Supreme Court suspends appeal due to conflicting precedents on causation requiring Full Bench ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece suspended the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding the Cyprus Bank. The bank argued for liability based on employee actions, while investors claimed a causal link was broken by a 2013 government intervention. The court halted proceedings because existing precedents on causation and the effect of the intervention are contradictory, necessitating a unified ruling from the Full Bench to prevent conflicting decisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 563(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must suspend an appeal when the case involves fundamental issues of causation that are currently settled by conflicting precedents, requiring a ruling from the Full Bench to ensure legal unity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1982 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1982/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Μιχαήλ Αποστολάκη και Ιωάννη Αποστολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φερφέλη.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Γ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., 3) Φ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 4) Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 5) Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 6) Κ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 7) Κ. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 8) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 9) Λ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 10) Λ. Ε. τoυ Ε., κατοίκου ..., 11) Μ. Γ. του Δ., ..., 12) Μ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., 13) Π. Ι. του Π., κατοίκου ..., 14) Π. Χ. του Ζ., κατοίκου ..., 15) Χ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 16) Χ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 17) Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 18) Κ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 19) Ν. Β. του Η., κατοίκου ..., 20) Κ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 21) Μ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 22) Τ. Α. του Α., κατοίκου ..., 23) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 24) Τ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 25) Τ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 26) Μ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 27) Τ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 28) Τ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 29) Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 30) Κ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 31) Κ. Β. του Κ., κατοίκου ..., 32) Π. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 33) Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ενεργούντος ατομικώς και υπό την ιδιότητά του ως εκ διαθήκης κληρονόμου του πατρός του Κ. Ι., 34) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., και 35) Μ. Ι. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν άπαντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρκουλάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-02-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 743/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 7120/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-12-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 27.12.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά τη τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 7120/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Αναίρεση επιτρέπεται, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, και αν το δικαστήριο της ουσίας έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Το πλαίσιο της δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, ήτοι της εξουσίας της Πολιτείας προς άσκηση της δικαστικής λειτουργίας καθορίζεται από τα άρθρα 94 παρ. 2,3 και 4 του Συντάγματος και 1, 3, 12 επ., 22 επ. του ΚΠολΔ. Στην εξουσία αυτή της Πολιτείας, όπως οριοθετείται από το νόμο, υπάγονται όλες οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου.
Συνεπώς, το αντικείμενο της δίκης στα πολιτικά δικαστήρια είναι μόνο έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβητήσεις ή έριδες των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα. Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει, στις περιπτώσεις, που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υπόθεσης, μολονότι η συγκεκριμένη υπόθεση, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού οργάνου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών ή στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου ή είχε υπαχθεί εγκύρως στη διαιτησία ή συνέτρεχε προνόμιο ετεροδικίας ( ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 473/2021, ΑΠ 366/2020).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει, τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί, στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 966/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι αυτή εκδόθηκε επί θέματος που υπερβαίνει τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γιατί το Εφετείο έκρινε περί των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας, που καθορίζουν τη φερεγγυότητά της αναιρεσείουσας τράπεζας, ζήτημα για το οποίο όμως μόνες αρμόδιες να αποφανθούν είναι οι Διοικητικές Αρχές που την εποπτεύουν και δη η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κεντρικών Τραπεζών, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και η Τράπεζα της Ελλάδος.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε τα πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση της ως άνω αιτίασης στο δικαστήριο ουσίας. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι και αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθώς το αντικείμενο της παρούσας δίκης, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης, είναι η αποζημίωση των αναιρεσίβλητων από την αναιρεσείουσα Τράπεζα, λόγω αντισυμβατικής, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της τελευταίας και των προστηθέντων υπαλλήλων της, αντικείμενο που υπάγεται αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, έχουν δικαιοδοσία να αποφανθούν, έστω και παρεμπιπτόντως, επί κάθε θέματος, ακόμα και διοικητικής φύσης, το οποίο αποτελεί πρόκριμα και είναι αναγκαίο για την επίλυση της ιδιωτικής διαφοράς, που φέρεται ενώπιον τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (γενεσιουργό λόγο ευθύνης), επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, και μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική, ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 342/2021), Είναι δυνατό μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία.
Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 342/2021).
Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου, κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας - πελάτη.
Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενη με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη, υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας.
Με την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός, να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα (ΑΠ 2061/2022).
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστερών. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1182/2021). Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 914/2021).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του. Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 832/2022, ΑΠ 914/2021,ΑΠ 1269/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Συνεπώς, για να υπάρχει σχέση πρόστησης, αρκεί να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 1100/2022, ΑΠ 47/2020, Α.Π. 797/2014).
Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εκτελέσεως της υπηρεσίας, αλλά μπορεί και αρκεί να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 221/2022). Η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα είναι αδιάφορη και αρκεί το γεγονός, ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 290/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: Η εφεσίβλητη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία εδρεύουσα στη Λευκωσία της Κύπρου είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα, διατηρούσε δε, κατά τον κατωτέρω αναφερόμενο στο σκεπτικό κρίσιμο χρόνο ικανό αριθμό υποκαταστημάτων ανά την ελληνική επικράτεια, διενεργώντας ευρύ φάσμα τραπεζικών και εν γένει χρηματοοικονομικών εργασιών.
Την 30.4.2008 το ΔΣ αυτής αποφάσισε την έκδοση επενδυτικού προϊόντος υπό τον τίτλο "ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΧΡΕΟΓΡΑΦΑ 2013/2018" (εφεξής χάριν συντομίας ΜΧ 2013/2018), ειδικότερα δε, την έκδοση έως 573.409.701 ΜΧ 2013/2018, ονομαστικής αξίας εκάστου ενός (1) ευρώ, με δικαίωμα προτεραιότητας εγγραφής υπέρ των τότε υφισταμένων μετόχων της.
Στις 25.6.2008 εκδόθηκε από την εφεσίβλητη (εναγόμενη) το Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου "ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΉ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΧΡΕΟΓΡΑΦΩΝ 2013/18", στην πρώτη σελίδα του οποίου αναφέρεται ότι "Η έγκριση του παρόντος εγγράφου δεν συνεπάγεται παρότρυνση προς το επενδυτικό κοινό για επένδυση στον εκδότη.
Πριν τη λήψη της επενδυτικής του απόφασης το επενδυτικό κοινό προτρέπεται να συμβουλεύεται το σύμβουλο επενδύσεών του. Η επένδυση στους τίτλους του Εκδότη συνεπάγεται κινδύνους, οι οποίοι περιγράφονται στο μέρος με τίτλο "ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ" του Δελτίου Παρουσίασης Εκδότη ημερομηνίας 21 Μαΐου 2008 και του Σημειώματος Εκδιδόμενου Τίτλου.
Ο επενδυτής πρέπει να βασίζει οποιαδήποτε επενδυτική απόφασή του στην εξέταση του Ενημερωτικού Δελτίου ως σύνολο". "Επιτόκιο: Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα θα φέρουν σταθερό επιτόκιο 6,5% για τις πρώτες δύο περιόδους τόκου δηλ. μέχρι τις 30 Ιουνίου 2009 και ακολούθως κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αναθεωρείται στην αρχή της κάθε περιόδου τόκου και θα ισχύει για τη συγκεκριμένη περίοδο τόκου.
Για την περίοδο 30 Ιουνίου 2009 - 30 Ιουνίου 2013 το κυμαινόμενο επιτόκιο θα είναι ίσο με το επιτόκιο Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε περιόδου τόκου συν περιθώριο 1,00%. Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν προβεί στην εξαγορά των Μετατρέψιμων Χρεογράφων, τότε για την περίοδο 1 Ιουλίου 2013 - 30 Σεπτεμβρίου 2018 το κυμαινόμενο επιτόκιο θα είναι ίσο με το επιτόκιο Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε περιόδου τόκου συν περιθώριο 2,00%.
Περίοδος Τόκου και Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου : Η περίοδος τόκου είναι εξαμηνιαία και ο τόκος θα πληρώνεται σε μετρητά στο τέλος κάθε περιόδου τόκου. Ως Ημερομηνίες Πληρωμής Τόκου ορίζονται η 30η Ιουνίου και η 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Περίοδος Μετατροπής : 15 - 30 Σεπτεμβρίου και 15 - 31 Μαρτίου κάθε έτους. Πρώτη Περίοδος Μετατροπής: 15 - 30 Σεπτεμβρίου 2010.
Τελευταία Περίοδος Μετατροπής: 15 - 31 Μαρτίου 2013. Τιμή Μετατροπής 10,50 €. Τελευταία ημερομηνία αποπληρωμής: 30 Ιουνίου 2018. Τιμή αποπληρωμής: Στο άρτιο, δηλ. στο €1 ανά αξία. Εξαγορά (Redemption) και αγορά: Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας και κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να εξαγοραστούν από την Τράπεζα, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους κατά τις 30 Ιουνίου 2013 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται.
Προτεραιότητα (Subordination): Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα κατατάσσονται σε ίση προτεραιότητα προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων ελάσσονος προτεραιότητας. Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Χρεογράφων είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι καταθέτες ή άλλοι πιστωτές, των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών.
Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Χρεογράφων έχουν προτεραιότητα έναντι των κατόχων Αξιογράφων Κεφαλαίου και μετόχων της Τράπεζας. Προορισμός υπό άντληση κεφαλαίων : Ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας του Συγκροτήματος και μαζί με τα προβλεπόμενα στο τριετές Σχέδιο του Συγκροτήματος αυξημένα αδιανέμητα κέρδη, θα μπορούν να επενδυθούν για την ανάπτυξη των εργασιών του Συγκροτήματος, τόσο οργανικά, όσο και μέσω εξαγορών.
Εισαγωγή στο ΧΑΚ και στο ΧΑ : Υποβλήθηκε αίτηση για εισαγωγή των Μετατρέψιμων Χρεογράφων στο ΧΑΚ και το ΧΑ και αναμένονται οι εγκρίσεις από τα αρμόδια όργανα των δύο χρηματιστηρίων". Καθ' όσον αφορά στους κινδύνους του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, στο αυτό ως άνω έγγραφο της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας αναφέρονται τα ακόλουθα: "ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ:
Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται στο παρόν Περιληπτικό Σημείωμα, στο Δελτίο Παρουσίασης Εκδότη, στο Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο και στο Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται παρακάτω, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα τα οποία παρέχουν δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές.
Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των Μετατρέψιμων Αξιογράφων και των μετοχών της Εταιρείας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιασδήποτε επένδυσης σε αυτές.
Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που θεωρούνται επουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος.
ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΧΡΕΟΓΡΑΦΑ : Μη επαρκής κάλυψη της παρούσας έκδοσης των Μετατρέψιμων Χρεογράφων - Επιτοκιακός Κίνδυνος - Εξαγορά (Redemption) και Αγορά - Προτεραιότητα (Subordination) - Περιορισμοί έκδοσης χρεογράφων - Επίδραση της έκδοσης των Μετατρέψιμων Χρεογράφων στην τιμή της μετοχής - Εμπορευσιμότητα των μετοχών που θα προκύψουν από τη μετατροπή των Μετατρέψιμων Χρεογράφων - Εμπορευσιμότητα και διακυμάνσεις τιμών των Μετατρέψιμων Χρεογράφων.
ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΟΧΕΣ : Το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και το Χρηματιστήριο Αθηνών έχουν χαμηλότερη ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια - Η τιμή των μετοχών ενδέχεται να παρουσιάσει διακυμάνσεις. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ :
Το Συγκρότημα υπόκειται σε κινδύνους, οι οποίοι δεν είναι υπό τον έλεγχό του και αν παρουσιαστούν σε σημαντικό βαθμό, ενδέχεται να επηρεάσουν τα οικονομικά του αποτελέσματα και να δημιουργήσουν πρόβλημα στην πληρωμή τόκου των Χρεογράφων ή και του ίδιου του κεφαλαίου. Οι κίνδυνοι αυτοί συνοψίζονται πιο κάτω : - Υπάρχει ο κίνδυνος το Συγκρότημα να μην επιτύχει τους στρατηγικούς του στόχους όπως έχουν τεθεί στο τριετές στρατηγικό του πλάνο με δυσμενείς επιπτώσεις στα αποτελέσματα και τη χρηματοοικονομική θέση του Συγκροτήματος - Οι Μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό ποσοστό του Δανειακού Χαρτοφυλακίου του Συγκροτήματος - Κίνδυνος ρευστότητας - Το ρυθμιστικό πλαίσιο του κυπριακού τραπεζικού τομέα μεταβάλλεται - Οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στον Κυπριακό, Ελληνικό και Διεθνή Χώρο - Ένταση ανταγωνισμού - Νομικός κίνδυνος (litigation risk) - Οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο και αλλού θα μπορούσαν να επηρεάσουν δυσμενώς τη λειτουργία του Συγκροτήματος ... ".
Εν τέλει η εφεσίβλητη (εναγομένη) στις 8.8.2008 με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε την έναρξη της διαπραγμάτευσης των ΜΧ 2013/2018 στο Χ.Α. Κύπρου και στο Χ.Α. Αθηνών, η δε έκδοση των ανωτέρω επενδυτικών προϊόντων, με την οποία σκοπήθηκε η ενίσχυση του δευτεροβαθμίου κεφαλαίου της (Trier 2) καλύφθηκε πλήρως, όπως συνομολογείται και δεν αμφισβητείται ειδικώς από αμφότερα τα διάδικα μέρη.
Περαιτέρω, με σκοπό την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με την από 25.2.2009 ανακοίνωσή του, γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση αυτής την έκδοση ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, των "Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου" (εφεξής χάριν συντομίας :
Μ.Α.Κ.), μέχρι του ποσού των εξακοσίων σαράντα πέντε εκατομμυρίων ευρώ (645.000.000 €). Πράγματι, στις 30.4.2009, η εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία, με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό, γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 30.4.2009 Ενημερωτικό Δελτίο "ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 645.327.822 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ € 1,00 ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ".
Καθ' όσον αφορά στους βασικούς όρους εκδόσεως του ως άνω επενδυτικού προϊόντος, στο Τμήμα Ι (Περιληπτικό Σημείωμα) του ως άνω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακολούθα : "Προσφερόμενες αξίες : Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου αορίστου διαρκείας. Ύψος έκδοσης : Μέχρι € 645.327.822. Ονομαστική αξία :
€ 1,00 (στο άρτιο). Τιμή έκδοσης : Στο άρτιο σε αξίες του € 1 και πολλαπλάσια αυτού ... Τρόπος καταβολής αντιπαροχής : Οι Δικαιούχοι, αλλά και οι λοιποί αιτητές, δύνανται να εγγραφούν στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής, είτε σε μετρητά, είτε με την καταβολή Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 της Τράπεζας αντίστοιχης ονομαστικής αξίας.
Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/18 που θα καταβληθούν ως αντιπαροχή και θα γίνουν αποδεκτά για εγγραφή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου της Τράπεζας, θα ακυρωθούν και η Τράπεζα θα παύσει να έχει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις σχετικά με αυτά. Η Τράπεζα θα καταβάλει για την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2009 μέχρι 5 Ιουνίου 2009 τους δεδουλευμένους τόκους των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 τα οποία θα γίνουν αποδεκτά ως αντιπαροχή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου.
Καθεστώς εξασφάλισης : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος διαβάθμισης (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα (rank pari passu) μεταξύ τους. Προτεραιότητα κατάταξης : Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου της παρούσας έκδοσης:
είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι : καταθέτες ή άλλοι πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών, πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated), πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου, κάτοχοι χρεογράφων της Τράπεζας των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) - είναι ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων ελάσσονος προτεραιότητας, που πληρούν τα κριτήρια για περίληψη στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Τράπεζας - έχουν προτεραιότητα μόνο έναντι των μετόχων της Τράπεζας.
Καμία πληρωμή σε σχέση με τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δεν θα καθίσταται πληρωτέα, εκτός και αν η Τράπεζα είναι φερέγγυα (solvent) και θα μπορεί να συνεχίσει να είναι φερέγγυα (solvent), ευθύς αμέσως μετά την πληρωμή. Διάρκεια : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης (βλέπε "Εξαγορά" πιο κάτω).
Επιτόκιο : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 5,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2014 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Πληρωμή Τόκου : Ο τόκος είναι πληρωτέος σε εξαμηνιαία βάση στο τέλος κάθε περιόδου Πληρωμής Τόκου.
Ως ημερομηνίες Πληρωμής Τόκων ορίζονται η 30η Ιουνίου και η 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Κάθε Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Κεφαλαίου θα παύει να φέρει Τόκο από την ημερομηνία εξαγοράς ή μετατροπής του. Δικαίωμα Μετατροπής : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δύνανται, κατ' επιλογή του κατόχου τους, να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές της Τράπεζας κατά τις Περιόδους Μετατροπής.
Τιμή Μετατροπής : € 5,50 ανά συνήθη μετοχή της Τράπεζας ονομαστικής αξίας € 1,00. Περίοδοι Μετατροπής : 15 - 30 Σεπτεμβρίου & 15 - 31 Μαρτίου κάθε έτος μέχρι το 2014. Πρώτη Περίοδος Μετατροπής : 15 - 30 Σεπτεμβρίου 2010. Τελευταία Περίοδος Μετατροπής : 15 - 31 Μαρτίου 2014. Εξαγορά (Redemption) : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας, να εξαγοραστούν στο σύνολό τους, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2014 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο, εκτός εάν η Κεντρική Τράπεζα κρίνει ότι η Τράπεζα διαθέτει ικανοποιητική επάρκεια κεφαλαίου.
Τιμή Εξαγοράς : Στο άρτιο, δηλ. στο € 1 ανά Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Κεφαλαίου. Προορισμός Προϊόντος Έκδοσης : Το καθαρό προϊόν από την έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου θα ενισχύσει την Τράπεζα με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο βοηθώντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας ...
Εισαγωγή και Διαπραγμάτευση : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα εισαχθούν και θα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εφόσον ληφθούν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές". Στο Μέρος Α' του Τμήματος
ΙΙ του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρεται σχετικώς με τους κινδύνους της επενδύσεως ότι: "Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται ή ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου τα οποία παρέχουν δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές.
Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και των μετοχών της Εταιρείας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιασδήποτε επένδυσης σε αυτά.
Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται ουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος", ακολούθως περιγράφονται οι σχετιζόμενοι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος της εν λόγω αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας κίνδυνοι (κίνδυνος από τις επικρατούσες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οικονομικές συνθήκες, κίνδυνος επιτοκίων, κίνδυνος από τις μεταβολές στις τρέχουσες τιμές μετοχών και άλλων αξιών, συναλλαγματικός κίνδυνος, κίνδυνος σχετικώς με τους δανειζομένους και την πιστωτική ικανότητα των αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας, κίνδυνος μεταβολών των συνθηκών της αγοράς με συνέπεια αρνητικές αναπροσαρμογές στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος μη ικανοποιητικής κεφαλαιακής επάρκειας για κάλυψη των ελαχίστων εποπτικών απαιτήσεων, κίνδυνος αστοχίας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργιών του Συγκροτήματος, κίνδυνος μεταβολής του σχετικού ρυθμιστικού ή νομικού πλαισίου, νομικός κίνδυνος, φορολογικός κίνδυνος, κίνδυνος εκθέσεως σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κίνδυνος απώλειας ανωτέρων διευθυντικών στελεχών και άλλου προσωπικού, ασφαλιστικός κίνδυνος, κίνδυνος διακοπής ή παραβιάσεως των συστημάτων πληροφορικής του Συγκροτήματος, κίνδυνος γενέσεως προσθέτων υποχρεώσεων για ωφελήματα αφυπηρετήσεως προσωπικού).
Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στους κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με την εν λόγω έκδοση Μ.Α.Κ., ρητώς προβλέπεται (υπό τον τίτλο "Ακύρωση Πληρωμής Τόκων") ότι: "Η Τράπεζα μπορεί κατά τη διακριτική της ευχέρεια να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου. Πριν από την ημερομηνία οποιασδήποτε Πληρωμής Τόκου, αν η Τράπεζα, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, διαπιστώσει ότι δεν τηρεί τη σχετική Κεφαλαιακή Επάρκεια, όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή ότι η Πληρωμή Τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την προαναφερόμενη Κεφαλαιακή Επάρκεια, τότε η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την Πληρωμή τέτοιων Τόκων, στα πλαίσια των "Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου" ως περιγράφεται στον Όρο 4.
Οποιαδήποτε τέτοια Ακύρωση Πληρωμής Τόκου θα ικανοποιηθεί από την Τράπεζα μόνο: (i) κατά την εξαγορά των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και (ii) κατά την εξαγορά, ανταλλαγή ή αλλαγή των Όρων λόγω αλλαγών στο θεσμικό και φορολογικό πλαίσιο που διέπει τις εκδόσεις Πρωτοβάθμιου Κεφαλαίου και ιδιαίτερα τις εκδόσεις Αξιογράφων Κεφαλαίου.
Οποιαδήποτε Ακύρωση Πληρωμής Τόκου δύναται να ικανοποιηθεί (εκτός σε περίπτωση διάλυσης και στις περιπτώσεις που περιγράφονται στον Όρο 6 μόνο με το προϊόν έκδοσης Μετοχών της Τράπεζας μέσω του Εναλλακτικού Μηχανισμού Ικανοποίησης Πληρωμής Τόκου. Η πληρωμή τόκων προς τους κατόχους Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου θα γίνεται πάντοτε σε μετρητά.
Αν η Τράπεζα δεν δύναται να προβεί στην πληρωμή τόκων σε μετρητά, δύναται να καλύψει την πληρωμή τόκων μέσω έκδοσης μετοχών στους κατόχους των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου κατόπιν έγκρισης της έκδοσης από Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Τράπεζας" και (υπό τον τίτλο "Εξαγορά -Redemption και Αγορά") ότι: "Η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οι Κάτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την Τράπεζα...", ενώ επισημαίνεται (υπό τον τίτλο: "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δεν αποτελούν κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές") ότι: "Κάθε πιθανός επενδυτής σε οποιαδήποτε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου πρέπει να αξιολογήσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.
Συγκεκριμένα, κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει : (i) να έχει απαραίτητη γνώση και εμπειρία έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβεί σε ουσιαστική αξιολόγηση των όρων των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου, των δικαιωμάτων και κινδύνων που εμπεριέχονται στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται ή που ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, (ii) να έχει την κατάλληλη γνώση και πρόσβαση σε εργαλεία ανάλυσης, έτσι ώστε να αξιολογήσει, στα πλαίσια της ιδιαίτερης κατάστασής του, την επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τις επιπτώσεις που δύναται να επιφέρει μια τέτοια επένδυση στο συνολικό του χαρτοφυλάκιο, (iii) να έχει ικανοποιητικούς πόρους και ρευστότητα έτσι ώστε να μπορεί να επωμισθεί όλους τους κινδύνους της επένδυσης του στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου, (iv) να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου, (v) να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου του για μεγάλο χρονικό διάστημα ή και καθόλου και (vi) να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε ο ίδιος είτε με τη βοήθεια οικονομικών συμβούλων) τα πιθανά σενάρια που αφορούν τους παράγοντες που δύνανται να επηρεάσουν την επένδυσή του, όπως το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον, τα επιτόκια ή άλλους παράγοντες και στη δυνατότητά του να αναλάβει τους κινδύνους που εμπεριέχονται στην επένδυσή του", ως και (υπό τον τίτλο: "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους") ότι: "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους σχετικά με την καταλληλότητα τυχόν ανταλλαγής ή μη των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 και των τυχόν συνεπειών στη φορολογική τους θέση και τις λογιστικές ή οικονομικές συνέπειες τυχόν επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου.
Η σχετική αναλογία ανταλλαγής (στη βάση της ονομαστικής τους αξίας) μπορεί κατά την εισαγωγή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου στα δύο χρηματιστήρια να μην απεικονίζει την τιμή και σχετική σχέση στην τιμή διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων κινητών αξιών. Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα εισαχθούν προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και το Χρηματιστήριο Αθηνών.
Με βάση τη διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου, οι τιμές τους θα κυμαίνονται ανάλογα με τον όγκο συναλλαγών και τις διαφορές μεταξύ των εντολών αγοράς και πώλησης", τέλος δε, αναφορικώς με παράγοντες κινδύνου σχετιζομένους με τις μετοχές, ρητώς αναφέρεται ότι τα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου έχουν χαμηλή ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από (ενν.
συγκριτικά με) άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με συνέπεια τη δημιουργία σοβαρού ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού της τιμής της μετοχής της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας. Η τελευταία, στις 10.6.2009, με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε την υπερκάλυψη της εκδόσεως του ανωτέρω επενδυτικού κεφαλαίου, όπως και ότι το αντληθέν ποσόν των εξακοσίων πενήντα εννέα εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (659.000.000 €) πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την περαιτέρω ενδυνάμωση της κεφαλαιακής της επάρκειας και δη για την ενίσχυση των πρωτοβαθμίων κεφαλαίων (Tier 1) αυτής.
Ακολούθως, με σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση και διατήρηση σε υψηλά επίπεδα της κεφαλαιακής επάρκειας της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με την από 28.2.2011 ανακοίνωσή του γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση αυτής την έκδοση ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, των "Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου" (εφεξής χάριν συντομίας :
Μ.Α.Ε.Κ.), μέχρι του ποσού του ενός δισεκατομμυρίου τριακοσίων σαράντα δύο εκατομμυρίων ευρώ (1.342.000.000 €). Πράγματι, στις 6.4.2011 η εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 5.4.2011 Ενημερωτικό Δελτίο "ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 1.342.422.297 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ € 1,00 ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ".
Καθ' όσον αφορά στους βασικούς όρους εκδόσεως του ως άνω επενδυτικού προϊόντος, στο Τμήμα Ι (Περιληπτικό Σημείωμα) του ως άνω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακολούθα : "Προσφερόμενες αξίες : Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αορίστου διαρκείας. Ύψος έκδοσης : Μέχρι € 1.342.422.297.
Ονομαστική αξία : € 1,00 (στο άρτιο). Τιμή έκδοσης : Στο άρτιο σε αξίες του € 1 ... Τρόπος καταβολής αντιπαροχής : Οι Δικαιούχοι αλλά και οι λοιποί αιτητές δύνανται να εγγραφούν στην έκδοση των ΜΑΕΚ καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής, είτε σε μετρητά, είτε με την καταβολή για ανταλλαγή άλλων υφισταμένων αξιών της Τράπεζας αντίστοιχης ονομαστικής αξίας και συγκεκριμένα: (i) Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, (ii) Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και (iii) Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 ("Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες").
Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/18, τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 12/2007 (Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες) που θα καταβληθούν ως αντιπαροχή και θα γίνουν αποδεκτά για εγγραφή στην έκδοση των ΜΑΕΚ της Τράπεζας, θα ακυρωθούν και η Τράπεζα θα παύσει να έχει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις σχετικά με αυτά.
Η Τράπεζα θα καταβάλει τους δεδουλευμένους τόκους των Επιλέξιμων για Ανταλλαγή Αξιών, οι οποίες θα γίνουν δεκτές για ανταλλαγή στην έκδοση των ΜΑΕΚ. Καθεστώς εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης : Τα ΜΑΕΚ αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος διαβάθμισης (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα (rank pari passu) μεταξύ τους.
Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των ΜΑΕΚ της παρούσας έκδοσης : είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι : καταθέτες ή άλλοι πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών, πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated), πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ή εκφράζονται να είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων ΜΑΕΚ, κάτοχοι χρεογράφων της Τράπεζας των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) - είναι ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων χαμηλότερης ελάσσονος προτεραιότητας, που πληρούν τα κριτήρια για περίληψη στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Τράπεζας που περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, στα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου - έχουν προτεραιότητα έναντι των μετόχων της Τράπεζας.
Οι αξιώσεις των κατόχων ΜΑΕΚ σε περίπτωση διάλυσης όπου η Τράπεζα παραμένει φερέγγυα (solvent), θα περιορίζονται στην ονομαστική αξία των ΜΑΕΚ και των δεδουλευμένων τόκων, αλλά μη συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ακυρωθέντων τόκων. Σε περίπτωση οποιασδήποτε πληρωμής που δεν καταβάλλεται σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή διάλυση της Τράπεζας.
Διάρκεια : Τα ΜΑΕΚ είναι αξίες αόριστης διάρκειας, χωρίς ημερομηνία λήξης (βλέπε "Εξαγορά" πιο κάτω). Επιτόκιο σε Ευρώ (€) : Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%.
Επιτόκιο σε Δολάριο ($) : Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,00% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Libor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Πληρωμή Τόκου : Ο τόκος είναι πληρωτέος σε εξαμηνιαία βάση στο τέλος κάθε περιόδου Πληρωμής Τόκου σύμφωνα με τους Όρους έκδοσης των ΜΑΕΚ.
Ως ημερομηνίες Πληρωμής Τόκων ορίζονται η 30η Ιουνίου και η 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η Πρώτη Πληρωμή Τόκου θα είναι στις 31 Δεκεμβρίου 2011 και θα καλύπτει την περίοδο από την Ημερομηνία Έκδοσης μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2011. Κάθε Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα παύει να φέρει τόκο από την ημερομηνία εξαγοράς/αγοράς/μετατροπής.
Δικαίωμα Μετατροπής : Τα ΜΑΕΚ δύνανται, κατ' επιλογή του κατόχου τους, να μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές της Τράπεζας κατά τις Περιόδους Μετατροπής στην Τιμή Μετατροπής. Τιμή Μετατροπής : € 3,30 ανά συνήθη μετοχή της Τράπεζας ονομαστικής αξίας € 1,00 (και θα υπόκειται στις συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις) ...
Περίοδοι Μετατροπής : 1 - 15 Μαρτίου, 15 - 31 Μαΐου, 1 - 15 Σεπτεμβρίου και 15 - 30 Νοεμβρίου κάθε χρόνου με την πρώτη Περίοδο Μετατροπής να αρχίζει την Πρώτη Ημερομηνία Μετατροπής και την τελευταία Περίοδο Μετατροπής να τελειώνει την Τελευταία Ημερομηνία Μετατροπής. Πρώτη Ημερομηνία Μετατροπής : 1 Σεπτεμβρίου 2011.
Τελευταία Ημερομηνία Μετατροπής : 31 Μαΐου 2016. Εξαγορά (Redemption): Τα ΜΑΕΚ μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας, να εξαγοραστούν στο σύνολό τους, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ίσης ή ψηλότερης διαβάθμισης ...
Προαιρετική Επιλογή Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων : Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της καθ' οιονδήποτε χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα καθώς και την οικονομική της κατάσταση, να επιλέξει να ακυρώσει την Πληρωμή Τόκου σε μη σωρευτική βάση στα πλαίσια των "Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου" που αναφέρονται πιο κάτω.
Οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου δεν θα οφείλεται και δεν θα καθίσταται πληρωτέα από την Τράπεζα. Σε περίπτωση Ακύρωσης Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή πτώχευση της Τράπεζας.
Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων : Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν τηρεί τις ελάχιστες απαιτήσεις της φερεγγυότητας, όπως ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή δεν διαθέτει τα απαιτούμενα Διανεμητέα Στοιχεία, τότε η Τράπεζα υποχρεωτικά θα ακυρώσει την Πληρωμή Τόκων στα ΜΑΕΚ. Η Κεντρική Τράπεζα δυνατόν να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, την ακύρωση Πληρωμής Τόκων, στη βάση αξιολόγησης της φερεγγυότητας και της οικονομικής κατάστασης της Τράπεζας τα επόμενα τρία χρόνια.
Διανεμητέα Στοιχεία κατά την οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου σημαίνει, το καθαρό κέρδος του Συγκροτήματος για το έτος που προηγείται τέτοιας Ημερομηνίας Πληρωμής Τόκου μαζί με οποιαδήποτε καθαρά κέρδη και Αδιανέμητα Κέρδη (retained earnings) που μεταφέρονται από προηγούμενα έτη και οποιεσδήποτε καθαρές μεταφορές από οποιουσδήποτε λογαριασμούς αποθεματικών σε κάθε περίπτωση οι οποίοι είναι διαθέσιμοι για διανομή στους μετόχους της Τράπεζας.
Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου : Αν η Τράπεζα ακυρώσει την πληρωμή τόκων για οποιονδήποτε λόγο, στα πλαίσια της Προαιρετικής Επιλογής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων ή της Υποχρεωτικής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων όπως περιγράφεται πιο πάνω, τότε δεν θα επιτρέπεται η πληρωμή μερίσματος ή οποιαδήποτε άλλη καταβολή (και εξαγορά ή αγορά) πάνω στις συνήθεις μετοχές ή σε άλλες αξίες της Τράπεζας που θα λογίζονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, εκτός και εάν και μέχρις ότου η Τράπεζα προβεί στην επόμενη Πληρωμή Τόκου και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο Τμήμα ΙΙ Μέρος Β Όρος 5 (γ).
Υποχρεωτική Μετατροπή : Σε περίπτωση που επισυμβεί οποιοδήποτε Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας, τα ΜΑΕΚ υποχρεωτικά θα μετατρέπονται σε Συνήθεις Μετοχές, στην Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής ως ο σχετικός ορισμός πιο κάτω. Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου (Contingency Event) : Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου θα θεωρείται ότι έχει επισυμβεί όταν η Τράπεζα δώσει σχετική ειδοποίηση, είτε (i) ότι πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙΙ, ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ύψος των Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων της Core Tier I Ratio είναι χαμηλότερο του 5% ή κατά ή μετά την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙΙ, ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ύψος των Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων - Common Equity Tier I Ratio είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσοστό που θα καθοριστεί ή (ii) όταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίσει ότι η Τράπεζα βρίσκεται σε μη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα κανονιστικά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας ως καθορίζονται στους σχετικούς Εφαρμοστέους Τραπεζικούς Κανονισμούς.
Σε κάθε περίπτωση θα πραγματοποιηθεί η Υποχρεωτική Μετατροπή των ΜΑΕΚ σε Συνήθεις Μετοχές, συνεπεία του Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου. Η Τράπεζα, κατά την αξιολόγηση της φερεγγυότητας καθώς και της οικονομικής της θέσης, μπορεί να κρίνει, σε συνεννόηση με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή η Κεντρική Τράπεζα μπορεί να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, ότι πιθανόν η Τράπεζα να παύσει στο άμεσο μέλλον να ικανοποιεί τα ελάχιστα αποδεκτά όρια του δείκτη Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων, του δείκτη Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων ή του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας, ανάλογα με την περίπτωση, και για αυτό το λόγο θα θεωρηθεί ότι Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου έχει επισυμβεί.
Γεγονός Βιωσιμότητας (Viability Event) : Γεγονός Βιωσιμότητας ορίζεται οποτεδήποτε (i) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η υποχρεωτική μετατροπή των ΜΑΕΚ και άλλων αξιών, που με βάση τους όρους τους δυνατόν να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές σε Γεγονός Βιωσιμότητας, είναι αναγκαία για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και θα συμβάλει στη διατήρηση της φερεγγυότητας της Τράπεζας και/ή (ii) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η Τράπεζα θα χρειαστεί έκτακτη κρατική βοήθεια για: (α) τη διατήρηση της φερεγγυότητάς της ή (β) αποφυγή του ενδεχομένου πτώχευσής της ή (γ) δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεών της ή (iii) σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις.
Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής : Τα ΜΑΕΚ θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε τέτοιο αριθμό Συνήθων Μετοχών που θα καθορίζεται διαιρώντας την ονομαστική αξία των ΜΑΕΚ με το ψηλότερο της Κατώτατης Τιμής (Floor Price) και της ισχύουσας Τιμής Υποχρεωτικής Μετατροπής κατά τη σχετική Ημερομηνία Υποχρεωτικής Μετατροπής.
Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής σε οποιαδήποτε στιγμή σε Συνήθεις Μετοχές της Εταιρείας είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο ορίζεται το χαμηλότερο από (i) την ανώτατη τιμή των € 3,30 (και οποιεσδήποτε μετέπειτα τυχόν συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις) και (ii) το 80% της μεσοσταθμικής τιμής διαπραγμάτευσης της μετοχής των πέντε εργάσιμων ημερών που προηγούνται της Ειδοποίησης για Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας.
Κατώτατη Τιμή (Floor Price) ορίζεται η ονομαστική αξία ανά Συνήθη Μετοχή (που κατά την ημερομηνία έκδοσης είναι € 1) ... Παράγοντες Κινδύνου: Η δυνατότητα της Τράπεζας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως πηγάζουν από τα ΜΑΕΚ υπόκειται σε σειρά κινδύνων. Οι Παράγοντες Κινδύνου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, κίνδυνους ρευστότητας, κίνδυνους αγοράς, ως επίσης και πιστωτικούς, λειτουργικούς, ρυθμιστικούς και νομικούς κινδύνους.
Επιπρόσθετα, υπάρχουν κίνδυνοι οι οποίοι είναι ουσιώδεις στην αξιολόγηση των κινδύνων σε σχέση με τα ΜΑΕΚ. Οι κίνδυνοι αυτοί περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, (σ)το γεγονός ότι τα ΜΑΕΚ δυνατόν να μην είναι κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές καθώς και συγκεκριμένοι κίνδυνοι που αφορούν τους όρους έκδοσής τους, περιλαμβανομένων της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές έπειτα από Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας αλλά και άλλους κινδύνους αγοράς, ως περιγράφονται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στο Τμήμα
ΙΙ, Μέρος Α του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου. Προορισμός Προϊόντος Έκδοσης : Το καθαρό προϊόν από την έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα ενισχύσει την Τράπεζα με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο βοηθώντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας ...
Εισαγωγή και Διαπραγμάτευση : Τα ΜΑΕΚ θα εισαχθούν και θα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εφόσον ληφθούν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές". Στο Μέρος Α' του Τμήματος ΙΙ του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρεται σχετικώς με τους κινδύνους της επενδύσεως ότι: "Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων.
Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται ή ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου που περιλαμβάνουν την επιλογή ή/και υποχρεωτική μετατροπή τους σε μετοχές και ως εκ τούτου σε μετοχές της Εταιρείας.
Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των μετοχών της Εταιρείας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιασδήποτε επένδυσης σε αυτές.
Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται ουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος", ακολούθως περιγράφονται οι σχετιζόμενοι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας κίνδυνοι (κίνδυνος από τις επικρατούσες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οικονομικές συνθήκες, κίνδυνος από τις διακυμάνσεις της αγοράς, κίνδυνος επιτοκίων, κίνδυνος από τις μεταβολές στις τρέχουσες τιμές μετοχών και άλλων αξιών, συναλλαγματικός κίνδυνος, κίνδυνος σχετικώς με τους δανειζομένους και την πιστωτική ικανότητα των αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας, κίνδυνος μεταβολών των συνθηκών της αγοράς με συνέπεια αρνητικές αναπροσαρμογές στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος μη ικανοποιητικής κεφαλαιακής επάρκειας για κάλυψη των ελαχίστων εποπτικών απαιτήσεων, εποπτικός κίνδυνος, κίνδυνος αστοχίας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργιών του Συγκροτήματος, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στην Ελλάδα, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στη Ρωσία, κίνδυνος σχετικός με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο, κίνδυνος μεταβολής του σχετικού ρυθμιστικού ή νομικού πλαισίου, νομικός κίνδυνος, φορολογικός κίνδυνος, κίνδυνος εκθέσεως σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κίνδυνος απώλειας ανωτέρων διευθυντικών στελεχών και άλλου προσωπικού, ασφαλιστικός κίνδυνος, κίνδυνος διακοπής ή παραβιάσεως των συστημάτων πληροφορικής του Συγκροτήματος, κίνδυνος γενέσεως προσθέτων υποχρεώσεων για ωφελήματα αφυπηρετήσεως προσωπικού).
Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στους κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με την ανωτέρω έκδοση Μ.Α.Ε.Κ., ρητώς αναφέρεται (υπό τον τίτλο "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές") ότι : "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές.
Κατά συνέπεια, μια επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τις μετοχές της Τράπεζας (στις οποίες είναι μετατρέψιμα) εμπεριέχει αυξανόμενους και εσωτερικούς κινδύνους. Κάθε πιθανός επενδυτής στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου πρέπει να καθορίσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις του.
Συγκεκριμένα κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει : i. να κατέχει τις κατάλληλες γνώσεις έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει τα οφέλη και τους κινδύνους μιας επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου, όπως και των πληροφοριών που περιλαμβάνονται ή ενσωματώνονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο. ii.
να έχει πρόσβαση, τις κατάλληλες γνώσεις και τα κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει, στα πλαίσια της δικής του οικονομικής κατάστασης, μια πιθανή επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τον αντίκτυπο στο γενικό του επενδυτικό χαρτοφυλάκιο που δυνατό να έχει η επένδυσή του στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου. iii.
να έχει ικανοποιητικούς οικονομικούς πόρους και ρευστότητα για να αναλάβει τους κινδύνους επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων σε περίπτωση που το νόμισμα για την αποπληρωμή του κεφαλαίου ή των τόκων είναι διαφορετικό από το νόμισμα του επενδυτή. iv.
να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους έκδοσης των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου και ιδιαίτερα- αλλά όχι μόνο- τους όρους που αφορούν την Ακύρωση Τόκου, την Αναγκαστική Μετατροπή σε μετοχές, το Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και το Γεγονός Βιωσιμότητας και να κατανοεί τη λειτουργία των σχετικών με την έκδοση κεφαλαιαγορών όπως και την πιθανότητα να υπάρξει Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας. v.
να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου για σημαντικό χρονικό διάστημα ή και καθόλου. vi. να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε μόνος είτε με τη βοήθεια ενός οικονομικού συμβούλου) τα πιθανά σενάρια όσον αφορά την οικονομία, το επιτόκιο και άλλους παράγοντες που μπορούν να έχουν επιπτώσεις στην επένδυσή του, τη μετατροπή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε μετοχές και τη δυνατότητά του να αναλάβει τους κινδύνους που απορρέουν.
Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι νέα χρηματοοικονομικά μέσα. Ένας πιθανός επενδυτής δεν πρέπει να επενδύσει στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου, εκτός αν κατέχει τη γνώση και την εμπειρία (είτε από μόνος του είτε με έναν οικονομικό σύμβουλο), για να αξιολογήσει την απόδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες αγοράς, τα αποτελέσματα που θα προκύψουν από την πιθανότητα μετατροπής τους, την αξία τους και την επίδραση που αυτή η επένδυση θα έχει στο γενικό τους επενδυτικό χαρτοφυλάκιο.
Πριν από τη λήψη μιας απόφασης για επένδυση, οι πιθανοί επενδυτές πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές περιστάσεις και τους στόχους της επένδυσής τους και όλες τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο παρόν ενημερωτικό δελτίο". Στο Μέρος Α' του Τμήματος ΙΙ του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου μεταξύ άλλων αναγράφεται επίσης :
α) (υπό τον γενικό τίτλο: "Οι Κάτοχοι είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στον κίνδυνο διακύμανσης στην αξία των μετοχών της Τράπεζας") ότι: "Σε περίπτωση πραγματοποίησης Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε μετοχές...", β) (υπό τον γενικό τίτλο: "Προαιρετική Επιλογή και Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων σε μη συσσωρευτική βάση" ) ότι: " Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου υπό τους περιορισμούς που περιγράφονται στο Μέρος Β, Όρο 5 "Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου".
Πριν από την ημερομηνία οποιασδήποτε Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα, κατά την κρίση της, αν διαπιστώσει ότι δεν τηρεί την σχετική Κεφαλαιακή Επάρκεια, όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή ότι η Πληρωμή Τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την προαναφερόμενη Κεφαλαιακή Επάρκεια, τότε η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την Πληρωμή τέτοιων Τόκων σε μη σωρευτική βάση, στα πλαίσια όμως των "Συνεπακόλουθων Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου" ως περιγράφεται στο Τμήμα
ΙΙ, Μέρος Β/ΙΙ στον Όρο 5.
Περαιτέρω, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δύναται, και στη βάση αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης και της φερεγγυότητας της Τράπεζας για τα επόμενα τρία χρόνια, να απαιτήσει την ακύρωση πληρωμής τόκου ή κεφαλαίου. Η πληρωμή τόκων προς τους κατόχους Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα γίνεται πάντοτε σε μετρητά", γ) (υπό τον τίτλο: "Αξίες Αόριστης Διάρκειας χωρίς οποιαδήποτε νομική ημερομηνία λήξης") ότι "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης και γι' αυτό το λόγο οι επενδυτές θα λάβουν το κεφάλαιο επένδυσής τους μόνο στην περίπτωση που η Τράπεζα επιλέξει να τα εξαγοράσει με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου", δ) (υπό το γενικό τίτλο "Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα αλλά όχι την υποχρέωση εξαγοράς [Redemption] και Αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου") ότι "Η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οι Κάτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την Τράπεζα.
Η Τράπεζα, όμως, έχει την επιλογή, με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να εξαγοράσει ολόκληρο το ποσό των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016 ή σε οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου που έπεται και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο...", ε) (υπό τον γενικό τίτλο "Καθεστώς Εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης σε περίπτωση διάλυσης") ότι "...εάν η Τράπεζα τελεί υπό διάλυση ή εκκαθάριση, ο εκκαθαριστής θα ικανοποιήσει πρώτα όλες τις αξιώσεις των καταθετών ή άλλων πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών και πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου.
Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν έχει ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία για τον πλήρη διακανονισμό των αξιώσεων που δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας, τότε οι αξιώσεις των Κατόχων των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου δύνανται να χάσουν το σύνολο ή μέρος της επένδυσής τους. Επιπλέον, εάν τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές μετά από την πραγματοποίηση Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας, κάθε Κάτοχος θα υποστεί περαιτέρω μείωση της προτεραιότητας των δικαιωμάτων και αξιώσεών του λόγω της μετατροπής της επένδυσής του σε Συνήθεις Μετοχές και υπάρχει κίνδυνος οι μέτοχοι να χάσουν μέρος ή ολόκληρη την επένδυσή τους" και στ) (υπό τον τίτλο "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο [Tier 1 capital]") ότι "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο (Tier 1 capital ) και πιθανοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τα χαρακτηριστικά τους που αφορούν μεταξύ άλλων και την προτεραιότητα κατάταξης, το καθεστώς εξασφάλισής τους και την αόριστη διάρκειά τους".
Τέλος, στο ίδιο Τμήμα του Ενημερωτικού Δελτίου επισημαίνεται (υπό τον γενικό τίτλο "ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΧΟΥΣ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΧΡΕΟΓΡΑΦΩΝ 2013/18, ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΕΙΡΑ Γ (12/2007) ΠΟΥ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΣΕ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ") ότι "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 της Τράπεζας, πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για συμμετοχή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου μέσω της πιθανής ανταλλαγής των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 της Τράπεζας που ήδη κατέχουν, θα πρέπει να μελετήσουν προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τη δική τους οικονομική κατάσταση, τους επενδυτικούς στόχους και ορίζοντες και τις πληροφορίες που περιέχονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο και ιδιαίτερα τους κινδύνους που περιγράφονται πιο κάτω και αφορούν τη νέα έκδοση και το ενδεχόμενο ανταλλαγής ...
Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές από τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018, τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 12/2007. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018 (τα οποία κατατάσσονται ως δευτεροβάθμιο κεφάλαιο (Tier 2 capital) της Τράπεζας) έχουν ουσιαστικές διαφορές από τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (τα οποία κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο (Tier 1 capital) της Τράπεζας).
Οι Κάτοχοι Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 θα πρέπει να εξετάσουν τις διαφορές μεταξύ των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2103/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 και των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την προτεραιότητά κατάταξης και το καθεστώς εξασφάλισής τους, τη διάρκειά τους, το επιτόκιο, την εξαγορά και τη δυνατότητα μετατροπής σε μετοχές της Τράπεζας εφόσον υφίσταται καθώς και της υποχρεωτικής μετατροπής σε συνήθεις μετοχές σε περίπτωση που επισυμβεί Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας.
Οι πλήρεις όροι των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου παρουσιάζονται στο Μέρος Β του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου...", ότι (υπό τον τίτλο "Αβεβαιότητα ως προς τη ρευστότητα κατά τη διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου") ότι "Η Τράπεζα δεν σκοπεύει να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή προς διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιαδήποτε ρυθμισμένη αγορά εκτός από την αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αξιών.
Τα νέα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι τίτλοι για τους οποίους δεν υπάρχουν συναλλαγές σε καμία αγορά και δεν μπορεί να υπάρξει καμία διαβεβαίωση μελλοντικής ρευστότητας στις αγορές που αναμένεται να εισαχθούν", ως και (υπό τον τίτλο "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους") ότι: "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους σχετικά με την καταλληλότητα τυχόν ανταλλαγής ή μη της επένδυσής τους και των τυχόν συνεπειών στη φορολογική τους θέση και τις λογιστικές ή οικονομικές συνέπειες τυχόν επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου.
Η σχετική αναλογία ανταλλαγής (στη βάση της ονομαστικής τους αξίας) μπορεί κατά την εισαγωγή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στα δύο χρηματιστήρια να μην απεικονίζει την τιμή και σχετική σχέση στην τιμή διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων κινητών αξιών", τέλος δε, αναφορικώς με παράγοντες κινδύνου, σχετιζομένους με τις μετοχές, ρητώς αναφέρεται ότι τα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου έχουν χαμηλή ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από (ενν.
συγκριτικά με) άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με συνέπεια τη δημιουργία σοβαρού ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού της τιμής της μετοχής της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας. 'Όμως, η επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία ήταν ήδη εμφανής από τις αρχές του έτους 2009 και η συνεπεία αυτής υποβάθμιση των Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (εφεξής χάριν συντομίας :
Ο.Ε.Δ.) και εντεύθεν της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας επηρέασε δυσμενώς τη θέση της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας, η οποία, παρά το γεγονός ότι τελούσε σε γνώση της ραγδαίας επιδείνωσης των στοιχείων της ελληνικής οικονομίας, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2009 και μηνός Απριλίου έτους 2010, αύξησε την έκθεσή της σε Ο.Ε.Δ.
μέχρι του ποσού των δύο δισεκατομμυρίων τετρακοσίων εκατομμυρίων ευρώ (2.400.000.000 €), ενώ τα ίδια κεφάλαια αυτής δεν ξεπερνούσαν τα δύο δισεκατομμύρια πεντακόσια εκατομμύρια ευρώ (2.500.000.000 €), με συνέπεια η συγκέντρωση πραγματικού κινδύνου για την εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία να ανέρχεται σε ποσοστό 80%, περαιτέρω δε, δεν έλαβε μέτρα περιορισμού του κινδύνου αυτού [είτε με πώληση Ο.Ε.Δ. , είτε με αγορά Συμβολαίων Ανταλλαγής Πιστωτικής Αθετήσεως - Credit Default Swaps (CDS)].
Η συνεχής επιδείνωση των μεγεθών της ελληνικής οικονομίας (που έγινε πλέον αισθητή μετά τα τέλη του έτους 2009) επέφερε εν τέλει καίριο πλήγμα στη κεφαλαιακή επάρκεια της - εκτεθειμένης σε υπερβολικό βαθμό σε Ο.Ε.Δ. - εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας (δεδομένου ότι οι επενδύσεις της τελευταίας σε Ο.Ε.Δ.
την 31.3.2010 είχαν λογιστική αξία 2.000.000.000 €), η δε τελική ζημία στα ίδια κεφάλαια αυτής από τη συγκεκριμένη αιτία (απομείωση αξίας Ο.Ε.Δ.) ανήλθε κατά το τέλος του έτους 2010 (31.12.2010) στο ποσόν των 529.513.000 ευρώ. Ωστόσο η εφεσίβλητη (εναγόμενη) απέφυγε να αποτυπώσει λογιστικώς τις ζημίες της από την απομείωση της αξίας των Ο.Ε.Δ.
στις ετήσιες οικονομικές της καταστάσεις (καθ' όσον τούτο θα είχε ευθεία επίπτωση στην κεφαλαιακή της επάρκεια και στον Δείκτη Tier Core 1), ανεξαρτήτως της αιτίας της πράξης της αυτής και της μη ακόμη οριστικής απώλειας της φερεγγυότητας αυτής κατά τον ανωτέρω χρόνο, αλλά αντιθέτως προέβη σε επαναταξινόμηση του χαρτοφυλακίου της, περαιτέρω δε, επιχείρησε την προώθηση προς το επενδυτικό κοινό, μέσω του δικτύου υποκαταστημάτων της στην Ελλάδα και την Κύπρο σύνθετων επενδυτικών προϊόντων (προεχόντως των ΜΑΚ και των ΜΑΕΚ) τα οποία έφεραν τα ανωτέρω περιγραφόμενα χαρακτηριστικά, με προφανή σκοπό την απορρόφηση του μείζονος μέρους των απωλειών αυτών, εν αγνοία και με παραπλάνηση των υποψηφίων επενδυτών ως προς την πραγματική οικονομική της κατάσταση και το βαθμό ασφαλείας της επένδυσής τους.
Στο πλαίσιο αυτό η εφεσίβλητη (-εναγομένη) στις 15.6.2012 αποφάσισε αναφορικώς με τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ την ενεργοποίηση του όρου περί υποχρεωτικής ακύρωσης της πληρωμής τόκου για την περίοδο από 31.12.2011 έως 29.6.2012, το αυτό δε έπραξε την 18.12.2012 και για την περίοδο από 30.6.2012 έως 30.12.2012. Στις 30.6.2012, η εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία παρουσίασε έλλειμμα (οφειλόμενο κυρίως στο ελληνικό πρόγραμμα PSI αναφορικώς με τα ΟΕΔ) και συμφώνησε με τους πιστωτές της την χρηματοδότηση αυτής με το ποσό των δέκα δισεκατομμυρίων ευρώ (10.000.000.000 €), ενώ στις 15.3.2012 είχε ήδη αντλήσει από το Ευρωσύστημα (E.L.A.) το ποσόν του ενός δισεκατομμυρίου ΕΥΡΩ (1.000.000.000 €).
Ωστόσο, στις 15.3.2013, το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης (Eurogroup) αποφάσισε τη μη χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποιήσεως των δύο μεγάλων κυπριακών τραπεζών, ήτοι της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, αλλά και της Λαϊκής Τράπεζας, με την ίδια δε απόφαση του Eurogroup, μεταβιβάσθηκε στην εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία - χωρίς πάντως να συνιστά αυτό δική της απόφαση- η υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας προς τον E.L.A., ύψους εννέα εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (9.000.000 €).
Στις 26.3.2013, η εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως δυνάμει του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (17) 2013", στα πρότυπα της "Πρότασης Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου του 2012 για την εξυγίανση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων" και βάσει της " Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αριθμ. 2001/24/ΕΚ της 4ης Απριλίου 2001 Για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων" και του "Περί Τραπεζικών Εργασιών (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2004", με τον οποίο ενσωματώθηκε στην κυπριακή έννομη τάξη η ως άνω Οδηγία και επιβλήθηκε το πρώτον η διάσωση των τραπεζικών ιδρυμάτων με ίδια μέσα (bail - in), δηλαδή- για πρώτη φορά στην Κύπρο, αλλά και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίθετα με ότι είχε συμβεί μέχρι τότε με τα ελληνικά τραπεζικά ιδρύματα- με "κούρεμα" καταθέσεων και μετοχοποίηση ομολόγων.
Εν τέλει, με τα υπ' αριθ. ....2013 και ....2013 Διατάγματα (Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις) του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, υπό την ιδιότητα της τελευταίας ως Αρχής Εξυγιάνσεως κατά τους ορισμούς των άρθρων 5 (1), 5 (7), 5 (12) (α), 7 (1) και 12 του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων" Νόμου του 2013, τα Μ.Α.Ε.Κ.
μετατράπηκαν σε Μετοχές Δ' Τάξεως με τιμή μετατροπής ένα ευρώ (1 €), δηλαδή στην ονομαστική τους αξία, και με ονομαστική αξία εκάστης μετοχής στο ένα ευρώ (1 €) για κάθε ευρώ των ως άνω χρεών της Τράπεζας. Εν συνεχεία, επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των Μετοχών Δ' Τάξεως από 1 € σε 0,01 ευρώ για εκάστη μετοχή, προκειμένου να γίνει διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εν λόγω αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας.
Κάθε εκατό (100) μετατραπείσες σε συνήθεις μετοχές αξίας 0,01 ευρώ για εκάστη μετοχή, οι οποίες ήσαν εγγεγραμμένες στον ίδιο μέτοχο, ενώθηκαν σε μια (νέα) συνήθη μετοχή, αξίας ενός ευρώ (1 €) εκάστης. Οι μη ενοποιημένες μετοχές (λ.χ. αριθμός μετοχών ελάσσων των 100) ακυρώθηκαν και το ποσόν της ονομαστικής αξίας των ακυρωθεισών μετοχών χρησιμοποιήθηκε για τη διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας, εφεξής δε όλες οι μετοχές αποτελούσαν ενιαία τάξη, παρέχουσες δικαίωμα ψήφου και απολήψεως μερίσματος στους μετόχους.
Στις 4.1.2017 η εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο: "Αναστολή διαπραγμάτευσης των Υφιστάμενων Μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ", με την οποία γνωστοποίησε στο επενδυτικό κοινό ότι η (εντασσομένη στο σχέδιο εξυγιάνσεώς της) αναστολή της διαπραγματεύσεως της μετοχής της στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου θα αρχίσει από 10.1.2017, ως και ότι η διαπραγμάτευση των νέων μετοχών της θα άρχιζε, υπό την αίρεση της λήψεως των σχετικών εγκρίσεων, στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο L.S.E. (όχι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών) από 19.1.2017.
Στο πλαίσιο αυτό η συναλλακτική σχέση των διαδίκων μερών διαμορφώθηκε ως ακολούθως.... Από όλα τα παραπάνω σαφώς συνάγεται ότι η προηγούμενη επενδυτική εμπειρία όλων των εναγόντων, την οποία υπερτονίζει η εφεσίβλητη και δέχεται η εκκαλουμένη, ανάγεται σε πολύ πιο απλά στη σύλληψή τους προϊόντα, όπως αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα, μετοχές κλπ.
Ουδείς εξ αυτών είχε την εμπειρία των προϊόντων που η εφεσίβλητη τους προώθησε, στοχοποιώντας τους, ως πελάτες επενδυτές με άκρως επιθετική στρατηγική προκειμένου να τους πωλήσει τα ΜΧ, ΜΑΚ και ιδίως τα ΜΑΕΚ. Η εφεσίβλητη μέσω των υπαλλήλων της τους απέκρυψε ότι αυτά εμπεριείχαν μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητος υποχρεώσεις της εφεσίβλητης τράπεζας (subordinated) δηλαδή, τα δικαιώματα που απέρρεαν από αυτά ήταν ελάσσονος προτεραιότητας συγκριτικά προς τις αξιώσεις των καταθετών και λοιπών πιστωτών της τράπεζας, πλην των μετόχων, ήταν υβριδικά (hybrid) και μετατρέψιμα (convertible) σε μετοχές παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα (financial derivatives) που αποτελούσαν άντληση ιδίων κεφαλαίων της τράπεζας αφού προσαύξαναν το δευτεροβάθμιο (τα ΜΧ το Tier 2 ή το πρωτοβάθμιο κεφάλαιο -τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ το Tier 1) της τράπεζας βελτιώνοντας τους εποπτικούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειάς της.
Αποτελούσαν μάλιστα για την εφεσίβλητη τον ευκολότερο τρόπο να συμμορφώνεται με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως αυτές διαχρονικά διαμορφώνονταν. Ήταν εκ της φύσεώς τους άμεσα συνυφασμένα προς την οικονομική κατάσταση, την φερεγγυότητα και την επιχειρηματική στρατηγική της εναγομένης, η οποία μπορούσε να διαγνώσει εκ των προτέρων τις προοπτικές της και την πραγματική αξία των ως άνω προϊόντων.
Ήταν προϊόντα που σχεδιάστηκαν για να απορροφούν τις ζημίες (παρούσες και μελλοντικές) της εναγομένης και να αποκαθιστούν την κλονισμένη κεφαλαιακή επάρκειά της. Αποτελούσαν δηλαδή, εξ αρχής ένα μηχανισμό απορρόφησης ζημιών ιδίως τα ΜΑΕΚ, αφού οποιαδήποτε πληρωμή που δεν θα καταβαλλόταν δεν έθετε την εναγομένη τράπεζα σε καθεστώς αθέτησης υποχρέωσης, εκκαθάρισης ή διάλυσης, με αποτέλεσμα η μετατροπή των επίμαχων τίτλων σε μετοχικό κεφάλαιο ή η μη πληρωμή αυτών να μην είχε επιβλαβείς συνέπειες για την τράπεζα.
Αποτελούσαν νέα μορφή επενδυτικών εργαλείων, σύνθετα στην σύλληψη και τη λειτουργία τους, ακατάλληλα για τους ιδιώτες επενδυτές (απλούς καταναλωτές) που δεν είχαν την ικανότητα να αξιολογήσουν και να κατανοήσουν την ποιότητα των δικαιωμάτων που ενσωμάτωναν, την αξία και τους κινδύνους αυτών. Ήταν προϊόντα με όρους μονομερώς διατυπωμένους υπέρ του εξουσιάζοντος μέρους (της εναγομένης/εφεσίβλητης και εκδότριας αυτών) που έδιναν το περιθώριο στην εναγομένη να πράττει κατά βούληση, ενσωματώνοντας παραμέτρους που υπέκειντο αποκλειστικά στη κρίση της, ως προς τις πραγματοποιημένες ή μελλοντικές ζημίες.
Συνδέονταν με πλήθος κινδύνων γενικών και ειδικών (πχ. κίνδυνος να καταστεί αφερέγγυα η Τράπεζα Κύπρου ή να χάσει την κεφαλαιακή της επάρκειας, κίνδυνος ακύρωσης καταβολής τόκων κ.ο.κ.). Ήταν επενδυτικά προϊόντα αμφίβολης αξιοπιστίας, αφού δεν είχαν λάβει αξιολόγηση (rating) από κάποιο οίκο αξιολόγησης, προϊόντα για τα οποία δεν υπήρχε προηγούμενη ενεργός αγορά στο Χρηματιστήριο Αθηνών (δευτερογενής αγορά) και είχαν χαμηλό δείκτη εμπορευσιμότητας, τα οποία είχαν περιπέσει σε ανυποληψία στους επενδυτικούς κύκλους και στους ειδικούς περί τα χρηματοοικονομικά (επαγγελματίες και θεσμικούς επενδυτές, ήδη από την έκδοσή τους με αποτέλεσμα την χαμηλή ρευστότητα και την ανύπαρκτη έως περιορισμένη ζήτηση των επίμαχων τίτλων σε όλη τη διάρκεια διαπραγμάτευσής τους.
Ανήκαν στην υψηλότερη βαθμίδα κινδύνου, αφού εγκυμονούσαν τον κίνδυνο ολικής απώλειας κεφαλαίου και ήταν εκτεθειμένα στον κίνδυνο του bail in.'Ηταν επενδυτικά προϊόντα που ο συσχετισμός ανάληψης κινδύνου και προσδοκώμενης απόδοσης ήταν σε προφανή δυσαναλογία, ώστε κανένας ορθολογικά σκεπτόμενος και σωστά ενημερωμένος επενδυτής δεν θα αναλάμβανε τον κίνδυνο που περιείχαν χωρίς ανάλογη ωφέλεια ως αντιστάθμισμα (δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών).
Ειδικότερα, τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ ήταν αόριστης διάρκειας (perpetual) χρηματοοικονομικά προϊόντα, δηλαδή δεν είχαν ημερομηνία λήξης και συνεπώς, οι επενδυτές δεν είχαν αξίωση επιστροφής του κεφαλαίου τους από την εναγομένη. Επί πλέον, τα ΜΑΚ ή ΚΥΠΡΟ 2 περιείχαν τον δυσμενέστατο όρο της ακύρωσης πληρωμής τόκων σε περίπτωση που η εναγομένη διαπίστωνε ότι δεν τηρούσε την κεφαλαιακή της επάρκεια, όπως αυτή οριζόταν από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, ή ότι η πληρωμή του τόκου θα είχε ως αποτέλεσμα να παύσει να ικανοποιεί την κεφαλαιακή επάρκειά της.
Περαιτέρω, τα ΜΑΕΚ εμπεριείχαν επί πλέον επαχθέστατους όρους που ήταν βέβαιο κατά τη στιγμή της έκδοσης ότι θα συνέτρεχαν ήτοι: (α) Υποχρεωτική Ακύρωση Τόκων και (β) Υποχρεωτική Μετατροπή σε Μετοχές (convertible contigent-Coco`s) καθώς ήταν ένα προϊόν, που, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, σχεδιάστηκε υπό τους ειδικότερους αυτούς όρους , ώστε να αποτελέσει "μαξιλάρι" που θα απορροφούσε τις ζημίες από τα Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, που είχαν πραγματοποιηθεί στο χαρτοφυλάκιο της εναγομένης, αλλά δολίως δεν είχαν αποτυπωθεί με λογιστικούς-οικονομικούς όρους στις οικονομικές της καταστάσεις.
Ο σύνθετος χαρακτήρας τους και η αλληλένδετη φύση τους με την αληθή οικονομική κατάσταση της εναγομένης-εφεσίβλητης αποδεικνύεται από το σύνολο των προκομιζομένων εγγράφων. ... Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι παρά τα όσα δέχθηκε η εκκαλουμένη, η εναγομένη τραπεζική εταιρεία ως προμηθεύτρια επενδυτικών υπηρεσιών εντός του κύκλο της εμπορικής της δραστηριότητας, παρά τα όσα αντίθετα ρητώς διαλαμβάνονται στα ενημερωτικά δελτία προς αποφυγή συνεπειών, σαφώς παρείχε μέσω των ανωτέρω προστηθέντων (υπαλλήλων των υποκαταστημάτων της) αυτής επενδυτική συμβουλή και σύσταση στους ενάγοντες με σκοπό την προώθηση σε όλους των μετατρέψιμων αξιογράφων έκδοσης της εναγομένης (ΜΧ 2008/ΜΑΚ/2009 ΜΑΕΚ/2011) οι οποίοι διέθεταν εν προκειμένω και την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικοί αποδέκτες της προαναφερθείσας επενδυτικής υπηρεσίας της εναγομένης, που δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δοθέντος ότι αφενός τα επενδυθέντα από αυτούς ποσά, δεν ήταν, στην πλειονότητά τους, τόσο υψηλά και αφετέρου δεν υπήρχε συστηματική ενασχόληση των εναγόντων με πολύπλοκες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές.
Παράλληλα, καταρτίστηκαν (εγγράφως ή προφορικώς) και συμβάσεις εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό τους/λήψης και διαβίβασης εντολής, καθώς η ίδια η εναγομένη τράπεζα μέσω των υπαλλήλων της, είτε θα εκτελούσε η ίδια την εντολή αγοράς των επίμαχων αξιογράφων είτε θα διαβίβαζε σε άλλη ΕΠΕΥ/τράπεζα την σχετική εντολή τους.
Τα ως άνω αποδεδειγμένα πλήρως πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δημιουργούσαν σειρά συμβατικών υποχρεώσεων και προβλέπονται από τα άρθρα 2 παρ. 7 ν. 3606/2007 (που αφορά την υποχρέωση κατηγοριοποίησης των επενδυτών -πελατών), 25 παρ. 1 ν. 3606/2007 και 25 παρ. 2 και 3 του ν. 3606/2007, 4 και 8 ν. 3606/2007 και της Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) 2501/31.10.2002 (ΦΕΚ Α'277/18.11.2002) (που αφορούν την υποχρέωση πληροφόρησης του πελάτη), 13 ν. 3606/2007 (που αφορά την υποχρέωση εντοπισμού και αποφυγής συγκρούσεων συμφερόντων), 14 ν. 3606/2007 (αναφορικά με τις οργανωτικές υποχρεώσεις ιδίως της 4/505/3.4.2009 κοινής απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς "Περί Πιστοποίησης Επαγγελματικής Επάρκειας Υπαλλήλων Στελεχών Πιστωτικών Ιδρυμάτων" αναφορικά με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, 25 παρ. 4 ν. 3606/2007 (έλεγχος καταλληλότητας), 25 παρ. 5 του ν. 3606/2007 (έλεγχος συμβατότητας), τις οποίες παραβίασε η εφεσίβλητη και στην οποία στηρίζεται η παρανομία της.
Ειδικότερα, η παροχή εσφαλμένης, μη πλήρους ή ακατάλληλης συμβουλής θεμελιώνει ενδοσυμβατική ευθύνη και ευθύνη από αδικοπραξία (914 ΑΚ) όταν οι ενέργειες του ζημιώσαντος θα ήταν παράνομες και χωρίς την συμβατική σχέση. Η δόλια και εν γνώσει του εσφαλμένου τους, παροχή εσφαλμένων συμβουλών ή η δόλια αποσιώπηση ουσιωδών πληροφοριών, με σκοπό να προκληθεί ζημία σε άλλο πρόσωπο, εμπίπτει στην περίπτωση της 919 του ΑΚ.
Ο επενδυτικές υπηρεσίες υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994, ιδίως όταν απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση των προσωπικών τους αναγκών (αποταμιευτικών, επενδυτικών, κλπ). Οι διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 3606/2007 " Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις" και των άρθρων 4,8,12,13 και 14 της με αριθμό 1/452/1.11.2007 Απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ Β'2136/1.11.2007) "Κανόνες Συμπεριφοράς Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ)" τείνουν και στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος των επενδυτών, αλλά και αποτυπώνουν κατά ένα μεγάλο βαθμό το μέτρο συναλλακτικής επιμέλειας στον χώρο παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και αποτελούν, συνεπώς, πολύτιμο εργαλείο για τη διακρίβωση της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς.
Εξ ίσου σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν για την θεμελίωση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας. Ιδιαίτερα σημαντική παράμετρο της οφειλόμενης ενημέρωσης, αποτελεί η πληροφόρηση για την οικονομική κατάσταση και τις προοπτικές του εκδότη των προτεινόμενων επενδυτικών τίτλων.
Κατά την ορθότερη γνώμη, η υποχρέωση διαφώτισης καταλαμβάνει και τον γενικό κίνδυνο αφερεγγυότητας του εκδότη ενός ομολογιακού δανείου, ακόμη και αν τη στιγμή της παροχής των επενδυτικών συμβουλών δεν υπάρχουν σχετικές ενδείξεις. Γίνεται επίσης δεκτό, ότι η τράπεζα ευθύνεται σε αποζημίωση, αν παρέλειψε να διαφωτίσει τον επενδυτή πελάτη της για το προσδοκώμενο από αυτή κέρδος από την διάθεση τίτλων, και για τον συναφή κίνδυνο από την μη διάθεσή τους.
Η αποκάλυψη είναι απαραίτητη, ώστε ο πελάτης να πληροφορηθεί την ενυπάρχουσα σύγκρουση συμφερόντων και να αποφευχθεί η πεπλανημένη εντύπωσή του για την ουδετερότητα των επενδυτικών συμβουλών. Όταν η συναλλαγή των μερών έχει τον χαρακτήρα παροχής επενδυτικών συμβούλων, τότε ο επενδυτής έχει σύμφωνα με την λειτουργία του συγκεκριμένου συμβατικού δεσμού την προσδοκία ότι η τράπεζα να του παράσχει συμβουλές προσανατολισμένες στα αντικειμενικά συμφέροντά του.
Υπό το πρίσμα αυτό, η τράπεζα πρέπει να αποκαλύψει στον πελάτη της τα περιθώρια κέρδους και τον κίνδυνο από τη μη διάθεση των ομολόγων, για να μπορέσει αυτός να κρίνει αν για τις συστάσεις υπήρξε κρίσιμο το ίδιο οικονομικό συμφέρον αυτής. Η υποχρέωση αποκάλυψης της σύγκρουσης συμφερόντων που προβλέπεται ρητά και στο άρθρο 13 του ν. 3606/2007 μπορεί να θεμελιωθεί και στην υποχρέωση πίστης, η οποία αποτελεί εξειδίκευση της κατά την 288 ΑΚ αρχής της καλής πίστης.
Εν προκειμένω, ο νόμιμος λόγος ευθύνης της αναιρεσίβλητης είναι ότι εξεπλήρωσε πλημμελώς τις υποχρεώσεις της έναντι των εναγόντων/εκκαλούντων από τις συμβάσεις παροχής επενδυτικών συμβουλών και λήψης και διαβίβασης/εκτέλεσης εντολών, ιδίως την υποχρέωση παροχής πλήρους, σαφούς, ορθής και μη παραπλανητικής ενημέρωσης και διαφώτισης ως προς τους όρους των προϊόντων και την αληθή οικονομική της κατάσταση, δεν συμμορφώθηκε με τους κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς του άρθρου 25 του ν. 3606/2007, παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας εκ των άρθρων 281 ΑΚ και 288 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 8 ν. 2251/1994, πείθοντάς τους με απατηλή και δόλια συμπεριφορά να διαθέσουν χρήματα και να αποκτήσουν ΜΧ, ΜΑΚ και ΜΑΕΚ , ενώ είχε άμεσο και ίδιο όφελος (σύγκρουση συμφερόντων).
Όλοι οι ενάγοντες που επιζητούσαν την ασφάλεια των χρημάτων τους, αν γνώριζαν την αλήθεια και αν είχαν επαρκώς ενημερωθεί από την έχουσα προς τούτο υποχρέωση εναγομένη τράπεζα ότι τα επίδικα προϊόντα της και ιδίως τα ΜΑΕΚ, στα οποία με την συμβουλή των υπαλλήλων της, οι ενάγοντες μετέτρεψαν τα αρχικά προϊόντα τους, είχαν τις προεκτεθείσες ιδιότητες, εν πολλοίς άγνωστες σε όλη τους την έκταση και στους περισσοτέρους υπαλλήλους της, δεν θα προχωρούσαν στην εν λόγω επένδυση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, καθίσταται πλέον ή εμφανές, ότι δεν υπήρξε πλήρης και ορθή ενημέρωση, αλλά ούτε και ενσυνείδητη επιλογή των κρισίμων προϊόντων, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη. Είναι φανερό επίσης, ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ουδείς προχωρεί σε τοποθέτηση χρημάτων σε ένα προϊόν αν δεν του παρουσιαστεί αυτό ως συγκριτικά επωφελέστερο του προηγουμένου. 'Ετσι οι ενάγοντες προχώρησαν διαδοχικά από τα ΜΧ στα ΜΑΚ και εν συνεχεία στα ΜΑΕΚ.
Την ελλιπή και παραπλανητική πληροφόρηση των επενδυτών διαπιστώνει με τη με αριθμό ....2013 έγγραφη σύστασή του ο Συνήγορος του Καταναλωτή, ο οποίος θέτει θέμα σύγκρουσης συμφερόντων για τον εκδότη των τίτλων, "δεδομένου ότι...". Λόγω των προπαρατεθέντων γεγονότων, η εφεσίβλητη προέβη στην υποχρεωτική ακύρωση της πληρωμής τόκων ως προς τα "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου" για το πρώτο εξάμηνο του 2012, καθώς την χρονική εκείνη περίοδο το κεφαλαιακό της έλλειμμα ανερχόταν στα 730.000.000 ευρώ περίπου.
Ακολούθησε σειρά γεγονότων, όπως αυτά προεκτέθηκαν, που οδήγησαν στην έκδοση, σύμφωνα με τον από το έτος 2013 νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων, του με αριθμό .../2013 διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου που σκοπό είχε την αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας της πρώτης εναγομένης διά της διάσωσης με ίδια μέτρα, τιθέμενη αυτή υπό καθεστώς εξυγίανσης.
Δυνάμει του ανωτέρω διατάγματος, αλλά και του με αριθμό .../2013 διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, που ακολούθησε τα "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου" έγινενα μετοχές μηδενικής αξίας. 'Όμως, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, το γεγονός τούτο δεν ήταν το κρίσιμο διακοπτικό της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων της εφεσίβλητης και της ζημίας που καταφανώς υπέστησαν οι ενάγοντες/εκκαλούντες, όπως επίσης θα εκτεθεί κατωτέρω.
Αποδείχθηκε ειδικότερα, ότι η εφεσίβλητη τράπεζα δεν απέδωσε την ορθή εικόνα της οικονομικής της θέσης για το 2010, το πρώτο τρίμηνο του 2011 και το εξάμηνο του 2011, αφού αφενός δεν αιτιολόγησε την επαναταξινόμηση των περιουσιακών της στοιχείων και αφετέρου δεν προέβη σε απομείωση των περιουσιακών της στοιχείων (κυρίως ΟΕΔ) την στιγμή που τα τελευταία είχαν χάσει το 30% της αξίας τους.
Για τον λόγο αυτό, με την από 1.12.2017 Απόφαση του Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου επιβλήθηκαν διοικητικές κυρώσεις ύψους 595.000 ευρώ στην εφεσίβλητη τράπεζα, σε πρώην μέλη του ΔΣ και στον πρώην Ανώτερο Διευθυντή, διότι οι οικονομικές καταστάσεις της εφεσίβλητης, ήδη από το πρώτο τρίμηνο του 2011 ήσαν παραπλανητικές, δεν παρείχαν αληθή και δίκαιη εικόνα της οικονομικής κατάστασης της τράπεζας και δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με το ΔΛΠ 39.
Θα έπρεπε σύμφωνα με τις πρόνοιες του ΔΛΠ 39 η τράπεζα να έχει προβεί σε περαιτέρω προβλέψεις για απομείωση των δανείων της, ύψους τουλάχιστον 362.000.000 ευρώ, δηλαδή, θα έπρεπε να εμφανίσει αύξηση στις συνολικές ζημίες της και στα ίδια κεφάλαιά της, κατά το ισόποσο τουλάχιστον με "άμεσο αντίκτυπο επί των κεφαλαιακών της δεικτών", όπως επισημαίνεται στην απόφαση.
Η εφεσίβλητη τράπεζα ενόσω οι ενάγοντες ήσαν κάτοχοι των ΜΑΚ, αύξησε υπέρμετρα τον πραγματικό ουσιαστικό κίνδυνο από την κατοχή ομολόγων που η αγορά θεωρούσε υψηλού ρίσκου-επενδυτικά "σκουπίδια", και την στιγμή που όφειλε να αναγνωρίσει ζημίες και να προβεί σε απομείωση των επενδυτικών της προϊόντων, δεν το έκανε, για να διατηρήσει τον εποπτικό κίνδυνο σε ικανοποιητικά επίπεδα και να εκδώσει τα ΜΑΕ, ώστε να αποκτήσει εύκολα ένα αντισταθμιστικό μέτρο την στιγμή που θα της χρειαζόταν.
Η διατήρηση υψηλών εποπτικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας για την εφεσίβλητη το 2011 είχε τεράστια σημασία, διότι της επέτρεψε να εκτελέσει το σχέδιό της με την έκδοση και προώθηση των πλέον σύνθετων και τοξικών προϊόντων της το 2011 σε όλους τους ενάγοντες και την συντήρηση της πλάνης τους, ως προς τις προοπτικές και την πραγματική της αξία, την πραγματική της οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητα.
Οι εποπτικοί δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας της εφεσίβλητης, σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις και τις οικονομικές της καταστάσεις από το 2008, ότε και εκδόθηκαν τα ΜΧ μέχρι και την έκδοση των ΜΑΕΚ κυμαίνονταν σε υψηλά επίπεδα, ενώ η εφεσίβλητη δεν παρέλειπε να τονίζει την κερδοφορία της, την υψηλού επιπέδου κεφαλαιακή της επάρκεια και μέσω των βραβεύσεών της αλλά και τη θωράκισή της μέσω του business plan της από την κρίση.
Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, η επιχειρηματική πολιτική της εφεσίβλητης ουδεμία σχέση είχε με τα παραπάνω, αφού τον Απρίλιο του 2010 κατέληξε να έχει συγκέντρωση κινδύνου σε ποσοστό 80% (2,3 δις ΟΕΔ εκ των 2,5 δις ιδίων κεφαλαίων), ενώ προέβη σε επαναταξινόμηση του χαρτοφυλακίου της και σε αλλαγή των λογιστικών κανόνων δίχως να πληρούνται οι προϋποθέσεις.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, η ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια που παρουσίαζε η εφεσίβλητη να είναι αναληθής, παραπλανητική και να μην αντικατοπτρίζει την πραγματική οικονομική της θέση, αφού απέκρυψε την πραγματικότητα και δεν αποτύπωσε στα ίδια κεφάλαιά της ζημία ύψους άνω των 500.000.000 ευρώ. Αν η εναγομένη είχε αποτυπώσει, ως όφειλε, τις ζημίες που είχε υποστεί από την απομείωση των ΟΕΔ, είναι προφανές ότι ο δείκτης core tier 1 θα εμφανιζόταν απομειωμένος στα stress tests του 2011 (το οποίο ανακοινώθηκε ήδη από τον Ιανουάριο του 2011 και διενεργήθηκε με στοιχεία σταθερού ισολογισμού της 31ης Δεκεμβρίου 2010, δηλαδή με βάση τις οικονομικές καταστάσεις 2010 της εφεσίβλητης) κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, περίπου 20%, δηλαδή κάτω από τη βάση του 5% και έτσι η εναγομένη θα έπρεπε σε συνεργασία με την εποπτεύουσα αρχή να λάβει διορθωτικά μέτρα άμεσα.
Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι τα εποπτικά ίδια κεφάλαια που χρησιμοποίησε ως βάση με ημερομηνία 31.12.2010 η ΕΑΤ για να εξαγάγει συμπεράσματα ανέρχονταν στο ύψος των 2.134.000.000 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ήταν κατά 529.513.000 ευρώ λιγότερα, ήτοι 1.604.487.000 ευρώ, δηλαδή 25% λιγότερα. Κατά προσέγγιση λοιπόν, αν με 2.134.000.000 ευρώ ίδια κεφάλαια, στο αντίστροφο σενάριο υπολογίστηκε από την ΕΑΤ ότι ο δείκτης core tier 1 της Τράπεζας Κύπρου ήταν 6,2% με 25% λιγότερα ίδια κεφάλαια θα ήταν σίγουρα τουλάχιστον 20% μικρότερος από 5%, που αποτελεί προσδιοριστικό παράγοντα βιωσιμότητας μιας τράπεζας, γεγονός που πιστοποιήθηκε και από την από 7.7.2013 έκθεση Διεθνούς Ελεγκτικής Εταιρείας, που προσκομίζεται με επίκληση.
Από το σύνολο των προσκομισθέντων εγγράφων αποδείχθηκε πλήρως ότι η εφεσίβλητη τράπεζα ενσυνειδήτως εξέθεσε τους ενάγοντες στον κίνδυνο απώλειας των τόκων ή και του συνόλου του κεφαλαίου τους και η ακύρωση των τόκων και μετατροπή των απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης σε μετοχές δεν ήταν τυχαίο, απροσδόκητο και πάντως εξωγενές γεγονός, αποδιδόμενο στην παγκόσμια οικονομική κρίση, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά πραγμάτωση των κινδύνων στους οποίους τους εξέθεσε η εφεσίβλητη, η οποία, όπως προεκτέθηκε, αν είχε τηρήσει τις νόμιμες και συμβατικές υποχρεώσεις της και τους είχε ορθώς και πλήρως ενημερώσει σε σχέση με τα αληθινά χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους των ΜΧ, ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, ουδέποτε θα είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους στα ΜΧ και δεν θα τα είχαν ανταλλάξει το 2009 με ΜΑΚ και το 2011 με τα ΜΑΕΚ και συνεπώς, η ζημία τους θα είχε αποφευχθεί.
Τα κεφάλαιά τους αποτελούσαν δηλαδή, εξ αρχής και εν αγνοία τους, ήδη από το 2008 τα μέτρα αντιστάθμισης του επιχειρηματικού κινδύνου της εφεσίβλητης. Εξ αρχής, οι όροι των επίμαχων προϊόντων και η ριψοκίνδυνη επενδυτική στρατηγική της εφεσίβλητης εμπόδιζαν την επίτευξη του (γνωστού σ'αυτήν) σκοπού όλων των εναγόντων-εκκαλούντων που ήταν η απόλυτη εξασφάλιση του κεφαλαίου τους, η απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και η επιστροφή του κεφαλαίου τους στην πενταετία.
Συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε τα αντίθετα και απέρριψε την αγωγή ως προς όλους τους ενάγοντες με την προεκτεθείσα αιτιολογία, έσφαλε και γι' αυτό θα πρέπει να εξαφανιστεί ως προς όλους τους ενάγοντες, πλην των 4ης και 5ου κατά παραδοχή των βασίμων λόγων της έφεσής τους....Στη προκειμένη περίπτωση, χωρίς την προεκτεθείσα και αποδειχθείσα παράνομη συμπεριφορά της εφεσίβλητης τράπεζας, κανείς από τους ενάγοντες δεν θα είχε λάβει την απόφαση να επενδύσει στα επίδικα ΜΧ-ΜΑΚ-ΜΑΕΚ, θα είχαν δηλαδή αυτοί διατηρήσει τα κεφάλαιά τους απέχοντας από την επενδυτική τοποθέτηση αυτών.
Κανείς δηλαδή από αυτούς, όπως προεκτέθηκε, αν είχε πλήρη επίγνωση των όρων και των κινδύνων των ενδίκων προϊόντων, δεν θα είχε, χωρίς την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της τράπεζας, διαθέσει κεφάλαιο για να αποκτήσει τίτλους, οι οποίοι ήσαν υβριδικοί ως μειωμένης διασφάλισης ή/και άληκτοι, υψηλού ρίσκου χωρίς εγγύηση επιστροφής κεφαλαίου ή/και καταβολής τόκων, προορισμένοι ως εκ της φύσεώς τους για την απορρόφηση ζημιών της τράπεζας, αφού, σύμφωνα με το συντηρητικό, επενδυτικό προφίλ τους, επιθυμούσαν το κεφάλαιό τους να ήταν διασφαλισμένο, κατά το πρότυπο μιας προθεσμιακής κατάθεσης.
Η συμπεριφορά αυτή της τράπεζας είχε γενικά και ειδικά την τάση και ήταν ικανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και την ανθρώπινη κοινή πείρα, να προκαλέσει ζημία, όπως εκ των προτέρων κρίνεται. Με τον τρόπο αυτό, ήδη με την κτήση των ΜΧ προσαύξαναν εν αγνοία τους τα ίδια κεφάλαια της τράπεζας και κατέστησαν "το ίδιο μέσο" αυτής για την απορρόφηση των ζημιών της.
Κανένα από τα παραπάνω προϊόντα δεν είχε τα χαρακτηριστικά και την ασφάλεια της προθεσμιακής κατάθεσης με την οποία ρητά στα εσωτερικά έγγραφα της εναγομένης/εφεσίβλητης συγκρίνονται. Στις έγγραφες οδηγίες προς τους εντεταλμένους υπαλλήλους τα κρίσιμα αυτά προϊόντα εμφανίζονται ως εξ ίσου ασφαλή με την προθεσμιακή κατάθεση και επωφελέστερα σε επιτόκιο, ενώ αποδείχθηκε πλήρως ότι αποτελούν σύνθετα επενδυτικά προϊόντα και δη εξόχως σύνθετα, με δυσνόητους όρους και υψηλό ρίσκο με την προθεσμιακή κατάθεση και επωφελέστερα σε επιτόκιο, ενώ αποδείχθηκε πλήρως ότι αποτελούν σύνθετα επενδυτικά προϊόντα και η σύγκριση αυτή είναι εξόχως απατηλή και απαγορευμένη.
Η επιλογή μάλιστα της εφεσίβλητης να συγκρίνει αμιγώς επενδυτικά προϊόντα και δη εξόχως σύνθετα, με δυσνόητους όρους και υψηλό ρίσκο με την προθεσμιακή κατάθεση, αναδεικνύει την επιδίωξή της για την κάλυψη των εκδόσεων από τα οποία εξαρτιόταν η φερεγγυότητά της. Η ζημία των εναγόντων/εκκαλούντων συνίσταται στην ποιοτική μετατροπή (ήδη κατά την αγορά των ΜΧ 2013/2018 και εν συνεχεία των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ) του διαθεσίμου σε χρήμα κεφαλαίου τους σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα, προορισμένα να απορροφούν ζημίες.
Η διαφοροποίηση του χρήματος, σε λογιστική μορφή από τις υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης (ΜΧ, ΜΑΚ, ΜΑΕΚ) είναι προφανής. Πρέπει επίσης να επισημανθεί, ότι τα άληκτα ("αιώνια" perpetual) ομόλογα (όπως τα επίδικα ΜΑΚ και ΜΑΕΚ) δεν ενσωματώνουν ούτως ή άλλως αξίωση επιστροφής του επενδεδυμένου κεφαλαίου οποτεδήποτε.
Σε κάθε περίπτωση, τα κρίσιμα προϊόντα είχαν μηδενική αξία πολύ πριν τον ν. 2013 περί εξυγίανσης και του εκδοθέντος κυπριακού διατάγματος περί ανακεφαλαιοποίησης της εφεσίβλητης με ίδια μέσα, ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο, που καθένας από τους ενάγοντες αντιλήφθηκε την ζημία του. Οι υβριδικοί τίτλοι ΜΑΕΚ, που οι ενάγοντες τελικά διέθεταν, κατά μετατροπή των προηγουμένων, είχαν εκμηδενιστεί, όταν, όπως αποδεικνύεται, η εφεσίβλητη δεν πληρούσε τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, γεγονός που συνεπαγόταν την αναγκαστική ακύρωση τόκων (σε άληκτο προϊόν) και ακολούθως, την υποχρεωτική μετατροπή του σε μετοχές (λόγω των όρων έκδοσης ΜΑΕΚ ως γεγονότα Έκτακτης Ανάγκης -Βιωσιμότητας).
Είναι χαρακτηριστικό, ότι στο από 12.1.2012 Ενημερωτικό Δελτίο 2012, σελ. 43, της εφεσίβλητης, το οποίο προσκομίζεται με επίκληση από τους ενάγοντες-εκκαλούντες, αναφέρονται τα εξής: "Το Συγκρότημα στις 30 Σεπτεμβρίου 2011 δεν πληρούσε τα ελάχιστα όρια των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας και εάν δεν καταστεί δυνατόν να επιτευχθούν οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις με άλλα μέσα, περιλαμβανομένης και της υποχρεωτικής μετατροπής των Μετατρεψίμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε συνήθεις μετοχές (σύμφωνα με τους όρους έκδοσής τους) δεν μπορεί να αποκλεισθεί το Συγκρότημα να χρειαστεί κρατική στήριξη(...).
Ήτοι η μετοχοποίηση των ΜΑΕΚ ήταν προ του 2013 προδιαγεγραμμένη, ήταν το αναμενόμενο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ήδη από την έκδοσή τους, δηλαδή να υλοποιήσουν το σκοπό για τον οποίο εκδόθησαν. Η εφεσίβλητη στην Ετήσια Έκθεση της, περί Εταιρικής Διακυβέρνησης 2011, αναφέρει ότι "Κατά το έτος 2011 το Συγκρότημα έχει υποστεί σημαντική ζημία λόγω της απομείωσης των ΟΕΔ (Σημείωση 15) και σαν αποτέλεσμα στις 31 Δεκεμβρίου 2011 δεν πληρούσε τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, όπως παρουσιάζεται στην Σημείωση 49".
Μεταξύ άλλων ομολογεί εν προκειμένω η εφεσίβλητη, ότι ούτε τον Δεκέμβριο του 2011 (την μοναδική φορά που καταβλήθηκαν τόκοι για τα ΜΑΕΚ) τα ΜΑΕΚ δεν έπρεπε να δώσουν τόκους- δηλαδή, ήταν ένα προϊόν αόριστης διάρκειας, στο οποίο είχαν ενεργοποιηθεί οι όροι ακύρωσης τόκων από την έκδοσή του, πέραν του ότι η πραγματική αξία όλων των υβριδικών τίτλων ήταν οριστικά μηδενική, μετά την αποτυχία της εφεσίβλητης να επιτύχει το δικό της σχέδιο αποκατάστασης της κλονισμένης φερεγγυότητάς της στην ταχθείσα ημερομηνία (30.6.2012) γεγονός που την οδήγησε να αιτηθεί κρατική ενίσχυση και στην άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της αναγκαστικής ακύρωσης τόκων τον Ιούλιο 2012 (όρος για τον οποίο επίσης δεν είχαν ενημερωθεί ο επενδυτές).
Στο χρονικό αυτό σημείο αρχίζει μία αλληλουχία γεγονότων, όπως η αντικειμενική αδυναμία πώλησης των τίτλων στο ΧΑΑ που καταλήγει στην αναστολή διαπραγμάτευσής τους και στο κυπριακό διάταγμα εξυγίανσης. Η αδιαμφισβήτητη και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και σύμφωνα με τους κανόνες της χρηματοοικονομικής επιστήμης απόλυτη αδυναμία των εναγόντων-/εκκαλούντων να πωλήσουν τους ενδίκους τίτλους (ΜΑΕΚ πλέον, αλλά το ίδιο ακριβώς ισχύει και επί των λοιπών υβριδικών τίτλων ΜΧ και ΜΑΚ) είναι ο λόγος, που, ενώ πλέον από την ακύρωση των τόκων είχαν αντιληφθεί τη ζημία τους, δεν μπόρεσαν να ρευστοποιήσουν τους κρίσιμους τίτλους μέχρι την έκδοση του νόμου για την εξυγίανση της εφεσίβλητης.
Επομένως, η διακράτηση του τίτλου μέχρι την έκδοση του διατάγματος, οφείλεται αφενός στην εξακολουθητική παραπλανητική συμπεριφορά της τράπεζας και αφετέρου στην μηδενική πραγματική του αξία, όταν πλέον ανακοινώθηκε η αληθής οικονομική της κατάσταση.
Επομένως, χωρίς την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της τράπεζας, που τους οδήγησε στην επενδυτική απόφαση τοποθέτησης των χρημάτων τους στα επίδικα προϊόντα, κανείς από αυτούς δεν θα είχε υποστεί περιουσιακή ζημία, ούτε από το επικαλούμενο έκτακτο γεγονός ανωτέρας βίας του ν. 2013 περί εξυγίανσης και το βάσει αυτού εκδοθέν διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου.
Η πρόκληση της απόφασης στους ενάγοντες-εκκαλούντες να επενδύσουν στα επίδικα προϊόντα κατά παράβαση της ατύπως καταρτισθείσας μεταξύ αυτών και της εφεσίβλητης σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών (παράβαση των άρθρων 3 παρ. 1 και 2, 4, παρ. 1 και 2, 25 ν. 3606/2007 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4,8,12,13 και 14 της με αριθμό 1/452/1.11.2007 Απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως και των άρθρων 281,288 του ΑΚ) παράβαση του άρθρου 8 ν. 2251/1994 " περί ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες", η αδικοπραξία (αρθ. 914 του ΑΚ), η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη (αρθ. 919 του ΑΚ) αποτελεί πρόσφορη αιτία της ζημίας τους , δεδομένου ότι εάν η εφεσίβλητη είχε παράσχει ως όφειλε, κατά τις αρχές της καλής συναλλακτικής πίστης, τη δέουσα πλήρη ενημέρωση και διαφώτιση ως προς τη φύση, τη λειτουργία και κυρίως τους κινδύνους της επένδυσης στα συγκεκριμένα προϊόντα και δεν επεδείκνυε συστηματικά την παραπλανητική συμπεριφορά που προεκτέθηκε, κανείς από αυτούς, κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν θα είχε επενδύσει στα προϊόντα αυτά και θα είχε αποφευχθεί η ζημία τους, όπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω (προσφορότητα του νομίμου λόγου ευθύνης).
Το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα είναι αν η επένδυση κυρίως και εν τέλει στα ΜΑΕΚ ήταν ικανή και πρόσφορη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρει τη ζημία, διότι αυτό προϋποθέτει ενσυνείδητη απόφαση των επενδυτών χωρίς τη μεσολάβηση των επενδυτικών συμβουλών της εναγομένης.
Προϋποθέτει δηλαδή, ότι θα προέβαιναν στην επίμαχη επένδυση και χωρίς την παροχή των εσφαλμένων, ελλιπών και ακατάλληλων συμβουλών από την εναγομένη, προϋπόθεση που, όπως αποδείχθηκε, δεν συνέτρεχε. Η ζημία είναι αποτέλεσμα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της τράπεζας, η οποία κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών της, παρείχε εσφαλμένες, ελλιπείς και ακατάλληλες συμβουλές και πληροφορίες σχετικά με τα επίμαχα προϊόντα εκδόσεώς της, δημιουργώντας πεπλανημένες εντυπώσεις που συντήρησε και επέτεινε καθόλη τη διάρκεια της επίμαχης επένδυσης, παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις της, που της επιβάλλονται από τον ν. 3606/2007, τον ν. 3340/2005 , αλλά και από την καλή πίστη. Εξ άλλου, η εφεσίβλητη δεν απέδειξε, ανταποκρινόμενη στο δικονομικό αυτής βάρος, πραγματικά γεγονότα από τα οποία να απορρέει ότι οι ενάγοντες θα είχαν προβεί στις κρίσιμες τοποθετήσεις και χωρίς την συμβουλή της και επομένως θα επερχόταν σε αυτούς. Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι η εφεσίβλητη δεν περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των τίτλων στην ονομαστική τους αξία, λόγω της παρέμβασης της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά λόγω των δικών της προηγουμένων του προεδρικού διατάγματος υπαιτίων ενεργειών, που εντάσσονται στον κύκλο της επιχειρηματικής της σφαίρας.
Εξ άλλου τα ποσά των τόκων που συνομολογούν όλοι οι ενάγοντες, ότι έλαβαν κατά την περίοδο από 30.6.2011 έως 30.12.2011, και εμπεριέχονται στις καταστάσεις πληρωθέντων τόκων, που προσκομίζονται με επίκληση, δεν είναι κέρδος από τη ζημία τους, ούτως ώστε να συνυπολογιστεί σε αυτήν όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εφεσίβλητη, αλλά απότοκος της συναφθείσας μεταξύ αυτών και της τελευταίας σύμβασης με συγκριμένες απολήψεις.
Καθίσταται ούτως φανερό, ότι το κεφάλαιο των τόκων ως κέρδος έχει αυτοτέλεια έναντι των εκ του νόμου συνεπειών του ζημιογόνου γεγονότος και συνεπώς δεν συνυπολογίζεται στη ζημία. Πράγματι, οι τόκοι που έλαβαν οι ενάγοντες ως απόδοση των χρεογράφων είναι μεν κέρδος τους από την κυριότητα των τίτλων αυτών, πλην όμως το κέρδος αυτό προέρχεται όχι από την ζημία που υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με όποιο πρόσφορο τρόπο μπορούσε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στους ενάγοντες.
Το ότι η εκδότρια των τίτλων είναι η ίδια η τράπεζα και ότι έτσι οι ενάγοντες, λαμβάνοντες και τους τόκους ωφελούνται, αβασίμως υποστηρίζεται με βάση την πιο πάνω αιτιολογία, η οποία ουδόλως διαφοροποιείται με βάση το ποιος εκδίδει το προϊόν. Άλλωστε, η απόδοση αυτών με τη μορφή συνυπολογισμού τους στη ζημία των εναγόντων, θα αντέκειτο στις αρχές της καλής πίστης, αφού οι τελευταίοι τους έχουν ήδη εισπράξει και με τον συνυπολογισμό τους θα μειωνόταν κατά πολύ η επιδικασθησόμενη αποζημίωση από την απώλεια του κεφαλαίου τους, απορριπτομένης ως αβασίμου της και πρωτοδίκως υποβληθείσας, πλην μη εξετασθείσας, σχετικής ένστασης της εφεσίβλητης, που επαναφέρει με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η εφεσίβλητη επαναφέρει την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένστασή της περί συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων, ισχυριζομένη ότι ουδέν έπραξαν προς περιορισμό της ζημίας τους σε χρόνο μεταγενέστερο της αγοράς των κρισίμων προϊόντων υποστηρίζοντας ότι αν είχαν ρευστοποιήσει τα προϊόντα αυτά στην τιμή αποτίμησής τους στο πρώτο statement που ο καθένας τους είχε λάβει, θα είχαν περιορίσει τη ζημία τους, στα κατά τους ισχυρισμούς τους αναφερόμενα ποσά από την πώληση των προϊόντων αυτών στο Ελληνικό Χρηματιστήριο.
Ο ισχυρισμός αυτός στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 300 παρ.1 ΑΚ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν αποτελούσε επιδίωξη των εναγόντων η πώληση στο χρηματιστήριο καθώς στόχος τους ήταν η τοποθέτηση του κεφαλαίου τους σε εξίσου ασφαλές με την προθεσμιακή κατάθεση τραπεζικό προϊόν, πενταετούς διάρκειας και εξαμηνιαίας τοκοδοσίας.
Είναι δε, αμφίβολο αν και πόσοι γνώριζαν από αυτούς την δυνατότητα πώλησης των προϊόντων αυτών στο Χρηματιστήριο. Αναφορικά με τα statements που επικαλείται η εφεσίβλητη, ορθά υποστηρίχθηκε ότι η εμπιστοσύνη που είχε αναπτυχθεί με την τράπεζα και τους υπαλλήλους της, προκάλεσε στους ενάγοντες την πεποίθηση ότι θα λάβουν τα χρήματά τους στην πενταετία, χωρίς να παρακολουθούν τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις και χωρίς ποτέ να εξετάσουν το ενδεχόμενο πώλησης των επιδίκων προϊόντων, καθώς αγνοούσαν την λειτουργία και τα χαρακτηριστικά τους.
Σημειωτέον άλλωστε, ότι όσοι από αυτούς έλαβαν σχετικά statements, απευθύνθηκαν στους υπαλλήλους εκδηλώνοντας τον προβληματισμό και την ανησυχία τους, για να λάβουν την απάντηση ότι τα έγγραφα αυτά είναι τυπικά που δεν τους αφορούν και δεν επηρεάζουν την ασφάλεια του κεφαλαίου τους, και την επιστροφή του στο ακέραιο στη λήξη της πενταετίας.
Είναι δε, ολοφάνερο ότι το συντηρητικό επενδυτικό προφίλ τους δεν συνάδει με άτομα που θα ρισκάρουν το σύνολο των αποταμιεύσεών τους, αν γνώριζαν ότι μόνο με την πώλησή του στο ΧΑΑ μπορεί να μειώσει την ζημία του, με δεδομένο μάλιστα ότι τα ΜΑΕΚ ήταν άληκτα και δεν υπήρχε καμία νομική υποχρέωση της εφεσίβλητης για εξαγορά τους.
Αναφορικά με την ρευστοποίηση στην αναγραφόμενη στο πρώτο statement τιμή αποτίμησης, λεκτέα τα εξής: Οι αποτιμήσεις χαρτοφυλακίου, ουδόλως αποτελούν αποδεικτικό στοιχείο που προσδιορίζει την συγκεκριμένη αξία των επίμαχων προϊόντων, αφού δεν συνεπάγεται και την πώλησή τους στην αξία αυτή. Η αποτίμηση χαρτοφυλακίου δεν σημαίνει ότι τα κρίσιμα προϊόντα θα είχαν πωληθεί στην αξία αυτή, αφού αυτή προϋποθέτει αντίστοιχο αγοραστικό ενδιαφέρον που δεν μπορεί να προσδιορισθεί.
Ακολούθως, σε αντίθεση με τα από την εφεσίβλητη υποστηριζόμενα, είναι πολύ πιθανό ότι η πώληση αυτών θα ήταν αδύνατη. Πράγματι, σύμφωνα με τους όρους του ενημερωτικού δελτίου που αγνοούσαν οι ενάγοντες, η εναγομένη ομολογεί την ανυπαρξία προηγούμενης δημόσιας αγοράς, καθώς τα επίμαχα προϊόντα, άγνωστα στο επενδυτικό κοινό, ήταν η πρώτη φορά που θα διαπραγματεύονταν και μάλιστα στη δευτερογενή αγορά του Ελληνικού Χρηματιστηρίου, που ιδίως τότε, ήταν μικρή και ρηχή, ενώ είχαν από τη έκδοσή τους περιπέσει σε ανυποληψία στους επενδυτικούς οίκους και στους ειδικούς περί τα χρηματοοικονομικά (επαγγελματίες και θεσμικούς επενδυτές) και γι' αυτό δεν δόθηκαν ποτέ για αξιολόγηση (rating) όπως συνηθίζεται.
Με βάση αυτά, η εμπορευσιμότητα των επίμαχων τίτλων θα ήταν μετά βεβαιότητος μηδενική.
Εξ άλλου η επιλογή της ρευστοποίησης θα αποτελούσε επιλογή στην οικονομική ζημία και όχι επιλογή περιστολής ζημίας, αφού ήταν εκτός του πεδίου ενδιαφέροντός τους, και των επιδιώξεών τους να διατηρήσουν ασφαλές και ακέραιο το κεφάλαιό τους, πεπεισμένοι άλλωστε, ότι αυτό θα γινόταν στη λήξη της πενταετίας.
Προς επίρρωση των ανωτέρω, επισημαίνεται, ότι όταν η τράπεζα ανακοίνωσε ότι προέβη σε " Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκου" των ΜΑΕΚ για τη περίοδο 31 Δεκεμβρίου 2011-29 Ιουνίου 2012, είχε ήδη εκδοθεί η ετήσια έκθεση περί εταιρικής διακυβέρνησης έτους 2011, στη σελ. 278 της οποίας η τράπεζα ανακοίνωνε ότι " Κατά το έτος 2011 το Συγκρότημα έχει υποστεί σημαντική ζημία λόγω της απομείωσης των ΟΕΔ (Σημείωση 15) και σαν αποτέλεσμα στις 31 Δεκεμβρίου 2011 δεν πληρούσε τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας...".
Αυτό δηλαδή, που, υποθετικά, θα προσέφεραν οι πελάτες προς πώληση τον Ιούνιο του 2012 ήταν ένας άληκτος τίτλος (perpetual bond), ο οποίος δεν ενσωμάτωνε υπόσχεση για επιστροφή του κεφαλαίου, η δε υποχρέωση καταβολής τόκων τελούσε, μεταξύ άλλων, υπό την αίρεση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκδότριας, η οποία όμως, είχε ήδη ανακοινώσει ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις κεφαλαιακής επάρκειας.
Καθίσταται επομένως προφανές, ότι η αγοραία αξία των ΜΑΕΚ κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, ήταν πρακτικά μηδενική και ήταν απίθανο να εμφανισθεί οποιοδήποτε αγοραστικό ενδιαφέρον. Από τα ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι η εκποίηση των ΜΑΕΚ στη δευτερογενή αγορά αποτελούσε μεν θεωρητική δυνατότητα, δεν ήταν όμως εν τοις πράγμασιν εφικτή.
Με βάση τα παραπάνω η θετική ζημία που έκαστος των εναγόντων υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης-/εφεσίβλητης προσδιορίζεται ως εξής:... Αποδείχθηκε εν προκειμένω ότι από την σε βάρος τους τελεσθείσα αδικοπραξία και την εντεύθεν εξ αυτής προκληθείσα ζημία, η οποία είχε ως συνέπεια την απώλεια σημαντικού μέρους της περιουσίας τους, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, το ύψος της οποίας πρέπει, αφού ληφθούν υπόψη οι στην ανωτέρω μείζονα σκέψη προσδιοριστικοί παράγοντες, να επιδικασθούν σε ένα έκαστο εξ αυτών ως χρηματική ικανοποίηση τα κάτωθι ποσά...
Πρέπει συνεπώς, να γίνει δεκτή η έφεση ως προς όλους τους ενάγοντες, πλην των 4ης και 5ου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους εκκαλούντες, να διακρατηθεί και να δικαστεί κατ' ουσίαν η από 24.2.2017 αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή, να συμψηφιστεί δε στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι κρίνεται ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής...".
Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, "Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί".
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί, είτε διότι εμφανίζει γενικότερο ενδιαφέρον είτε διότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας (άρθ. 563 παρ. 2β ΚΠολΔ, σχετ.
ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 1625/2023, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 452/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα και κατά παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 932, 297, 298 και 342 ΑΚ, δέχθηκε ότι ή ίδια η επένδυση είναι η ζημία των αναιρεσιβλήτων, διότι εισήλθε στην περιουσία τους άλλο πράγμα από αυτό, που επιθυμούσαν, καθώς και ότι δεν υπήρξε διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου λόγω της μεσολάβησης της ψήφισης του ειδικού νόμου στις 22.3.2013 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντων Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τη θέση της (αναιρεσείουσας) σε καθεστώς εξυγίανσης με ίδια μέσα, δυνάμει των οποίων τα ως άνω Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) αορίστου διάρκειας μετατράπηκαν υποχρεωτικά σε μετοχές Δ' τάξεως, και στη συνέχεια σε συνήθεις μετοχές της τράπεζας, με ονομαστική αξία εκάστης 0,01 ευρώ, καθόσον το Εφετείο, για το ζημιογόνο γεγονός, την ζημία των ως άνω αναιρεσίβλητων και τη μεταξύ αυτών σύνδεση, εσφαλμένα δέχθηκε ότι το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάστηκε ως προς την επέλευσή του από τον ως άνω, μεταγενέστερο, ειδικό νόμο της 22.3.2013 "περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και Άλλων Ιδρυμάτων" και τα κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντα Διατάγματα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τα οποία αποτελούν γεγονότα αδιάφορα για το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, ως μεταγενέστερα του χρόνου επέλευσης της ζημίας.
Το Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με τη με αριθμό 1133/2025 απόφασή του, ληφθείσα με πλειοψηφία μίας ψήφου (3 έναντι 2), επί όμοιας αιτήσεως αναιρέσεως της Τράπεζας Κύπρου, η οποία στρέφεται κατά φυσικών προσώπων, που είχαν αγοράσει από αυτήν τα ίδια ανωτέρω ομόλογα (ΜΑΕΚ) έκρινε, όσον αφορά την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, ως όρου της αδικοπραξίας, ήτοι σχετικά με το αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα τράπεζα υπαλλήλων της ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανές και μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα και εάν ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος πράγματι διακόπηκε από γεγονός εξωτερικό και όλως απρόβλεπτο τα εξής: "Το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, συνισταμένη στην πλημμελή ενημέρωση των ήδη αναιρεσίβλητων ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους, του οποίους αυτοί αναλάμβαναν, συνάπτοντας, κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011, τις ένδικες επενδυτικές συμβάσεις, υπήρξε αναγκαίος όρος και συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, με την ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), συνισταμένη, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, στην απώλεια του συνόλου σχεδόν της αξίας των επενδύσεών τους, συνεπεία υποχρεωτικής μετατροπής των επίμαχων μετατρέψιμων χρεογράφων (ΜΑΕΚ), αρχικά σε μετοχές της αναιρεσείουσας τράπεζας, ονομαστικής αξίας ισόποσης με αυτά και στη συνέχεια σε μετοχές της ονομαστικής αξίας ισουμένης με το ένα εκατοστό της αρχικής, που επιβλήθηκε, κατά τον Ιούλιο του 2013, στην ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα, για την εξυγίανση και διάσωσή της, δυνάμει νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Διαταγμάτων της Κεντρικής της Τράπεζας, κατόπιν σχετικής Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Τούτο δε, διότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας και η, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επελθούσα, ως συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς), ως άνω ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) δεν συνδέονται μεταξύ τους αμέσως κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια.
Συγκεκριμένα, η εν λόγω συμπεριφορά, εκδηλωθείσα κατά το Μάιο του έτους 2011, δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της αναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας.
Τα τελευταία αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενο μέχρι τότε στην κυπριακή έννομη τάξη και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της σύναψης των ένδικων επενδυτικών συμβάσεων (έτος 2011), από το μέσο, λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο.
Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας στην παρούσα περίπτωση είναι το κριτήριο της προβλεψιμότητας της ως άνω ζημίας από τον προαναφερόμενο άνθρωπο με βάση τα δεδομένα που είχε υπόψη του κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (αντικειμενική εκ των προτέρων πρόγνωση) και όχι εκ των υστέρων με βάση στοιχεία που εμφανίζονται μετά την επέλευση της ζημίας, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας.
Επομένως, το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του παραβίασε ευθέως τους ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του". Στη συνέχεια δε, απεφάνθη ότι η απόφαση για το βάσιμο του πρώτου λόγου κατά το οικείο σκέλος του της από 20.4.2021 ένδικης ενώπιόν του αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ έπρεπε να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 563 στοιχ.
β' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 2 εδ β' του Ν. 4938/2022 και να αναβληθεί η συζήτηση των λοιπών λόγων της ενώπιόν του κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς τους οποίους το Τμήμα επιφυλάχθηκε.
Επειδή εν προκειμένω, πέραν της ανωτέρω απόφασης, έχουν εκδοθεί αντίθετες μεταξύ τους αποφάσεις του Αρείου Πάγου αναφορικά με τα θεμελιώδους σημασίας ζητήματα της ύπαρξης ή μη πρόσφορης αιτιώδους συναφείας μεταξύ των πράξεων ή παραλείψεων των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα τράπεζα υπαλλήλων της και της επελθούσας ζημίας των ιδιωτών επενδυτών καθώς και της διακοπής ή μη του αιτιώδους συνδέσμου από τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της προαναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 2061/2022,ΑΠ 1083/2022, ΑΠ 1183/2021-αντιθ. πλειοψ. ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019), ζητήματα για τα οποία πλέον καλείται να αποφανθεί η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κρίνεται ότι θα πρέπει, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή περαιτέρω εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθ. 249 ΚΠολΔ, όσον αφορά τον λόγο αυτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης και να αναβληθεί η πρόοδος της παρούσας δίκης για το λόγο αυτόν, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
Περαιτέρω, θα πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση και των λοιπών λόγων αναίρεσης αφού αυτοί συνέχονται άμεσα με την κρίση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σχετικά με την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονός και της επελθούσας ζημίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει τον δεύτερο κατά το σκεπτικό σκέλος, λόγο της από 27.12.2021 αίτησης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ", για την αναίρεση της με αριθμό 7120/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
- Αναβάλλει την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία έχει παραπεμφθεί όμοια υπόθεση με τη με αριθμό 1133/2025 απόφαση του Α1 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, σχετικά με τα, στο σκεπτικό της παρούσας αναφερθέντα, κρίσιμα για την ενότητα της νομολογίας ζητήματα.
- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ