Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and lack of specific contract terms cited.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a contract dispute involving an anonymous company and an individual. The appellants argued that the lower court erred in applying Article 181 of the Civil Code and failed to consider their fifth ground of cassation regarding the unreasonableness of contract terms. The court rejected these claims because the grounds were too vague, did not specify which terms were invalid, and failed to demonstrate how they affected the debt calculation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 559 of the Code of Civil Procedure; Articles 181 of the Civil Code: An appeal ground is inadmissible if it is vague and does not specify which contract terms are invalid or how they affect the debt, and it is unfounded if the lower court correctly applied the principle that partial invalidity does not necessarily lead to total invalidity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1972 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1972/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Λιμίνη Άρτας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 3) Ε. Μ. του Χ., πρώην συζύγου Α. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Λαμπρινή Κουλούρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Ιρλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσιβλήτου Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κοντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/2/2014 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/3/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 100/2019, ΑΠ764/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ..../28-7-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείου Αθηνών Νικολάου Καναβού προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση από τους επισπεύδοντες αυτήν αναιρεσείοντες.
Όμως η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι'αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 198/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει την ανακοπή τους κατ'ουσίαν, επικυρώνοντας την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 Ν 4335/2015 και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της ασκήσεως τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών.
Γι' αυτό όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ' ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ' αρχήν τρόπος θεραπείας της ελλείψεως παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επιδόσεως και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ267/2021, ΑΠ368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ1736/2017, ΑΠ1433/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία <... ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις> με το από 29-7-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 4-8-2022, ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας.
Δικάσιμος για την εκδίκαση της υποθέσεως ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης (19-9-2022) και προθεσμία κοινοποιήσεως της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως 35 ημέρες πριν τη δικάσιμο, μετά από σύντμηση της σχετικής προθεσμίας των 60 ημερών.
Όμως, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση κοινοποιήθηκε εμπρόθεσμα μόνο στους αναιρεσείοντες. Από την προσκομιζόμενη υπ'αριθ..../15-9-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Στυλιανής Τσαχουρίδου προκύπτει ότι η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση κοινοποιήθηκε στην υπέρ ης- αναιρεσίβλητη στις 15-9-2022, ήτοι 4 ημέρες πριν την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο και όχι πριν 35 ημέρες, όπως είχε ορισθεί, κατά τα ανωτέρω.
Συνεπώς, αφού η κοινοποίηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως στην κύρια διάδικο αναιρεσίβλητη έγινε εκπρόθεσμα, η άσκηση αυτής δεν ολοκληρώθηκε και κατ'αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν παραβιάζεται ευθέως κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η παραβίαση δικονομικής διατάξεως δεν ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο. Οι διατάξεις των άρθρων 623 και 628 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για απαίτηση που αποδεικνύεται εγγράφως, είναι από την ανωτέρω φύση τους δικονομικές και συνεπώς η παραβίαση τους δεν ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1689/2013).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η οφειλή των αναιρεσειόντων από την επίμαχη σύμβαση ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, ποσού 145.133,92 ευρώ, αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα από την αναιρεσίβλητη ιδιωτικά έγγραφα με την αίτησή της για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ενώ από αυτά ουδόλως προκύπτει το ακριβές κατάλοιπο του λογαριασμού.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, η διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, η οποία προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για απαίτηση που αποδεικνύεται εγγράφως, είναι δικονομική και η παραβίασή της δεν ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ1226/2017).
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 ( και όχι από τον αριθμό 11β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, ενώ δεν προσκομίσθηκε από την αναιρεσίβλητη με την αίτησή της για την έκδοση της διαταγής πληρωμής κανένα αποδεικτικό μέσο από το οποίο να προκύπτει α) ότι στις 14-1-2014 το σε βάρος των αναιρεσειόντων χρεωστικό υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των 145.133,92 ευρώ, β) η κίνηση του λογαριασμού από 30-9-2012 έως 14-1-2014, γ) η κίνηση του λογαριασμού από την επομένη της φερόμενης αναγνώρισης της οφειλής και εφεξής και δ) από ποιες κινήσεις λογαριασμού προήλθε το ως άνω ποσό της οφειλής, το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι αποδεικνύεται η απαίτηση της αναιρεσίβλητης και το ύψος αυτής ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι στην ένδικη διαταγή πληρωμής αναγράφεται ότι επισυνάπτονται στην αίτηση η με αριθ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και οι συμβάσεις .../2008 (πρόσθετη πράξη της συμβάσεως πιστώσεως), .../2008 (αύξηση του ορίου της πιστώσεως), .../2008 (πρόσθετη πράξη), η από 6-7-2012 επιστολή της πρώτης ανακόπτουσας προς την καθ' ης η ανακοπή, στην οποία αναγνωρίζει το μέχρι τις 30-6-2012 υπόλοιπο του εξυπηρετούντος τη σύμβαση πιστώσεως λογαριασμού με αριθ. ..., το οποίο ανερχόταν τότε σε 154.540,70 ευρώ, τα από 2-1-2014 αποσπάσματα των λογαριασμών ..., ...
και το από 14-1-2014 απόσπασμα του λογαριασμού ... που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτηση της συμβάσεως πιστώσεως, τα οποία (αποσπάσματα) έχουν εξαχθεί από τα μηχανογραφικώς τηρούμενα εμπορικά βιβλία της καθ' ης η ανακοπή, ότι τα ανωτέρω έγγραφα προσκομίστηκαν και κατά τη συζήτηση της ανακοπής και ότι από την από 15-1-2014 αίτηση προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι και σ' αυτή διαλαμβάνονται όλα τα ανωτέρω έγγραφα.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό τους, τον οποίο είχαν προτείνει παραδεκτά ενώπιον τόσο του πρωτοβαθμίου όσο και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει καμία αναγνώριση υπολοίπου εκ μέρους τους, διότι η όποια αναγνώριση υπολοίπου ήθελε θεωρηθεί ότι έλαβε χώρα με την από 6-7-2012 επιστολή της πρώτης εξ αυτών προς την αναιρεσίβλητη έχει ανακληθεί εκ των υστέρων με τις από 20-11-2013 και 19-12-2013 εξώδικες απαντήσεις-προσκλήσεις της πρώτης και του δεύτερου εξ αυτών προς την αναιρεσίβλητη.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της ανακοπής και της εφέσεως των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν προτάθηκε ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ειδικότερα δε, στη σελ. 4 της ανακοπής που παραπέμπουν οι αναιρεσείοντες, δεν προτείνεται παραδεκτά ισχυρισμός περί ανακλήσεως της αναγνωρίσεως του υπολοίπου με τις ανωτέρω εξώδικες απαντήσεις-προσκλήσεις, αλλά γίνεται μόνο επίκληση ότι ζητήθηκε με αυτές από την αναιρεσίβλητη η χορήγηση εγγράφων που αφορούν τις αναπροσαρμογές του επιτοκίου, ενόψει της αμφισβητήσεως του σε βάρος των αναιρεσειόντων χρεωστικού υπολοίπου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014), ώστε να μπορεί ο μεν καθ' ού η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας (ΑΠ 999/2019).
Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσεως των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1/2017, ΑΠ 991/2007, ΑΠ 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 370/2012).
Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακυρώσεως της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαιτήσεως, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002).
Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 911/2005).
Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ' αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1943/2017). Ειδικότερα, σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε, πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 916/2002).
Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ενστάσεως, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαιτήσεως, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013).
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της αποδείξεως στον αναιρεσείοντα, μολονότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ αυτό έφερε ο αντίδικός του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων.
Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται, μετά τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, το οποίο καθορίζει το διάδικο που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 1494/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, δεχόμενο ότι οι λόγοι της ένδικης ανακοπής είναι απορριπτέοι λόγω της αοριστίας τους, διότι οι ανακόπτοντες, οι οποίοι έχουν το σχετικό βάρος αποδείξεως, αρκούνται σε μια γενική και αόριστη αμφισβήτηση της ορθότητας του υπολογισμού των οφειλών τους, χωρίς να προσβάλλουν συγκεκριμένα κονδύλια του λογαριασμού και για συγκεκριμένους λόγους, ούτε αναφέρουν ποιο είναι, κατά τους ισχυρισμούς τους, το νόμιμο κατάλοιπο του λογαριασμού, το οποίο οφείλουν, ούτε επικαλούνται ποιο είναι το παρανόμως επιδικασθέν ποσό.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα προπαρατεθέντα, o πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια του λογαριασμού με την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, οπότε φέρει και το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, καθόσον αποτελούν ενστάσεις και δεν έχουν απλώς αρνητικό χαρακτήρα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να είναι δυνατόν ο μεν καθ' ου η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας.
Περαιτέρω, οι πιο πάνω λόγοι μπορούν να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ίδιου Κώδικα, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή ενστάσεις.
Γι' αυτό το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) για κάθε δικόγραφο στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.
Ειδικότερα, αν πρόκειται για απαίτηση από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, για να είναι ορισμένοι οι λόγοι της ανακοπής, που αφορούν στην απαίτηση, πρέπει να περιέχουν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού και δεν αρκεί μόνη η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και γενικότερα του ορθού υπολογισμού της απαιτήσεως (ΑΠ999/2019, ΑΠ1071/2017, ΑΠ2073/2007, ΑΠ 1684/1998).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ' ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει η απαίτηση να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, δηλαδή να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής παρά την έλλειψη της πιο πάνω προϋπόθεσης, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, αφού λόγους ανακοπής μπορεί να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που καταλύουν τόσο τον τίτλο, όσο και το δικαίωμα του δανειστή που βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής, και ειδικότερα οι ενστάσεις που αναφέρονται στην έλλειψη προϋποθέσεων που τίθενται από τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και όσες αναφέρονται στη μη ισχύ του δικαιώματος που επικαλείται ο δανειστής και βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής, αν δε οι ενστάσεις δεν είναι ορισμένες, η ανακοπή απορρίπτεται λόγω ακυρότητας του δικογράφου της (ΑΠ 662/2010).
Οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον έχουν δικονομικό χαρακτήρα (ΑΠ 1503/2008). Κατά συνέπεια, αν το δικάζον την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής δικαστήριο της ουσίας δεν ακύρωσε εν όλω ή εν μέρει την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής, μολονότι κατά την έκδοσή της εμφιλοχώρησαν παραβάσεις δικονομικών διατάξεων που δικαιολογούν κατά νόμο την ακύρωσή της, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1305/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτους, λόγω αοριστίας, τους λόγους της ανακοπής τους ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν είναι εκκαθαρισμένη γιατί έχει προέλθει από αυθαίρετους υπολογισμούς και παράνομες χρεώσεις, ότι οι τόκοι υπολογίσθηκαν με το συμβατικό επιτόκιο και όχι με το δέον δικαιοπρακτικό, με βάση έτος 360 ημερών αντί 365 ημερών και ότι μετά την καταγγελία της συμβάσεως η αναιρεσίβλητη εξακολουθεί να επιβαρύνει την οφειλή με τόκους με βάση το συμβατικό επιτόκιο, αντί του επιτοκίου υπερημερίας και να κεφαλαιοποιεί παράνομα τους τόκους, τους οποίους (ισχυρισμούς) επανέφεραν στο Εφετείο με λόγους εφέσεως.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους ως άνω λόγους της ανακοπής δεχόμενο τα ακόλουθα: <οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι λόγω της αοριστίας τους, διότι οι ανακόπτοντες αρκούνται σε μία γενική και αόριστη αμφισβήτηση της ορθότητας του υπολογισμού των οφειλών τους, χωρίς να προσβάλλουν συγκεκριμένα κονδύλια του λογαριασμού και για συγκεκριμένους λόγους ούτε αναφέρουν ποιό είναι το κατά τους ισχυρισμούς τους νόμιμο κατάλοιπο του λογαριασμού, το οποίο και τελικά οφείλουν, ούτε επικαλούνται ποιό είναι το παρανόμως επιδικασθέν ποσό, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί σε έλεγχο αυτών (λόγων) και σε περίπτωση ουσιαστικής παραδοχής τους να ακυρώσει την ως άνω διαταγή πληρωμής κατά το υπερβάλλον ποσό των παράνομων τόκων.
Ειδικότερα οι ανακόπτοντες, οι οποίοι έχουν το βάρος αποδείξεως, αν και επικαλούνται ουσιαστικά παράνομες χρεώσεις στον τηρηθέντα λογαριασμό δεν προσβάλλουν κανένα συγκεκριμένο κονδύλιο της ένδικης απαίτησης ούτε προσδιορίζουν το νόμιμο ύψος της οφειλής τους, όπως αυτό θα είχε διαμορφωθεί αν δεν είχαν υπολογισθεί οι ως άνω τόκοι με συμβατικό επιτόκιο και όχι με το δέον δικαιοπρακτικό επιτόκιο και με βάση έτος 360 ημερών, ούτε το κονδύλιο των τόκων το οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους παράνομα υπολόγισε η καθ' ής στην οφειλή τους μετά την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης ούτε προσδιορίζουν τα ποσά που παράνομα υπολογίστηκαν στην οφειλή τους βάσει της εισφοράς του Ν 128/1975, ώστε να είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του αξιούμενου από την καθ' ης ποσού, δεδομένου ότι ακόμη και αν η διαταγή πληρωμής επιδικάζει και ποσά παρά το νόμο ή τη σύμβαση, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αλλά μόνο για το υπερβάλλον.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως αόριστους τους ως άνω δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της ανακοπής, καθώς και τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο πρόσθετους λόγους αυτής ορθά ερμήνευσε το νόμο και συνακόλουθα οι σχετικοί λόγοι της έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι ορθά απορρίφθηκαν οι ως άνω λόγοι της ανακοπής ως αόριστοι, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου. Τούτο δε διότι η έκθεση των περιστατικών για τη θεμελίωση των λόγων αυτών της ανακοπής δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα, ενόψει της μη αναφοράς συγκεκριμένων κονδυλίων του τηρηθέντα για την επίδικη σύμβαση λογαριασμού, τα οποία και να αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.9 γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης, προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.
Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1486/1997). Ως "αίτηση" δεν νοείται και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικώς με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος μπορεί να συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1304/2014, ΑΠ 483/2011, AΠ 845/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ( και όχι από τον αριθμό 9), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πέμπτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων, με τον οποίο παραπονούντο για την ακυρότητα της καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως λόγω καταχρηστικότητας αυτής.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως προτάθηκε ως λόγος της ένδικης ανακοπής και ότι επαναφέρθηκε στο Εφετείο. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτέλεσε λόγο της ανακοπής.
Τέλος, με τους έβδομο και όγδοο λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ, δεχόμενο ότι η κατ'αρχήν ακυρότητα όρων της συμβάσεως δεν οδηγεί σε ολική ακυρότητα αυτής, ενώ κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διατάξεως έπρεπε να δεχθεί ότι η ακυρότητα μέρους των όρων της συμβάσεως επιφέρει την ολική ακυρότητα, όταν συνάγεται ότι τα δικαιοπρακτούντα μέρη δεν θα είχαν επιχειρήσει την σύμβαση χωρίς το άκυρο μέρος.
Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ, ενώ αυτό απέρριψε τους πρόσθετους λόγους της ανακοπής, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ζητούσαν την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, επειδή στη σύμβαση περιέχονται τουλάχιστον 10 καταχρηστικοί και παράνομοι όροι, χωρίς τους οποίους τα μέρη δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία, καθώς αποτελούν ΓΟΣ, οι οποίοι ήταν προδιατυπωμένοι και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως, ως αόριστους, με την αιτιολογία ότι οι ανακόπτοντες δεν αναφέρουν ποιοι είναι οι όροι αυτοί που είναι άκυροι, αν η καθ' ης τους ενεργοποίησε, με ποιο τρόπο αυτοί επέδρασαν στη γένεση, στο ύψος και ληξιπρόθεσμο της απαιτήσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η κατ' αρχήν ακυρότητα όρων της συμβάσεως δεν οδηγεί σε ολική ακυρότητα αυτής, δεν προσβάλλουν συγκεκριμένα κονδύλια του λογαριασμού για συγκεκριμένους λόγους, ούτε αναφέρουν ποιο είναι το νόμιμο οφειλόμενο κατάλοιπο του λογαριασμού.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ.3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος της απούσης αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-7-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις>.
Απορρίπτει την από 30-3-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 198/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ