Legislator Case Law & Legislation
1972/2009 AI generated

1972/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1972/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2003 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση-αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 3/2/2004 αγωγή της 1ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και τις από 15/1/2003 και 21/10/2003 αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2300/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2596/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/11/2005 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1972/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): με κατεύθυνση από ... προς .... Στη μοτοσυκλέττα επέβαινε και ο Ξ. Η Ψ οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και εκινείτο στην οδό ..., η οποία είναι κάθετη με την οδό .... Η οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 6,80 μέτρων στο ρεύμα της προς ...

Keywords

AI generated
motorcycle road accident excessive speed traffic violation extreme speeding offence damages from traffic accident driving while unfit to drive
AI generated
874/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 17-11-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3077/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2367/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2012 αίτησή τους.
972/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
947/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1027/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
26/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-11-2004 και 9-5-2005 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 256/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 783/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 27-1-2009 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1301/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναιρεί την προσβαλλομένη απόφαση και παραπέμπει για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Θράκης. Εκδόθηκε η 189/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2012 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1972 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1972/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στα Μελίσσια και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Τσώκου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2003 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση-αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 3/2/2004 αγωγή της 1ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και τις από 15/1/2003 και 21/10/2003 αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2300/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2596/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/11/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 28/11/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Αντωνίου Παπαθεοδώρου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου και τέταρτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Στις 17-7-2002 και ώρα 11.15, ο Ζ οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέττα ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" και εκινείτο στην οδό ..., στην ...

με κατεύθυνση από ... προς .... Στη μοτοσυκλέττα επέβαινε και ο Ξ. Η Ψ οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και εκινείτο στην οδό ..., η οποία είναι κάθετη με την οδό .... Η οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 6,80 μέτρων στο ρεύμα της προς ...

και 6,70 στο ρεύμα της προς ...., με διαχωριστική νησίδα πλάτους 0,70 μέτρων, ενώ η ... είναι μονής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρα. Η προτεραιότητα στη διασταύρωση των πιο πάνω οδών ρυθμίζεται με πινακίδα Ρ-2 (STOP), η οποία υπήρχε επί της οδού .... Η Ψ φθάνοντας με το αυτοκίνητό της στη διασταύρωση των εν λόγω οδών, αν και είχε ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (SΤΟΡ), αντί να σταματήσει και να ελέγξει, κινήθηκε και εισήλθε σ'αυτή και ενώ το αυτοκίνητό της βρισκόταν κάθετα στο ρεύμα της οδού ...

προς ..., στη μέση αυτού, σε απόσταση 1,20 μ. από τη μεσαία διαχωριστική λωρίδα, καταλαμβάνοντας τμήμα του και τότε αντιλήφθηκε ότι από αριστερά της πλησίαζε στη διασταύρωση η μοτοσυκλέττα του Ζ. Αυτή αιφνιδιασθείσα και μη προβαίνοντας σε κίνηση έμπροσθεν ή όπισθεν, για να μη συγκρουσθεί με αυτή ή να της επιτρέψει να περάσει, σταμάτησε το όχημα της εμποδίζοντας την πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέττας.

Ο Ζ βρισκόταν τότε σε απόσταση τριάντα (30) μέτρων από τη διασταύρωση και στην προσπάθειά του να αποφύγει την πτώση της μοτοσυκλέττας του επί του αυτοκινήτου τροχοπέδησε αμέσως. Στη συνέχεια, η μοτοσυκλέττα ταλαντεύτηκε για λίγο στο οδόστρωμά, με συνέπεια να πέσει από αυτή ο επιβάτης της Ξ και αμέσως μετά ανατράπηκε με τον οδηγό της και συρόμενη με τη δεξιά πλευρά της προσέκρουσε στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό και φανάρι του αυτοκινήτου της Ψ, στο ύψος του τροχού, ακινητοποιήθηκε, δε, αφού σύρθηκε κατά μήκος του οδοστρώματος και σε απόσταση 1,20 μέτρων από τη διαχωριστική νησίδα, συνολικά επί 26,50 μέτρα.

Από το ατύχημα υπέστησαν υλικές ζημίες τα δύο παραπάνω οχήματα και τραυματίστηκαν ελαφρά ο οδηγός της μοτοσυκλέττας Ζ και θανάσιμα ο επιβάτης της Ξ. Συνυπαίτιοι για την ένδικη σύγκρουση τυγχάνουν η οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ψ και ο οδηγός της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέττας Ζ.

Η αμέλεια της Ψ συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και ηδύνατο να έχει ως κάθε μέσος συνετός οδηγός, υπό τις ίδιες συνθήκες, ενώ πλησίαζε σε διασταύρωση, όπου η προτεραιότητα ρυθμιζόταν με πινακίδα STOP, εισήλθε σ'αυτή χωρίς να σταματήσει το όχημά της, να ελέγξει από αριστερά της την κυκλοφορία και να παραχωρήσει προτεραιότητα στον οδηγό της μοτοσυκλέττας Ζ, ο οποίος εκινείτο επί της οδού ..., αφού η πινακίδα SΤΟΡ υπήρχε προς την κατεύθυνση της, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 3 του ΚΟΚ.

Αντίθετα, πλησιάζοντας στη διασταύρωση εισήλθε σ'αυτή ανέλεγκτα μειώνοντας μόνο την ταχύτητα του αυτοκινήτου της, αν και αριστερά της στο σημείο εκείνο η οδός ... ήταν ευθεία σε μεγάλη απόσταση, όταν, δε, αντιλήφθηκε τη μοτοσυκλέττα να πλησιάζει στη διασταύρωση, αιφνιδιασθείσα, μη προβαίνοντας σε κίνηση έμπροσθεν ή όπισθεν για να μη συγκρουσθεί με αυτή ή να της επιτρέψει να περάσει, ακινητοποίησε το αυτοκίνητό της κάθετα στο ρεύμα της οδού ...

προς ..., εμποδίζοντας την πορεία της μοτοσυκλέττας. Η αμέλεια του οδηγού της υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέττας Ζ συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και ηδύνατο να έχει ως κάθε μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες, κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα ενενήντα (90) χιλιομέτρων επί της οδού ..., αν και πλησίαζε σε διασταύρωση, βλέποντας από απόσταση τριάντα (30) μέτρων ότι η Ψ οδηγώντας το υπ'αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εισήλθε σ'αυτή από την οδό ... κάθετα ως προς αυτόν εμποδίζοντας την πορεία του, αιφνιδιασθείς, λαμβανομένης υπόψη και της απειρίας του περί την οδήγηση οχήματος, μη έχοντας αδεία οδήγησης, τροχοπέδησε απότομα και εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας, ανετράπη η δίκυκλη μοτοσυκλέττα που οδηγούσε και σύρθηκε σε απόσταση 26,50 μέτρα, αφού προσέκρουσε στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό του αυτοκινήτου της Ψ, ενώ αν εκινείτο με μικρότερη ταχύτητα μειώνοντας σταδιακά αυτή, μπορούσε να σταματήσει τη δίκυκλη μοτοσυκλέττα πριν συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο της Ψ ή να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό από αριστερά ή δεξιά και να αποφύγει τη σύγκρουση με το προαναφερόμενο όχημα, δεδομένου ότι το πλάτος της οδού ...

στη διασταύρωση στη λωρίδα όπου εκινούντο τα δύο οχήματα ήταν 6,80 μ. υπερβαίνοντας κατά πολύ το μήκος του αυτοκινήτου, που είχε σταματήσει κάθετα σ'αυτή. Η συγκλίνουσα υπαιτιότητα ανέρχεται όσον αφορά την οδηγό Ψ σε ποσοστό 70% και όσον αφορά τον οδηγό Ζ σε ποσοστό 30%". Με βάση τις παραδοχές αυτές, της συνυπαιτιότητας δηλαδή κατά ποσοστό 30% του οδηγού της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία δίκυκλης μοτοσυκλέττας και κατά ποσοστό 70% της δεύτερης αναιρεσίβλητης οδηγού και ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στη πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, στο θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβαίνοντος στη μοτοσυκλέττα Ξ, το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την από 3.2.2004 αγωγή της δεύτερης αυτών και την από 18.6.2003 προσεπίκληση με την ενωμένη αναγνωριστική αγωγή αμφοτέρων κατά του οδηγού και της ασφαλιστικής εταιρείας της δίκυκλης μοτοσυκλέττας και δέχθηκε στη συνέχεια εν μέρει τα ως άνω δικόγραφα των αναιρεσιβλήτων.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτή σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του οδηγού της ασφαλισμένης στην πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία δίκυκλης μοτοσυκλέττας.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέττας εκινείτο με ταχύτητα 90 χιλ. η οποία ήταν υπερβολική ενόψει και του ότι πλησίαζε σε διασταύρωση και ενώ αντιλήφθηκε από απόσταση 30μ. το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο να εισέρχεται στη διασταύρωση και είχε τη δυνατότητα να αποφύγει τη σύγκρουση ή να περιορίσει τις επιβλαβείς συνέπειές της με αποτελεσματική και ακίνδυνη πέδηση, από απειρία περί την οδήγηση, για την οποία δεν είχε την προβλεπόμενη άδεια, τροχοπέδησε ανεπίτρεπτα απότομα, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με την υπερβολική ταχύτητα, να ανατραπεί η μοτοσυκλέττα και στη συνέχεια να συγκρουστεί με το ως άνω Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο. Με αυτή δε την συμπεριφορά του που είναι παράνομη και υπαίτια συνετέλεσε και αυτός στην επέλευση του ατυχήματος. Δηλαδή αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία θεμελιώνεται πλήρως η συνυπαιτιότητά του που δέχτηκε το Εφετείο. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

συνιστάμενη στο ότι κατέληξε στην ως άνω συνυπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέττας, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ως προς τις προβαλλόμενες λοιπές ελλείψεις, οι οποίες, αφορούν την πληρέστερη ανάλυση του σαφώς εκτιθέμενου αποδεικτικού πορίσματος και την αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Υπό την ως άνω μορφή ο προκείμενος λόγος συντρέχει ειδικότερα, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς ούτε ειδικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ούτε να τα εξειδικεύει. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι κατέληξε στη δικανική κρίση του περί συνυπαιτιότητας του οδηγού της ασφαλισμένης σ'αυτήν δίκυκλης μοτοσυκλέττας στο θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση "από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν αυτοί" και δεν ήταν επιβεβλημένο να μνημονεύσει τα καθ' έκαστον αποδεικτικά μέσα και να τα αξιολογήσει.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" στην παραπάνω περίπτωση σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε σε αίτημα έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 18.6.2003 προσεπίκλησης - σωρευόμενης αγωγής των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων στην από 15.1.2003 κύρια αγωγή των στενών συγγενών του θανάσιμα τραυματισθέντος Ξ, αφού εκθέτουν ότι ο πρώτος προσεπικαλούμενος - εναγόμενος Ζ, οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέττας, ασφαλισμένης στη δεύτερη προσεπικαλούμενη - εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, ετύγχανε συνυπαίτιος για το ατύχημα, κατά ποσοστό 95%, ζητούσαν, μετά τον παραδεκτό, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι προσεπικαλούμενοι - εναγόμενοι υποχρεούνται να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας, ποσοστό 95%, οποιουδήποτε ποσού υποχρεωθούν αυτές να καταβάλουν στους κυρίως ενάγοντες για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα.

Το Εφετείο, όμως, που επιλήφθηκε κατόπιν έφεσης των προσεπικαλουσών - εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε την από 18.6.2003 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή τους, εξαφάνισε, κατά παραδοχή της έφεσης, την πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την ως άνω προσεπίκληση - αναγνωριστική αγωγή, διαλαμβάνουσα η προσβαλλόμενη απόφαση στο διατακτικό της την εξής διάταξη: "Αναγνωρίζει ότι οι καθών η ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - αγωγή οφείλουν να καταβάλουν στις προσεπικαλούσες - ενάγουσες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, ό,τι οι προσεπικαλούσες - ενάγουσες αναγνωρίστηκε ότι οφείλουν να καταβάλουν στους ενάγοντες στην από 15.1.2003 αγωγή...".

Έτσι, όμως, το Εφετείο, επιδίκασε στις προσεπικαλούσες - ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και συγκεκριμένα το 100% και όχι το αιτηθέν 95% του ποσού που αναγνωρίστηκε ότι οφείλουν οι τελευταίες να καταβάλουν στους ενάγοντες της από 15.1.2003 αγωγής. Επομένως ο σχετικός εκ του αριθμού 9 περ.

β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. IV.Από τη διάταξη του άρθρου 932 εδαφ. γ του ΑΚ, που ορίζει ότι "σε περίπτωση θανάτου προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης", προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του ήτοι του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, της ηλικίας του θανόντος και των δικαιούχων, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών κλπ και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ψυχική οδύνη, καθορίζει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του.

Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες και ειδικότερα η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών λαμβάνοντας υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο και κατά συνέπεια δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.) είτε εκ πλαγίου (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο ότι επιδίκασε στους ενάγοντες της από 15.1.2003 αγωγής τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θανάσιμο τραυματισμό του στενού συγγενούς τους, το μεν λαμβάνοντας υπόψη μόνο το βαθμό πταίσματος της δεύτερης αναιρεσίβλητης οδηγού του αυτοκινήτου Ψ και όχι και το βαθμό πταίσματος του οδηγού της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα δίκυκλης μοτοσυκλέττας Ζ το δε δεν αναφέρονται στην απόφαση στοιχεία προσδιοριστικά της διαλαμβανόμενης κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες των άρθρων 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 932 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς τις αιτιάσεις του κατά το πρώτο σκέλος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε στην κρίση της περί του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης "ενόψει των συνθηκών που έγινε το ατύχημα... του βαθμού του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών Ψ και Ζ ..." ενώ ως προς τις αιτιάσεις του κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

V. Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή του ως άνω βάσιμου τρίτου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις μεταξύ των εδώ διαδίκων σχέσεις και μόνο ως προς τη διάταξή της, με την οποία έγινε μερικά δεκτή η από 18-6-2003 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση αγωγή των αναιρεσιβλήτων Ψ και ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" και με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία καθής - εναγομένη οφείλει να καταβάλει στις προσεπικαλούσες - ενάγουσες εις ολόκληρον με τον άλλο συνεναγόμενο ό,τι αυτές αναγνωρίστηκε ότι οφείλουν να καταβάλουν στους ενάγοντες στην από 15-1-2003 αγωγή με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της πιο πάνω αγωγής μέχρι την εξόφληση και να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, διότι έχασαν τη δίκη (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2596/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς το μέρος της, που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος της που αναιρέθηκε, στο ίδιο ως άνω Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ