Legislator Case Law & Legislation
1959/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment due to vague grounds and failure to state material facts.

Case Number 1959/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a labor court judgment that had rejected their claim for monetary compensation. The appellants argued that the lower court's decision lacked sufficient reasoning and violated substantive law regarding their specific circumstances. The court ruled that the appeal was inadmissible because the grounds cited were vague and failed to clearly state the material facts necessary for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to clearly state the material facts and substantive law violated.

Keywords

AI generated
Labor Law Appeal Inadmissible Appeal Vague Grounds Material Facts Substantive Law Violation Code of Civil Procedure Monetary Compensation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553 para. 1, 556 para. 1, 558, 564 para. 3 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 and 932 of the Civil Code
Articles 176, 180 para. 1, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1/1999
OLAP 20/2005
AP 64/2022
Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding land use plan modification and unjust enrichment.
AP 19/2022
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court correctly rejected vague contract clause argument.
AP 2267/2013
Supreme Court allows appeal against lower court's calculation of damages and interest periods in property dispute.
AP 317/2022
Supreme Court dismisses appeal for failure to properly raise income defense arguments in first instance.
AP 322/2022
Supreme Court remands labor dispute case for retrial due to failure to examine statute of limitations defense regarding employer succession.
AP 323/2022
Supreme Court partially allows appeal against labor court judgment due to insufficient reasoning on specific fee calculation.
AP 109/2020
Supreme Court dismisses appeal for vagueness regarding common sense principles in labor injury liability assessment.
AP 269/2020
Supreme Court annuls labor court decision and orders defendants to pay legal fees to the state.
AP 1388/2019
Supreme Court allows appeal against labor court ruling on director status and remands case for further examination.
AP 1266/2017
Supreme Court dismisses appeal on procedural and substantive grounds regarding employee status and evidence sufficiency.
AP 295/2022
Supreme Court annuls arbitration award for exceeding jurisdiction over unrelated railway construction claims.
AP 140/2022
Supreme Court dismisses appeal on communication rights, ruling omitted facts do not constitute abuse of right.
AP 887/2019
Supreme Court dismisses appeal for misapplication of law due to failure to cite specific substantive law violated.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1959 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1959/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Α. του Β., κατοίκου ... και 2) Μ. Η. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " Ε. Υ. Κ. Α. Π. Α. Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο …και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Χρήστου Τσέλιου και Κλειώς Ιεροδιακόνου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η ..2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η …/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 25-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ... 25-7-2022) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ….2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 24-6-2019 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. …/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 13-6-2012 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2012) αγωγή αυτών κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά τις επικουρικές βάσεις της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 13-6-2012 αγωγή (από κοινού με δεκαοκτώ ακόμη ενάγοντες, μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη), με την οποία ισχυρίστηκαν ότι προσελήφθησαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1-10-1982 ο πρώτος εξ αυτών, με την ειδικότητα του τοπογράφου μηχανικού κατηγορίας ΠΕ, και την 1-9-1976 η δεύτερη, με την ειδικότητα του πολιτικού μηχανικού κατηγορίας ΠΕ, από την Ε.ΥΔ.Α.Π. (ο πρώτος) και από την Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Υδάτων των Πόλεων Αθηνών - Πειραιώς και Περιχώρων (Ε.Ε.Υ.) (η δεύτερη), ακολούθως δε, δυνάμει του Ν. 1068/1980, η Ε.Ε.Υ.

συγχωνεύθηκε με τον Οργανισμό Αποχετεύσεως Πρωτευούσης (Ο.Α.Π.) και συστάθηκε η εναγομένη Ε.ΥΔ.Α.Π. Ότι αποχώρησαν από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης, ο μεν πρώτος στις 17-5-2010, η δε δεύτερη στις 30-7-2010, και ότι δικαιούνται να λάβουν, εκτός από την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, σωρευτικά και την εφάπαξ αποζημίωση που προβλέπεται από την ειδική ΣΣΕ της 2-7-1991, όπως ισχύει.

Ότι κατά την αποχώρησή τους, η εναγομένη τους κατέβαλε την οφειλόμενη αποζημίωση του Ν. 2112/1920, πλην όμως κατέβαλε μειωμένη την εφάπαξ αποζημίωση της από 2-7-1991 ΕΣΣΕ, ειδικότερα δε, αφενός υπολόγισε αυτήν με βάση τις μηνιαίες αποδοχές τους όπως είχαν διαμορφωθεί κατόπιν των μειώσεων που υπέστησαν με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 από 1-1-2010 και 1-6-2010 αντίστοιχα και μάλιστα χωρίς συνυπολογισμό επιδομάτων εορτών και αδείας, αφετέρου συμψήφισε στο ως άνω υπολογισθέν ποσό εκείνο της αποζημίωσης του Ν. 2112/1920.

Ζήτησαν δε: Α) Επικαλούμενοι αντίθεση των διατάξεων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 προς τα άρθρα 5 παρ. 1, 22 παρ. 2 και 28 παρ. 1 του Συντάγματος, 4, 6, 30 και 31 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, 8 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα (Ν. 1532/1985), 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και προς τις υπ' αριθ. 87 και 98 Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας και το Διεθνές Σύμφωνο των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Πολιτιστικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ καταβληθείσας και καταβλητέας (υπολογιζόμενης με βάση τις αποδοχές του Δεκεμβρίου 2009 και με συνυπολογισμό επιδομάτων εορτών και αδείας) εφάπαξ αποζημίωσης της από 2-7-1991 ΕΣΣΕ, η οποία (διαφορά) ανέρχεται στο ποσό των 32.504,79 ευρώ για τον πρώτο και των 63.976,89 ευρώ για τη δεύτερη, όπως τα εν λόγω ποσά αναλύονται στην αγωγή, καθώς και έναν επιπλέον μισθό πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, ως εφάπαξ αποζημίωση την οποία δικαιούνται βάσει των ετών υπηρεσίας τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της ως άνω ΕΣΣΕ, ήτοι 6.661,44 ευρώ στον πρώτο και 7.359,68 ευρώ στη δεύτερη, επικουρικά δε, να τους καταβάλει τα ως άνω ποσά με βάση α) τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, β) άλλως τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Β) Επικουρικά, επικαλούμενοι τις διατάξεις του Ν. 2112/1920, της από 2-7-1991 ΕΣΣΕ, των Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και των άρθρων 2, 4, 22 παρ. 1 και 28 του Συντάγματος, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ καταβληθείσας και καταβλητέας (υπολογιζόμενης βάσει των αποδοχών τους και των επιδομάτων εορτών και αδείας όπως διαμορφώθηκαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010) εφάπαξ αποζημίωσης της από 2-7-1991 ΕΣΣΕ, η οποία (διαφορά) ανέρχεται στο ποσό των 26.944,93 ευρώ για τον πρώτο και των 49.204,37 ευρώ για τη δεύτερη, όπως τα εν λόγω ποσά αναλύονται στην αγωγή, καθώς και έναν επιπλέον μισθό πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας (όπως διαμορφώθηκαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010), ως εφάπαξ αποζημίωση την οποία δικαιούνται βάσει των ετών υπηρεσίας τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της ως άνω ΕΣΣΕ, ήτοι 6.419,71 ευρώ στον πρώτο και 6.832,10 ευρώ στη δεύτερη, επικουρικά δε, να τους καταβάλει τα ως άνω ποσά με βάση α) τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, β) άλλως τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Γ) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της, το ποσό των 3.000 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ.

….2019 απόφασή του, αφού κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς τους λοιπούς (πλην των ήδη αναιρεσειόντων) ενάγοντες λόγω παραίτησης αυτών από το δικόγραφο της αγωγής, απέρριψε ως προς τους πέμπτο και εβδόμη των εναγόντων, ήδη αναιρεσείοντες, την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια (ανωτέρω υπό στοιχ. Α) βάση της και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι τελευταίοι με την από 24-6-2019 έφεσή τους, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. …/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτησή τους.

Το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 παρ.1 και 5 ότι: "1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2.[...], 3. [...], 4. [...], 5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 παρ. 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους [...] Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 2. [...], 3. [...], 4.

Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης". Περαιτέρω, στο άρθρο 79 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος", και στο άρθρο 106 παρ. 1 αυτού, ότι "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας....".

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.

Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλΣτΕ 481/2018, 431/2018, ΑΠ 1467/2022, 1280/2020).

Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή.

Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην όμως, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (Ε.Δ.Δ.Α.

απόφαση της 19.4.2007 Ε. κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 Ρ. κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΑΠ 1467/2022, 77/2022, 899/2021, 1280/2020, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019, 481/2018, 668/2012). Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν την 1-1-2010 με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγραφοι 2 και 9, 2 παρ. 1 και 20 παρ. 1 Ν. 3833/2020) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω από 1-6-2010 μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από τον βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρα τρίτο παρ. 1 και 6 και έβδομο Ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 Ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση, κατά το ήμισυ, του κίνητρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περ.

α' Ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου - βαθμολογίου (Ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης, στην οποία βρέθηκε η Χώρα.

Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, κατ' αρχήν, απρόσφορα και μάλιστα προδήλως ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΟλΣτΕ 3372/2015, 3373/2015, ΑΠ 1467/2022, 77/2022).

Ειδικότερα, ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του Ν. 3845/2010 ορίσθηκαν τα εξής: ".... 6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4,....

καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους". Όπως προελέχθη, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, κατ' αρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο και τους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο.

Στις περιπτώσεις αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει. Εξάλλου, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ακόμη και μετά τις μειώσεις των επίμαχων επιδομάτων κατ' εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.

Περαιτέρω, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.

απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.

Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο (1-1-2010 και 1-6-2010), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η περικοπή τους στερείται προδήλως εύλογης βάσης ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ.

ΟλΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46, ΑΠ 1467/2022). Ενόψει αυτών, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2, 5 και 9 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 και 6 του Ν. 3845/2010, με τις οποίες μειώθηκαν και σε ορισμένες περιπτώσεις καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο ανήκει και η αναιρεσίβλητη Ε.ΥΔ.Α.Π., (ΑΠ 465/2024) και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 1467/2022, 77/2022, 899/2021, 1280/2020, ΟλΣτΕ 798/2021, 1307/2019, 1308/2019).

Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 2, 4 παρ. 5, 22 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 1467/2022, 77/2022, 889/2021, 1280/2020, ΟλΣτΕ 798/2021, 1307/2019, 1308/2019).

Με τον ένατο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 και 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο έκρινε νόμιμες τις μειώσεις που υπέστησαν οι αποδοχές των αναιρεσειόντων κατ' εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, με συνέπεια την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής τους ως μη νόμιμης.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, ειδικότερα δε, κατά το πρώτο σκέλος του εκ του αριθμού 1 ως αβάσιμος, εφόσον οι μειώσεις των αποδοχών και των επιδομάτων εορτών και αδείας βάσει των διατάξεων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 για το προσωπικό του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο υπάγεται και η αναιρεσίβλητη, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ενώ κατά το δεύτερο ως απαράδεκτος, καθόσον ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη, όπως εν προκειμένω, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 32/2022, 10/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1000/2024, 26/2022, 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1000/2024, 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού, που πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1000/2024, 26/2022, 516/2016).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 144/2024, 64/2024, 1662/2022, 81/2022, 1108/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 144/2024, 64/2024, 432/2022, 350/2020, 188/2017, 791/2017).

Η ως άνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Ειδικότερα δε, δικαστική ομολογία υπάρχει, όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 64/2024, 1029/2019, 188/2017), όχι δε όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 64/2024, 398/2020, 1029/2019).

Η ομολογία που γίνεται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχύει ως δικαστική και για το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υπόθεσης μετά από άσκηση ενδίκου μέσου και δεν απαιτείται η επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου από τον αντίδικο του ομολογήσαντος, αφού η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2024, 159/2010), αναίρεση όμως χωρεί, μόνο αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του (ΑΠ 64/2024, 365/2017).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αντικείμενο της ομολογίας, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, μπορεί να είναι μόνο ουσιώδη πραγματικά γεγονότα (επιβλαβή για τον ομολογούντα), όχι δε και το νόμω βάσιμο της αξίωσης (ΑΠ 1105/1984).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε εκ του αριθμού 11γ', συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία στην οποία προέβη η αναιρεσίβλητη με τις πρωτόδικες προτάσεις της, αλλά και με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία καταχωρίστηκε στα υπ' αριθ. 42/2019 πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ειδικότερα δε, ότι δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης, ότι οι αναιρεσείοντες δικαιούνται να λάβουν, λόγω μη συνυπολογισμού των επιδομάτων εορτών και αδείας στην εφάπαξ αποζημίωση που τους κατέβαλε βάσει των διατάξεων της από 2-7-1991 ΕΣΣΕ, ο μεν πρώτος το ποσό των (285,49 ευρώ Χ 23 έτη =) 6.566,27 ευρώ, η δε δεύτερη το ποσό των (1.051,39 ευρώ Χ 27 έτη =) 28.387,53 ευρώ, την οποία ομολογία είχαν επικαλεστεί αυτοί με σχετικό λόγο της από 24-6-2019 έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε την αγωγή τους, ενώ θα έπρεπε, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο απορριπτικό σκέλος της και ακολούθως να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να επιδικαστούν σ' αυτούς τα ανωτέρω ποσά.

Από την επισκόπηση των από 9-1-2018 προτάσεων που κατέθεσε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή ισχυρίστηκε τα εξής: ".... κατ' επιταγή των σχετικών διατάξεων των ως άνω νομοθετημάτων (ενν. των νόμων 3833/2010 και 3845/2010) η ΕΥΔΑΠ περιέκοψε από 1-1-2010 έως 31-5-2010, εκτός των μισθών, κατά ένα μέρος (30%) και τα επιδόματα εορτών και αδείας όσων μισθωτών οι συνολικές μεικτές μηνιαίες αποδοχές υπερέβαιναν το ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ από 1-6-2010 και εφεξής περιέκοψε πλήρως τα επιδόματα αυτά.

Οι ως άνω περικοπές, ωστόσο, εφαρμόσθηκαν και στο πλαίσιο καταβολής της οφειλόμενης ειδικής εφάπαξ αποζημίωσης της ΕΣΣΕ 1991, η οποία σχηματίζεται και από κρατήσεις επί των πάσης φύσεως αποδοχών (και επί των επιδομάτων εορτών και αδείας) των μισθωτών καθ' όλη τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Δηλαδή, ενώ η Εταιρεία, όσα χρόνια διαρκούσε η σχέση εργασίας, παρακρατούσε εισφορές επί των δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας για τον σχηματισμό της ειδικής εφάπαξ αποζημιώσεως, στις αποζημιώσεις που κατέβαλλε μετά το 2010 σταμάτησε να συνυπολογίζει τις αναλογίες επί αυτών των δώρων και επιδομάτων των παρελθόντων ετών, από τα οποία, όμως, είχαν παρακρατηθεί οι εισφορές των εργαζομένων.

Συνέπεια τούτου ήταν να ασκηθεί από πρώην εργαζόμενους μεγάλος αριθμός μαζικών αγωγών κατά της Εταιρείας με αίτημα την καταβολή σε αυτούς της περικοπείσας, από την ως άνω εφάπαξ αποζημίωση, αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας. Επί του νομικού αυτού ζητήματος εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις που δικαίωσαν τους πρώην εργαζόμενους και η Εταιρεία αναγνωρίζοντας το δίκαιο του αιτήματός τους επί του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος προέβη σε εξωδικαστικό συμβιβασμό μαζί τους, καταβάλλοντάς τους τα δικαιούμενα ποσά.

Συγκεκριμένα, δυνάμει της υπ' αριθ. 19224/24-5-2017 απόφασης του ΔΣ της ΕΥΔΑΠ, η Εταιρεία προέβη σε συμβιβαστική επίλυση της ως άνω διαφοράς με συνολικά 972 δικαιούχους, καταβάλλοντας σε αυτούς το ποσό των 12.880.000 ευρώ για κεφάλαιο και τόκους. Εν τούτοις, μόνο τέσσερις δικαιούχοι, ανάμεσα σε αυτούς και οι ενάγοντες 5ος και 7η (ενν.

τους ήδη αναιρεσείοντες), δια μέσου επιστολής του πληρεξουσίου δικηγόρου τους αρνήθηκαν να υπαχθούν στον εν λόγω συμβιβασμό, χωρίς προφανή αιτία, καθώς τα ποσά που υπολογίστηκε ότι πρέπει να τους καταβληθούν από τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΥΔΑΠ προσδιορίστηκαν αντικειμενικά και ενιαία βάσει των μισθολογικών δεδομένων εκάστου.

Συγκεκριμένα, τα ποσά που δικαιούνται να λάβουν για την ανωτέρω αιτία, δηλαδή λόγω μη συνυπολογισμού στην εφάπαξ αποζημίωση της αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας, και τα οποία προτίθεται η Εταιρεία να καταβάλει, έχουν ως ακολούθως: Α. Χ.: Ημερομηνία πρόσληψης 1-10-1982, ημερομηνία διαγραφής 18-5-2010, αποδοχές 31-12-2009 = 5.709,81 ευρώ, 1/6 = 951,64 ευρώ, ποσό 70% που έχει λάβει = 666,14 ευρώ, διαφορά 30% που δεν έχει λάβει = 285,49 ευρώ, έτη αποζημίωσης μέχρι 31-12-2009 = 23 έτη, ποσό από αναλογίες δώρων = 6.566,27 ευρώ (285,49 ευρώ Χ 23 έτη).

Η. Μ.: Ημερομηνία πρόσληψης 1-9-1976, ημερομηνία διαγραφής 31-7-2010, αποδοχές 31-12-2009 = 6.308,31 ευρώ, 1/6 = 1.051,39 ευρώ, έτη αποζημίωσης μέχρι 31-12-2009 = 27 έτη, ποσό από αναλογίες δώρων = 28.387,53 ευρώ (1.051,39 ευρώ Χ 27 έτη)". Περαιτέρω, από την επισκόπηση των υπ' αριθ. 42/2019 πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η πληρεξούσια δικηγόρος της Ε.ΥΔ.Α.Π.

δήλωσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι η εναγομένη εταιρεία προσφέρει στους ενάγοντες τα ποσά που αναφέρονται στις προτάσεις της και ειδικότερα 6.566,27 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών και 28.387,53 ευρώ στη δεύτερη, η δήλωση δε αυτή καταχωρίστηκε στα εν λόγω πρακτικά. Από τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι αυτή προέβη εκ νέου σε πρόταση, δικαστικού στην προκειμένη περίπτωση, συμβιβασμού προς τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι όμως δεν αποδέχθηκαν την πρότασή της και συνέχισαν τη δίκη, και όχι σε δικαστική ομολογία επιβλαβούς γι' αυτήν γεγονότος, ήτοι ότι οφείλει στους τελευταίους τα προαναφερθέντα ποσά, τα οποία σημειωτέον ότι, βάσει των διατάξεων των νόμων 3833/2010 (μείωση επιδομάτων κατά 30% από 1-1-2010) και 3845/2010 (κατάργηση επιδομάτων από 1-6-2010 για τους υπαγόμενους στις διατάξεις του νόμου αυτού, των οποίων οι μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν το ποσό των 3.000 ευρώ), δεν δικαιούνταν οι αναιρεσείοντες κατά τον χρόνο αποχώρησής τους από την υπηρεσία (18-5-2010 και 31-7-2010 αντίστοιχα).

Συνεπώς, ορθώς το Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρχε πρόταση συμβιβασμού της αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ομολογίας της αναιρεσίβλητης ως προς τα προαναφερθέντα ποσά και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει στο αναιρετήριο αφενός να περιέχονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 295/2022, 140/2022, 887/2019), και αφετέρου να καθορίζονται τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του κεφαλαίου Β' παρ. 1 εδ. γ' και δ' της από 2-7-1991 ΕΣΣΕ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο "έκρινε εσφαλμένως ότι η οριζόμενη στην ως άνω ΕΣΣΕ ειδική εφάπαξ αποζημίωση κατόπιν συνταξιοδότησης δεν έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, με την αιτιολογία ότι ο σχηματισμός αυτής προκύπτει κατά ένα μικρό μέρος από τις παρακρατηθείσες εισφορές, δεδομένου ότι το ποσό των εισφορών είναι πολύ μικρό σε σχέση με αυτό που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι ως εφάπαξ αποζημίωση".

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μη αρκούσης της αναφοράς των ως άνω αποσπασματικών, κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων, παραδοχών αυτής, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε εκ του αριθμού 1, για παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εφάρμοσε στην υπό κρίση υπόθεση τις διατάξεις του κεφαλαίου Β' παρ. 1 εδ.

γ' και δ' της από 2-7-1991 ΕΣΣΕ, που θεσπίζουν ως ανώτατο όριο της καταβλητέας, στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης υπαλλήλους της ΕΥΔΑΠ, εφάπαξ αποζημίωσης τους τριάντα (30) μηνιαίους μισθούς πλέον αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας, ενώ θα έπρεπε να κρίνει αυτές μη εφαρμοστέες ως αντικείμενες στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν, ότι η εφάπαξ αποζημίωση που δικαιούνται, σύμφωνα με την από 2-7-1991 ΕΣΣΕ, ανέρχεται σε 24 μισθούς για τον πρώτο και 29 μισθούς για τη δεύτερη πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας.

Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων της από 5-6-2008 ΕΣΣΕ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο "έκρινε εσφαλμένως ότι με την προβλεπόμενη στην ως άνω ΕΣΣΕ ερμηνευτική δήλωση δεν ερμηνεύεται, αλλά μεταβάλλεται το περιεχόμενο της από 2-7-1991 ΕΣΣΕ ως προς το ζήτημα της εφάπαξ αποζημίωσης και συνεπώς πρόκειται για σαφή τροποποίηση όρου που ισχύει από 1-1-2008, ότε και ετέθη σε ισχύ η από 5-6-2008 ΕΣΣΕ, και αφορά στους συνταξιοδοτηθέντες υπαλλήλους της ΕΥΔΑΠ από την ως άνω ημερομηνία και εφεξής" (τέταρτος λόγος) και "έκρινε εσφαλμένως ότι, αν και με τη συγκεκριμένη ΕΣΣΕ (ενν.

την από 5-6-2008 ΕΣΣΕ) τροποποιείται ο τρόπος καθορισμού της εφάπαξ αποζημίωσης για τους εργαζομένους, με δυσμενέστερους ως προς αυτούς όρους, ουδόλως επηρεάζεται η ισχύς της, η οποία ισχύει ως προς όλους τους εργαζομένους από 1-1-2008, εφόσον αυτοί δεν έχουν ατομική σύμβαση εργασίας, η οποία να διέπεται από την από 2-7-1991 ΕΣΣΕ" (πέμπτος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μη αρκούσης της αναφοράς των ως άνω αποσπασματικών, κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων, παραδοχών αυτής, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του Ν. 1876/1990, καθώς και των διατάξεων του κεφαλαίου Α' παρ. 1 και 3, του κεφαλαίου Β' παρ. 1γ' και 2 και του κεφαλαίου Δ' της από 2-7-1991 ΕΣΣΕ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο "αφενός κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του περιεχομένου του Ν. 1876/1990 έκρινε εσφαλμένως ότι δύναται νεότερη ΣΣΕ να καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω κι αν περιέχει δυσμενέστερες διατάξεις για τους μισθωτούς, αφετέρου κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του περιεχομένου της από 2-7-1991 ΕΣΣΕ και ιδίως του κεφαλαίου Α' παρ. 1 και 3, του κεφαλαίου Β' παρ. 1γ' και 2 και του κεφαλαίου Δ' αυτής, έκρινε εσφαλμένως ότι η προβλεπόμενη σε αυτή ειδική εφάπαξ αποζημίωση, η οποία μας καταβλήθηκε μειωμένη, καθορίζεται σε συνάρτηση και ως συμπλήρωση της μειωμένης αποζημίωσης του Ν. 2112/1920 και όχι αυτοτελώς".

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μη αρκούσης της αναφοράς των ως άνω αποσπασματικών, κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων, παραδοχών αυτής, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, σε κάθε περίπτωση δε ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Και τούτο διότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 και 10 του Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι η νεώτερη ΣΣΕ, κατά το μέρος που ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο θέμα, καταργεί την προηγούμενη του αυτού πεδίου ισχύος (αρχή της τάξης), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες διατάξεις για τους μισθωτούς (ΑΠ 1041/2020, 731/2022).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου ερεύνησε περί της συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για τον λόγο αυτό δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού (ΑΠ 1239/2024, 859/2024, 678/2016).

Αν η απόφαση που προσβάλλεται, δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, τότε μόνο, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1239/2024, 859/2024, 1817/2023, 1089/2017, 678/2016), και ταυτόχρονα ανέφερε στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας τον ως άνω ισχυρισμό (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1239/2024, 859/2024, 98/2020).

Για το ορισμένο του σχετικού αναιρετικού λόγου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι είχε νόμιμα υποβληθεί ο σχετικός ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας, με αναφορά όλων των περιστατικών από τα οποία απέρρεε το επικαλούμενο δεδικασμένο και σχετικό αίτημα συμμόρφωσης σ' αυτό (ΑΠ 678/2016, 1345/2011, 130/2004, 514/2002).

Πρέπει ακόμη να προσκομίζεται στον Άρειο Πάγο η απόφαση, από την οποία υποστηρίζεται ότι απορρέει το δεδικασμένο, διαφορετικά ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1239/2024, 1480/2021, 490/2016). Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου απορρέοντος από την υπ' αριθ. 1013/2013 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, τον οποίο η δεύτερη των αναιρεσειόντων προέβαλε τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου, ήτοι τον ισχυρισμό ότι με την ως άνω απόφαση κρίθηκε αμετακλήτως ότι ο υπολογισμός της καταβλητέας, στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης υπαλλήλους της ΕΥΔΑΠ, εφάπαξ αποζημίωσης έπρεπε να γίνει βάσει των αποδοχών που ελάμβαναν αυτοί το έτος 2009, ήτοι πριν από τις μειώσεις που επήλθαν με τους νόμους 3833/2010 και 3645/2010, οι οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές με την ίδια απόφαση.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο τρόπος με τον οποίο προβλήθηκε στο Εφετείο ο ανωτέρω ισχυρισμός περί δεδικασμένου, σε κάθε περίπτωση δε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον δεν προσκομίζεται η απόφαση, από την οποία, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, απορρέει το δεδικασμένο.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019, 460/2019, 1409/2018, 996/2018).

Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ των αριθμών 11γ' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε μόνο εκ του αριθμού 11γ', συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι η αναιρεσίβλητη δεν ανήκε στο δημόσιο τομέα, με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης κατά την κύρια βάση της. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία ως προς την κύρια βάση της αγωγής, αλλά απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, κρίνοντας ορθώς ότι η αναιρεσίβλητη υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ 465/2024).

Με τον δέκατο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για παραβίαση εκ πλαγίου της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως προς την ανωτέρω επικουρική βάση της με το εξής σκεπτικό: ".... οι επίδικες συμβάσεις εργασίας των εκκαλούντων ήταν έγκυρες, όπως προεκτέθηκε. Ορθά συνεπώς η εκκαλουμένη απέρριψε ως ουσία αβάσιμη και την επικουρική βάση της αγωγής που εδραζόταν στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), η οποία ως επιβοηθητικής φύσεως δύναται να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία". Από τις ως άνω αναφορές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, έστω και αν εσφαλμένα αναφέρεται στο σκεπτικό της ότι είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Συνεπώς, ο δέκατος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού και, συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη, όπως εν προκειμένω, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 32/2022, 10/2022).

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 317/2022, 322/2022, 323/2022, 109/2020, 269/2020, 1388/2019, 1266/2017).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο αφενός να αναφέρεται α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022), και αφετέρου να περιέχονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).

Με τον ενδέκατο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για παραβίαση εκ πλαγίου (με ελλιπείς αιτιολογίες) των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, με συνέπεια την απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ως αβάσιμου κατ' ουσίαν.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ... 2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. …2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ