Legislator Case Law & Legislation
1952/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on equal treatment claim, ruling it is merely an argument not a legal ground for appeal.

Case Number 1952/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's rejection of their lawsuit regarding mass layoffs. The appellants argued that the First Instance Court failed to consider their claim of unequal treatment compared to newer employees, which they believed would have changed the outcome. The Court ruled that this assertion was merely a factual argument supported by evidence rather than a distinct legal ground requiring the appellate court to address it separately.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An assertion of unequal treatment based on comparative evidence constitutes a substantive argument rather than a separate legal ground for appeal, thus failing to justify the appellate court's duty to examine it independently.

Keywords

AI generated
appeal admissibility equal treatment principle mass layoffs legal ground for appeal substantive argument costs of appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 614(3) and 621 of the Code of Civil Procedure
Article 1-9 of Law 4335/2015
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8b) of the Code of Civil Procedure
Article 224 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1952 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1952/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) … 15)Τ. Κ. του Κ., κατοίκου Πεύκων - Ασβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γιάννα Παναγοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: τελούσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-07-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6728/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 272/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-3-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 13.03.2019 και με αριθ. κατάθεσης 853/108/14-03-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών {άρθρα 614 αρ.3 και 621 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το άρθρο 1- άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1-άρθρο ένατο ν.4335/2015} υπ' αριθ. 272/31.1.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 12.06.2017 και με αριθ. κατάθ. 103686/2382/15.06.2017 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων [1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 8ου, 9ου, 10ου, 12ου,14ου,15ου,16ου,17ου,18ου εκ των εναγόντων -εκκαλούντων επί συνόλου δέκα οκτώ εναγόντων - εκκαλούντων] κατά της υπ' αριθ. 6728/02.05.2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 29.7.2016 και υπ' αριθ. κατάθ. 8582/4.08.2016 αγωγή αυτών κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης τελούσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ... Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠΟΛΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για τον αναιρετικό έλεγχο προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 29.7.2016 και υπ' αριθ. κατάθ. 8582/4.08.2016 αγωγή οι ήδη δέκα πέντε αναιρεσείοντες 1)… 18) επί συνόλου δέκα οκτώ εναγόντων) ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν στις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθώς και συμβάσεις ορισμένου χρόνου που στη συνέχεια κατέστησαν αορίστου χρόνου.

Ότι εργάσθηκαν στην εναγόμενη στις θέσεις που αναλυτικά αναφέρουν στο δικόγραφο τους μέχρι τις αναφερόμενες ημεροχρονολογίες, οπότε η εναγόμενη προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων τους εγγράφως με την καταβολή σε αυτούς της νόμιμης αποζημίωσης. Περαιτέρω εκθέτουν ότι μετά την καταγγελία των συμβάσεων τους, λύθηκαν και οι συμβάσεις των κατονομαζομένων εργαζομένων για τον ίδιο αντικειμενικό λόγο που λύθηκαν και οι δικές τους δηλαδή τη διακοπή της παραγωγικής δραστηριότητας της εναγομένης, σε καθένα όμως από τους παραπάνω συναδέλφους τους η εναγόμενη κατέβαλε εκτός της νόμιμης αποζημίωσης, επί πλέον ποσό ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους μέχρι τη λύση των συμβάσεων τους, ανερχόμενο στο 50% της δικαιούμενης αποζημίωσης, το οποίο όμως δεν κατέβαλε σ' αυτούς (ενάγοντες).Ότι η μη καταβολή της ανωτέρω παροχής και στους ενάγοντες είναι αντίθετη με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι οι εργαζόμενοι που έλαβαν την εν λόγω παροχή δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη ικανότητα, περισσότερα τυπικά ή ουσιαστικά προσόντα, μεγαλύτερη εμπειρία ή αποδοτικότητα από αυτούς και δεν συνέτρεχε κανένας ειδικός και σοβαρός κατ' αντικειμενική κρίση λόγος, ώστε να μην καταβληθεί και στους ίδιους (ενάγοντες).

Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα ήδη πρώτο αναιρεσείοντα 28.261,21 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα 27.076,39 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα ήδη τρίτο αναιρεσείοντα 30.056,33 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα ήδη τέταρτο αναιρεσείοντα 11.351 ευρώ, στον πέμπτο ενάγοντα ήδη πέμπτο αναιρεσείοντα 10.794,59 ευρώ, στον έκτο ενάγοντα ήδη έκτο αναιρεσείοντα 27.780,10 ευρώ, στον όγδοο ενάγοντα ήδη έβδομο αναιρεσείοντα 28.619,96 ευρώ, στον ένατο ενάγοντα ήδη όγδοο αναιρεσείοντα 25.592,54 ευρώ, στον δέκατο ενάγοντα ήδη ένατο αναιρεσείοντα 29.803,24 ευρώ, στον δωδέκατο ενάγοντα ήδη δέκατο αναιρεσείοντα 26.062,59 ευρώ, στον δέκατο τέταρτο ενάγοντα ήδη ενδέκατο αναιρεσείοντα 29.311,49 ευρώ, στον δέκατο πέμπτο ενάγοντα ήδη δωδέκατο αναιρεσείοντα 24.799,09 ευρώ, στον δέκατο έκτο ενάγοντα ήδη δέκατο τρίτο αναιρεσείοντα 34.930,8 ευρώ, στον δέκατο έβδομο ενάγοντα ήδη δέκατο τέταρτο αναιρεσείοντα 22.718,48 ευρώ και στον δέκατο όγδοο ενάγοντα ήδη δέκατο πέμπτο αναιρεσείοντα 27.076,39 ευρώ και όλα τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 6728/2017 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, μετά δε την άσκηση της από 12-06-2017 και με αριθ. κατάθ.103686/2382/2017έφεσης όλων των εναγόντων (περιλαμβανομένων των ήδη αναιρεσειόντων) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την ως άνω έφεση.

Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 272/2019 απόφασή του δέχθηκε ως προς τους δέκα πέντε αναιρεσείοντες από τους συνολικά δέκα οκτώ ενάγοντες, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω: Η εναγόμενη ανώνυμη εμπορική εταιρία ιδρύθηκε το έτος 1962 και δραστηριοποιείται στο χώρο της παραγωγής προϊόντων χάλυβα και ειδικότερα στον τομέα ψυχρής έλασης χάλυβα, με έδρα τις εγκαταστάσεις στην Ιωνία Θεσσαλονίκης.

Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθούν στην επιχείρηση της με τις παρακάτω αναφερόμενες ειδικότητες. Ειδικότερα ο πρώτος των εναγόντων(ήδη πρώτος αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 2-7-1980 και εργάσθηκε διαδοχικά στο Τμήμα Αποξείδωσης - Καθαρισμού - Ανόπτησης, ως εργατοτεχνίτης, ως τεχνικός γραφέας, ως χειριστής, ως αρχιχειριστής, στο Τμήμα Επεξεργασίας Αποβλήτων με την ίδια ειδικότητα στο Τμήμα Αποξείδωσης με την ίδια ειδικότητα, από 1-1-1999 έως 28-2-2014 στο ίδιο Τμήμα ως αποθηκάριος Α' Υλών και από 1-3-2014 ως αρχιχειριστής νερών, θέση από την οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 2-2-2015, ημερομηνία κατά την οποία καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση εργασίας του και καταβλήθηκε σ 'αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 56.522,42 ευρώ.

Ο δεύτερος των εναγόντων (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 13-6-1980 και εργάσθηκε στο Ηλεκτρολογικό Τμήμα ως μαθητευόμενος ηλεκτρονικός έως την 29-11-1980, επαναπροσλήφθηκε την 3-15-1984 στο Τμήμα Φούρνων Ανόπτησης ως εργατοτεχνίτης μέχρι την 15-91984, επαναπροσλήφθηκε στο Τμήμα Κοπής Προϊόντων ως εργατοτεχνίτης στη Γραμμή Επιψευδαργύρωσης με την ίδια ειδικότητα στη Γραμμή Αποξείδωσης ως χειριστής, στο Τμήμα Τετραπλού Ελάστρου ως βοηθός χειριστή, εκ νέου στη Γραμμή στη Αποξείδωσης με την ίδια ειδικότητα ως χειριστής και από 1-9-1998 στο ίδιο τμήμα ως παραλήπτης Α`Υλης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι και την 23-1-2015, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ 'αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 54.152,78 ευρώ.

Ο τρίτος των εναγόντων (ήδη τρίτος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 25-7-1983 και εργάσθηκε στο Τμήμα Κοπής Προϊόντων ως εργατοτεχνίτης, στο ίδιο τμήμα ως βοηθός χειριστή, στη Γραμμή Καθαρισμού με Αποξείδωση με την ίδια ειδικότητα ως χειριστής, από 1-12-1984 έως 31-8-2013 ως αρχιχειριστής και από 1-9-2Ο13 ως εργοδηγός, θέση από οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 2-2-2015, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 60.112,66 ευρώ.

Ο τέταρτος των εναγόντων (ήδη τέταρτος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 1-6-1999 και εργάσθηκε στο Τμήμα Συσκευασίας ως εργατοτεχνίτης και από 1-6-2005 στο Τμήμα Φορτώσεων ως συσκευαστής, θέση στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 23-1-2015, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 22.702,04 ευρώ.

Ο πέμπτος των εναγόντων (ήδη πέμπτος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 29-5-2000 και εργάσθηκε στο Τμήμα Φούρνων Ανόπτησης ως εργατοτεχνίτης, στο Έλαστρο Επιφανειακής Σκλήρυνσης με την ίδια ειδικότητα από 1-4-2007 έως 31-8-2009 στο ίδιο τμήμα ως βοηθός ρόλλερ, από 1-9-2009 στο Τμήμα Προγραμματισμού Παραγωγής ως υπάλληλος γραφείου θέση στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 2-4-2015, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 21.589,18 ευρώ.

Ο έκτος των εναγόντων (ήδη έκτος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 22-10-1982 και εργάσθηκε στο Τμήμα Προμηθειών και Μεταφορών ως υπάλληλος γραφείου, στο Τμήμα Προγραμματισμού και Ελέγχου Παραγωγής με την ίδια ειδικότητα, στο Τμήμα Φορτώσεων ως αποστολέας και από 1-1-1995 εκ νέου στο Τμήμα Προγραμματισμού και Ελέγχου Παραγωγής ως υπάλληλος γραφείου, θέση στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 2-2-2015, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 55.560,20 ευρώ...........

Ο όγδοος των εναγόντων(ήδη έβδομος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 21-3-1984 και εργάσθηκε στο Τμήμα Ελέγχου Ποιότητας ως επιθεωρητής, στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών ως τέστορας, ως τεχνικός εξυπηρέτησης πελατών και από 1-5-2003 στο Τμήμα Πωλήσεων ως υπάλληλος γραφείου, θέση στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 3-3-2015 οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 57.239,92 ευρώ.

Ο ένατος των εναγόντων(ήδη ένατος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 12-8-1988 και εργάσθηκε στη Γραμμή Επιψευδαργύρωσης ως βοηθός χειριστή, ως χειριστής, ως αρχιχειριστής,εκ νέου ως χειριστής, από 1-10-1994 έως 31-8-2013 ως αρχιχειριστής και από 1-9-2013 ως εργοδηγός, θέση στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 3-3-2015, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 51.185,08 ευρώ.

Ο δέκατος των εναγόντων (ήδη ένατος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 10-1-1984 και εργάσθηκε στο Τμήμα Χημείου ως τεχνικός βοηθός χημείου, ως υπάλληλος στατιστικής, ως τέστορας χημείου, ως αρχιτέστορας, από 1-11-2006 έως 31-3-2014 στο Τμήμα Ποιότητας με την ίδια ειδικότητα και από 1-4-2014 στο Τμήμα Κοπής Προιόντων ως αρχιχειριστής, θέση στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 23-1-2015, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 59.606,48 ευρώ.........

Ο δωδέκατος των εναγόντων(ήδη δέκατος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 17-8-1988 και εργάσθηκε διαδοχικά στη Γραμμή Επικασσιτέρωσης ως βοηθός χειριστή, στο ίδιο τμήμα ως χειριστής, στη Γραμμή Επιψευδαργύρωσης ως χειριστής, στη Γραμμή Επικασσιτέρωσης ως χειριστής, στο ίδιο τμήμα ως αρχιχειριστής, στη Γραμμή Επανατύλιξης με την ίδια ειδικότητα, στη Γραμμή Επικασσιτέρωσης ως αρχιχειριστής, στη Γραμμή Επιψευδαργύρωσης με την ίδια ειδικότητα, από 1-3-2007 έως 30-9-2010 στη Γραμμή Επικασσιτέρωσης με την ίδια ειδικότητα, από 1-10-2010 έως 30-9-2011στη Γραμμή Επιψευδαργύρωσης με την ίδια ειδικότητα και από 1-10-2011 ως εργοδηγός, θέση στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 23-1-2015, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 52.125,18 ευρώ.........

Ο δέκατος τέταρτος των εναγόντων (ήδη ενδέκατος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 6-6-1983 και εργάσθηκε στο Τμήμα Προγραμματισμού και Ελέγχου Παραγωγής ως υπάλληλος γραφείου, στο Τμήμα Συσκευασίας ως επιθεωρητής, στο Τμήμα Φορτώσεων ως αποστολέας, στη συνέχεια ως αρχιαποστολέας και από 1-1-2005 ως εργοδηγός, θέση στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 2-2-2015, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 58.622,98 ευρώ.

Ο δέκατος πέμπτος των εναγόντων(ήδη δωδέκατος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 13-6-1988 και εργάσθηκε στο Τμήμα Φούρνων Ανόπτησης ως τεχνικός γραφέας, στη Γραμμή Ψευδαργύρωσης με την ίδια ειδικότητα, στο Τμήμα Προγραμματισμού και Ελέγχου Παραγωγής ως υπάλληλος γραφείου και από 1-1-2004 ως προγραμματιστής, θέση στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 2-4-2015, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 49.598,18 ευρώ.

Ο δέκατος έκτος των εναγόντων(ήδη δέκατος τρίτος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 11-5-1983 και εργάσθηκε στο Τμήμα Ανάπτυξης Ελέγχου Προϊόντων ως επιθεωρητής ελέγχου ποιότητας, στη συνέχεια στο Τμήμα Ποιοτικού Ελέγχου, με την ίδια ειδικότητα, στη Γραμμή Επικασσιτέρωσης ως επιθεωρητής, στο Τμήμα Μηχανολογικού ως εφαρμοστής - συντηρητής και από 1-1-2004 ως αρχιτεχνίτης, θέση στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 23-1-2015, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 69.861,62 ευρώ.

Ο δέκατος έβδομος των εναγόντων (ήδη δέκατος τέταρτος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 17-8-1988 και εργάσθηκε στη Γραμμή Επικασσιτέρωσης ως βοηθός χειριστή, στη συνέχεια στο ίδιο τμήμα ως χειριστής, στον Τομέα Εξουδετέρωσης Αποβλήτων με την ίδια ειδικότητα, από 1-3-2002 μέχρι 28-22013 στη Γραμμή Επικασσιτέρωσης με την ίδια ειδικότητα και από 1-3-2013 στη Γραμμή Καθαρισμού με Αποξείδωση ως χειριστής νερών, θέση στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 2-2-2015, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 45.436,96 ευρώ Ο δέκατος όγδοος των εναγόντων(ήδη δέκατος πέμπτος αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη την 29-9-1983 και εργάσθηκε στο Τμήμα Συσκευασίας και Φορτώσεων ως επιθεωρητής, στο Τμήμα Φορτώσεων ως αποστολέας και από 1-9-2003 στο ίδιο τμήμα ως υπάλληλος πλάστιγγας, θέση στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 2-2-2015, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση του και καταβλήθηκε σ 'αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 54.152,78 ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λόγω της δημοσιονομικής κρίσης που μάστιζε τη χώρα, η δραστηριότητα της εναγομένης από το έτος 2008 άρχιζε να παρουσιάζει δυσμενή πορεία, κατά το έτος δε 2014 η οικονομική της κατάσταση χειροτέρευσε με αποτέλεσμα από 1-11-2014 να τεθεί εκούσια σε καθεστώς εκκαθάρισης. Μετά από τη λύση και τη θέση της σε εκκαθάριση η εναγομένη σταδιακά έπαυσε πλήρως την παραγωγή και εκποιήθηκαν τα προϊόντα που είχε παράξει προ της θέσης της σε εκκαθάριση.

Αναφορικά με την κατάσταση του προσωπικού, κατόπιν συζητήσεων με τους εργαζομένους, συμφωνήθηκε αρχικά με ορισμένους από αυτούς να καταγγέλλεται η σύμβαση τους, κατόπιν υποβολής εκ μέρους τους σχετικής αίτησης, χωρίς όμως να παραβιάζεται το πλαίσιο των ορίων των ομαδικών απολύσεων (ήτοι ποσοστό το πολύ 5% κάθε μήνα) κατά το ν. 1387/1982.

Στα πλαίσια αυτής της τακτικής οι ενάγοντες υπέβαλαν προς την εναγομένη τις από 12-1-2015, 15-1-2015,26-3-2015,19-1-2015, 1-4-2015, 3-2-2015, 7-1-2015, 9-1-2015,8-1-2015 14-4-2015, 8-1-2015,2-4-2015, 7-1-2015, 13-1-2015 αντίστοιχα σχετικές αιτήσεις - δηλώσεις, με τις οποίες ζητούσαν από την ανωτέρω να δεχθεί να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας με την καταβολή αποζημίωσης.

Πράγματι η εναγομένη αποδέχθηκε τις αιτήσεις των εναγόντων και κατήγγειλε έγγραφα, με την ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, τις συμβάσεις εργασίας τους κατά τις προαναφερόμενες ημεροχρονολογίες για τον καθένα. Επισημαίνεται ότι η εναγόμενη απασχολούσε περί τους 259 εργαζόμενους το Νοέμβριο του 2014 και η ανωτέρω διαδικασία ήταν χρονοβόρα και θα διαρκούσε πολλά χρόνια.

Συγκεκριμένα στα τέλη Απριλίου 2015 απασχολούνταν ακόμα 208 εργαζόμενοι και επομένως θα χρειαζόταν περισσότερα από 2 έτη μέχρι να απολυθεί το σύνολο του προσωπικού. Για τον ανωτέρω λόγο την 29-4-2015 ήτοι μετά την αποχώρηση των εναγόντων η εταιρία πρότεινε στο εργοστασιακό σωματείο των εργαζομένων με την επωνυμία "Ο ΧΑΛΥΨ", να ενταχθούν όσοι εργαζόμενοι επιθυμούσαν σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, το οποίο θα εκτελούνταν σε δύο φάσεις με κίνητρο και ένα επί πλέον ποσό πέρα της νόμιμης αποζημίωσης.

Η πρώτη φάση θα διαρκούσε από 11-5-2015 έως 15-5-2015 και η δεύτερη από 11-5-2015 έως 31-8-2015. Το ανωτέρω πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, που ανακοινώθηκε την 29-4-2015, αφορούσε μόνο εργαζόμενους που ήταν εν ενεργεία εργαζόμενοι στην εταιρία κατά την ημερομηνία αυτή και θα κατέθεταν σχετική αίτηση από 11.5.2015. Σύμφωνα με τους όρους του ως άνω προγράμματος όσοι από τους εργαζόμενους θα συμφωνούσαν να ενταχθούν στο πρόγραμμα θα ελάμβαναν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, καθώς και ένα επιπλέον ποσό, κίνητρο αποχώρησης, ίσο με το 50% της νόμιμης αποζημίωσης.

Η εκτέλεση του προγράμματος συμφωνήθηκε να ελέγχεται για την ορθότητα του από το ανωτέρω επιχειρησιακό σωματείο. Μάλιστα το πρόγραμμα αυτό τέθηκε σε ψήφιση την 4-5-2015 στην έκτακτη γενική συνέλευση των μελών του σωματείου και εγκρίθηκε με 107 ψήφους από τα 150 παρόντα μέλη (βλ. το υπ` αριθμ. 4073/5-5-2015 έγγραφο του σωματείου προς την εταιρία).Η συμμετοχή των εργαζόμενων στο πρόγραμμα ήταν εθελοντική και όχι υποχρεωτική.

Ενδεικτικά τρεις εργαζόμενοι της εναγομένης, με τις από 11-5-2015 δηλώσεις, δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν τη συμμετοχή τους στο εν λόγω πρόγραμμα και ως εκ τούτου δεν έλαβαν το πρόσθετο κίνητρο αποχώρησης. Στο πλαίσιο αυτό περί τους 183 εργαζομένους αιτήθηκαν την υπαγωγή τους στο πρόγραμμα και απεχώρησαν την 11-5-2015, λαμβάνοντας τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, μαζί με το επί πλέον ποσό του 50% αυτής που συμφωνήθηκε ως κίνητρο συμμετοχής στο πρόγραμμα.

Το ανωτέρω πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου αφορούσε μόνο τους εν ενεργεία εργαζόμενους. Εξάλλου το ανωτέρω πρόγραμμα και οι καταγγελίες των συμβάσεων των εργαζομένων που δεν συμμετείχαν στο εν λόγω πρόγραμμα διενεργήθηκαν καθαρά για οικονομοτεχνικούς λόγους, γεγονός που δεν αμφισβητείται και από τους ενάγοντες.

Οι ενάγοντες δεν συμμετείχαν στην ανωτέρω διαδικασία του προγράμματος εθελουσίας εξόδου, διότι οι συμβάσεις τους είχαν ήδη λυθεί, με τον προαναφερόμενο τρόπο, είχαν αποχωρήσει από την εταιρία πριν από την 29-4-2015 (ημερομηνία ανακοίνωσης του προγράμματος εθελουσίας εξόδου) και η εγκυρότητα της καταγγελίας δεν προσβλήθηκε από αυτούς ούτε αμφισβητήθηκε το ύψος της καταβληθείσας νόμιμης αποζημίωσης.

Επίσης πρέπει να διευκρινιστεί ότι το επιπλέον ποσό της νόμιμης αποζημίωσης αποδείχθηκε ότι προβλέφθηκε ειδικά στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου ως κίνητρο αποχώρησης και όχι ως ανταμοιβή της μέχρι τότε παρασχεθείσας υπηρεσίας των εργαζομένων και δόθηκε αποκλειστικά και μόνο σε όσους αποδέχθηκαν να συμμετάσχουν στο επίμαχο πρόγραμμα και δεν είχε αναδρομική ισχύ.

Κατά συνέπεια δεν τίθεται ζήτημα σύγκρισης των εναγόντων με εργαζόμενους που αποχώρησαν μεταγενέστερα στο πλαίσιο του προγράμματος της εθελουσίας εξόδου και ως εκ τούτου δεν τίθεται λόγος για παραβίαση της αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής (288 ΑΚ) και της ίσης μεταχείρισης. Ειδικότερα οι ενάγοντες είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία της εναγομένης, κατ' επιλογή, οφειλόμενη στη δική τους ελεύθερη βούληση την οποία αποδέχθηκε η εναγομένη και πριν συζητηθεί και εφαρμοσθεί το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της εναγομένης.

Η παροχή δε από την τελευταία, του πλέον της δικαιούμενης αποζημίωσης ποσού, αφορούσε, όπως προαναφέρθηκε, μόνο στην κατηγορία των εργαζομένων που δέχθηκαν να ενταχθούν στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, ως κίνητρο συμμετοχής σ' αυτό και όχι ως αναγνώριση των μέχρι της καταγγελίας υπηρεσιών που οι εργαζόμενοι προσέφεραν στην εναγομένη.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, εφόσον οι ενάγοντες δεν δικαιούται τα επικαλούμενα ποσά της πρόσθετης αποζημίωσης, η αγωγή, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με βάση τα ως άνω που δέχθηκε το Εφετείο απέρριψε κατ` ουσία την έφεση των εναγόντων επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015), είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις ή, στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 237 και της παρ. 1 του άρθρου 238, με τις συμπληρωματικές προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία· αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους (ΑΠ 961/2019, ΑΠ 1097/2017). Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ364/2018, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της προβολής νέων ισχυρισμών στην κατ` έφεση δίκη κατ` άρθρο 527 ΚΠολΔ (ΑΠ664/2021).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Τέλος, στα σφάλματα που προκύπτουν από την ίδια την απόφαση υπάγονται κυρίως λόγοι αναίρεσης, που θεμελιώνονται σε έλλειψη τυπικών στοιχείων της απόφασης ή σε διαδικαστικά σφάλματα, που αποδεικνύονται αμέσως από την απόφαση, χωρίς ανάγκη προσφυγής σε άλλα έγγραφα καθώς και οι λόγοι των αριθ. 1, 2, 3, 4, 17 και 19 του άρθρου 559 (ΑΠ 1449/2014, 1620/2005).

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημοσία τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 1272/2021, ΑΠ 177/2015).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη 272/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό της εφεσίβλητης - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, που προβλήθηκε απαράδεκτα για πρώτη φορά με τις ενώπιον του προτάσεις της χωρίς να αιτιολογείται η βραδεία προβολή του.

Συγκεκριμένα έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η χρηματοπιστωτική κρίση την οδήγησε να τεθεί σε εκουσία εκκαθάριση, επιδιώκοντας με τον οψιγενή αυτόν ισχυρισμό της να υποκαταστήσει τον πρωτοδίκως προβληθέντα και απορριφθέντα από την πρωτόδικη απόφαση ισχυρισμό της περί αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου λόγω θέσης της μετόχου της ιταλικής εταιρίας IIva SpA σε καθεστώς έκτακτης διαχείρισης κατά τον Κανονισμό 1346/2000 ΕΚ και τη συνακόλουθη αυτοδίκαιη υπαγωγή της εναγομένης- αναιρεσίβλητης σε καθεστώς έκτακτης διαχείρισης στην Ιταλία, ως θυγατρική εταιρία της Ιταλικής, (λόγω άμεσης και απόλυτης οικονομικής της εξάρτησης από την μέτοχό της).

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο παραπάνω ισχυρισμός της εφεσίβλητης - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης δεν αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής των αναιρεσειόντων -εναγόντων αλλά ισχυρισμό αλυσιτελή σε σχέση με το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα των αναιρεσειόντων, για επιδίκαση σε αυτούς των αιτουμένων ποσών λόγω παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρησης, στον οποίο προβληθέντα αλυσιτελή ισχυρισμό δεν στηρίζεται το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης.

Ειδικότερα η σκέψη του Εφετείου ότι "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λόγω της δημοσιονομικής κρίσης που μάστιζε τη χώρα, η δραστηριότητα της εναγομένης από το έτος 2008 άρχιζε να παρουσιάζει δυσμενή πορεία, κατά το έτος δε 2014 η οικονομική της κατάσταση χειροτέρευσε με αποτέλεσμα από 1-11-2014 να τεθεί εκούσια σε καθεστώς εκκαθάρισης.

Μετά από τη λύση και τη θέση της σε εκκαθάριση η εναγομένη σταδιακά έπαυσε πλήρως την παραγωγή και εκποιήθηκαν τα προϊόντα που είχε παράξει προ της θέσης της σε εκκαθάριση" είναι πλεοναστική και διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ1008/2007).

Και τούτο διότι στην παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί αντικείμενο έρευνας του αναιρετικού ελέγχου η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων - εναγόντων για οικονομικοτεχνικούς λόγους, εφόσον οι τελευταίοι δεν προσβάλουν τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους ως άκυρες, οπότε πρέπει να σημειωθεί ότι και σε αυτήν την περίπτωση ο προαναφερόμενος ισχυρισμός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ641/2021, ΑΠ505/2021, ΑΠ 750/2020).

Σε κάθε περίπτωση ο εν λόγω ισχυρισμός συνιστά νομικό επιχείρημα (που αντλείται από τις αποδείξεις) για την υποστήριξη των απόψεων της εναγομένης- εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης. Σημειώνεται ότι η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες για την υποστήριξη του πρώτου λόγου αναίρεσής τους υπ` αρ. 271/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν αφορά στην παρούσα υπόθεση αλλά αφορά διαφορά μεταξύ εργαζομένων και της αναιρεσίβλητης από πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης, που αυτή είχε υπογράψει με ασφαλιστική εταιρία για τη χορήγηση ασφαλιστικών παροχών προς τους εργαζομένους της με την από αυτήν κάλυψη εξ ολοκλήρου των ασφαλίστρων.

Κατά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της από 25-3-1957 ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης και 288 ΑΚ, ο εργοδότης που απασχολεί πολλούς μισθωτούς, οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες για την εξυπηρέτηση αναγκών της ίδιας κατηγορίας, υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιομόρφως και συνεπώς να μη εξαιρεί ορισμένον ή ορισμένους από τις παροχές που έχουν άμεσο οικονομικό συμφέρον ή αφορούν μισθολογική ή βαθμολογική εξέλιξη, στις οποίες προβαίνει οικειοθελώς, χωρίς δηλαδή νομική υποχρέωση, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο.

Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής αυτής πρέπει η σύμβαση εργασίας να λειτουργεί και να είναι ενεργός. Αν η σύμβαση εργασίας για οποιοδήποτε λόγο είχε λυθεί, ο μισθωτός δεν μπορεί να επικαλεσθεί την αρχή αυτή, εκτός αν πρόκειται για παροχή εκ μέρους του εργοδότη, που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής ή ανάγεται στο χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός.

Η συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής έχει την έννοια ότι η υποχρέωση του εργοδότη για ίση μεταχείριση δεν υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο που προηγείται της ενάρξεως της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, όσο και κατ' αυτόν που ακολουθεί μετά την λήξη της εργασιακής σχέσεως, διάστημα κατά το οποίο δεν υφίσταται νομικός δεσμός μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.

Για να εφαρμοσθεί η αρχή αυτή υπέρ του ενάγοντος εργαζομένου, πρέπει η σύγκριση να γίνεται μεταξύ εκείνων των συναδέλφων του που παρέχουν την ίδια εργασία και με τις αυτές προϋποθέσεις στην αυτή επιχείρηση, κατά την ίδια χρονική περίοδο, εκτός αν πρόκειται, όπως προαναφέρθηκε, για παροχή που έγινε κατά τη λύση της συμβάσεως εργασίας ή ενόψει αυτής ή ανάγεται στο χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός.

Δηλαδή στη τελευταία αυτή περίπτωση, ο εργαζόμενος δύναται να ζητήσει και μετά την λύση της συμβάσεως εργασίας οικειοθελή παροχή, που ο πρώην εργοδότης του έδωσε αναδρομικά, αναγόμενη σε χρόνο που υπήρχε ενεργός μετ' αυτού σύμβαση εργασίας, εφόσον, βεβαίως, συντρέχουν και οι λοιπές προς τούτο προϋποθέσεις της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.(ΑΠ1400/2014 ΔΕΝ 2015,192, ΑΠ673/2014 Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, βλ ΑΠ 2/2011). Αν το Δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και της υπαγωγής τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1299/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 210/2017, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 681/2014).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ918/2019, ΑΠ 816/2017,ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες -ενάγοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη τις από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της από 25-3-1957 ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης και 288 ΑΚ, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης με την μη καταβολή και σε αυτούς, εκτός από τη νόμιμη αποζημίωση και του επιπλέον ποσού του 50% της δικαιούμενης αποζημίωσης, το οποίο κατέβαλε στους κατονομαζόμενους συναδέλφους τους ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους μέχρι τη λύση των συμβάσεων εργασίας τους, των οποίων (κατονομαζομένων εργαζομένων) οι συμβάσεις εργασίας λύθηκαν, μετά τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων για τον ίδιο αντικειμενικό λόγο που λύθηκαν και οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων- εναγόντων δηλαδή τη διακοπή της παραγωγικής δραστηριότητας της εναγομένης.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα. Και τούτο διότι κατά τις παραδοχές της :1) Μετά από τη λύση και τη θέση της σε εκκαθάριση η εναγομένη σταδιακά έπαυσε πλήρως την παραγωγή και εκποιήθηκαν τα προϊόντα που είχε παράξει προ της θέσης της σε εκκαθάριση.

Αναφορικά με την κατάσταση του προσωπικού, κατόπιν συζητήσεων με τους εργαζομένους, συμφωνήθηκε αρχικά με ορισμένους από αυτούς να καταγγέλλεται η σύμβαση τους, κατόπιν υποβολής εκ μέρους τους σχετικής αίτησης, χωρίς όμως να παραβιάζεται το πλαίσιο των ορίων των ομαδικών απολύσεων (ήτοι ποσοστό το πολύ 5% κάθε μήνα) κατά το ν. 1387/1982.

Στα πλαίσια αυτής της τακτικής οι ενάγοντες υπέβαλαν προς την εναγομένη κατ` επιλογή τους σχετικές αιτήσεις - δηλώσεις, με τις οποίες ζητούσαν από την ανωτέρω να δεχθεί να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας τους με την καταβολή αποζημίωσης, τις οποίες αφού αποδέχθηκε η εναγομένη κατήγγειλε έγγραφα, με την ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, τις συμβάσεις εργασίας τους κατά τις αναφερόμενες ημεροχρονολογίες για τον καθένα.2) μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων -εναγόντων, επειδή η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας όλων των υπολειπομένων 208 εργαζομένων στο πλαίσιο των ορίων των ομαδικών απολύσεων δηλαδή ποσοστό το πολύ 5% κάθε μήνα κατά το ν. 1387/1982 ήταν χρονοβόρα και θα διαρκούσε πολλά χρόνια, την 29-4-2015 ήτοι μετά την αποχώρηση των εναγόντων η εταιρία πρότεινε στο εργοστασιακό σωματείο των εργαζομένων με την επωνυμία "Ο ΧΑΛΥΨ", να ενταχθούν όσοι εργαζόμενοι επιθυμούσαν σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, το οποίο θα εκτελούνταν σε δύο φάσεις με κίνητρο για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα και όχι ως ανταμοιβή για τις μέχρι τότε υπηρεσίες τους την καταβολή σε αυτούς και ενός επί πλέον ποσού πέρα της νόμιμης αποζημίωσης, ανερχόμενου σε 50% της δικαιούμενης αποζημίωσης.

Το ανωτέρω πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, που ανακοινώθηκε την 29-4-2015, αφορούσε μόνο εργαζόμενους που ήταν εν ενεργεία εργαζόμενοι στην εταιρία κατά την ημερομηνία αυτή και θα κατέθεταν σχετική αίτηση από 11.5.2015, τέθηκε σε ψήφιση την 4-5-2015 στην έκτακτη γενική συνέλευση των μελών του σωματείου και εγκρίθηκε με 107 ψήφους από τα 150 παρόντα μέλη, η συμμετοχή των εργαζόμενων στο πρόγραμμα ήταν εθελοντική και όχι υποχρεωτική, ενώ τρεις εργαζόμενοι της εναγομένης, με τις από 11-5-2015 δηλώσεις, δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν τη συμμετοχή τους στο εν λόγω πρόγραμμα και ως εκ τούτου δεν έλαβαν το πρόσθετο κίνητρο αποχώρησης και 3) Οι ενάγοντες δεν συμμετείχαν στην ανωτέρω διαδικασία του προγράμματος εθελουσίας εξόδου, διότι οι συμβάσεις τους είχαν ήδη λυθεί, κατ` επιλογή τους, με τον προαναφερόμενο τρόπο, είχαν αποχωρήσει από την εταιρία πριν από την 29-4-2015 (ημερομηνία ανακοίνωσης του προγράμματος εθελουσίας εξόδου) και η εγκυρότητα της καταγγελίας δεν προσβλήθηκε από αυτούς ούτε αμφισβητήθηκε το ύψος της καταβληθείσας νόμιμης αποζημίωσης, ενώ το επιπλέον ποσό της νόμιμης αποζημίωσης προβλέφθηκε ειδικά στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου ως κίνητρο αποχώρησης και όχι ως ανταμοιβή της μέχρι τότε παρασχεθείσας υπηρεσίας των εργαζομένων και δόθηκε αποκλειστικά και μόνο σε όσους αποδέχθηκαν να συμμετάσχουν στο επίμαχο πρόγραμμα και δεν είχε αναδρομική ισχύ.

Κατά συνέπεια δεν τίθεται ζήτημα σύγκρισης των εναγόντων με εργαζόμενους που αποχώρησαν μεταγενέστερα στο πλαίσιο του προγράμματος της εθελουσίας εξόδου και ως εκ τούτου δεν τίθεται λόγος για παραβίαση της αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής (288 ΑΚ) και ης ίσης μεταχείρισης. Ειδικότερα οι ενάγοντες είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία της εναγομένης, κατ' επιλογή τους, οφειλόμενη στη δική τους ελεύθερη βούληση την οποία αποδέχθηκε η εναγομένη και πριν συζητηθεί και εφαρμοσθεί το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της εναγομένης.

Η παροχή δε από την τελευταία, του πλέον της δικαιούμενης αποζημίωσης ποσού, αφορούσε, όπως προαναφέρθηκε, μόνο στην κατηγορία των εργαζομένων που δέχθηκαν να ενταχθούν στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, ως κίνητρο συμμετοχής σ' αυτό και όχι ως αναγνώριση των μέχρι της καταγγελίας υπηρεσιών που οι εργαζόμενοι προσέφεραν στην εναγομένη.

Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της μη παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρησης η παράθεση και άλλων αιτιολογιών όπως 1)για ποιο λόγο διαφοροποιήθηκε ο τρόπος καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων -εναγόντων (ισχυρισμό που δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες με την αγωγή τους) και αυτοί απολύθηκαν στο πλαίσιο των απολύσεων του 5% και δύο μήνες μετά οι υπόλοιποι 208 από τους 259 εργαζόμενους κλήθηκαν να συμμετέχουν στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης οι αναιρεσείοντες, κατ' επιλογή τους, οφειλόμενη στη δική τους ελεύθερη βούληση αποδέχθηκαν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από την εναγομένη, ενώ κατά την αγωγή τους δεν πιέστηκαν από την αναιρεσίβλητη - εναγομένη να δεχθούν την καταγγελία, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται με την αναίρεσή τους, 2) για ποιο λόγο δεν εφαρμόσθηκε ενιαίο μέτρο απόλυσης, που επίσης δεν ισχυρίζονται με την αγωγή τους και 3)για ποιο λόγο η οικειοθελής παροχή χορηγήθηκε ως κίνητρο συμμετοχής στο πρόγραμμα αποχώρησης.

Τούτο διότι με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις υπό την επίκληση της από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επίσης επαρκώς αιτιολογημένη και χωρίς αντιφάσεις είναι η κρίση της προσβαλλόμενης ότι το επιπλέον ποσό που καταβλήθηκε μόνο στους εργαζομένους που συμμετείχαν στο πρόγραμμα της εθελουσίας εξόδου αφενός αποτελούσε κίνητρο για την συμμετοχή τους στο ως άνω πρόγραμμα αφετέρου δεν είχε αναδρομική ισχύ, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ` αυτόν με επίκληση έγγραφα.

Δεν αποτελούν `πράγματα` η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1795/2008, ΑΠ 1573/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Για το ορισμένο [παραδεκτό] του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να γίνεται προσδιορισμός των `πραγμάτων` και, εάν η αιτίαση αφορά τη μη λήψη υπ` όψη `πραγμάτων`, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, πρέπει, εκτός από τον προσδιορισμό των πραγμάτων, που δεν λήφθηκαν υπ` όψη, να γίνεται επίκληση ότι τα πράγματα αυτά προτάθηκαν νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία, ρητά ή και σιωπηρά, όπως μπορεί να συναχθεί από τις αντίθετες παραδοχές της απόφασής του(ΑΠ1522/2013) Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό τους, που θεμελίωνε το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό τους δικαίωμα ότι παραβιάστηκε ως προς αυτούς η αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι ήδη από την λύση της εναγομένης το έτος 2014 ήταν γνωστό το νομικό πρόβλημα των ομαδικών απολύσεων, το οποίο δεν ανέκυψε το έτος 2015, η δε εναγομένη μεθόδευσε και εστίασε αρχικά στην καταγγελία των συμβάσεων των παλαιοτέρων εργαζομένων, όπως οι αναιρεσείοντες, των οποίων οι αποζημιώσεις απόλυσης ήταν πολύ υψηλότερες των νεώτερων συναδέλφων τους, που εντάχθηκαν, μετά την λήξη των συμβάσεων των αναιρεσειόντων, στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου.

Ότι ο εν λόγω ισχυρισμός τους, αποδεικνύεται από την πρωτοδίκως προσκομισθείσα και επικληθείσα από αυτούς Έκθεση Διαχείρισης Εκκαθαριστών που επισυνάπτεται στον ισολογισμό της εναγομένης έτους 2015 και ότι αν είχε ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός από το Εφετείο η προσβαλλόμενη θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό διατακτικό.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι προεχόντως ο κατά τους αναιρεσείοντες ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" αλλά πραγματικό επιχείρημα που αυτοί αντλούν από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και στηρίζουν τη νομική τους επιχειρηματολογία, στον οποίο (ισχυρισμό) δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει το Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη.

Τέλος με τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται για τη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιχειρείται με την προσθήκη των πρωτοδίκων προτάσεων τους και των ενώπιον του Εφετείου προτάσεών τους απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (άρθρο 224 ΚΠολΔ) από την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρησης που στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της από 25-3-1957 ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης και 288 ΑΚ, σε αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης- εναγομένης που θεμελιώνεται στη διαφορετική διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/1994,ΑΠ 477/2021,ΑΠ 695/2021, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 597/2019, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 1525/2013).

Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.03.2019 αίτηση για αναίρεση της 272/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ