας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργιών του Συγκροτήματος, κίνδυνος μεταβολής του σχετικού ρυθμιστικού ή νομικού πλαισίου, νομικός κίνδυνος, φορολογικός κίνδυνος, κίνδυνος εκθέσεως σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κίνδυνος απώλειας ανωτέρων διευθυντικών στελεχών και άλλου προσωπικού, ασφαλιστικός κίνδυνος, κίνδυνος διακοπής ή παραβιάσεως των συστημάτων πληροφορικής του Συγκροτήματος, κίνδυνος γενέσεως προσθέτων υποχρεώσεων για ωφελήματα αφυπηρετήσεως προσωπικού).

Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στους κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με την εν λόγω έκδοση Μ.Α.Κ., ρητώς προβλέπεται (υπό τον τίτλο " Ακύρωση Πληρωμής Τόκων") ότι: "Η Τράπεζα μπορεί κατά τη διακριτική της ευχέρεια να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου. Πριν από την ημερομηνία οποιασδήποτε Πληρωμής Τόκου, αν η Τράπεζα, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, διαπιστώσει ότι δεν τηρεί τη σχετική Κεφαλαιακή Επάρκεια, όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή ότι η Πληρωμή Τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την προαναφερόμενη Κεφαλαιακή Επάρκεια, τότε η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την Πληρωμή τέτοιων Τόκων, στα πλαίσια των "Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου" ως περιγράφεται στον Όρο 4.

Οποιαδήποτε τέτοια Ακύρωση Πληρωμής Τόκου θα ικανοποιηθεί από την Τράπεζα μόνο: (i) κατά την εξαγορά των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και (ii) κατά την εξαγορά, ανταλλαγή ή αλλαγή των Όρων λόγω αλλαγών στο θεσμικό και φορολογικό πλαίσιο που διέπει τις εκδόσεις Πρωτοβάθμιου Κεφαλαίου και ιδιαίτερα τις εκδόσεις Αξιογράφων Κεφαλαίου.

Οποιαδήποτε Ακύρωση Πληρωμής Τόκου δύναται να ικανοποιηθεί (εκτός σε περίπτωση διάλυσης και στις περιπτώσεις που περιγράφονται στον Όρο 6 μόνο με το προϊόν έκδοσης Μετοχών της Τράπεζας μέσω του Εναλλακτικού Μηχανισμού Ικανοποίησης Πληρωμής Τόκου. Η πληρωμή τόκων προς τους κατόχους Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου θα γίνεται πάντοτε σε μετρητά.

Αν η Τράπεζα δεν δύναται να προβεί στην πληρωμή τόκων σε μετρητά, δύναται να καλύψει την πληρωμή τόκων μέσω έκδοσης μετοχών στους κατόχους των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου κατόπιν έγκρισης της έκδοσης από Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Τράπεζας" και (υπό τον τίτλο "Εξαγορά -Redemption και Αγορά") ότι: "Η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οι Κάτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την Τράπεζα...", ενώ επισημαίνεται (υπό τον τίτλο: "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δεν αποτελούν κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές") ότι: "Κάθε πιθανός επενδυτής σε οποιαδήποτε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου πρέπει να αξιολογήσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.

Συγκεκριμένα, κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει : (i) να έχει απαραίτητη γνώση και εμπειρία έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβεί σε ουσιαστική αξιολόγηση των όρων των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου, των δικαιωμάτων και κινδύνων που εμπεριέχονται στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται ή που ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, (ii) να έχει την κατάλληλη γνώση και πρόσβαση σε εργαλεία ανάλυσης, έτσι ώστε να αξιολογήσει, στα πλαίσια της ιδιαίτερης κατάστασής του, την επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τις επιπτώσεις που δύναται να επιφέρει μια τέτοια επένδυση στο συνολικό του χαρτοφυλάκιο, (iii) να έχει ικανοποιητικούς πόρους και ρευστότητα έτσι ώστε να μπορεί να επωμισθεί όλους τους κινδύνους της επένδυσης του στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου, (iv) να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου, (v) να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου του για μεγάλο χρονικό διάστημα ή και καθόλου και (vi) να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε ο ίδιος είτε με τη βοήθεια οικονομικών συμβούλων) τα πιθανά σενάρια που αφορούν τους παράγοντες που δύνανται να επηρεάσουν την επένδυσή του, όπως το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον, τα επιτόκια ή άλλους παράγοντες και στη δυνατότητά του να αναλάβει τους κινδύνους που εμπεριέχονται στην επένδυσή του", ως και (υπό τον τίτλο: "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους") ότι: "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους σχετικά με την καταλληλότητα τυχόν ανταλλαγής ή μη των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 και των τυχόν συνεπειών στη φορολογική τους θέση και τις λογιστικές ή οικονομικές συνέπειες τυχόν επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου.

Η σχετική αναλογία ανταλλαγής (στη βάση της ονομαστικής τους αξίας) μπορεί κατά την εισαγωγή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου στα δύο χρηματιστήρια να μην απεικονίζει την τιμή και σχετική σχέση στην τιμή διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων κινητών αξιών. Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα εισαχθούν προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και το Χρηματιστήριο Αθηνών.

Με βάση τη διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου, οι τιμές τους θα κυμαίνονται ανάλογα με τον όγκο συναλλαγών και τις διαφορές μεταξύ των εντολών αγοράς και πώλησης", τέλος δε, αναφορικώς με παράγοντες κινδύνου σχετιζομένους με τις μετοχές, ρητώς αναφέρεται ότι τα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου έχουν χαμηλή ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από (ενν.

συγκριτικά με) άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με συνέπεια τη δημιουργία σοβαρού ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού της τιμής της μετοχής της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας. Η τελευταία, στις 10.6.2009, με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε την υπερκάλυψη της εκδόσεως του ανωτέρω επενδυτικού κεφαλαίου, όπως και ότι το αντληθέν ποσόν των εξακοσίων πενήντα εννέα εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (659.000.000 €) πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την περαιτέρω ενδυνάμωση της κεφαλαιακής της επάρκειας και δη για την ενίσχυση των πρωτοβαθμίων κεφαλαίων (Tier 1) αυτής.

Ακολούθως, με σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση και διατήρηση σε υψηλά επίπεδα της κεφαλαιακής επάρκειας της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με την από 28.2.2011 ανακοίνωσή του γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση αυτής την έκδοση ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, των "Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου" (εφεξής χάριν συντομίας :

Μ.Α.Ε.Κ.), μέχρι του ποσού του ενός δισεκατομμυρίου τριακοσίων σαράντα δύο εκατομμυρίων ευρώ (1.342.000.000 €). Πράγματι, στις 6.4.2011 η εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 5.4.2011 Ενημερωτικό Δελτίο "ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 1.342.422.297 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ € 1,00 ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ".

Καθ' όσον αφορά στους βασικούς όρους εκδόσεως του ως άνω επενδυτικού προϊόντος, στο Τμήμα Ι (Περιληπτικό Σημείωμα) του ως άνω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακολούθα : "Προσφερόμενες αξίες : Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αορίστου διαρκείας. Ύψος έκδοσης : Μέχρι € 1.342.422.297.

Ονομαστική αξία : € 1,00 (στο άρτιο). Τιμή έκδοσης : Στο άρτιο σε αξίες του € 1 ... Τρόπος καταβολής αντιπαροχής : Οι Δικαιούχοι αλλά και οι λοιποί αιτητές δύνανται να εγγραφούν στην έκδοση των ΜΑΕΚ καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής, είτε σε μετρητά, είτε με την καταβολή για ανταλλαγή άλλων υφισταμένων αξιών της Τράπεζας αντίστοιχης ονομαστικής αξίας και συγκεκριμένα: (i) Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, (ii) Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και (iii) Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 (" Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες ").

Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/18, τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 12/2007 ( Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες) που θα καταβληθούν ως αντιπαροχή και θα γίνουν αποδεκτά για εγγραφή στην έκδοση των ΜΑΕΚ της Τράπεζας, θα ακυρωθούν και η Τράπεζα θα παύσει να έχει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις σχετικά με αυτά.

Η Τράπεζα θα καταβάλει τους δεδουλευμένους τόκους των Επιλέξιμων για Ανταλλαγή Αξιών, οι οποίες θα γίνουν δεκτές για ανταλλαγή στην έκδοση των ΜΑΕΚ. Καθεστώς εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης : Τα ΜΑΕΚ αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος διαβάθμισης (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα (rank pari passu) μεταξύ τους.

Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των ΜΑΕΚ της παρούσας έκδοσης : είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι : καταθέτες ή άλλοι πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών, πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated), πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ή εκφράζονται να είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων ΜΑΕΚ, κάτοχοι χρεογράφων της Τράπεζας των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) - είναι ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων χαμηλότερης ελάσσονος προτεραιότητας, που πληρούν τα κριτήρια για περίληψη στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Τράπεζας που περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, στα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου - έχουν προτεραιότητα έναντι των μετόχων της Τράπεζας.

Οι αξιώσεις των κατόχων ΜΑΕΚ σε περίπτωση διάλυσης όπου η Τράπεζα παραμένει φερέγγυα (solvent), θα περιορίζονται στην ονομαστική αξία των ΜΑΕΚ και των δεδουλευμένων τόκων, αλλά μη συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ακυρωθέντων τόκων. Σε περίπτωση οποιασδήποτε πληρωμής που δεν καταβάλλεται σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή διάλυση της Τράπεζας.

Διάρκεια : Τα ΜΑΕΚ είναι αξίες αόριστης διάρκειας, χωρίς ημερομηνία λήξης (βλέπε "Εξαγορά" πιο κάτω). Επιτόκιο σε Ευρώ (€) : Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%.

Επιτόκιο σε Δολάριο ($) : Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,00% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Libor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Πληρωμή Τόκου : Ο τόκος είναι πληρωτέος σε εξαμηνιαία βάση στο τέλος κάθε περιόδου Πληρωμής Τόκου σύμφωνα με τους Όρους έκδοσης των ΜΑΕΚ.

Ως ημερομηνίες Πληρωμής Τόκων ορίζονται η 30η Ιουνίου και η 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η Πρώτη Πληρωμή Τόκου θα είναι στις 31 Δεκεμβρίου 2011 και θα καλύπτει την περίοδο από την Ημερομηνία Έκδοσης μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2011. Κάθε Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα παύει να φέρει τόκο από την ημερομηνία εξαγοράς/αγοράς/μετατροπής.

Δικαίωμα Μετατροπής : Τα ΜΑΕΚ δύνανται, κατ' επιλογή του κατόχου τους, να μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές της Τράπεζας κατά τις Περιόδους Μετατροπής στην Τιμή Μετατροπής. Τιμή Μετατροπής : € 3,30 ανά συνήθη μετοχή της Τράπεζας ονομαστικής αξίας € 1,00 (και θα υπόκειται στις συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις) ...

Περίοδοι Μετατροπής : 1 - 15 Μαρτίου, 15 - 31 Μαΐου, 1 - 15 Σεπτεμβρίου και 15 - 30 Νοεμβρίου κάθε χρόνου με την πρώτη Περίοδο Μετατροπής να αρχίζει την Πρώτη Ημερομηνία Μετατροπής και την τελευταία Περίοδο Μετατροπής να τελειώνει την Τελευταία Ημερομηνία Μετατροπής. Πρώτη Ημερομηνία Μετατροπής : 1 Σεπτεμβρίου 2011.

Τελευταία Ημερομηνία Μετατροπής : 31 Μαΐου 2016. Εξαγορά (Redemption): Τα ΜΑΕΚ μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας, να εξαγοραστούν στο σύνολό τους, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ίσης ή ψηλότερης διαβάθμισης ...

Προαιρετική Επιλογή Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων : Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της καθ' οιονδήποτε χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα καθώς και την οικονομική της κατάσταση, να επιλέξει να ακυρώσει την Πληρωμή Τόκου σε μη σωρευτική βάση στα πλαίσια των "Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου" που αναφέρονται πιο κάτω.

Οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου δεν θα οφείλεται και δεν θα καθίσταται πληρωτέα από την Τράπεζα. Σε περίπτωση Ακύρωσης Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή πτώχευση της Τράπεζας.

Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων : Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν τηρεί τις ελάχιστες απαιτήσεις της φερεγγυότητας, όπως ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή δεν διαθέτει τα απαιτούμενα Διανεμητέα Στοιχεία, τότε η Τράπεζα υποχρεωτικά θα ακυρώσει την Πληρωμή Τόκων στα ΜΑΕΚ. Η Κεντρική Τράπεζα δυνατόν να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, την ακύρωση Πληρωμής Τόκων, στη βάση αξιολόγησης της φερεγγυότητας και της οικονομικής κατάστασης της Τράπεζας τα επόμενα τρία χρόνια.

Διανεμητέα Στοιχεία κατά την οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου σημαίνει, το καθαρό κέρδος του Συγκροτήματος για το έτος που προηγείται τέτοιας Ημερομηνίας Πληρωμής Τόκου μαζί με οποιαδήποτε καθαρά κέρδη και Αδιανέμητα Κέρδη (retained earnings) που μεταφέρονται από προηγούμενα έτη και οποιεσδήποτε καθαρές μεταφορές από οποιουσδήποτε λογαριασμούς αποθεματικών σε κάθε περίπτωση οι οποίοι είναι διαθέσιμοι για διανομή στους μετόχους της Τράπεζας.

Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου : Αν η Τράπεζα ακυρώσει την πληρωμή τόκων για οποιονδήποτε λόγο, στα πλαίσια της Προαιρετικής Επιλογής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων ή της Υποχρεωτικής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων όπως περιγράφεται πιο πάνω, τότε δεν θα επιτρέπεται η πληρωμή μερίσματος ή οποιαδήποτε άλλη καταβολή (και εξαγορά ή αγορά) πάνω στις συνήθεις μετοχές ή σε άλλες αξίες της Τράπεζας που θα λογίζονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, εκτός και εάν και μέχρις ότου η Τράπεζα προβεί στην επόμενη Πληρωμή Τόκου και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο Τμήμα ΙΙ Μέρος Β Όρος 5 (γ).

Υποχρεωτική Μετατροπή : Σε περίπτωση που επισυμβεί οποιοδήποτε Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας, τα ΜΑΕΚ υποχρεωτικά θα μετατρέπονται σε Συνήθεις Μετοχές, στην Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής ως ο σχετικός ορισμός πιο κάτω. Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου (Contingency Event) : Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου θα θεωρείται ότι έχει επισυμβεί όταν η Τράπεζα δώσει σχετική ειδοποίηση, είτε (i) ότι πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙΙ, ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ύψος των Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων της Core Tier I Ratio είναι χαμηλότερο του 5% ή κατά ή μετά την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙΙ, ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ύψος των Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων - Common Equity Tier I Ratio είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσοστό που θα καθοριστεί ή (ii) όταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίσει ότι η Τράπεζα βρίσκεται σε μη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα κανονιστικά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας ως καθορίζονται στους σχετικούς Εφαρμοστέους Τραπεζικούς Κανονισμούς.

Σε κάθε περίπτωση θα πραγματοποιηθεί η Υποχρεωτική Μετατροπή των ΜΑΕΚ σε Συνήθεις Μετοχές, συνεπεία του Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου. Η Τράπεζα, κατά την αξιολόγηση της φερεγγυότητας καθώς και της οικονομικής της θέσης, μπορεί να κρίνει, σε συνεννόηση με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή η Κεντρική Τράπεζα μπορεί να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, ότι πιθανόν η Τράπεζα να παύσει στο άμεσο μέλλον να ικανοποιεί τα ελάχιστα αποδεκτά όρια του δείκτη Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων, του δείκτη Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων ή του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας, ανάλογα με την περίπτωση, και για αυτό το λόγο θα θεωρηθεί ότι Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου έχει επισυμβεί.

Γεγονός Βιωσιμότητας (Viability Event) : Γεγονός Βιωσιμότητας ορίζεται οποτεδήποτε (i) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η υποχρεωτική μετατροπή των ΜΑΕΚ και άλλων αξιών, που με βάση τους όρους τους δυνατόν να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές σε Γεγονός Βιωσιμότητας, είναι αναγκαία για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και θα συμβάλει στη διατήρηση της φερεγγυότητας της Τράπεζας και/ή (ii) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η Τράπεζα θα χρειαστεί έκτακτη κρατική βοήθεια για: (α) τη διατήρηση της φερεγγυότητάς της ή (β) αποφυγή του ενδεχομένου πτώχευσής της ή (γ) δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεών της ή (iii) σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις.

Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής : Τα ΜΑΕΚ θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε τέτοιο αριθμό Συνήθων Μετοχών που θα καθορίζεται διαιρώντας την ονομαστική αξία των ΜΑΕΚ με το ψηλότερο της Κατώτατης Τιμής (Floor Price) και της ισχύουσας Τιμής Υποχρεωτικής Μετατροπής κατά τη σχετική Ημερομηνία Υποχρεωτικής Μετατροπής.

Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής σε οποιαδήποτε στιγμή σε Συνήθεις Μετοχές της Εταιρείας είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο ορίζεται το χαμηλότερο από (i) την ανώτατη τιμή των € 3,30 (και οποιεσδήποτε μετέπειτα τυχόν συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις) και (ii) το 80% της μεσοσταθμικής τιμής διαπραγμάτευσης της μετοχής των πέντε εργάσιμων ημερών που προηγούνται της Ειδοποίησης για Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας.

Κατώτατη Τιμή (Floor Price) ορίζεται η ονομαστική αξία ανά Συνήθη Μετοχή (που κατά την ημερομηνία έκδοσης είναι € 1) ... Παράγοντες Κινδύνου : Η δυνατότητα της Τράπεζας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως πηγάζουν από τα ΜΑΕΚ υπόκειται σε σειρά κινδύνων. Οι Παράγοντες Κινδύνου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, κίνδυνους ρευστότητας, κίνδυνους αγοράς, ως επίσης και πιστωτικούς, λειτουργικούς, ρυθμιστικούς και νομικούς κινδύνους.

Επιπρόσθετα, υπάρχουν κίνδυνοι οι οποίοι είναι ουσιώδεις στην αξιολόγηση των κινδύνων σε σχέση με τα ΜΑΕΚ. Οι κίνδυνοι αυτοί περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, (σ)το γεγονός ότι τα ΜΑΕΚ δυνατόν να μην είναι κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές καθώς και συγκεκριμένοι κίνδυνοι που αφορούν τους όρους έκδοσής τους, περιλαμβανομένων της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές έπειτα από Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας αλλά και άλλους κινδύνους αγοράς, ως περιγράφονται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στο Τμήμα ΙΙ, Μέρος Α του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου.

Προορισμός Προϊόντος Έκδοσης : Το καθαρό προϊόν από την έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα ενισχύσει την Τράπεζα με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο βοηθώντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας ... Εισαγωγή και Διαπραγμάτευση : Τα ΜΑΕΚ θα εισαχθούν και θα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εφόσον ληφθούν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές".

Στο Μέρος Α' του Τμήματος ΙΙ του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρεται σχετικώς με τους κινδύνους της επενδύσεως ότι: "Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται ή ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου που περιλαμβάνουν την επιλογή ή/και υποχρεωτική μετατροπή τους σε μετοχές και ως εκ τούτου σε μετοχές της Εταιρείας.

Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των μετοχών της Εταιρείας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιασδήποτε επένδυσης σε αυτές.

Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται ουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος", ακολούθως περιγράφονται οι σχετιζόμενοι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας κίνδυνοι (κίνδυνος από τις επικρατούσες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οικονομικές συνθήκες, κίνδυνος από τις διακυμάνσεις της αγοράς, κίνδυνος επιτοκίων, κίνδυνος από τις μεταβολές στις τρέχουσες τιμές μετοχών και άλλων αξιών, συναλλαγματικός κίνδυνος, κίνδυνος σχετικώς με τους δανειζομένους και την πιστωτική ικανότητα των αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας, κίνδυνος μεταβολών των συνθηκών της αγοράς με συνέπεια αρνητικές αναπροσαρμογές στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος μη ικανοποιητικής κεφαλαιακής επάρκειας για κάλυψη των ελαχίστων εποπτικών απαιτήσεων, εποπτικός κίνδυνος, κίνδυνος αστοχίας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργιών του Συγκροτήματος, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στην Ελλάδα, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στη Ρωσία, κίνδυνος σχετικός με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο, κίνδυνος μεταβολής του σχετικού ρυθμιστικού ή νομικού πλαισίου, νομικός κίνδυνος, φορολογικός κίνδυνος, κίνδυνος εκθέσεως σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κίνδυνος απώλειας ανωτέρων διευθυντικών στελεχών και άλλου προσωπικού, ασφαλιστικός κίνδυνος, κίνδυνος διακοπής ή παραβιάσεως των συστημάτων πληροφορικής του Συγκροτήματος, κίνδυνος γενέσεως προσθέτων υποχρεώσεων για ωφελήματα αφυπηρετήσεως προσωπικού).

Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στους κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με την ανωτέρω έκδοση Μ.Α.Ε.Κ., ρητώς αναφέρεται (υπό τον τίτλο "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές") ότι : "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές.

Κατά συνέπεια, μια επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τις μετοχές της Τράπεζας (στις οποίες είναι μετατρέψιμα) εμπεριέχει αυξανόμενους και εσωτερικούς κινδύνους. Κάθε πιθανός επενδυτής στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου πρέπει να καθορίσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις του.

Συγκεκριμένα κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει : i. να κατέχει τις κατάλληλες γνώσεις έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει τα οφέλη και τους κινδύνους μιας επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου, όπως και των πληροφοριών που περιλαμβάνονται ή ενσωματώνονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο. ii.

να έχει πρόσβαση, τις κατάλληλες γνώσεις και τα κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει, στα πλαίσια της δικής του οικονομικής κατάστασης, μια πιθανή επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τον αντίκτυπο στο γενικό του επενδυτικό χαρτοφυλάκιο που δυνατό να έχει η επένδυσή του στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου. iii.

να έχει ικανοποιητικούς οικονομικούς πόρους και ρευστότητα για να αναλάβει τους κινδύνους επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων σε περίπτωση που το νόμισμα για την αποπληρωμή του κεφαλαίου ή των τόκων είναι διαφορετικό από το νόμισμα του επενδυτή. iv.

να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους έκδοσης των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου και ιδιαίτερα- αλλά όχι μόνο- τους όρους που αφορούν την Ακύρωση Τόκου, την Αναγκαστική Μετατροπή σε μετοχές, το Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και το Γεγονός Βιωσιμότητας και να κατανοεί τη λειτουργία των σχετικών με την έκδοση κεφαλαιαγορών όπως και την πιθανότητα να υπάρξει Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας. v.

να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου για σημαντικό χρονικό διάστημα ή και καθόλου. vi. να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε μόνος είτε με τη βοήθεια ενός οικονομικού συμβούλου) τα πιθανά σενάρια όσον αφορά την οικονομία, το επιτόκιο και άλλους παράγοντες που μπορούν να έχουν επιπτώσεις στην επένδυσή του, τη μετατροπή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε μετοχές και τη δυνατότητά του να αναλάβει τους κινδύνους που απορρέουν.

Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι νέα χρηματοοικονομικά μέσα. Ένας πιθανός επενδυτής δεν πρέπει να επενδύσει στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου, εκτός αν κατέχει τη γνώση και την εμπειρία (είτε από μόνος του είτε με έναν οικονομικό σύμβουλο), για να αξιολογήσει την απόδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες αγοράς, τα αποτελέσματα που θα προκύψουν από την πιθανότητα μετατροπής τους, την αξία τους και την επίδραση που αυτή η επένδυση θα έχει στο γενικό τους επενδυτικό χαρτοφυλάκιο.

Πριν από τη λήψη μιας απόφασης για επένδυση, οι πιθανοί επενδυτές πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές περιστάσεις και τους στόχους της επένδυσής τους και όλες τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο παρόν ενημερωτικό δελτίο". Στο Μέρος Α' του Τμήματος ΙΙ του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου μεταξύ άλλων αναγράφεται επίσης :

α) (υπό τον γενικό τίτλο: "Οι Κάτοχοι είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στον κίνδυνο διακύμανσης στην αξία των μετοχών της Τράπεζας") ότι: "Σε περίπτωση πραγματοποίησης Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε μετοχές...", β) (υπό τον γενικό τίτλο: "Προαιρετική Επιλογή και Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων σε μη συσσωρευτική βάση" ) ότι: " Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου υπό τους περιορισμούς που περιγράφονται στο Μέρος Β, Όρο 5 "Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου".

Πριν από την ημερομηνία οποιασδήποτε Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα, κατά την κρίση της, αν διαπιστώσει ότι δεν τηρεί την σχετική Κεφαλαιακή Επάρκεια, όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή ότι η Πληρωμή Τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την προαναφερόμενη Κεφαλαιακή Επάρκεια, τότε η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την Πληρωμή τέτοιων Τόκων σε μη σωρευτική βάση, στα πλαίσια όμως των "Συνεπακόλουθων Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου" ως περιγράφεται στο Τμήμα

ΙΙ, Μέρος Β/ΙΙ στον Όρο 5.

Περαιτέρω, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δύναται, και στη βάση αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης και της φερεγγυότητας της Τράπεζας για τα επόμενα τρία χρόνια, να απαιτήσει την ακύρωση πληρωμής τόκου ή κεφαλαίου. Η πληρωμή τόκων προς τους κατόχους Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα γίνεται πάντοτε σε μετρητά", γ) (υπό τον τίτλο: "Αξίες Αόριστης Διάρκειας χωρίς οποιαδήποτε νομική ημερομηνία λήξης") ότι "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης και γι' αυτό το λόγο οι επενδυτές θα λάβουν το κεφάλαιο επένδυσής τους μόνο στην περίπτωση που η Τράπεζα επιλέξει να τα εξαγοράσει με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου", δ) (υπό το γενικό τίτλο "Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα αλλά όχι την υποχρέωση εξαγοράς [Redemption] και Αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου") ότι "Η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οι Κάτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την Τράπεζα.

Η Τράπεζα, όμως, έχει την επιλογή, με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να εξαγοράσει ολόκληρο το ποσό των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016 ή σε οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου που έπεται και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο...", ε) (υπό τον γενικό τίτλο "Καθεστώς Εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης σε περίπτωση διάλυσης") ότι "...εάν η Τράπεζα τελεί υπό διάλυση ή εκκαθάριση, ο εκκαθαριστής θα ικανοποιήσει πρώτα όλες τις αξιώσεις των καταθετών ή άλλων πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών και πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου.

Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν έχει ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία για τον πλήρη διακανονισμό των αξιώσεων που δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας, τότε οι αξιώσεις των Κατόχων των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου δύνανται να χάσουν το σύνολο ή μέρος της επένδυσής τους. Επιπλέον, εάν τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές μετά από την πραγματοποίηση Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας, κάθε Κάτοχος θα υποστεί περαιτέρω μείωση της προτεραιότητας των δικαιωμάτων και αξιώσεών του λόγω της μετατροπής της επένδυσής του σε Συνήθεις Μετοχές και υπάρχει κίνδυνος οι μέτοχοι να χάσουν μέρος ή ολόκληρη την επένδυσή τους" και στ) (υπό τον τίτλο "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο [Tier 1 capital]") ότι "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ( Tier 1 capital ) και πιθανοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τα χαρακτηριστικά τους που αφορούν μεταξύ άλλων και την προτεραιότητα κατάταξης, το καθεστώς εξασφάλισής τους και την αόριστη διάρκειά τους".

Τέλος, στο ίδιο Τμήμα του Ενημερωτικού Δελτίου επισημαίνεται (υπό τον γενικό τίτλο "ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΧΟΥΣ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΧΡΕΟΓΡΑΦΩΝ 2013/18, ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΕΙΡΑ Γ (12/2007) ΠΟΥ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΣΕ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ") ότι "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 της Τράπεζας, πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για συμμετοχή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου μέσω της πιθανής ανταλλαγής των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 της Τράπεζας που ήδη κατέχουν, θα πρέπει να μελετήσουν προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τη δική τους οικονομική κατάσταση, τους επενδυτικούς στόχους και ορίζοντες και τις πληροφορίες που περιέχονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο και ιδιαίτερα τους κινδύνους που περιγράφονται πιο κάτω και αφορούν τη νέα έκδοση και το ενδεχόμενο ανταλλαγής ...

Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές από τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018, τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 12/2007. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018 (τα οποία κατατάσσονται ως δευτεροβάθμιο κεφάλαιο (Tier 2 capital) της Τράπεζας) έχουν ουσιαστικές διαφορές από τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (τα οποία κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο (Tier 1 capital) της Τράπεζας).

Οι Κάτοχοι Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 θα πρέπει να εξετάσουν τις διαφορές μεταξύ των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2103/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 και των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την προτεραιότητά κατάταξης και το καθεστώς εξασφάλισής τους, τη διάρκειά τους, το επιτόκιο, την εξαγορά και τη δυνατότητα μετατροπής σε μετοχές της Τράπεζας εφόσον υφίσταται καθώς και της υποχρεωτικής μετατροπής σε συνήθεις μετοχές σε περίπτωση που επισυμβεί Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας.

Οι πλήρεις όροι των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου παρουσιάζονται στο Μέρος Β του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου...", ότι (υπό τον τίτλο "Αβεβαιότητα ως προς τη ρευστότητα κατά τη διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου") ότι "Η Τράπεζα δεν σκοπεύει να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή προς διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιαδήποτε ρυθμισμένη αγορά εκτός από την αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αξιών.

Τα νέα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι τίτλοι για τους οποίους δεν υπάρχουν συναλλαγές σε καμία αγορά και δεν μπορεί να υπάρξει καμία διαβεβαίωση μελλοντικής ρευστότητας στις αγορές που αναμένεται να εισαχθούν", ως και (υπό τον τίτλο "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους") ότι: "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους σχετικά με την καταλληλότητα τυχόν ανταλλαγής ή μη της επένδυσής τους και των τυχόν συνεπειών στη φορολογική τους θέση και τις λογιστικές ή οικονομικές συνέπειες τυχόν επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου.

Η σχετική αναλογία ανταλλαγής (στη βάση της ονομαστικής τους αξίας) μπορεί κατά την εισαγωγή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στα δύο χρηματιστήρια να μην απεικονίζει την τιμή και σχετική σχέση στην τιμή διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων κινητών αξιών", τέλος δε, αναφορικώς με παράγοντες κινδύνου, σχετιζομένους με τις μετοχές, ρητώς αναφέρεται ότι τα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου έχουν χαμηλή ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από (ενν.

συγκριτικά με) άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με συνέπεια τη δημιουργία σοβαρού ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού της τιμής της μετοχής της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας. Με βάση τα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν σχετικά με τα ΜΑΕΚ η εφεσίβλητη (εναγόμενη) συμμετείχε στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα έκδοσης ομολογιακών δανείων και στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού εξέδωσε το έτος 2011 ένα ομολογιακό δάνειο, επονομαζόμενο ως πρόγραμμα έκδοσης Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου με έναρξη την 27.4.2011 και λήξη την 17.5.2011.

Τα ομόλογα αυτά μπορούσαν να αγοράσουν οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές απ' ευθείας από την εκδότρια τράπεζα στην πρωτογενή αγορά, όταν η ίδια τα διέθεσε στο επενδυτικό κοινό και ακολούθως τα ομόλογα αυτά ήταν διαπραγματεύσιμα στην δευτερογενή αγορά, όπου μπορούσαν να ρευστοποιηθούν, είτε με αγορά από τρίτο, είτε με πώληση σε τρίτο, μέσω του χρηματιστηρίου, και με ανάλογο κέρδος ή ζημία.

Κοινά χαρακτηριστικά των χρεογράφων που εξέδωσε η εφεσίβλητη (εναγόμενη) ήτοι των ΜΧ 2013/2018, ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, ήταν ότι αποτελούσαν χρηματιστηριακά προϊόντα διαπραγματεύσιμα στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) και στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), δηλαδή, στη δευτερογενή αγορά, ο κάτοχός τους είχε το δικαίωμα μετά την παρέλευση πενταετίας από την αγορά τους να ζητήσει από την τράπεζα να τα μετατρέψει σε μετοχές της (και όχι να του καταβάλει μετρητά), η τράπεζα είχε το δικαίωμα (και όχι την υποχρέωση) στις καθορισμένες περιόδους μετατροπής να τα εξαγοράσει από τον κάτοχο στην ονομαστική τους αξίας, ήταν ελάσσονος προτεραιότητος και απέδιδαν υψηλότατο επιτόκιο, ήτοι 6,5% τα ΜΧ 2013/2018, 5,5% τα ΜΑΚ και 6,5 % τα ΜΑΕΚ ετησίως, και σε όλα η Τράπεζα είχε δικαίωμα να μην καταβάλει τόκο σε περίπτωση αφερεγγυότητάς της.

Το ανωτέρω επιτόκιο θα παρέμενε σταθερό για τα πρώτα πέντε (5) έτη και στη συνέχεια θα ήταν κυμαινόμενο ίσο προς το εξαμηνιαίο επιτόκιο του ευρώ (euribor) πλέον 3% ετησίως. Από τα ανωτέρω αξιόγραφα μόνο τα ΜΧ 2013/2018 ήταν ορισμένης διάρκειας (ενός έτους) δηλαδή η τράπεζα θα τα ανακαλούσε κατά τη λήξη τους και θα κατέβαλε στον κάτοχό τους την ονομαστική τους αξία.

Αντιθέτως τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ ήταν αόριστης διάρκειας, δηλαδή δεν έληγαν, αλλά είχε δικαίωμα ο κάτοχός τους, είτε να τα διαθέσει με πώληση (να τα ρευστοποιήσει) στο χρηματιστήριο (στη δευτερογενή αγορά) , είτε να τα μετατρέψει σε μετοχές της τράπεζας και η τελευταία είχε το δικαίωμα να τα εξαγοράσει στην ονομαστική τους αξία, καταβάλλοντας το κεφάλαιο στον κάτοχό τους.

Υπήρχε όμως και μία ουσιαστική κρισιμότατη και αποφασιστικής σημασίας, διαφοροποίηση των χρονολογικά νεότερων ΜΑΕΚ από τα προηγουμένων εκδόσεων ΜΧ 2013/2018 και ΜΑΚ, σχετικά με τη συνομολόγηση ενός σημαντικού όρου, που είτε τεθεί μόνο στα ΜΑΕΚ και ήταν δυσμενέστατος για τα έννομα συμφέροντα του κατόχου τους ως προς τη διατήρηση του κεφαλαίου του, σε αντίθεση με την τράπεζα, για την οποία ο όρος αυτός ήταν ευμενέστατος ως προς την εξασφάλιση της κεφαλαιακής της επάρκειας για τη διάσωσή της σε περίπτωση οικονομικού κινδύνου.

Συγκεκριμένα, είχε τεθεί, όπως προεκτέθηκε, ο όρος σύμφωνα με τον οποίο στην ενδεχόμενη περίπτωση εξαιρετικών γεγονότων κινδύνου βιωσιμότητας ή έκτακτης ανάγκης της τράπεζας, είχε αυτή το συμβατικό δικαίωμα να μετατρέψει μονομερώς, μετά από την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου τα ΜΑΕΚ σε μετοχές της προς ίδιο όφελος και στο πλαίσιο της διάσωσης αυτής με δικά της χρηματοοικονομικά μέσα και ταυτόχρονα με αντίστοιχη ζημία των επενδυτών από την απώλεια του κεφαλαίου τους.

Περαιτέρω, η επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία ήταν ήδη εμφανής από τις αρχές του έτους 2009 και η συνεπεία αυτής υποβάθμιση των Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (εφεξής χάριν συντομίας : Ο.Ε.Δ.) και εντεύθεν της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας επηρέασε δυσμενώς τη θέση της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας, η οποία, παρά το γεγονός ότι τελούσε σε γνώση της ραγδαίας επιδείνωσης των στοιχείων της ελληνικής οικονομίας, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2009 και μηνός Απριλίου έτους 2010, αύξησε την έκθεσή της σε Ο.Ε.Δ.

μέχρι του ποσού των δύο δισεκατομμυρίων τετρακοσίων εκατομμυρίων ευρώ (2.400.000.000 €), ενώ τα ίδια κεφάλαια αυτής δεν ξεπερνούσαν τα δύο δισεκατομμύρια πεντακόσια εκατομμύρια ευρώ (2.500.000.000 €), με συνέπεια η συγκέντρωση πραγματικού κινδύνου για την εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία να ανέρχεται σε ποσοστό 80%, περαιτέρω δε, δεν έλαβε μέτρα περιορισμού του κινδύνου αυτού [είτε με πώληση Ο.Ε.Δ,.

είτε με αγορά Συμβολαίων Ανταλλαγής Πιστωτικής Αθετήσεως - Credit Default Swaps (CDS)]. Η συνεχής επιδείνωση των μεγεθών της ελληνικής οικονομίας (που έγινε πλέον αισθητή μετά τα τέλη του έτους 2009) επέφερε εν τέλει καίριο πλήγμα στη κεφαλαιακή επάρκεια της - εκτεθειμένης σε υπερβολικό βαθμό σε Ο.Ε.Δ. - εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας (δεδομένου ότι οι επενδύσεις της τελευταίας σε Ο.Ε.Δ.

την 31.3.2010 είχαν λογιστική αξία 2.000.000.000 €), η δε τελική ζημία στα ίδια κεφάλαια αυτής από τη συγκεκριμένη αιτία (απομείωση αξίας Ο.Ε.Δ.) ανήλθε κατά το τέλος του έτους 2010 (31.12.2010) στο ποσόν των 529.513.000 ευρώ. Ωστόσο η εφεσίβλητη (εναγόμενη) απέφυγε να αποτυπώσει λογιστικώς τις ζημίες της από την απομείωση της αξίας των Ο.Ε.Δ.

στις ετήσιες οικονομικές της καταστάσεις (καθ' όσον τούτο θα είχε ευθεία επίπτωση στην κεφαλαιακή της επάρκεια και στον Δείκτη Tier Core 1), ανεξαρτήτως της αιτίας της πράξης της αυτής και της μη ακόμη οριστικής απώλειας της φερεγγυότητας αυτής κατά τον ανωτέρω χρόνο, αλλά αντιθέτως προέβη σε επαναταξινόμηση του χαρτοφυλακίου της, περαιτέρω δε, επιχείρησε την προώθηση προς το επενδυτικό κοινό, μέσω του δικτύου υποκαταστημάτων της στην Ελλάδα και την Κύπρο σύνθετων επενδυτικών προϊόντων (προεχόντως των ΜΑΚ και των ΜΑΕΚ) τα οποία έφεραν τα ανωτέρω περιγραφόμενα χαρακτηριστικά, με προφανή σκοπό την απορρόφηση του μείζονος μέρους των απωλειών αυτών, εν αγνοία και με παραπλάνηση των υποψηφίων επενδυτών ως προς την πραγματική οικονομική της κατάσταση και το βαθμό ασφαλείας της επένδυσής τους.

Στο πλαίσιο αυτό η εφεσίβλητη (-εναγομένη) στις 15.6.2012 αποφάσισε αναφορικώς με τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ την ενεργοποίηση του όρου περί υποχρεωτικής ακύρωσης της πληρωμής τόκου για την περίοδο από 31.12.2011 έως 29.6.2012, το αυτό δε έπραξε την 18.12.2012 και για την περίοδο από 30.6.2012 έως 30.12.2012. Στις 30.6.2012, η εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία παρουσίασε έλλειμμα (οφειλόμενο κυρίως στο ελληνικό πρόγραμμα PSI αναφορικώς με τα ΟΕΔ) και συμφώνησε με τους πιστωτές της την χρηματοδότηση αυτής με το ποσό των δέκα δισεκατομμυρίων ευρώ (10.000.000.000 €), ενώ στις 15.3.2012 είχε ήδη αντλήσει από το Ευρωσύστημα (E.L.A.) το ποσόν του ενός δισεκατομμυρίου ΕΥΡΩ (1.000.000.000 €).

Ωστόσο, στις 15.3.2013, το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης (Eurogroup) αποφάσισε τη μη χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποιήσεως των δύο μεγάλων κυπριακών τραπεζών, ήτοι της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, αλλά και της Λαϊκής Τράπεζας, με την ίδια δε απόφαση του Eurogroup, μεταβιβάσθηκε στην εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία - χωρίς πάντως να συνιστά αυτό δική της απόφαση- η υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας προς τον E.L.A., ύψους εννέα εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (9.000.000 €).

Στις 26.3.2013, η εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως δυνάμει του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (17) 2013", στα πρότυπα της "Πρότασης Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου του 2012 για την εξυγίανση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων" και βάσει της " Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αριθμ. 2001/24/ΕΚ της 4ης Απριλίου 2001 Για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων" και του "Περί Τραπεζικών Εργασιών (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2004", με τον οποίο ενσωματώθηκε στην κυπριακή έννομη τάξη η ως άνω Οδηγία και επιβλήθηκε το πρώτον η διάσωση των τραπεζικών ιδρυμάτων με ίδια μέσα (bail - in), δηλαδή- για πρώτη φορά στην Κύπρο, αλλά και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίθετα με ότι είχε συμβεί μέχρι τότε με τα ελληνικά τραπεζικά ιδρύματα- με "κούρεμα" καταθέσεων και μετοχοποίηση ομολόγων.

Εν τέλει, με τα υπ' αριθ. 103/29.3.2013 και 278/30.7.2013 Διατάγματα (Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις) του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, υπό την ιδιότητα της τελευταίας ως Αρχής Εξυγιάνσεως κατά τους ορισμούς των άρθρων 5 (1), 5 (7), 5 (12) (α), 7 (1) και 12 του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων" Νόμου του 2013, τα Μ.Α.Ε.Κ.

μετατράπηκαν σε Μετοχές Δ' Τάξεως με τιμή μετατροπής ένα ευρώ (1 €), δηλαδή στην ονομαστική τους αξία, και με ονομαστική αξία εκάστης μετοχής στο ένα ευρώ (1 €) για κάθε ευρώ των ως άνω χρεών της Τράπεζας. Εν συνεχεία, επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των Μετοχών Δ' Τάξεως από 1 € σε 0,01 ευρώ για εκάστη μετοχή, προκειμένου να γίνει διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εν λόγω αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας.

Κάθε εκατό (100) μετατραπείσες σε συνήθεις μετοχές αξίας 0,01 ευρώ για εκάστη μετοχή, οι οποίες ήσαν εγγεγραμμένες στον ίδιο μέτοχο, ενώθηκαν σε μια (νέα) συνήθη μετοχή, αξίας ενός ευρώ (1 €) εκάστης. Οι μη ενοποιημένες μετοχές (λ.χ. αριθμός μετοχών ελάσσων των 100) ακυρώθηκαν και το ποσόν της ονομαστικής αξίας των ακυρωθεισών μετοχών χρησιμοποιήθηκε για τη διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας, εφεξής δε όλες οι μετοχές αποτελούσαν ενιαία τάξη, παρέχουσες δικαίωμα ψήφου και απολήψεως μερίσματος στους μετόχους.

Στις 4.1.2017 η εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο: "Αναστολή διαπραγμάτευσης των Υφιστάμενων Μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ", με την οποία γνωστοποίησε στο επενδυτικό κοινό ότι η (εντασσομένη στο σχέδιο εξυγιάνσεώς της) αναστολή της διαπραγματεύσεως της μετοχής της στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου θα αρχίσει από 10.1.2017, ως και ότι η διαπραγμάτευση των νέων μετοχών της θα άρχιζε, υπό την αίρεση της λήψεως των σχετικών εγκρίσεων, στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο L.S.E. (όχι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών) από 19.1.2017.

Στο πλαίσιο αυτό η συναλλακτική σχέση των διαδίκων μερών διαμορφώθηκε ως ακολούθως.... Μετά ταύτα, σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις: I. Η πρωτοβουλία προσέγγισης των εκκαλούντων (εναγόντων) - πελατών της εφεσίβλητης (-εναγομένης) , με σκοπό την προσέλκυσή τους και την πρόκληση σε αυτούς της απόφασης να επενδύσουν στα προαναφερόμενα επενδυτικά προϊόντα (ΜΑΕΚ), ανήκε αποκλειστικώς στην εφεσίβλητη (εναγομένη) οι αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας, στο πλαίσιο λεπτομερούς σχετικού σχεδιασμού και ενεργούντες επί τη βάσει ρητών οδηγιών από τις κεντρικές υπηρεσίες της, επικοινωνούσαν είτε τηλεφωνικώς είτε δια ζώσης κατά την προσέλευση των εκκαλούντων (εναγόντων) στα παραπάνω καταστήματα, προκειμένου να ενημερώσουν και εν τέλει να προτείνουν σε αυτούς την επένδυση των σε χρήμα κεφαλαίων τους (μέχρι τότε διαθεσίμων είτε σε απλούς καταθετικούς λογαριασμούς είτε, κυρίως, σε προθεσμιακούς λογαριασμούς, είτε σε άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα), στα επίδικα επενδυτικά προϊόντα, ενώ προς τον σκοπό αυτό έτεινε και η μαζική ταχυδρομική αποστολή "ενημερωτικών επιστολών" αναφορικά με την έκδοση και διάθεση στο επενδυτικό κοινό των συγκεκριμένων προϊόντων.

Το γεγονός ότι υπήρξε οργανωμένη και βάσει σχεδίου προσέγγιση, εκ μέρους της εφεσίβλητης (-εναγομένης) πελατών αυτής με σκοπό τη μαζική προώθηση των παραπάνω επενδυτικών προϊόντων, αποδεικνύεται από σειρά προσκομιζομένων με επίκληση από αμφότερα τα διάδικα μέρη εσωτερικών εγγράφων αυτής προς τα στελέχη της, ενδεικτικώς δε, αναφέρονται (σχετικά με την έκδοση των ΜΑΕΚ)....II.

Οι κατά περίπτωση αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι δεν έθεσαν υπόψη των εκκαλούντων (-εναγόντων) τα ανωτέρω αναφερόμενα στο σκεπτικό Ενημερωτικά Δελτία, ούτε γνωστοποίησαν σε αυτούς εάν και που είναι αυτά διαθέσιμα, αλλά φρόντισαν να εξασφαλίσουν την υπογραφή αυτών στις προαναφερόμενες (συνοπτικές και ολίγων σελίδων) αιτήσεις συμμετοχής στα επίμαχα επενδυτικά προϊόντα, στις οποίες περιλαμβάνεται η τυπική - αλλά όχι ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα - παραδοχή, ότι έλαβαν υπόψη το περιεχόμενο και τους όρους των εν λόγω προϊόντων και επιπλέον τους κατανόησαν πλήρως, πράγμα, εν πάση περιπτώσει, εξαιρετικώς αμφίβολο, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι πράγματι έλαβαν στην κατοχή τους και ανέγνωσαν τα εν λόγω Ενημερωτικά Δελτία ή πληροφορήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο το περιεχόμενό τους, δεδομένου ότι αυτά ήσαν πυκνογραμμένα σε δυσνόητη τεχνική γλώσσα με σύνθετους νομικούς και χρηματοοικονομικούς όρους, μη κατανοητούς από τον στερούμενο ειδικών γνώσεων μέσο μη επαγγελματία αποταμιευτή ή επενδυτή, όπως ήταν και οι εφεσίβλητοι, που επεδίωκαν πρωτίστως την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους, με τη λήψη ενός ικανοποιητικού επιτοκίου και γι' αυτό επέλεγαν κυρίως τις προθεσμιακές καταθέσεις.

III. Οι κατά περίπτωση αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι απέκρυψαν (αποσιώπησαν) από τους εκκαλούντες (ενάγοντες) την πραγματική φύση και λειτουργία των επίδικων επενδυτικών προϊόντων, ήτοι ότι επρόκειτο για μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) απαιτήσεις, ως και ότι συνιστούσαν υβριδικά (hybrid) και μετατρέψιμα (convertible) σε μετοχές παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα (financial derivatives), με σκοπό την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας και δη του δευτεροβαθμίου κεφαλαίου της (Tier 2- τα ΜΧ 2013/2018) είτε του πρωτοβαθμίου κεφαλαίου της (Tier 1 -τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ), σύνθετα στη σύλληψη και τη λειτουργία τους, συνδεόμενα με πλήθος γενικών και ειδικών κινδύνων όχι μόνο για τους τόκους, αλλά και για το ίδιο το επενδυόμενο κεφάλαιο, κατά τα λεπτομερώς εκτεθέντα ανωτέρω στο σκεπτικό (αναφορικά με τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ) αόριστης διάρκειας ("άληκτα" ή "αιώνια" - perpetual bonds), υπό την έννοια ότι ο επενδυτής δεν είχε αξίωση κατά της εκδότριας Τράπεζας να αναζητήσει το κεφάλαιό του σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή οποτεδήποτε, αλλά μόνο δυνατότητα να διαθέσει αυτά στη δευτερογενή (χρηματιστηριακή) αγορά υπό τις επικρατούσες σε δεδομένη χρονική στιγμή συνθήκες διαπραγμάτευσης, ιδίως δε, οι ως άνω τραπεζικοί υπάλληλοι από πρόθεση απέκρυψαν και δεν επισήμαναν στους εκκαλούντες (-ενάγοντες) τους ιδιαιτέρως δυσμενείς όρους της μονομερούς, κατά την κρίση της εφεσίβλητης (-εναγομένης) ακύρωσης πληρωμής τόκων (κατά την επένδυση σε ΜΑΚ) και επί πλέον (αναφορικά με την επένδυση σε ΜΑΕΚ) της μονομερούς και αναγκαστικής μετατροπής των τελευταίων σε μετοχές της, δεδομένου ότι τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα σχεδιάσθηκαν ως "μέσα απορρόφησης ζημιών" της εφεσίβλητης (-εναγομένης), ιδίως δε, τα ΜΑΚ και προεχόντως τα ΜΑΕΚ, αποτέλεσαν προστατευτικό μέσο ("μαξιλάρι"), το οποίο ήταν σχεδιασμένο να απορροφήσει τις ιδιαιτέρως αυξημένες ζημίες αυτής λόγω της υπερβολικής έκθεσής της σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, το ενδεχόμενο πρόκλησης των οποίων (ζημιών) ήταν ορατό και αναμφίβολα γνωστό στα στελέχη της εφεσίβλητης (-εναγομένης) ήδη κατά το χρόνο σχεδιασμού των ΜΑΕΚ.

IV. Οι κατά περίπτωση αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι προέβησαν σε (άμεση ή έμμεση) σύγκριση των επίδικων επενδυτικών προϊόντων με τις κοινές προθεσμιακές καταθέσεις (με τη λειτουργία των οποίων ήσαν εξοικειωμένοι οι εκκαλούντες-ενάγοντες), υπερτονίζοντας και προβάλλοντας τα πλεονεκτήματα αυτών σε σχέση με τις εν λόγω καταθέσεις (αυξημένο και ιδιαιτέρως ελκυστικό επιτόκιο) αποσιωπώντας τους κινδύνους, όπως αυτοί περιγράφονται ανωτέρω, προβάλλοντας το διεθνές κύρος και την ευρωστία της εφεσίβλητης (-εναγομένης) και διαβεβαιώνοντας ότι το επενδυόμενο κεφάλαιο είναι (κατά το σύνολο της ονομαστικής αξίας αυτού) ασφαλές και εγγυημένο, αν και όπως καλώς γνώριζαν, ίσχυε το ακριβώς αντίθετο.

Ότι κατά την προσέγγιση των πελατών της τράπεζας με σκοπό την προώθηση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων σημαντικό επιχείρημα αποτελούσε η προβολή των πλεονεκτημάτων αυτών σε σχέση με την απλή προθεσμιακή κατάθεση, αποδεικνύεται και από το προοριζόμενο "αυστηρώς για εσωτερική χρήση" έγγραφο της εκκαλούσας αναφορικώς με τα ΜΑΕΚ με τον τίτλο "ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ", όπου αναφέρεται επί λέξει (υπό τον τίτλο "ΜΑΕΚ Vs κατάθεση") ότι "Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν τόκο 6,50% (για τα πρώτα 5 χρόνια) μια απόδοση που είναι ψηλότερη από την κατάθεση ...", χωρίς όμως να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στους σχετικούς κινδύνους του προϊόντος.

Με βάση τα παραπάνω κρίνεται ότι η εφεσίβλητη (-εναγομένη) υπό την ιδιότητα της παρέχουσας επενδυτικές υπηρεσίες, εντασσόμενες στον κύκλο της συνήθους εμπορικής-επιχειρηματικής της δραστηριότητας, παρά τα περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενα στα προαναφερθέντα Ενημερωτικά Δελτία προς αποφυγή δυσμενών για την ίδια εννόμων συνεπειών, σαφώς παρέσχε, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της επενδυτική υπηρεσία-συμβουλή (υπό τη μορφή της σύστασης) στους πελάτες της εκκαλούντες-ενάγοντες, οι οποίοι φέρουν άπαντες την ιδιότητα του καταναλωτή των παρεχόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, ως τελικοί αποδέκτες αυτών και δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή-μη "επαγγελματία" επενδυτή, δεδομένου ότι τα επενδυθέντα ποσά (ακόμη και τα υψηλότερα) δεν είναι ασυνήθη στο πεδίο της τρέχουσας αποταμιευτικής -ιδιωτικής επενδυτικής δραστηριότητας και δεν αποδείχθηκε συστηματική ("επαγγελματική") ενασχόληση των εκκαλούντων (-εναγόντων) με χρηματιστηριακές και εν γένει επενδυτικές δραστηριότητες.

Πέραν και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, οι ως άνω τραπεζικοί υπάλληλοι δεν διενήργησαν (με την εξαίρεση της περίπτωσης του ενδεκάτου εκκαλούντος) τον επιβαλλόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση από τις διατάξεις του ν. 3606/2007 έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας των πελατών τους (εν προκειμένω των εκκαλούντων) αναφορικά με τις συγκεκριμένες επενδύσεις, δεδομένου, μάλιστα, ότι γνώριζαν το συντηρητικό επενδυτικό προφίλ (profile) των τελευταίων, αλλά και το γεγονός ότι - κατά τα ρητώς αναφερόμενα σε όλα τα προαναφερόμενα Ενημερωτικά Δελτία - τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα δεν ήσαν κατάλληλα για όλους τους επενδυτές.

Σημειωτέον, ότι ο διενεργηθείς στην περίπτωση του ενδεκάτου εκκαλούντος (-ενάγοντος) έλεγχος καταλληλότητας-συμβατότητας, καταδεικνύει και επιβεβαιώνει ακριβώς το αληθές επενδυτικό προφίλ του ως άνω λήπτη των συγκεκριμένων επενδυτικών υπηρεσιών, ήτοι ότι πρόκειται περί συντηρητικού (μη επιθετικού) "ιδιώτη πελάτη", που ενδιαφέρεται πρωτίστως και προεχόντως για τη διατήρηση της ακεραιότητας του επενδυόμενου κεφαλαίου του και αποδεχόμενου τον μικρότερο δυνατό κίνδυνο, με βάση τις ειδικώς αναφερόμενες απαντήσεις του ενδεκάτου εκκαλούντος (ενδεκάτου ενάγοντος) στο Παράρτημα Ε' υπό τον τίτλο "ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΦΙΛ" της από 28.7.2008 σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όπως αυτές αναφέρθηκαν παραπάνω αναλυτικά.

Μόνο το γεγονός ότι κάποιοι των εκκαλούντων (-εναγόντων) (κυρίως οι δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος, όγδοος, ένατος, δέκατος, δέκατη τρίτη και δέκατος τέταρτος αυτών ) είχαν αναπτύξει επενδυτική δραστηριότητα στην αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων εσωτερικού και και εξωτερικού, στην αγορά ΟΕΔ ή αλλοδαπών κρατικών ομολόγων ή στην αγοραπωλησία "ασφαλών" μετοχών (κυρίως μεγάλων επιχειρήσεων και τραπεζών) στην πρωτογενή ή την παράλληλη αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ή και σε αλλοδαπά χρηματιστήρια, δεν καθιστά αυτούς "έμπειρους" ή "επαγγελματικού επιπέδου" επενδυτές, δυνάμενους εκ των προτέρων να αντιληφθούν ευχερώς τους ανωτέρω αναφερόμενους στο σκεπτικό κινδύνους των προκείμενων επενδυτικών προϊόντων, τα οποία ήσαν κατά το χρόνο έκδοσής τους "πρωτότυπα", ήτοι μη σχετιζόμενα με τα ήδη γνωστά στους επενδυτικούς κύκλους συνήθη χρηματοπιστωτικά προϊόντα, λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι σε όλους τους εκκαλούντες (-ενάγοντες) είχε επισημανθεί από τους αρμοδίους τραπεζικούς υπαλλήλους να μην εστιάζουν την προσοχή τους στην πράγματι αποτυπούμενη στα αποστελλόμενα ενημερωτικά σημειώματα (statements) μείωση του επενδυομένου κεφαλαίου τους κατά την εξέλιξη της επένδυσης, αλλά στο γεγονός , ότι καθ' όν χρόνον ζητηθεί (από τον επενδυτή) ή αποφασισθεί (από την εφεσίβλητη) η ρευστοποίηση αυτών (ιδίως των ΜΑΚ και των ΜΑΕΚ" είναι εξασφαλισμένη (εγγυημένη) η απόδοση του συνόλου της ονομαστικής αξίας του κατά περίπτωση επενδυομένου κεφαλαίου, ως και μόνη ουσίαν δυσμενής συνέπεια σε περίπτωση ατυχούς εξέλιξης της επένδυσης είναι η ακύρωση της πληρωμής τόκου.

Η πολυπλοκότητα και η πρωτοτυπία των ως άνω επενδυτικών προϊόντων, συνδυαζόμενη με την (σκόπιμη) παράλειψη λεπτομερούς ενημέρωσης των υποψηφίων επενδυτών αναφορικά με τους συνοδεύοντες αυτά επενδυτικούς κινδύνους και την μονομερή προβολή των πλεονεκτημάτων τους από τους αρμοδίους υπαλλήλους της εφεσίβλητης (-εναγόμενης) εξηγεί ευχερώς την απόφαση των εκκαλούντων (-εναγόντων) να προβούν στις επίδικες αγορές, χωρίς να αντιληφθούν την αληθή φύση των συγκεκριμένων προϊόντων και τον κίνδυνο απώλειας του συνόλου του επενδυομένου κεφαλαίου και να διατηρήσουν αυτά επί μακρό χρονικό διάστημα στην κατοχή τους, μη σπεύδοντας σε άμεση διάθεση αυτών στην δευτερογενή αγορά, έστω και αν ορισμένοι εξ αυτών (όπως λ.χ.

η δέκατη τρίτη εκκαλούσας, η οποία είναι δικηγόρος) ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία επιτρέπει κατ' αρχήν την εκτίμηση ότι ως "ειδικοί" έπρεπε να είναι σε θέση να αναγνωρίσουν τους κινδύνους αυτούς και να μην προβούν στη συγκεκριμένη επένδυση. Είναι λοιπόν, σαφές, ότι η εκκαλούσα εκμεταλλεύθηκε με κακοπιστία την πληροφοριακή ασυμμετρία μεταξύ αυτής και των εκκαλούντων (-εναγόντων) με μοναδικό σκοπό να τους προωθήσει επενδυτικά προϊόντα ιδιαιτέρως πολύπλοκα και ριψοκίνδυνα, επιφυλάσσοντας στην ίδια υπέρμετρα και υπερβολικά εξουσιαστικά δικαιώματα (ιδίως υποχρεωτικής ακύρωσης πληρωμής τόκων και υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές, ανυπαρξία υποχρέωσης επιστροφής του κεφαλαίου), είναι δε ομοίως προφανές ότι εάν οι εκκαλούντες (-ενάγοντες), συντηρητικοί αποταμιευτές και επενδυτές ενεργούντες με γνώμονα την εξασφάλιση του κεφαλαίου τους - γνώριζαν εξαρχής το σύνολο των πραγματικών δεδομένων της επένδυσής τους, η οποία τελικώς ήταν απολύτως συνυφασμένη με την κεφαλαιακή επάρκεια, την ευρωστία, την τιμή της μετοχής της εφεσίβλητης (-εναγομένης) και τις εν γένει διεθνείς και εσωτερικές χρηματοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες, αναμφίβολα δεν θα προέβαιναν στις συγκεκριμένες επενδυτικές επιλογές.

Το γεγονός ότι η εφεσίβλητη (-εναγομένη) πράγματι τήρησε τις διατάξεις του ν. 3401/2005 "Ενημερωτικό Δελτίο προσφοράς κινητών αξιών και εισαγωγής τους για διαπραγμάτευση", του κυπριακού νόμου περί εταιρειών και της σχετικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας (Οδηγία 2003/71/ΕΚ και Κανονισμός 809/2004), για τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών, στερείται εννόμου επιρροής στην υπό κρίση περίπτωση, διότι δεν επάγεται, άνευ άλλου τινός, τον αποκλεισμό της εφαρμογής του ν. 3606/2007, ο οποίος ενσωμάτωσε στο εσωτερικό δίκαιο την Οδηγία MiFID.

Και τούτο, διότι, ναι μεν δεν εμπίπτει κατ' αρχήν στο ρυθμιστικό πεδίο του τελευταίου (ν. 3606/2007) η πρωτογενής διάθεση χρηματοοικονομικών προϊόντων (δηλαδή, η απευθείας διάθεση αυτών από τον εκδότη στον επενδυτή, όπως συνέβη με τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα) αλλά μόνο η διάθεση στη δευτερογενή (χρηματιστηριακή) αγορά, πλην όμως οι ρυθμίσεις του συγκεκριμένου νόμου ενεργοποιούνται και εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή, εφόσον εν τοις πράγμασιν διαπιστώνεται η παροχή επενδυτικής υπηρεσίας, υπό τη μορφή της επενδυτικής συμβουλής, από τους αρμόδιους προς διάθεση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων υπαλλήλους των κατά τόπους καταστημάτων της εφεσίβλητης (-εναγομένης) κατά τα προεκτιθέμενα. 'Ότι η εφεσίβλητη (-εναγομένη) παρέσχε επενδυτική υπηρεσία υπό τη μορφή της επενδυτικής συμβουλής (παροχή σύστασης) στους υποψηφίους αγοραστές των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων αποδεικνύεται ιδίως, από : (α) την Εκθεση Ειδικού Ελέγχου της Τράπεζας Κύπρου, η οποία εκπονήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου με αντικείμενο την διερεύνηση της παροχής της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής κατά την προώθηση των ΜΑΚ και των ΜΑΕΚ, και στην οποία καταγράφεται η πρακτική των αρμοδίων υπαλλήλων της εφεσίβλητης (-εναγομένης) κατά την προσέγγιση των πελατών της με σκοπό την προώθηση των ΜΑΚ και των ΜΑΕΚ, η μη επαρκής ενημέρωση των τελευταίων για τους κινδύνους των προϊόντων αυτών, ο υπερτονισμός των πλεονεκτημάτων τους, η πρακτική της μη επιβολής ποινών για τυχόν προεξόφληση λογαριασμών υπό προειδοποίηση, εφόσον με τα κεφάλαια αυτών θα λάμβανε χώρα αγορά των εν λόγω αξιογράφων, διατυπώνεται δε, το συμπέρασμα αναφορικώς με αμφότερα τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα (ΜΑΚ και ΜΑΕΚ) ότι υπήρξε παροχή επενδυτικής συμβουλής υπό τη μορφή της σύστασης με την οποία παρουσιάστηκαν τα εν λόγω προϊόντα ως κατάλληλα για έκαστο συγκεκριμένο επενδυτή, (β) τη με αριθμό 9/700/10.12.2014 Απόφαση του ΔΣ της Ελληνικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία επιβλήθηκαν στην εφεσίβλητη (-εναγομένη) (βα) πρόστιμο 5.000 ευρώ για παράβαση του άρθρου 16 παρ.1 της με αριθμό ....2007 απόφασης αυτής και (ββ) πρόστιμο 5.000 ευρώ για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 25 παρ. 4 ν. 3606/2007, καθόσον διαπιστώθηκε από την εν λόγω δημόσια αρχή μεταξύ άλλων ότι: 1. "Η Τράπεζα εξέδωσε εσωτερικές οδηγίες προς τους υπαλλήλους της προκειμένου να τους προετοιμάσει για να παρουσιάσουν τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα στους πελάτες με τους οποίους έρχονταν σε επαφή.

Στις οδηγίες αυτές διαπιστώθηκε ή ύπαρξη σημείων παροχής επιλεκτικής πληροφόρησης προς τους πελάτες και παροχής κινήτρων προς ορισμένες κατηγορίες πελατών με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να επηρεάζεται η απόφασή τους προς επένδυση. Η ύπαρξη επιλεκτικής πληροφόρησης και παρότρυνσης αποτελούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν την επενδυτική συμβουλή.

Η Τράπεζα κατά την προώθηση των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ ενήργησε κατά τρόπο που ακόμη και αν δεν ήταν στις προθέσεις της, φαίνεται να παρείχε επενδυτικές συμβουλές... Ακόμη και εάν στα έντυπα των "αιτήσεων αγοράς" των επενδυτικών προϊόντων διατυπώνεται σαφής αποποίηση ότι καμία συμβουλή δεν δίδεται, ο χειρισμός από την Τράπεζα της προώθησης των επενδυτικών προϊόντων ως προς τα σημεία που περιγράφονται ανωτέρω, οδηγεί σε βάσιμες ενδείξεις για την παροχή εκ μέρους της επενδυτικών συμβουλών.

Επομένως, προκύπτει ότι η Τράπεζα κατά την προώθηση των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ παρείχε την επενδυτική υπηρεσία των επενδυτικών συμβουλών, χωρίς να έχει συνάψει τις προβλεπόμενες προς τούτο συμβάσεις, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 16 της απόφασης ....2007 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς" και ΙΙ. "ΙΙΙ. Στο έντυπο "Ερωτήσεις και Απαντήσεις" που στάλθηκε στο δίκτυο για αυστηρά εσωτερική χρήση με σκοπό την ελάχιστη απαιτούμενη ενημέρωση των υπαλλήλων του δικτύου για τα ΜΑΕΚ υπό τη μορφή ερωτοαπαντήσεων, στην ερώτηση με αριθμό 24 "ΜΑΕΚ vs Κατάθεση" αναφέρεται ότι: "Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν τόκο 6,50% (για τα πρώτα πέντε χρόνια) με απόδοση υψηλότερη από την κατάθεση.

Τα ΜΑΕΚ δυνατόν να εξασφαλίσουν στους κατόχους τους αρκετά υψηλότερες αποδόσεις εάν η τιμή της μετοχής στο Χρηματιστήριο είναι ψηλότερη από την τιμή της μετατροπής. Η μετατροπή των ΜΑΕΚ σε μετοχές δεν είναι υποχρεωτική. Η απόφαση για την μετατροπή εναπόκειται στον κάθε επενδυτή αν επιλέξει να τα μετατρέψει ...

Επίσης σχετικά με τα υπό ΙΙΙ αναφερόμενα, στην ερώτηση με αριθμό 24 "ΜΑΕΚ vs Κατάθεση" του εντύπου "Ερωτήσεις και Απαντήσεις" διενεργείται σύγκριση των ΜΑΕΚ με τις καταθέσεις, με επισήμανση μόνον των πλεονεκτημάτων του προϊόντος (όπως το υψηλό επιτόκιο και τις υψηλότερες αποδόσεις από μία κατάθεση) χωρίς στην ίδια παράγραφο να αναφέρεται ότι σε περίπτωση που συμβεί οποιοδήποτε γεγονός έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου ή γεγονός βιωσιμότητας, τα ΜΑΕΚ υποχρεωτικά θα μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές.

Επίσης, ενώ υπάρχει η αναφορά " ... Η μετατροπή των ΜΑΕΚ σε μετοχές δεν είναι υποχρεωτική. Η απόφασή για την μετατροπή εναπόκειται στον κάθε επενδυτή αν επιλέξει να τα μετατρέψει..." δεν αναφέρεται ότι η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της, σε οποιονδήποτε χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη την φερεγγυότητα καθώς και την οικονομική της κατάσταση, να επιλέξει να ακυρώσει την πληρωμή τόκου και ότι οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου δεν θα οφείλεται και δεν θα καθίσταται πληρωτέα από την Τράπεζα.

Επομένως, οι υπάλληλοι της Τράπεζας, οι οποίοι προκειμένου να είναι σε θέση να ενημερώνουν για τα βασικά χαρακτηριστικά των επενδυτικών προϊόντων τους δυνητικούς επενδυτές, έλαβαν γνώση του συγκεκριμένου ερωτηματολογίου, οδηγούνται να συγκρίνουν ένα σύνθετο επενδυτικό προϊόν με μια κατάθεση υποβαθμίζοντας τους κινδύνους που ενέχει η συγκεκριμένη επένδυση καθώς τονίζονται επιλεκτικά μόνον τα πλεονεκτήματά της, καθώς εκτός των άλλων, δεν υπάρχει καν η αναφορά ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα δεν εντάσσονται σε κανένα "σχέδιο προστασίας", όπως συμβαίνει με τις καταθέσεις.

Η παροχή επιλεκτικής πληροφόρησης είναι δυνατόν να επηρεάσει την απόφαση του επενδυτή..." και αφού επισημάνθηκε ότι παρασχέθηκαν από την εφεσίβλητη (-εναγόμενη) διαφόρων τύπων κίνητρα προς διευκόλυνση της προώθησης των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ στο επενδυτικό κοινό (μη επιβολη επιβαρύνσεων για πρόωρη άντληση κεφαλαίων από λογαριασμούς υπό προειδοποίηση, υπό την προϋπόθεση ότι τα αντλούμενα κεφάλαια θα χρησιμοποιηθούν για την αγορά των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, παροχή δανείων με ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης για το προσωπικό της Τράπεζας, παροχή καταναλωτικών δανείων με ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης σε νέους επενδυτές, παροχή δανείων καταναλωτικής, επαγγελματικής και στεγαστικής πίστης με εξασφάλιση τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα) κρίθηκε ότι "Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στη διαδικασία προώθησης των ΜΑΕΚ από την Τράπεζα εντοπίστηκαν σημεία παροχής επιλεκτικής πληροφόρησης προς τους πελάτες και παροχής κινήτρων προς ορισμένες κατηγορίες πελατών με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να επηρεάζεται η απόφασή τους για επένδυση.

Το γεγονός αυτό ενισχύεται από την κοινή θέση των καταγγελλόντων ότι για την αγορά των συγκεκριμένων προϊόντων παρακινήθηκαν από υπαλλήλους της Τράπεζας, τους οποίους σε αρκετές περιπτώσεις κατονομάζουν. Επομένως, προκύπτει ότι η Τράπεζα κατά την προώθηση των ΜΑΕΚ ενήργησε με τρόπο που ακόμη και αν δεν ήταν στις προθέσεις της, φαίνεται να παρείχε επενδυτικές συμβουλές, χωρίς να έχει συνάψει τις προβλεπόμενες προς τούτο συμβάσεις, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 16 της απόφασης ....2007 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και χωρίς να έχει διενεργήσει ως όφειλε, αξιολόγηση της καταλληλότητας των επενδυτών, κατά παράβαση της παρ. 4 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007...." (γ) τη με αριθμό πρωτοκόλλου 4995/25.2.2013 Έγγραφη Σύσταση του Συνηγόρου του Καταναλωτή (κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του ν. 3297/2004) προς την εφεσίβλητη-(εναγόμενη) με την οποία διαπιστώνεται παράβαση των άρθρων 4 παρ.1, 12 παρ. 3 και 25 του ν. 3606/2007, των άρθρων 8 παρ. 1 και 9ε του ν. 2251/1994 και 197 του ΑΚ με αναφορά στα αυτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, αλλά και με επισήμανση : (γα) της έλλειψης πιστοποίησης των αρμοδίων υπαλλήλων της εφεσίβλητης (-εναγόμενης) για την παροχή των συγκεκριμένων επενδυτικών υπηρεσιών και (γβ) της συνδρομής περίπτωσης σύγκρουσης συμφερόντων κατά την έκδοση και διάθεση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, διότι η εφεσίβλητη (-εναγόμενη) είναι ταυτοχρόνως ο εκδότης αυτών και ο παρέχων την επενδυτική συμβουλή περί αγοράς τους και ως εκ τούτου, ενδεχομένως, να μην έχει συμφέρον σε πλήρη ενημέρωση και διαφώτιση των υποψηφίων επενδυτών αναφορικώς με τα στοιχεία της επένδυσης, διότι αυτό λογικά θα απέτρεπε μέρος αυτών από την επένδυση, με συνέπεια τη μη πλήρη κάλυψη της συγκεκριμένης έκδοσης και (δ) την από 13.9.2013 Απόφαση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, με θέμα " Παράλειψη συμμόρφωσης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ με ορισμένες διατάξεις του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Νόμου του 2007 και της Οδηγίας που εκδόθηκε βάσει του εν λόγω Νόμου για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπομένων Υπηρεσιών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων του 2007" με την οποία, με ανάλογο σκεπτικό, επιβλήθηκε στην εφεσίβλητη (-εναγόμενη) διοικητικό πρόστιμο για παράβαση της προαναφερόμενης κυπριακής νομοθεσίας περί παροχής επενδυτικών συμβουλών (παροχή μη σαφών, ανακριβών και παραπλανητικών πληροφοριών προς πελάτες ή πιθανούς πελάτες, παροχή πληροφόρησης σε μη κατανοητή μορφή, παράλειψη άντλησης πληροφοριών για τους πελάτες ή πιθανούς πελάτες αναφορικώς με την γνώση και την πείρα τους στον επενδυτικό τομέα, παροχή επενδυτικών συμβουλών από μη εγγεγραμένα στο δημόσιο μητρώο πρόσωπα, παράλειψη γενικής περιγραφής της φύσης και των κινδύνων των χρηματοοικονομικών μέσων με επαρκείς λεπτομέρειες, ώστε να είναι δυνατή η λήψη επενδυτικής απόφασης επί τη βάσει σωστής ενημέρωσης, παράλειψη αξιολόγησης της καταλληλότητας των πελατών ή πιθανών πελατών να επενδύσουν σε αξιόγραφα).

Ενόψει των προεκτιθεμένων, η ανωτέρω λεπτομερώς περιγραφείσα στο σκεπτικό παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων κατά περίπτωση υπαλλήλων της εφεσίβλητης (-εναγόμενης) συνιστά παράβαση: α) των διατάξεων του ν. 3606/2007, ιδίως δε, των διατάξεων των άρθρων 3 παρ.1 και 2, 4 παρ. 1 και 2 και 25 αυτού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4,8,12,13 και 14 της με αριθμό ....2007 Απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως και των άρθρων 281,288 και 334 του ΑΚ, β) της διάταξης του άρθρου 8 ν. 2251/1994 περί ευθύνης αυτής ως παρέχουσας τραπεζικές-επενδυτικές υπηρεσίες...

δεδομένου ότι η εφεσίβλητη (-εναγομένη) παραβίασε στοιχειώδεις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, επιβαλλόμενες από την αρχή της καλής πίστης και δεν κατέβαλε πάσα δυνατή επιμέλεια κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής στους αντισυμβαλλομένους της επενδυτές-καταναλωτές της παρεχόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και γ) των διατάξεων των άρθρων 147,149,297,298, 914, 922 και 932 του ΑΚ, καθόσον συνιστά ταυτόχρονα αδικοπραξία...

διότι με απατηλά μέσα οι προστηθέντες τραπεζικοί υπάλληλοι της εφεσίβλητης (-εναγομένης) δολίως προκάλεσαν στους εκκαλούντες (ενάγοντες) , οι οποίοι ήσαν συντηρητικοί πελάτες της τράπεζας με προφίλ μέσου αποταμιευτή και επενδυτή την απόφαση να επενδύσουν το εις χρήμα κεφάλαιό τους στα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα, παριστώντας σε αυτούς ψευδώς ότι αυτά αποτελούν ασφαλή για το κεφάλαιό τους επενδυτική επιλογή, ενώ σαφώς γνώριζαν ότι αυτό δεν ισχύει, περαιτέρω δε, επιμελώς αποσιώπησαν τους κινδύνους των συγκεκριμένων επενδύσεων προβάλλοντας σκοπίμως μόνον τα ελκυστικά στοιχεία αυτών, με μόνο σκοπό την διασφάλιση της κεφαλαιακής επάρκειας της εφεσίβλητης (-εναγομένης) μέσω της άντλησης κεφαλαίων από τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα και εν τέλει διά της μετατροπής τους σε μετοχές, όπως τελικώς συνέβη, κατά τα προεκτεθέντα, με συνέπεια οι τελευταίοι να υποστούν περιουσιακή ζημία, αλλά και ηθική βλάβη, λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας η οποία προκλήθηκε σε αυτούς από την απώλεια του κεφαλαίου τους υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες....Πρέπει επομένως κατά παραδοχή ως βασίμων των λόγων έφεσης , να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση...

και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία η κριθείσα ως νόμιμη... αγωγή. Μετά ταύτα από πλευράς της η εναγομένη (-εφεσίβλητη) επαναφέρει παραδεκτώς με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της επί της έφεσης (αρθ. 240 ΚΠολΔ) τον ισχυρισμό περί νόμω αβασίμου της αγωγής λόγω έλλειψης της αναγκαίας προς θεμελίωση αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία προϋπόθεσης του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης αυτής και της επελθούσας ζημίας των εναγόντων (-εκκαλούντων) για το λόγο ότι, μετά τη θέση αυτής υπό καθεστώς ειδικής εξυγίανσης στις 26.3.2013 με τον "Περί εξυγίανσης Τραπεζικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο (17) 2013" της Κυπριακής Δημοκρατίας, η μετατροπή των ΜΧ 2013/2018, ΜΑΚ και ΜΑΕΚ σε μετοχές αυτής έλαβε χώρα σε εκτέλεση των διατάξεων του ως άνω νόμου με τα αναφερόμενα ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας Διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, η οποία οριζόταν ως Αρχή Εξυγίανσης.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η όποια περιουσιακή ζημία των εναγόντων (εκκαλούντων) δεν οφείλεται στην αγορά των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων κατά τα έτη 2008,2009 και 2011, αλλά σε επιγενόμενα γεγονότα ανωτέρας βίας, μη δυνάμενα να προβλεφθούν εκ των προτέρων λαβόντα χώρα κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2013 και μάλιστα μη συνδεόμενα με δικές της ενέργειες ή παραλείψεις (ήτοι στην ψήφιση του ως άνω νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην έκδοση των προαναφερομένων Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου) και ως εκ τούτου συντρέχει περίπτωση διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου.

Επί του ανωτέρω ισχυρισμού πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Αναγκαίος όρος για την κατάφαση ευθύνης προς αποζημίωση αποτελεί, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης (αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά) του δράστη και της επελθούσας ζημίας του θύματος. Στη προκειμένη περίπτωση, νόμιμο λόγο ευθύνης της εναγομένης (-εφεσίβλητης) συνιστούν (και δη σωρευτικώς) η παράβαση της εν τοις πράγμασι καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών (εν προκειμένω με την μορφή της σύστασης-παράβαση άρθρων 3 παρ. 1 και 2, 4 παρ. 1 και 2 και 25 ν. 3606/2007, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4,8,12,13 και 14 της με αριθμό ....2007 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως και των άρθρων 281,288 του ΑΚ) η παράβαση του άρθρου 8 ν.2251/1994 περί ευθύνης του παρέχοντος (τραπεζικές-επενδυτικές) υπηρεσίες και η αδικοπραξία (αρ. 914 επ.

ΑΚ) κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, ενώ ζημία, όπως έχει ήδη επισημανθεί, συνιστά όχι αυτή καθεαυτή η μετατροπή κεφαλαίου (μετρητών χρημάτων) των εναγόντων (-εκκαλούντων) σε μετοχές, αλλά το γεγονός ότι το κεφάλαιο αυτό εξήλθε της περιουσίας τους και αντ' αυτού δεν εισήλθε ισοδύναμο ποιοτικώς μέγεθος, αλλά κάτι έτερο (aliud), ήτοι σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα, ιδιαιτέρως επισφαλή, μη παρέχοντα δικαίωμα επιστροφής του κεφαλαίου, και εν τέλει, μηδενικής αξίας λόγω της πραγματικής οικονομικής κατάστασης της εναγομένης (-εφεσίβλητης) με συνέπεια, η ζημία των εναγόντων (-εκκαλούντων) να θεωρείται επελθούσα, ακόμη και σε περίπτωση, κατά την οποία δεν είχε χωρήσει μετατροπή σε τραπεζικές μετοχές.

Μεταξύ των πλειόνων νομίμων λόγων ευθύνης της εναγομένης (-εφεσίβλητης) και της ως άνω ζημίας των εναγόντων (-εκκαλούντων) υφίσταται πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, δεδομένου ότι, εάν η εναγομένη (-εφεσίβλητη) είχε παράσχει ως όφειλε, κατά τις αρχές της καλής συναλλακτικής πίστης, τη δέουσα πλήρη ενημέρωση και διαφώτιση στους ενάγοντες (-εκκαλούντες) πελάτες της, ως προς τη φύση, την λειτουργία και κυρίως, τους κινδύνους της επένδυσης στα συγκεκριμένα προϊόντα και δεν επεδείκνυε συστηματικά την προπεριγραφείσα παραπλανητική συμπεριφορά, οι συντηρητικοί-μη επιθετικοί επενδυτές ενάγοντες (εκκαλούντες) κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν θα είχαν επενδύσει στα προϊόντα αυτά και θα είχε αποφευχθεί η ζημία τους.

Πρέπει ιδίως να επισημανθεί, ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των ΜΑΕΚ (2011) το Ενημερωτικό Δελτίο των οποίων αναφέρεται εκτενώς- το πρώτον- σε "Γεγονός Βιωσιμότητας" και σε "Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου", τα οποία, εφόσον επισυμβούν, οδηγούν υποχρεωτικά σε μετατροπή των ΜΑΕΚ σε μετοχές, η εναγομένη (εφεσίβλητη) σαφώς γνώριζε την σημαντική επιδείνωση των οικονομικών της μεγεθών και τη δραματική υποβάθμιση της κεφαλαιακής της επάρκειας λόγω της υπερβολικής έκθεσης αυτής σε ΟΕΔ, γεγονός το οποίο επιρρωνύει την βασική παραδοχή ότι προεχόντως τα ΜΑΕΚ σχεδιάστηκαν ειδικώς προκειμένου να απορροφήσουν τις ιδιαιτέρως αυξημένες ζημίες της εναγομένης (εφεσίβλητης) από την υπερβολική έκθεσή της σε ΟΕΔ και να αναπληρώσουν τις απώλειές της σε πρωτοβάθμιο κεφάλαιο.

Η κεφαλαιακή δε, ανεπάρκεια της εφεσίβλητης (εναγομένης) προκάλεσε την ως άνω κρατική παρέμβαση και όχι η κρατική παρέμβαση την ανεπάρκεια (ΑΠ 1083/2022). Ζήτημα διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου από την παρεμβολή του Κυπριακού Δημοσίου (διά της θέσης σε ισχύ του ως άνω νόμου) και της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (διά της εκδόσεως των προαναφερομένων διαταγμάτων) δεν τίθεται, αφενός μεν, διότι η ζημία των κατόχων των ΜΑΕΚ είχε ήδη επέλθει με την αγορά των επιδίκων τριών επενδυτικών προϊόντων σε προγενέστερο χρόνο, αφετέρου δε, διότι, εν πάση περιπτώσει, με τις εν λόγω νομοθετικές παρεμβάσεις απλώς υλοποιήθηκαν οι όροι του αφορώντος στα ΜΑΕΚ Ενημερωτικού Δελτίου, όπως αυτοί παρατίθενται αναλυτικώς ανωτέρω στο σκεπτικό...

δηλαδή, δεν πρόκειται περί επέλευσης άλλου εξαιρετικού και απρόβλεπτου γεγονότος, ανεξάρτητου προς την αρχική αδικοπραξία, εντελώς άσχετου προς το γεγονός, το οποίο ήταν πρόσφορο να επιφέρει και θα επέφερε το βλαπτικό αποτέλεσμα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εν τέλει δεν επήλθε λόγω του πράγματι επελθόντος εξαιρετικού και απρόβλεπτου γεγονότος, με συνέπεια, την διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου (ΑΠ 1083/2022, ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 1479/2013) ενώ πρέπει να επισημανθεί ότι τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ορισμένοι των επενδυτών επέλεξαν (στη πραγματικότητα αναγκάστηκαν) να προβούν σε μερική ή ολική μετατροπή των ευρισκομένων στην κατοχή τους ΜΑΕΚ σε μετοχές της εναγομένης (εφεσίβλητης) καθόσον, πέραν του ότι η εν λόγω μετατροπή έλαβε χώρα κατόπιν συμβουλής των αρμοδίων προστηθέντων υπαλλήλων της τελευταίας, αυτός ήταν κατά το χρόνο εκείνο, ο μόνος πρόσφορος τρόπος διάσωσης του επενδυομένου σε ΜΑΕΚ κεφαλαίου (έστω και αν τελικά και ο τρόπος αυτός αποδείχθηκε απρόσφορος, τουλάχιστον κατά το μέγιστο μέρος των επενδυομένων κεφαλαίων).

Συνεπώς, ο προκείμενος ισχυρισμός της εναγομένης (εφεσίβλητης) περί μη θεμελίωσης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης της και της επελθούσας περιουσιακής ζημίας των εναγόντων (εκκαλούντων) είναι αβάσιμος και κατά τούτο απορριπτέος. Ομοίως, δε, απορριπτέοι είναι και οι παραδεκτώς επαναφερόμενοι με τις προτάσεις της εναγομένης (εφεσίβλητης) ισχυρισμοί : (α) περί μη εξαπάτησης των εναγόντων (εκκαλούντων) και περί πλήρους ενημέρωσης αυτών κατά την ισχύουσα ειδική νομοθεσία για την ισχύουσα ειδική νομοθεσία για τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών και (β) περί έλλειψης ευθύνης αυτής κατά τις διατάξεις του ν. 3606/2007, ο οποίος δεν τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις της δημόσιας προσφοράς κινητών αξιών.

Μετά ταύτα από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης (εφεσίβλητης) οι ενάγοντες (εκκαλούντες) υπέστησαν περιουσιακή ζημία συνιστάμενη στην ποιοτική μετατροπή (ήδη κατά την αγορά των ΜΧ 2013/2018 και εν συνεχεία με την αγορά των ΜΑΚ και των ΜΑΕΚ του διαθεσίμου σε χρήμα κεφαλαίου τους σε ιδιαιτέρως επισφαλείς απαιτήσεις της εναγομένης (εφεσίβλητης) (σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα) μετ αναλυτικώς περιγραφόμενα παραπάνω στο σκεπτικό χαρακτηριστικά, η οποία (ζημία) ισούται με το σύνολο της ονομαστικής αξίας του επενδυθέντος σε ΜΧ 2013/2018, ΜΑΚ και ΜΑΕΚ και εν τέλει απολεσθέντος κεφαλαίου τους και υπολογίζεται...Περαιτέρω, η εναγομένη (εφεσίβλητη) επαναφέρει παραδεκτά με τις προτάσεις της την πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων (εκκαλούντων) στη πρόκληση και την έκταση της ζημίας τους (αρθ. 300 και 330 ΑΚ) για το λόγο ότι: (α) ενημερώθηκαν τόσο προφορικά όσο και εγγράφως αναφορικά με τις συγκεκριμένες επενδύσεις, χωρίς να ζητήσουν επί πλέον πληροφορίες και διευκρινήσεις και (β) δεν έλαβαν υπόψη τους τα αποστελλόμενα σε αυτούς ενημερωτικά σημειώματα (statements) ώστε να αντιληφθούν την μείωση του επενδεδυμένου κεφαλαίου της κατά την εξέλιξη της επένδυσης και ακολούθως να προβούν σε ρευστοποίηση στην δευτερογενή αγορά, ώστε να ελαττώσουν την προϊούσα ζημία τους.

Για το λόγο δε αυτό ζητεί να περιορισθεί το τυχόν επιδικασθησόμενο ποσό αποζημίωσης σε έκαστο των εναγόντων (εκκαλούντων) ως εξής:...Ωστόσο, η υπό κρίση ένσταση είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το πρώτο σκέλος της, διότι υπό τις ανωτέρω λεπτομερώς περιγραφόμενες συνθήκες προσέγγισης και κατάπεισης των εναγόντων (εκκαλούντων) με απατηλά μέσα να προβούν στις επίδικες επενδύσεις, δεν νοείται συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος (πολλώ δε μάλλον δεν τίθεται ζήτημα ετοιμότητας των εναγόντων-εκκαλούντων να προβούν σε χρηματιστηριακή πώληση των ομολόγων τους καθ' ο χρόνο εισπράττουν τόκους με κανονικούς ρυθμούς) κατά δε, το δεύτερο σκέλος αυτής, διότι οι ενάγοντες (εκκαλούντες) ως μέσοι συντηρητικοί αποταμιευτές-επενδυτές, δεν είχαν ειδικές νομικές και χρηματοοικονομικές γνώσεις και, σε κάθε περίπτωση, δεν διέθεταν ειδικούς νομικούς και χρηματιστηριακούς συμβούλους (όπως θεωρούνταν αναγκαίο κατά τα αναφερόμενα στα σχετικά Ενημερωτικά Δελτία) ώστε να λαμβάνουν συνεχώς ουσιαστική νομική και χρηματοοικονομική ενημέρωση για την εξέλιξη της επένδυσής τους και να αντιλαμβάνονται πλήρως και επαρκώς τις μεταβολές των χρηματιστηριακών δεικτών.

Για το λόγο δε, αυτό, μόνη η προς τους ενάγοντες (εκκαλούντες) αποστολή από την εναγομένη (εφεσίβλητη) εγγράφων ενημερώσεων (statements) για τις αποδόσεις των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων σε τακτά χρονικά διαστήματα δεν αρκεί προς απόδειξη της πλήρους γνώσης αυτών περί της φύσης, λειτουργίας και των κινδύνων των προϊόντων αυτών, αλλά μόνον περί τον χαρακτήρα τους ως επενδύσεων (τον οποίο οι ενάγοντες-εκκαλούντες δεν αμφισβητούν, καθόσον δεν ισχυρίζονται ότι τα εν λόγω προϊόντα ήταν προθεσμιακές καταθέσεις, αλλά προϊόντα ομοιάζοντα με προθεσμιακές καταθέσεις), τις οποίες όμως, ευλόγως θεωρούσαν ασφαλείας και χωρίς κίνδυνο για το επενδυόμενο κεφάλαιό τους, το αυτό δε, ισχύει και για τις από 18.5.2009 (για τα ΜΑΚ), και από 20.4.2011 (για τα ΜΑΕΚ) ενημερωτικές επιστολές της εναγομένης -εφεσίβλητης προς τους μετόχους και κατόχους ΜΧ 2013/2018, ΜΑΚ και Αξιογράφων Κεφαλαίου 2007 (κατά περίπτωση), ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι αυτές πράγματι απεστάλησαν και στους ενάγοντες-εκκαλούντες, διότι η αποστολή των εν λόγω εγγράφων καλύπτει μεν τυπικά την γενική υποχρέωση ενημέρωσης των υποψηφίων επενδυτών (με χρήση σύνθετων και μη ευχερώς κατανοητών από τον μέσο μη "επαγγελματία" επενδυτή, τεχνικών, νομικών-χρηματοοικονομικών όρων) δεν αποδεικνύει όμως, πλήρη και ουσιαστική γνώση της πραγματικής φύσης και λειτουργίας των εν λόγω προϊόντων και -προεχόντως- των κινδύνων τους από τους συγκεκριμένους στερούμενους ειδικών νομικών και χρηματοοικονομικών γνώσεων ενάγοντες (εκκαλούντες) τα οποία επιμελώς αποσιωπήθηκαν, ενώ αντιθέτως, παρασχέθηκαν σαφείς διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια του επενδυομένου κεφαλαίου και την καταγραφή υψηλών αποδόσεων τόκου, με την παράλληλη-παραπλανητική-επισήμανση ότι οι τυχόν σημειούμενες στα ενημερωτικά σημειώματα (statements) αυξομειώσεις του επενδυομένου κεφαλαίου οφείλονται στις διακυμάνσεις της χρηματιστηριακής αγοράς και δεν πρέπει να προκαλούν ανησυχία, ακριβώς διότι είναι "εγγυημένη" η απόδοση του συνόλου της ονομαστικής αξίας του επενδυομένου κεφαλαίου μετά πάροδο πενταετίας.

Επίσης, η εναγομένη (εφεσίβλητη) επαναφέρει παραδεκτώς με τις προτάσεις της, την πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση συνυπολογισμού στην ζημία των εναγόντων (εκκαλούντων) του κέρδους αυτών από την απόληψη τόκων των επίδικων επενδυτικών προϊόντων (αρθ. 297,298, 914 επ. ΑΚ) και ζητεί να αφαιρεθεί από το τυχόν επιδικασθησόμενο σε έκαστο αυτών ποσό αποζημίωσης, το ποσό των εισπραχθέντων εκ μέρους του τόκων ως εξής: ...Ωστόσο, η υπό κρίση ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι και αληθούς υποτιθεμένης της είσπραξης των άνω ποσών τόκων από τους ενάγοντες (εκκαλούντες) οι αποδόσεις αυτές δεν συνιστούν κέρδος αυτών από τη ζημία τους, αλλά αποτελούν καρπούς της επένδυσής τους στα ως άνω επενδυτικά προϊόντα, η οποία σαφώς προέβλεπε συγκεκριμένες απολήψεις.

Δηλαδή, οι τόκοι τους οποίους έλαβαν οι ενάγοντες (εκκαλούντες) αποτελούν μεν , κέρδος τους, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται (ήτοι δεν συνδέεται αιτιωδώς με) το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου τους λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης (εφεσίβλητης) όπως απαιτείται, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω...

αλλά από την παραχώρηση του κεφαλαίου τους στην τελευταία, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με τον προσφορότερο γι'αυτή τρόπο, αποδίδοντας στους ενάγοντες (εκκαλούντες) τους παραγόμενους τόκους, εν πάση δε περιπτώσει, ο συνυπολογισμός των εισπραχθέντων τόκων ως κέρδους στη ζημία των εναγόντων (εκκαλούντων) παρίσταται στην ένδικη περίπτωση αντίθετος στην καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών απατηλής προσέλκυσης των τελευταίων στην αγορά των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων.

Περαιτέρω, από την λεπτομερώς περιγραφομένη ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης (εφεσίβλητης) οι ενάγοντες (εκκαλούντες) υπέστησαν ταλαιπωρία και θλίψη, εντεύθεν δε, δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (αρθ. 932 ΑΚ) η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου αποτιμάται....Μετά ταύτα η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη (εφεσίβλητη) υποχρεούται να καταβάλει για τις ανωτέρω αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτίες ...".

Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, "Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί".

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.

Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί, είτε διότι εμφανίζει γενικότερο ενδιαφέρον είτε διότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας (άρθ. 563 παρ. 2β ΚΠολΔ, σχετ.

ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 1625/2023, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 452/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα και κατά παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 932, 297, 298 και 342 ΑΚ, δέχθηκε ότι ή ίδια η επένδυση είναι η ζημία των αναιρεσιβλήτων, διότι εισήλθε στην περιουσία τους άλλο πράγμα από αυτό, που επιθυμούσαν, καθώς και ότι δεν υπήρξε διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου λόγω της μεσολάβησης της ψήφισης του ειδικού νόμου στις 22.3.2013 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντων Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τη θέση της (αναιρεσείουσας) σε καθεστώς εξυγίανσης με ίδια μέσα, δυνάμει των οποίων τα ως άνω Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) αορίστου διάρκειας μετατράπηκαν υποχρεωτικά σε μετοχές Δ' τάξεως, και στη συνέχεια σε συνήθεις μετοχές της τράπεζας, με ονομαστική αξία εκάστης 0,01 ευρώ, καθόσον το Εφετείο, για το ζημιογόνο γεγονός, την ζημία των ως άνω αναιρεσίβλητων και τη μεταξύ αυτών σύνδεση, εσφαλμένα δέχθηκε ότι το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάστηκε ως προς την επέλευσή του από τον ως άνω, μεταγενέστερο, ειδικό νόμο της 22.3.2013 "περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και Άλλων Ιδρυμάτων" και τα κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντα Διατάγματα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τα οποία αποτελούν γεγονότα αδιάφορα για το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, ως μεταγενέστερα του χρόνου επέλευσης της ζημίας.

Το Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με τη με αριθμό 1133/2025 απόφασή του, ληφθείσα με πλειοψηφία μίας ψήφου (3 έναντι 2), επί όμοιας αιτήσεως αναιρέσεως της Τράπεζας Κύπρου, η οποία στρέφεται κατά φυσικών προσώπων, που είχαν αγοράσει από αυτήν τα ίδια ανωτέρω ομόλογα (ΜΑΕΚ) έκρινε, όσον αφορά την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, ως όρου της αδικοπραξίας, ήτοι σχετικά με το αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα τράπεζα υπαλλήλων της ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανές και μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα και εάν ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος πράγματι διακόπηκε από γεγονός εξωτερικό και όλως απρόβλεπτο τα εξής: "Το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, συνισταμένη στην πλημμελή ενημέρωση των ήδη αναιρεσίβλητων ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους, του οποίους αυτοί αναλάμβαναν, συνάπτοντας, κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011, τις ένδικες επενδυτικές συμβάσεις, υπήρξε αναγκαίος όρος και συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, με την ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), συνισταμένη, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, στην απώλεια του συνόλου σχεδόν της αξίας των επενδύσεών τους, συνεπεία υποχρεωτικής μετατροπής των επίμαχων μετατρέψιμων χρεογράφων (ΜΑΕΚ), αρχικά σε μετοχές της αναιρεσείουσας τράπεζας, ονομαστικής αξίας ισόποσης με αυτά και στη συνέχεια σε μετοχές της ονομαστικής αξίας ισουμένης με το ένα εκατοστό της αρχικής, που επιβλήθηκε, κατά τον Ιούλιο του 2013, στην ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα, για την εξυγίανση και διάσωσή της, δυνάμει νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Διαταγμάτων της Κεντρικής της Τράπεζας, κατόπιν σχετικής Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Τούτο δε, διότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας και η, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επελθούσα, ως συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς), ως άνω ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) δεν συνδέονται μεταξύ τους αμέσως κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια.

Συγκεκριμένα, η εν λόγω συμπεριφορά, εκδηλωθείσα κατά το Μάιο του έτους 2011, δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της αναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας.

Τα τελευταία αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενο μέχρι τότε στην κυπριακή έννομη τάξη και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της σύναψης των ένδικων επενδυτικών συμβάσεων (έτος 2011), από το μέσο, λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο.

Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας στην παρούσα περίπτωση είναι το κριτήριο της προβλεψιμότητας της ως άνω ζημίας από τον προαναφερόμενο άνθρωπο με βάση τα δεδομένα που είχε υπόψη του κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (αντικειμενική εκ των προτέρων πρόγνωση) και όχι εκ των υστέρων με βάση στοιχεία που εμφανίζονται μετά την επέλευση της ζημίας, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας.

Επομένως, το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του παραβίασε ευθέως τους ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του". Στη συνέχεια δε, απεφάνθη ότι η απόφαση για το βάσιμο του πρώτου λόγου κατά το οικείο σκέλος του της από 20.4.2021 ένδικης ενώπιόν του αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ έπρεπε να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 563 στοιχ.

β' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 2 εδ β' του Ν. 4938/2022 και να αναβληθεί η συζήτηση των λοιπών λόγων της ενώπιόν του κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς τους οποίους το Τμήμα επιφυλάχθηκε. Επειδή εν προκειμένω, πέραν της ανωτέρω απόφασης, έχουν εκδοθεί αντίθετες μεταξύ τους αποφάσεις του Αρείου Πάγου αναφορικά με τα θεμελιώδους σημασίας ζητήματα της ύπαρξης ή μη πρόσφορης αιτιώδους συναφείας μεταξύ των πράξεων ή παραλείψεων των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα τράπεζα υπαλλήλων της και της επελθούσας ζημίας των ιδιωτών επενδυτών καθώς και της διακοπής ή μη του αιτιώδους συνδέσμου από τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της προαναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 2061/2022,ΑΠ 1083/2022, ΑΠ 1183/2021-αντιθ.

πλειοψ.ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019), ζητήματα για τα οποία πλέον καλείται να αποφανθεί η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κρίνεται ότι θα πρέπει, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή περαιτέρω εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθ. 249 ΚΠολΔ, όσον αφορά τον λόγο αυτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης και να αναβληθεί η πρόοδος της παρούσας δίκης για το λόγο αυτόν, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.

Περαιτέρω, θα πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση και των λοιπών λόγων αναίρεσης αφού αυτοί συνέχονται άμεσα με την κρίση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σχετικά με την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονός και της επελθούσας ζημίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Θεωρεί βιαίως διακοπείσα τη δίκη ως προς την εβδόμη των αναιρεσιβλήτων, Μ. Π.

- Απορρίπτει τον τρίτο κατά το σκεπτικό σκέλος λόγο της από 24.11.2023 αίτησης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ", για την αναίρεση της με αριθμό 3505/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

- Αναβάλλει την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία έχει παραπεμφθεί όμοια υπόθεση με τη με αριθμό 1133/2025 απόφαση του Α1 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, σχετικά με τα, στο σκεπτικό της παρούσας αναφερθέντα, κρίσιμα για την ενότητα της νομολογίας ζητήματα.

- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ