Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to lack of proper service of summons to the defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a single-member court of appeal decision. The appellant argued the lower court erred in declaring the lawsuit inadmissible due to lack of jurisdiction and passively invalid, but the court found these arguments based on false premises since the second-instance court had already rejected the suit as legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the deposit fee was returned to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines ex officio the acceleration of proceedings when a party is absent, and rejects appeals based on false premises regarding jurisdictional errors when the lower court has already ruled on the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1952 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1952/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ.Σ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Σιδηροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου ευρύτερου δημόσιου τομέα κοινωφελούς χαρακτήρα με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ Ν. ΣΕΡΡΩΝ (Δ.Ε.Υ.Α.Σ.)", που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2019 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, 247/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και 937/2022 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-4-2024 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικο του.
Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης ή της κλήσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1478/2022, 158/2021, 1121/2020, 24/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 11020 Β'/30-4-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ... Β.Τ. ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 937/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... επισπεύσθηκε με φροντίδα της αναιρεσείουσας, η οποία προς τον σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παρέστη το αναιρεσίβλητο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί, ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτό παρόν (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την από 1.4.2024 και με αριθμό εκθ. κατάθ. 1017/110/3.4.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμ. 937/4.5.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 29.1.2021 (αριθμ. εκθ.
καταθ. 1170/1038/6.5.2021) έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 247/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία η από 27.3.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. ΠΤ-Ν14/28.3.2018) αγωγή και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 2 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ. 1 στοιχ. α' του ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α' 6), συνιστάται Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή, δεν υπόκειται σε έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλη διοικητική αρχή και οι πράξεις του δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο από άποψη νομιμότητας.
Το Α.Σ.Ε.Π. υπάγεται στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβερνήσεως (παρ. 1) και έχει ως αποκλειστική αποστολή την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών, που διέπουν την επιλογή των διοριστέων στις δημόσιες υπηρεσίες, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου, όπως ειδικότερα ορίζεται στις επί μέρους διατάξεις αυτού (παρ. 2).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του κεφαλαίου Α "τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων για τις προσλήψεις του Δημόσιου Τομέα" του ν. 2527/1997 (ΦΕΚ Α 206/8.10.1997), ορίζονται τα εξής: "1. Στις διατάξεις των κεφαλαίων Α', Β' και του παρόντος (Γ') υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990.
Στον κατά τα ανωτέρω δημόσιο τομέα και για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και μόνο υπάγονται επίσης: [...] - τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και το Εθνικό Ίδρυμα Υποδοχής και Αποκατάστασης Αποδήμων και Παλινοστούντων Ομογενών Ελλήνων".
Με την παράγραφο 7 του άρθρου 10 του ν. 2839/2000 (ΦΕΚ Α 196/12.9.2000), προστέθηκε στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 2527/1997, τελευταίο εδάφιο ως εξής "Οι ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν και για α) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 και για β) τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου της ίδιας παραγράφου, εφόσον δεν επιχορηγούνται τακτικώς από τον κρατικό προϋπολογισμό".
Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, ... και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) κοινωφελούς χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο.
Σύμφωνα δε, με το άρθρο 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006): "παρ. 1. Οι επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων.
Επίσης έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι ΔΕΥΑ, ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν ωστόσο αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμων και Περιφερειών), στα οποία ανήκουν και υπάγονται, και ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. (Ολ.ΑΠ 5/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3068/2002 "Συμμόρφωση της Διοίκησης προς δικαστικές αποφάσεις ...", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4ε παρ. 3 του ν. 3388/2005 (ΦΕΚ Α. 225/12.9.2005) και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο : "Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες, που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.
Δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων, που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές, κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει ... Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα τα οποία ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο".
Επίσης, με την παρ. 1 του άρθρου 50 του π.δ/τος 18/1989 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο Επικρατείας" ορίζεται ότι : "η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική, είτε πρόκειται για ατομική πράξη", με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους, κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται, ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου, ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό.
Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη, κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση" και με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο, που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά, ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα, που κρίθηκε από το Συμβούλιο".
Από δε τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 702/1977, προκύπτει ότι η Διοίκηση, μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου επί αίτησης ακύρωσης υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτήν και μάλιστα όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από την ακυρωθείσα πράξη, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες, με αναδρομική ισχύ, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με σκοπό να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση στην οποία θα βρίσκονταν αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη (ΑΠ 1617/2022, 957/2013, ΣτΕ 1288/2020, 787/2017, 4016/2012, 2557/2006).
Σε περίπτωση δε που η ακυρωτική απόφαση αφορά πράξη διορισμού που εκδόθηκε από τον ίδιο τον φορέα διορισμού ή σφάλμα της πράξης διορισμού του φορέα που επικυρώθηκε από το Α.Σ.Ε.Π., του οποίου η απόφαση στη συνέχεια ακυρώθηκε από το ΣτΕ, ο φορέας διορισμού υποχρεούται, συμμορφούμενος με αυτή, να προσδώσει αναδρομικότητα στην πράξη που θα εκδώσει με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη (ΑΠ 147/2023, 1617/2022, 1402/2021, 282/2013, ΣτΕ 100/2011, 957/2010).
Δεν συντρέχει, όμως, τέτοια περίπτωση εάν η αρχική πράξη διορισμού του φορέα διορισμού ήταν καθόλα ορθή, πλην, όμως, αυτή κατόπιν υποβολής ένστασης εκ μέρους συνυποψηφίου του προσωρινά διορισθέντος ή και αυτεπαγγέλτως ανατράπηκε κατά τον έλεγχο νομιμότητας με εσφαλμένη απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., η οποία ακυρώθηκε στη συνέχεια με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, οπότε ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται κατά τα άρθρα 105-106 του ΕισΝΑΚ σε βάρος μόνο του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 147/2023, 1617/2022, ΣτΕ 787/2017).
Περαιτέρω, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 - Α' 164) ορίζεται ότι "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. ..." και στο άρθρο 106 ότι οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του προηγουμένου άρθρου "εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 58/2015). Από την επισκόπηση της ένδικης από 29.1.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1170/1038/2021) αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την ως άνω αγωγή, η ενάγουσα [αναιρεσείουσα] ισχυρίστηκε ότι το εναγόμενο ΝΠΙΔ, (Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Ν. ...) [αναιρεσίβλητο], προκήρυξε την πλήρωση θέσεων προσωπικού, την 16.9.2003.
Ότι η ίδια υπέβαλλε στον εναγόμενο φορέα, αίτηση συμμετοχής και η αρμόδια επιτροπή του, την κατέταξε πρώτη. Ότι, μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο της νομιμότητας των πινάκων προτεραιότητας που διενεργήθηκε από τον ΑΣΕΠ, διεγράφη με την υπ' αριθμ. 1397/2004 απόφασή του, από τον πίνακα κατάταξης και διοριστέων, για τον αναφερόμενο στην αγωγή λόγο.
Ότι, μετά από δικαστικό αγώνα, αίτηση θεραπείας και στη συνέχεια προσφυγή στο Διοικητικό Εφετείο ..., ακυρώθηκε η απόφαση του ΑΣΕΠ, κατά το μέρος που με αυτή διαγράφηκε από τον πίνακα διοριστέων, σε θέσεις του εναγομένου ΝΠΙΔ και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο ΑΣΕΠ για νέα νόμιμη κρίση. Ότι η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στο ΑΣΕΠ την 11.3.2016, το οποίο συνεδρίασε εκ νέου, δέχθηκε την αίτηση θεραπείας της και παρήγγειλε στον εναγόμενο φορέα την εγγραφή της στον πίνακα διοριστέων του οικείου κλάδου και η απόφασή του δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ.
Ότι το εναγόμενο συμμορφούμενο στην απόφαση αυτή, την διόρισε από την 26.8.2016, αλλά παρά την από 24.8.2017 αίτησή της, αναδρομικού διορισμού από την 3.2.2005, σιωπηρά, αρνήθηκε να της καταβάλλει το σύνολο των μισθών και επιδομάτων, που θα είχε λάβει, αν είχε αναλάβει υπηρεσία από την ημερομηνία του οφειλόμενου αναδρομικού διορισμού της, δηλαδή, το συνολικό ποσό των 271.390,17 ευρώ.
Ζήτησε δε, να αναγνωριστεί ότι οφείλει να της καταβάλλει το ανωτέρω ποσό, που αφορά αναδρομικές αποδοχές για το διάστημα που μεσολάβησε από τον οφειλόμενο αρχικό διορισμό της (3.2.2005) έως την 31.12.2015, νομιμότοκα από την επομένη ημέρα υποχρέωσης καταβολής κάθε επιμέρους ποσού, όπως αυτά προσδιόρισε στην αγωγή, αφού προηγουμένως αναγνωριστεί ότι διορίστηκε αναδρομικά από την 3.2.2005.
Η εν λόγω αγωγή εισήχθη αρχικά στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., το οποίο με την υπ' αριθμ. 29/13.9.2019 απόφασή του έκρινε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο ..., στο οποίο εισήχθη προς συζήτηση με την από 8.1.2020 και με αριθμ. κατάθ. 1/2020 κλήση της ενάγουσας [αναιρεσείουσας] και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 247/12.11.2020 απόφαση, το οποίο δέχθηκε την αγωγή α) αναγνωρίζοντας τον αναδρομικό διορισμό της ενάγουσας από 3.2.2005 και β) υποχρεώνοντας το εναγόμενο [αναιρεσίβλητο] να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 240.514,73 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, το Μονομελές Εφετείο ... εξέδωσε την προσβαλλόμενη 937/2022 απόφασή του με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο στρεφόμενη κατά του εναγομένου ΝΠΙΔ [αναιρεσιβλήτου], είναι νόμω αβάσιμη.
Τούτο διότι: Η ενάγουσα [αναιρεσείουσα] εκθέτει ότι αν και μετά την κατάταξή της από το εναγόμενο ΝΠΙΔ ως επιτυχούσα, η κατάταξή της αυτή, ακυρώθηκε από το ΑΣΕΠ με απόφασή του, η οποία ωστόσο, μετά από προσφυγή της στα διοικητικά δικαστήρια, ακυρώθηκε και με νέα απόφασή του ο ΑΣΕΠ την έθεσε προς διορισμό στο εναγόμενο, το οποίο όμως αρνείται σιωπηρά, να της αναγνωρίσει χρόνο προϋπηρεσίας από 3.2.2005, όταν ακυρώθηκε η αρχική πρόσληψή της, έως τον χρόνο που διορίστηκε εκ νέου, ώστε να της καταβάλλει τις αντίστοιχες αναδρομικές αποδοχές δέκα ετών.
Υποστηρίζει επίσης, ότι, η, εκ μέρους του εναγομένου ΝΠΙΔ, μη αναγνώριση αναδρομικότητας του διορισμού της, από τον αρχικό της διορισμό, πριν αυτός ακυρωθεί από τον ΑΣΕΠ, είναι μη νόμιμη και ζητεί αφού αναγνωριστεί ως χρόνος προϋπηρεσίας της τα δέκα έτη, που μεσολάβησαν από την ακύρωση του διορισμού της έως τη νέα απόφαση του ΑΣΕΠ για τον διορισμό της, να αναγνωριστεί ότι της οφείλονται οι αποδοχές ύψους 271.390,17 ευρώ, που θα ελάμβανε αν εργαζόταν τα δέκα αυτά έτη, στο εναγόμενο ΝΠΙΔ, ως αποζημίωση, επικαλούμενη αντικειμενικά παράνομη παράλειψη του εναγομένου, να την αποκαταστήσει συμβατικά.
Περαιτέρω, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η διαδικασία πλήρωσης των θέσεων, που προκηρύχθηκαν, ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΑΣΕΠ, ο δε διορισμός της από το εναγόμενο ΝΠΙΔ, δεν επιβλήθηκε με την 2780/2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, αλλά με την απόφαση του ΑΣΕΠ, στο οποίο παρέπεμψε το δικαστήριο την υπόθεση της ενάγουσας, για νέα κρίση, τη νομιμότητα της οποίας, από άποψη συμμόρφωσής της, προς την ακυρωτική απόφαση, δεν μπορούν να ελέγξουν τα όργανα του ΝΠΙΔ, η αρμοδιότητα των οποίων, περιορίζεται στην κλήση των διατιθεμένων εκ μέρους του ΑΣΕΠ επιτυχόντων, προς υποβολή των προβλεπομένων δικαιολογητικών και στον διορισμό αυτών, σύμφωνα με τις διέπουσες τη λειτουργία του εναγομένου, καταστατικές διατάξεις, η επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος σε βάρος της ενάγουσας, από την απώλεια των αποδοχών της αιτούμενης χρονικής περιόδου, δεν συνδέεται με παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του εναγομένου ΝΠΙΔ, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται σε βάρος του ευθύνη αποζημίωσης κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ.
Η αναφερόμενη στην αγωγή ζημία, συνδέεται αιτιωδώς, αφενός με την εκ μέρους του ΑΣΕΠ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων της διακήρυξης, εξ αιτίας της οποίας, μη νόμιμα παρέλειψε να την κατατάξει μεταξύ των επιτυχόντων, αφετέρου με την εκ μέρους του ΑΣΕΠ μη πρόβλεψη αναδρομής, ως προς την ένταξη της ενάγουσας στον πίνακα επιτυχόντων για την πλήρωση των θέσεων στο εναγόμενο, όπως όφειλε.
Εξάλλου, το ΑΣΕΠ, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, ως δημόσια ανεξάρτητη αρχή εντάσσεται μεταξύ των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας του Κράτους, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η θέση αυτή κείται εκτός της ιεραρχικής δομής της δημόσιας διοίκησης και εκ τού λόγου τούτου, η αστική ευθύνη η οποία απορρέει από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων αυτού (ΑΣΕΠ) βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο.
Κατόπιν τούτων, ούτε το ΑΣΕΠ, το οποίο δεν έχει ιδία νομική προσωπικότητα ή οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο, ούτε το εναγόμενο, εν προκειμένω, ΝΠΙΔ, το οποίο δεν μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα της απόφασης του ΑΣΕΠ, αφού η αρμοδιότητά του, περιορίζεται στην κλήση της ενάγουσας, εκ μέρους του ΑΣΕΠ, για εργασία, νομιμοποιούνται παθητικά στην δίκη αυτή, αλλά το ελληνικό Δημόσιο.
Πρέπει επομένως, η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη.". Υπό τις ως άνω παραδοχές, κρίνοντας το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας στρεφόμενη κατά του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ είναι μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ, καθ' όσον με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ δεν ενέχεται σε αποζημίωση της αναιρεσείουσας από την απώλεια αποδοχών της (χρονικού διαστήματος δέκα ετών), από την ανατροπή του προσωρινού διορισμού της στον αρμόδιο φορέα αυτεπαγγέλτως κατά τον έλεγχο νομιμότητας με εσφαλμένη απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., η οποία ακυρώθηκε στη συνέχεια με την υπ'αριθ.2780/2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, αλλά γεννάται ευθύνη μόνο, σε βάρος μόνο του Ελληνικού Δημοσίου, αφού η εκ μέρους του ΑΣΕΠ παράλειψη κατάταξης της αναιρεσείουσας μεταξύ των επιτυχόντων και στη συνέχεια ο μη διορισμός της αναδρομικά δεν οφείλεται σε ενέργεια του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια για ευθεία παράβαση των ως άνω διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 181/2023).Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο κήρυξε εσφαλμένα την δική του αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα.
Αντίθετα δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο κήρυξε την αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα άλλου δικαστηρίου. Έτσι δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το Εφετείο που δικάζει έφεση κατ' αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υπαγόμενη στην αρμοδιότητα του δεν αποφαίνεται για την καθ' ύλη αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 47 ΚΠολΔ "απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου. Το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για τις αποφάσεως του πολυμελούς πρωτοδικείου σχετικά με τις υποθέσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του μονομελούς" (ΑΠ 1410/2021, 635/2014).
Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 57/2023, 1432/2022, 492/2020, 1241/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα α) με τον δεύτερο λόγο της αίτησης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα υπέπεσε στην παρά το νόμο κήρυξη απαράδεκτης της αγωγής για έλλειψη δικαιοδοσίας και β) με τον τρίτο λόγο της αίτησης από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι με την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως παθητικά ανομιμοποίητης, με την αιτιολογία ότι νομιμοποιείται παθητικά το Ελληνικό Δημόσιο, εσφαλμένα κήρυξε αναρμοδιότητα του εκδόσαντος αυτή δικαστηρίου.
Οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋπόθεσης καθ' όσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στο οποίο είχε εισαχθεί με κλήση η αγωγή μετά την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο με την με αριθμό 29/2019 απόφασή του είχε κηρύξει την καθ' ύλην αναρμοδιότητά του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και δεν απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας ή ως παθητικά ανομιμοποίητη, ούτε κήρυξε την καθ' ύλη αναρμοδιότητά του.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επί υποθέσεων εργατικών διαφορών δεν ισχύει η υποχρέωση καταβολής παραβόλου για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, οπότε αν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρέωσης κατατεθεί παράβολο ο Άρειος Πάγος διατάσει την επιστροφή του στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκίμησης, ή μη της αναίρεσης (ΑΠ 142/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του 6650520529540930056 παραβόλου ύψους 450 ευρώ στον αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, χωρίς να υφίσταται υποχρέωση, εφόσον πρόκειται για εργατική διαφορά. Τέλος, δεν τίθεται ζήτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων υπέρ του νικήσαντος αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ., καθ' ότι το τελευταίο δεν παρέστη και επομένως λόγω της ερημοδικίας του δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρο 106 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1192/2020, 824/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Απορρίπτει την από 1.4.2024 και με αριθμό εκθ. κατάθ. 1017/110/3.4.2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 937/4.5.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ