Supreme Court dismisses appeal against final judgment for procedural inadmissibility and conflicting grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by ERT A.E. against a final first-instance judgment. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant's grounds were logically contradictory and mutually exclusive under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Specifically, the court rejected the argument that the lower court distorted evidence, noting it instead addressed the evidentiary weight of documents, which conflicted with the separate ground regarding the distortion of meeting minutes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) and 503(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; When grounds of appeal are logically contradictory and mutually exclusive, they are inadmissible if they refer to different aspects of the same defect, such as one claiming a document was not considered while another claims it was distorted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1963 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1963/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." (ΕΡΤ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Πατσιαντό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Μ.Λ. του Δ., κατοίκου ..., 3)Κ.Μ.- Μ. του Α., κατοίκου ..., 4)Δ.Λ. του Δ., κατοίκου ... 5)Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 6)Β. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 7)Ι. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 8)Χ. Γ. του Β., κατοίκου ..., και 9)Γ. Π. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Θεοδόση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1946/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3684/2021 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 29-12-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α`, 321 και 495 παρ. 1 KΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ όταν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση κατά το άρθρο 135 παρ.1 του KΠολΔ της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, ή (όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής) η εξηκονθήμερη προθεσμία από την τελευταία κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του KΠολΔ δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού.
Τούτο, διότι έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β KΠολΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ.3 KΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.
Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η, μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Με τον τρόπο αυτό, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προβληθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 1253/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς κρίση η από 29-12-2021 και με αριθμό κατάθεσης 10322/1284/30-12-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 3684/31-8-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., (και της ενσωματωμένης σε αυτήν με αριθμό 1946/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...), η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία, λόγω της μη παράστασης της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας στην κατ' έφεση δίκη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τη δίκασε ερήμην και απέρριψε την από 9-12-2019 (και με αριθμό κατάθεσης 12055/9726/17-12-2019) έφεση που αυτή είχε ασκήσει κατά της με αριθμό 1946/26-9-2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 11-11-2015 (και με αριθμό κατάθεσης 103475/3733/2015) αγωγή των εναγόντων, εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί ισχυριζόταν ότι η εναγομένη υπό την πρώην επωνυμία της ΝΕΡΙΤ Α.Ε., την 14-1-2014 προκήρυξε τον με αρ.
ΣΑΧ Α2/2014 διαγωνισμό για την πλήρωση 224 θέσεων καλλιτεχνικών ειδικοτήτων, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταξύ των οποίων 25 θέσεις σκηνοθετών και 2 θέσεις διευθυντών φωτογραφίας. Ότι άπαντες συμμετείχαν στο διαγωνισμό αυτό για την αναφερόμενη για τον καθένα κατηγορία. Ότι το Δ.Σ.
της εναγομένης, με τις από 26-11-2014 και 22-12-2014 αποφάσεις του, ενέκρινε τους τελικούς πίνακες κατάταξης και κατήρτισε πίνακες οριστικών αποτελεσμάτων για την πλήρωση των προκηρυχθεισών θέσεων σκηνοθετών και διευθυντών φωτογραφίας, αντιστοίχως. Ότι αν και στους πίνακες αυτούς συμπεριελήφθησαν και οι ίδιοι ως επιτυχόντες, η εναγομένη αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους και έτσι έχει καταστεί υπερήμερη.
Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησαν μετά από νομότυπο μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματός τους σε έντοκο αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για κάθε ένα ποσά, ως αποδοχές υπερημερίας με το νόμιμο τόκο, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υπόχρεη για την ίδια αιτία, να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για τον κάθε ένα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο, να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένη να απασχολεί πραγματικά τον 4ο ενάγοντα στην πληρωθείσα απ' αυτόν θέση και τέλος να αναγνωριστει ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον κάθε ένα το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική τους ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την επικαλούμενη αδικοπραξία της εναγομένης με την μη αποδοχή των προσφερομένων υπηρεσιών τους.
Συγκεκριμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη για το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ως αβάσιμη κατ' ουσία, ως προς τους τέταρτο και έβδομο ενάγοντες (μη διαδίκους στην προκειμένη αναιρετική δίκη), δέχτηκε την αγωγή εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσία για τους λοιπούς και υποχρέωσε την εναγομένη να τους καταβάλει τα ειδικότερα αναφερόμενα για τον κάθε ένα ποσά με το νόμιμο τόκο.
Κατά της με αριθμό 3684/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη την 22-11-2021, όπως προκύπτει από την σχετική σημείωση επί αντιγράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Β. Π., και συνεπώς την 7-12-2021 συμπληρώθηκε η από το νόμο προβλεπόμενη δεκαπενθήμερη προθεσμία, εντός της οποίας η εναγομένη-εκκαλούσα είχε τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, δεν έχει ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας (βλ.
το με αρ. πρωτ. 124/15-2-2023 πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων του Γραμματέα του Εφετείου ... Ι. Δ.). Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά την 30-12-2021, οπότε κατατέθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στη Γραμματεία του Εφετείου ..., είχε καταστεί η ως άνω απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη σε αναίρεση.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του KΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του KΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης εργασίας με διαγωνισμό, η προκήρυξη του διαγωνισμού συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ` αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται, ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.
Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ` αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικά μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση, ότι ο υποψήφιος συμμετείχε νόμιμα στο διαγωνισμό σύμφωνα με τους όρους, που έθεσε ο εργοδότης (ΑΠ 854/2020, ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 282/2017).
Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 του ΑΚ, κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της (ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 482/2019, ΑΠ 282/2017). Διαγωνισμός υπάρχει και όταν με την προκήρυξη δεν ορίζεται ότι οι υποψήφιοι θα υποβληθούν στη βάσανο των εξετάσεων, αλλά ζητείται από αυτούς να έχουν ορισμένα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, και να υποβάλλουν τα αποδεικτικά έγγραφα αυτών σε επιτροπή κριτών, η οποία αξιολογεί τα προσόντα αυτά και κατατάσσει τους υποψηφίους σε πίνακα κατά τη σειρά υπεροχής εκάστου ως προς τα προσόντα αυτά (ΑΠ 282/2013, ΑΠ 387/2011).
Μετά την τελείωση της σύμβασης κατά τ' ανωτέρω, ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος με τις συνέπειες που ορίζουν σε βάρος του οι διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 854/2020, ΑΠ 1163/2019). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. α' του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη, για λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος δικαιούται να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλον χρόνο, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 349 και 350 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν ο μισθωτός προσφέρει πραγματικά, με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται, με συνέπεια να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού σε αυτόν (μισθωτό).
Υποχρέωση, εξάλλου, του εργοδότη να καταβάλει τον μισθό, υπάρχει και σε περίπτωση αδυναμίας αυτού να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε πταίσμα του, αλλά και όταν οφείλεται σε τυχαία περιστατικά, που τον αφορούν και σχετίζονται με τη σφαίρα των συνθηκών, που μπορεί να ελέγχει ή τους γενικότερους ή ειδικότερους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της επιχείρησης και εκμετάλλευσής του.
Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του (για αποδοχή της εργασίας) οφείλεται σε ανώτερη βία. Ανώτερη βία υπάρχει, όταν η ενέργεια του υπόχρεου εμποδίζεται από τυχηρό και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο ήταν αδύνατο να αποτραπεί, με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ενώ "τυχηρό" είναι το γεγονός, το οποίο δεν οφείλεται σε πταίσμα του υπόχρεου και δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί, αλλά μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του εργοδότη, ώστε να μην επέλθει η αδυναμία παροχής της εργασίας του μισθωτού (ΟλΑΠ 340/1979, ΑΠ 362/2019, ΑΠ 1587/2009).
Συνακόλουθα οι τυχόν καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της προβλεπόμενης από την κειμένη νομοθεσία διοικητικής διαδικασίας για την ανάληψη καθηκόντων του επιτυχόντος σε διαγωνισμό μισθωτού, έστω και εάν ανάγονται σε ευθύνη του εποπτεύοντος τον εργοδότη δημοσίου φορέα, δεν αίρουν την υπερημερία του φορέα απασχόλησης (εργοδότη) και συνεπώς την υποχρέωση αυτού για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, καθότι αυτές ανάγονται στη σφαίρα των συνθηκών λειτουργίας του εργοδότη και στους γενικότερους κινδύνους της πορείας αυτού (ΑΠ 362/2019), εκτός βεβαίως εάν με σύμβαση μεταξύ των μερών συμφωνηθεί διαφορετικός χρόνος πρόσληψης (πρβλ ΑΠ 214/2023).
Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν. 1730/1987 (Α' 145) ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία" [ΕΡΤ ΑΕ], ως δημόσια επιχείρηση, ανήκουσα στον δημόσιο τομέα κατά τον ν. 1256/1982 (Α' 65). Με το άρθρο 1 της υπ' αριθμ. οικ. 02/11.6.2013 απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ ΑΕ)" (Β' 1414) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 (Α 314,) όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2011 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 8 της από 31.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, κυρωθείσας με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4047/2012, καταργήθηκε η ΕΡΤ ΑΕ και οι θυγατρικές της εταιρείες.
Με το άρθρο 1 του ν. 4173/2013 (Α' 169) συνεστήθη νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας για την ελληνική δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση, καθώς και για τη διαδικτυακή δραστηριότητά τους, υπό την επωνυμία "Νέα Ελληνική Ραδιοφωνία, Ίντερνετ και Τηλεόραση" (ΝΕΡΙΤ ΑΕ), ορίσθηκε δε ότι η ΝΕΡΙΤ ΑΕ είναι δημόσια επιχείρηση που ανήκει στον δημόσιο τομέα και εποπτεύεται από το Κράτος.
Στο άρθρο 15 του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι η ΝΕΡΙΤ ΑΕ προσλαμβάνει προσωπικό με σύμβαση εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου, με σύμβαση έμμισθης εντολής, καθώς και με συμβάσεις έργου, ύστερα από σχετική προκήρυξη [παρ. 1], δύναται δε, κατ' εξαίρεση, να αναθέτει απευθείας, με σύμβαση, την εκτέλεση ορισμένου έργου σε δημοσιογράφο ή σε επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό [παρ. 2].
Ακολούθως, με το άρθρο 1 του ν. 4324/2015 (Α' 44), η συσταθείσα με τον προαναφερθέντα ν. 4173/2013 ΝΕΡΙΤ ΑΕ μετονομάσθηκε σε "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ ΑΕ)" και με το άρθρο 14 του ως άνω νόμου προστέθηκε στον ν. 4173/2013 άρθρο 16Α, το οποίο στις παρ.1 εδ.α και 4 εδ.α ορίζει, αντίστοιχα, τα εξής: "1. Οι κάθε είδους συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου ή έμμισθης εντολής του προσωπικού, το οποίο την 11η Ιουνίου 2013 απασχολείτο στην ΕΡΤ ΑΕ και οι οποίες λύθηκαν, με το άρθρο 3 της 2/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1414), όπως ισχύει, αναβιώνουν από την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και θεωρούνται εφεξής συμβάσεις που έχουν συναφθεί με την εταιρεία του άρθρου 1 του παρόντος νόμου" και "4.
Οι συμβάσεις αορίστου χρόνου που έχουν συναφθεί με τη ΝΕΡΙΤ ΑΕ εργαζομένων που δεν εμπίπτουν στην παράγραφο 1 του παρόντος παραμένουν σε ισχύ". Περαιτέρω, με την παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4038/2012 (Α 14) ορίζεται ότι "Οι πράξεις πρόσληψης, διορισμού, λύσης της σύμβασης εργασίας, καθώς και μεταφοράς σε υπηρεσία του Δημοσίου, του προσωπικού των φορέων των περιπτώσεων στ' έως θ' της παρ.1 του άρθρου 1 του Ν.3812/2009 που εργάζονται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, εφόσον παρέχεται δυνατότητα ανανέωσης, ή επί θητεία, εφόσον παρέχεται δυνατότητα ανανέωσης, δημοσιεύονται εφεξής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" [στους φορείς της παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 3812/2009, ανήκουν σύμφωνα με την περίπ.
θ' της διάταξης και οι δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί και ανώνυμες εταιρείες που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α 314) και συνεπώς και η εναγόμενη δημόσια επιχείρηση]. Με τις διατάξεις των παρ. 9 και 10 του άρθρου 49 του ν. 3943/2011 (ΦΕΚ Α' 66), όπως ίσχυε, καθορίζεται η διαδικασία τήρησης των στοιχείων του προσωπικού που διορίζεται στο ηλεκτρονικό προσωπικό μητρώο της βάσης δεδομένων, που τηρείται στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με επιμέλεια της οικείας Διεύθυνσης Προσωπικού του φορέα απασχόλησης (άρθρο 9) και προβλέπεται ο έλεγχος από την Διεύθυνση προσλήψεων προσωπικού της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης των προσλήψεων, ούτως ώστε να τηρείται ο λόγος μίας πρόσληψης ανά πέντε αποχωρήσεις και η έκδοση από την Υπηρεσία αυτή σχετικής βεβαίωσης (παρ. 10).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ ΑΠ 3/2020, ΑΠ 223/2024, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1420/2013). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης, μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει, ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015).
Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας για το σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενό της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 252/2016). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες, παραβιάζονται, και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθινή βούληση αυτών (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 604/2011), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1000/2017), είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με τα κριτήρια αυτά (ΑΠ 1003/2019, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλεται κατά τις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 495/2013).
Όταν όμως η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 738/2018). Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων (ΑΠ 45/2019), να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 396/2018, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1557/2023, ΑΠ 679/2023).
Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1314/2022, ΑΠ 367/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του KΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 3684/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., στην οποία ενσωματώθηκε η με αριθμό 1946/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., λόγω απόρριψης της ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης ως εκ της ερημοδικίας της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα ουσιώδη, αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους που στρέφονται κατ' αυτής: "Η εναγομένη, (ήδη αναιρεσείουσα), υπό την προηγούμενη επωνυμία της "Νέα Ελληνική Ραδιοφωνία, Ίντερνετ και Τηλεόραση Α.Ε." (ΝΕΡΙΤ Α.Ε.), στις 14-1-2014, προκήρυξε τον με αριθμό ...../2014 διαγωνισμό για την πλήρωση 224 θέσεων καλλιτεχνικών ειδικοτήτων, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Μεταξύ των θέσεων αυτών περιλαμβάνονταν και 25 θέσεις Σκηνοθετών ΠΕ-ΤΕ-ΔΕ, με τόπο παροχής υπηρεσιών την Αθήνα, καθώς και 2 θέσεις Διευθυντών Φωτογραφίας ΠΕ-ΤΕ-ΔΕ, επίσης με τόπο παροχής υπηρεσιών την Αθήνα. Άπαντες οι ενάγοντες, (ήδη αναιρεσίβλητοι), συμμετείχαν στο διαγωνισμό αυτό, και συγκεκριμένα, οι πέντε πρώτοι στην κατηγορία Σκηνοθετών ΠΕ, οι έκτος έως δέκατος στην κατηγορία Σκηνοθετών ΤΕ και ο ενδέκατος στην κατηγορία Διευθυντών Φωτογραφίας ΠΕ.
Κατόπιν της αξιολόγησής τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ως άνω προκήρυξη, οι ενάγοντες συμπεριελήφθησαν ως επιτυχόντες στους τελικούς πίνακες κατάταξης. Ειδικότερα, με το με αριθμό 53 πρακτικό της συνεδρίασης της 26-11- 2014 του Διοικητικού Συμβουλίου της ΝΕΡΙΤ, εγκρίθηκε ο τελικός πίνακας κατάταξης και καταρτίστηκε πίνακας οριστικών αποτελεσμάτων για την πλήρωση των 25 προκηρυχθεισών θέσεων για το αντικείμενο Σκηνοθετών Αθήνας, στον οποίο πίνακα οι τέσσερις πρώτοι ενάγοντες κατέλαβαν την 1η, 2η, 3η και 4η θέση, αντιστοίχως, ο έκτος ενάγων κατέλαβε την 5η θέση, ο έβδομος ενάγων τη 10η θέση, ο όγδοος ενάγων τη 14η θέση και οι πέμπτος, ένατος και δέκατος ενάγοντες κατετάγησαν στη 18η, 23η και 25η θέση, αντιστοίχως.
Ακολούθως, με το με αριθμό 57 πρακτικό της συνεδρίασης της 22-12-2014 του ίδιου Διοικητικού Συμβουλίου, εγκρίθηκε ο τελικός πίνακας κατάταξης και καταρτίστηκε πίνακας οριστικών αποτελεσμάτων για την πλήρωση των 2 προκηρυχθεισών θέσεων για το αντικείμενο Διευθυντών Φωτογραφίας Αθήνας, στον οποίο πίνακα ο ενδέκατος ενάγων κατετάγη στη 2η θέση.
Με τα ανωτέρω δύο πρακτικά αποφασίστηκε επιπλέον η πρόσληψη των επιτυχόντων στη ΝΕΡΙΤ, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Στις 29-12-2014, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας υποβολής των απαιτούμενων, σύμφωνα με την προκήρυξη, δικαιολογητικών για την πρόσληψη των επιτυχόντων, προκηρύχθηκαν οι βουλευτικές εκλογές της 25-1-2015, με συνέπεια την εκ του νόμου αναστολή μέχρι και την 27-1-2015 των διαδικασιών πρόσληψης στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στον οποίο υπαγόταν και η ΝΕΡΙΤ.
Όμως, μετά την παρέλευση του ως άνω χρόνου, η εναγομένη, υπό την προηγούμενη αυτή επωνυμία της, απείχε από τη διαδικασία ολοκλήρωσης των προσλήψεων των εναγόντων. Ο ισχυρισμός αυτής ότι έπραξε τούτο διότι ανέμενε τη δημοσίευση στις 29-4-2015 του ν. 4324/2015 δεν δύναται να αποτελέσει δικαιολογημένη αιτία της αποχής της.
Εξάλλου, με το νόμο αυτό δεν καταργήθηκε η ΝΕΡΙΤ, αλλά απλώς τροποποιήθηκε η επωνυμία της σε ΕΡΤ Α.Ε. Μάλιστα, με το άρθρο 14 του ίδιου νόμου, προστέθηκε στο ν. 4173/2013 άρθρο 16Α, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 εδ. α' του οποίου οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου που έχουν συναφθεί με τη ΝΕΡΙΤ παραμένουν σε ισχύ και, ως εκ τούτου, ουδέν κώλυμα υφίστατο για την ολοκλήρωση της πρόσληψης των εναγόντων.
Τελικώς, οι 1ος, 2ος, 3ος, 5ος, 6ος, 8ος, 9ος, 10ος και 11ος ενάγοντες προσελήφθησαν τυπικώς από την εναγομένη στις 30- 11-2016, 11-7-2016, 18-11-2016, 27-7-2016, 28-7-2016, 13-7-2016, 11- 7-2016, 11-7-2016 και 3-8-2016, αντιστοίχως. Όμως, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, τα αποτελέσματα των συμβάσεων εργασίας που συνδέουν τους ενάγοντες αυτούς με την εναγομένη είχαν ήδη επέλθει από το χρόνο πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης της επιτυχίας τους στον ένδικο διαγωνισμό.
Συνεπώς, η εναγομένη, μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες των εν λόγω εναγόντων από την 1-2-2015, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα δεν μπορούσε να προβεί σε αποδοχή των υπηρεσιών τους κατά το χρόνο αναστολής των προσλήψεών τους, κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας τους και υποχρεούται να τους καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-2-2015 έως 31-5-2016.
Επομένως, για το χρονικό αυτό διάστημα, δικαιούνται να λάβουν ως αποδοχές υπερημερίας: α) ο πρώτος ενάγων...........................". Ακολούθως το Δικαστήριο, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, δέχθηκε την αγωγή, ως προς τους ως άνω ενάγοντες ήδη αναιρεσιβλήτους, ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία και τους επιδίκασε τα αναφερόμενα για τον κάθε ένα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο.
Ήδη η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες αναιρετικές πλημμέλειες: α) με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 49 παρ. 9 και 10 του ν. 3943/2011 και 1 παρ. 10 του ν. 4038/2012, με το να κρίνει ότι αυτή κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας των αναιρεσιβλήτων το επίδικο χρονικό διάστημα και ως εκ τούτου οφείλει μισθούς υπερημερίας, αν και δεν είχε ολοκληρωθεί η διοικητική διαδικασία για την έγκυρη πρόσληψή τους, που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, τις οποίες και δεν εφάρμοσε αν και υπό τις επικαλούμενες παραδοχές της πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και β) με το δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173, 200 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τη δικαιοπρακτική βούληση του ΔΣ αυτής, όπως εκφράστηκε με τα 53/26-11-2014 και 57/22-12-2014 πρακτικά συνεδριάσης αυτού, αποδίδοντας περιεχόμενο διαμετρικά αντίθετο προς το αληθινό, ως προς το ζήτημα πρόσληψης των αναιρεσιβλήτων.
Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο: 1) ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αρνείται την υπερημερία της, η οποία όμως στηρίζεται επαρκώς στην παραδοχή του Δικαστηρίου ότι μετά την προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών την 25-1-2015 και την εν συνεχεία εκ του νόμου αναστολή των διαδικασιών πρόσληψης στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στον οποίο υπαγόταν και η ΝΕΡΙΤ μέχρι την 27-1-2015, η εναγομένη-αναιρεσείουσα απείχε έκτοτε από τη διαδικασία ολοκλήρωσης των προσλήψεων των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, παρόλο που ήδη είχε εγκριθεί με αποφάσεις του ΔΣ αυτής ο τελικός πίνακας κατάταξης και καταρτίστηκε πίνακας οριστικών αποτελεσμάτων για την πλήρωση των προκηρυχθεισών θέσεων για το αντικείμενο Σκηνοθετών και Διευθυντών Φωτογραφίας και δεν υφίστατο κανένα κώλυμα για την ολοκλήρωση της διαδικασίας πρόσληψης των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίφαση της εσφαλμένης εφαρμογής των αναφερομένων διατάξεων, προσβάλλεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, ως προς το ζήτημα της υπερημερίας της αναιρεσείουσας, ενόψει μάλιστα του ότι οι καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας για την πρόσληψη των αναιρεσιβλήτων, δεν αίρουν κατά τα προεκτεθέντα την υπερημερία της αναιρεσείουσας, 2) ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αόριστος, καθόσον για την πληρότητά του, δεν αναφέρεται, όπως και στη νομική σκέψη εκτίθεται, ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή ασάφεια, ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση του ΔΣ της αναιρεσείουσας στα προαναφερόμενα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, ούτε εκτίθενται τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει έστω και έμμεσα διαπίστωση κενού ή ασάφειας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περιπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ.
Α.Π. 23/2008). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου από τα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 188/2017).
Για να ιδρυθεί, δηλαδή, ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑ.Π. 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που αμφότεροι οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα προβάλλεται η αιτίαση ότι το εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο με αριθμούς 53/26-11-2014 και 57/22-12-2014 πρακτικά συνεδρίασης του ΔΣ αυτής με τα οποία ορίζονταν ειδικότερα οι κρίσιμοι όροι και προϋποθέσεις, από την πλήρωση των οποίων εξηρτάτο η σύννομη τελείωση της διαδικασίας πρόσληψης των αναιρεσιβλήτων και συνακόλουθα η έγκυρη σύναψη εργασιακής σύμβασης μετ' αυτών, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένο αποτέλεσμα κρίνοντας ότι είχε περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας και ακολούθως να δεχθεί την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθώς, από την ρητή διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, που περιέχεται στο 3ο φύλλο, εμπρόσθια σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των ενώπιόν του εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και νομίμως προσκόμισαν, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και ανεπάρκειες αιτιολογικό της και δη από το όλο περιεχόμενό της, στην οποία μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά στα έγγραφα αυτά και περιέχονται παραδοχές, σε σχέση με ζητήματα, στα οποία αφορούν τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά έγγραφα χωρίς να είναι υποχρεωμένο να καθορίσει τη βαρύτητα εκάστου αποδεικτικού μέσου ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα και ειδικότερα ως προς τις χωρίς αντιφάσεις και ανεπάρκειες παραδοχές του, ότι επήλθε η πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία τελούσε ο υπό της αναιρεσείουσας προκηρυχθείς διαγωνισμός και η μετά ταύτα αποχή της ιδίας από την ολοκλήρωση της διαδικασίας πρόσληψης των αναιρεσιβλήτων, εξαιτίας της οποίας και κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας αυτών.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, θεμελιώνεται στον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό του, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Τέλος, οι αντιφατικοί, μεταξύ αλλήλων λόγοι αναίρεσης, που ασκούνται σωρευτικά, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, γιατί αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως. Στην περίπτωση αυτή, υπάγονται οι λόγοι αναίρεσης, όταν με τον ένα πλήττεται η απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφο και με τον άλλο ότι το παραμόρφωσε, δηλαδή λόγοι από το άρθρο 559 αριθμός 11 και 20 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα (Α.Π. 820/2023, ΑΠ 1294/2018, Α.Π. 757/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το οικείο αυτού σκέλος, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, του ιδίου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Δικαστήριο της ουσίας την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προμνημονευομένων εγγράφων, ήτοι των δυο πρακτικών συνεδρίασης του ΔΣ αυτής, με τα οποία ορίζονταν ειδικότερα οι κρίσιμοι όροι και προϋποθέσεις από την πλήρωση των οποίων εξηρτάτο η σύννομη τελείωση της διαδικασίας πρόσληψης των αναιρεσιβλήτων και συνακόλουθα η έγκυρη σύναψη εργασιακής σύμβασης μετ' αυτών, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένο αποτέλεσμα κρίνοντας ότι είχε περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας και ακολούθως να δεχθεί την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία.
Με αυτό το περιεχόμενο, ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ανεξαρτήτως του ότι είναι αλυσιτελής, καθόσον δεν προσβάλλεται η σαφής και χωρίς αντιφάσεις και ασάφειες παραδοχή του Δικαστηρίου ότι η αναιρεσείουσα-εναγομένη απείχε από την ολοκλήρωση των διαδικασιών πρόσληψης των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς πληρωθείσας της αίρεσης υπό την οποία προκηρύχθηκε ο διαγωνισμός κατέστη αυτή υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, η οποία και στηρίζει πλήρως το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφ' ενός μεν διότι αναφέρεται στην αποδεικτική δύναμη των ως άνω εγγγράφων και όχι στο παραμορφωθέν περιεχόμενο αυτών, αλλά και διότι αντιφάσκει με τον, από τον αριθμό 11 εδαφ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, κρίθηκε απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στη δίκη και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-12-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 10322/1284/30-12-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου1351/2-9-2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3684/31-8-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... και της ενσωματωμένης σ' αυτή με αριθμό 1946/26-9-2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.
O ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ.