Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague facts and improper challenge to evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's rejection of her claim for damages. The appellant argued the lower court erred in finding no intent to defame or insult, citing a false criminal complaint and contradictory evidence regarding network access restrictions. The court rejected these arguments as inadmissible because they failed to specify the exact facts constituting the alleged error and improperly challenged the lower court's discretionary assessment of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(5), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it fails to clearly state the facts constituting the alleged error or if it improperly challenges the lower court's evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 635 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 635/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Παπαδημητρίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DATA MED ΑΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Χ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρίστο Χριστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8102/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3115/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου διάβασε την από 16-11-2012 έκθεση της Αρεοπαγίτου Χαραλαμπίας Σίμου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 7-5-2007 αγωγή της αναιρεσείουσας για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με το να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε καμία πρόθεση των εναγομένων να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας ούτε σκοπός εξύβρισης αυτής, περαιτέρω δε ότι ο δεύτερος των εναγομένων υπέβαλε την εναντίον της ενάγουσας από 20-7-2004 έγκληση του για παράβαση του άρθρου 370 Β Π.Κ. σε εκπλήρωση δήθεν των σχετικών καθηκόντων του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 71, 481, 914, 920, 299, 926, 932 του Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362, 363 και 367 παρ.2 του Π.Κ., καθόσον απεδείχθη ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν εν γνώσει αναλήθειας των αναφερομένων στην κατά της ενάγουσας έγκληση και με πρόθεση να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη αυτής και με σκοπό εξύβρισης αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της θεμελιώσεως του στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττει την μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ ).
Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο κήρυξε εσφαλμένα την δική του αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα. Αντίθετα δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο κήρυξε την αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα άλλου δικαστηρίου. Έτσι δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το Εφετείο που δικάζει έφεση κατ' αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υπαγόμενη στην αρμοδιότητα του}δεν αποφαίνεται για την καθ' ύλη αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 47 ΚΠολΔ " απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου. Το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για τις αποφάσεως του πολυμελούς πρωτοδικείου σχετικά με τις υποθέσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του μονομελούς ". Ενόψει αυτών, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν διέγνωσε αυτεπαγγέλτως την αναρμοδιότητα καθ' ύλην του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση, αφού αρμόδιο για την εκδίκαση της προκείμενης υπόθεσης ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, προτείνεται απαραδέκτως.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, καθώς και οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης ή αυτοτελείς ισχυρισμοί.
Δεν είναι πράγματα όμως με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ακόλουθο πραγματικό ισχυρισμό της που είχε ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, καθώς και τους καθοριζόμενους περαιτέρω ισχυρισμούς της προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, ήτοι:
α) ότι πρέπει να προσκομισθεί και ο ψηφιακός δίσκος (CD) προκειμένου να διαπιστωθεί το περιεχόμενο και η έκταση της εγγραφής του λογισμικού της αντιδίκου της "Υγεία 2000", καθώς επίσης και απόρρητα στοιχεία πελατών της και γενικά στοιχεία επαγγελματικού απορρήτου και β) το ότι δεν προσκομίζεται ο ψηφιακός δίσκος σημαίνει ότι δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της αντιδίκου της για παραβίαση των προγραμμάτων της με την εγγραφή απορρήτων στοιχείων στον εν λόγω δίσκο.
Οι ισχυρισμοί αυτοί, καθώς και όσα αναπτύσσονται στη συνέχεια στο λόγο της αναίρεσης. ότι είχε επικαλεστεί η αναιρεσείουσα για την υποστήριξη αυτών, δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν αποτελούν πράγματα υπό την εκτεθείσα έννοια, αλλά είναι επιχειρήματα και συμπεράσματα αντιστοίχως που εξάγει η αναιρεσείουσα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμα του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση, έστω και αν δεν μνημονεύονται ειδικά, σε συνδυασμό με το όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπετε αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα αναφερόμενα στον τέταρτο λόγο της αναίρεσης έγγραφα, ήτοι την από 25-7-2006 ένορκη εξέταση του πατέρα της αναιρεσείουσας ενώπιον του πταισματοδίκη Αμαρουσίου, καθώς και την υπ' αριθμ. 160/2007 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών τα οποία η αναιρεσείουσα νόμιμα είχε προσκομίσει με επίκληση. Επομένως ο τέταρτος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφενός στερείται επαρκούς αιτιολογίας και αφετέρου περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες. Αναφέρεται δε στο θέμα, ως εξής: "Ενώ κατ' αρχάς δέχεται ότι την 1-5-2004 προήχθην σε προϊσταμένη του τμήματος που ασχολείτο με το λογισμικό "Υγεία 2000", ότι λόγω της θέσης αυτής είχα άμεση πρόσβαση στο δίκτυο της εταιρίας, ότι την 17-5-2004 υπέβαλα εγγράφως την παραίτηση μου και ότι θα παρέμενα στη θέση μου μέχρι τις 25 Ιουνίου 2004 προκειμένου να ενημερωθεί το προσωπικό για την εργασία μου και μετά να αποχωρήσω, όμως στη συνέχεια αναφέρει ότι στις 22 Ιουνίου 2004 ο εμπορικός διευθυντής της εταιρίας Α.
Μ. έδωσε εντολή να απαγορευθεί σε μένα η πρόσβαση στο δίκτυο ... Η αναιρεσιβαλλόμενη είναι πλημμελής και αντιφατική γιατί χωρίς να στηρίζεται σε κανένα αξιόπιστο στοιχείο, αναφορικά με την απαγόρευση πρόσβασης μου στο δίκτυο της εταιρίας αλλά και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν είναι δυνατόν η αντίδικος εταιρία να ζητά από μένα να παρατείνω την παραμονή μου στην εταιρία για τους σκοπούς της ενημέρωσης και εκπαίδευσης των συναδέλφων μου και στη συνέχεια η ίδια η εταιρία την 22 Ιουνίου 2004 να διακόπτει κάθε δυνατότητα πρόσβασης από τον υπολογιστή μου σε οποιοδήποτε αρχείο, καθιστώντας έτσι αδύνατη και ανέφικτη την εκπλήρωση του σκοπού για τον οποίο είχα μείνει στην εταιρία.
Αν είχα πρόθεση να βλάψω την εταιρία θα μπορούσα να αντιγράψω το λογισμικό της και δεν θα χρειαζόταν να περιμένω την προτελευταία ημέρα πριν την αποχώρηση μου από αυτή για να το πράξω )y Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της θεμελίωσης του στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλήττει σαφώς τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων ( άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ ) και ειδικότερα την παραδοχή ότι ο εμπορικός διευθυντής της αναιρεσίβλητης εταιρίας είχε απαγορεύσει στην ενάγουσα από 22-6-2004 να έχει πρόσβαση στο δίκτυο.
Από το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, Επομένως σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, πρέπει ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, να διαλαμβάνει πιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και ως προς πιο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι δεν ήταν πλήρης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έκτο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλει την αιτίαση ότι "εσφαλμένα απορρίφθηκε το κονδύλιο της δικαστικής δαπάνης, δηλαδή το ποσό των 10.000 ευρώ ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας". Ωστόσο στον λόγο αυτό δεν εκτίθενται τα γεγονότα που είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση του απορριφθέντος ως αορίστου κονδυλίου της αγωγής. Επομένως, ο λόγος αυτός προβάλλεται αορίστως και, εντεύθεν, απαραδέκτως.
Κατ' ακολουθίαν, και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2010 αίτηση της Σ. Τ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3115/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 14 Ιανουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ