Legislator Case Law & Legislation
1951/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against contract claim judgment due to lack of procedural error and sufficient reasoning.

Case Number 1951/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance judgment regarding a construction contract dispute. The court found the lower court's reasoning sufficient to support its decision on contract validity and payment obligations. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged procedural errors is inadmissible if the lower court's decision is well-reasoned and the appellant fails to demonstrate a violation of the law.

Keywords

AI generated
contract dispute construction contract appeal dismissal procedural error legal costs contract validity Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1951 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1951/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Αστικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αστικός Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Ιατρών (Συν. ΠΕ)" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωτσογιάννη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BIOCHEM Α. ΑΕ-Τεχνολογία Νερού και Ενέργειας" και το διακριτικό τίτλο "BIOCHEM Α. ΑΕ" που εδρεύει στη … εκπροσωπείται νόμιμα η οποία προήλθε εκ μετατροπής της "ΕΠΕ BIOCHEM", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1449/1999 μη οριστική 3536/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 449/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-9-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται αίτηση προς αναίρεση απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε για υπόθεση απαίτησης της ήδη αναιρεσίβλητης - ενάγουσας από σύμβαση έργου, που κατήρτισε με τον αναιρεσίβλητο - εναγόμενο Συνεταιρισμό και αφορούσε την αμοιβή της από το έργο που εκτελέστηκε, αναθεώρηση των τιμών του έργου, και την αξία εγγυητικής επιστολής, που αυτή κατέβαλε.

ΙΙ. Για να είναι ορισμένη η αγωγή εναντίον νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση ανειλημμένης συμβατικής του υποχρέωσης, δεν απαιτείται να αναφέρεται το όνομα του φυσικού προσώπου που το εκπροσωπούσε. Αν, όμως, αμφισβητηθεί από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο το κύρος της σύμβασης, λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσώπησης, ο ενάγων οφείλει με τις προτάσεις του, κατά την πρώτη συζήτηση, να προτείνει και ν'αποδείξει τη συνδρομή των στοιχείων, στα οποία θεμελιώνεται η εξουσία του ενεργήσαντος για λογαριασμό του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει, στην απόφασή του, το φυσικό πρόσωπο που ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου την εκπροσώπηση και όντως εκπροσώπησε αυτό νόμιμα στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Αν ο ενάγων δεν προβεί στη σχετική συμπλήρωση και διευκρίνιση της αγωγής με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του, η αγωγή καθίσταται απαράδεκτη, λόγω αοριστίας (ΑΠ 880/2011, ΑΠ 462/2010, ΑΠ 2107/2009). Στην αγωγή του εργολάβου κατά του εργοδότη δε, για την καταβολή της αμοιβής του, πρέπει να γίνει επίκληση της σύμβασης έργου, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, του έργου που συμφωνήθηκε να εκτελεστεί, της εκτέλεσης και παράδοσης ή της προσφοράς του και της αμοιβής που συμφωνήθηκε.

Αν αυτή είχε συμφωνηθεί, κατά μονάδα εργασίας πρέπει να αναφέρεται και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέστηκαν ή ότι ο εργοδότης πρέπει να καταβάλει την αμοιβή πριν την παράδοση ή ότι συμφωνήθηκε, πως η παράδοση του έργου και η καταβολή της αμοιβής θα γίνει τμηματικά (ΑΠ 1255/2010, ΑΠ 682/2010, ΑΠ 1069/2009).

Εδώ, ο αναιρεσείων προβάλλει, πως η ένδικη, από το άρθρο 681 ΑΚ αγωγή, ήταν αόριστη, διότι: α)Δεν αναφέρεται στο φυσικό πρόσωπο, που εκπροσωπούσε νόμιμα το Συνεταιρισμό. β)Δεν αναφέρεται, αν αναγνωρίστηκαν ή μη τα κονδύλια της αγωγής ή ο τρόπος που καταρτίστηκαν οι συμφωνίες, αν έγινε νόμιμη σύγκλιση της Γ.Σ. του αναιρεσείοντος ή όχι. Ταύτα όμως δεν αποτελούν, κατά τα παραπάνω, στοιχεία της αγωγής. γ)το θέμα άλλωστε της αναγνώρισης, μετάθεσης ημερομηνιών κατάρτισης των συμβάσεων, μετάθεσης του χρόνου παραγραφής κ.λπ είναι θέματα ουσίας και όχι περιεχομένου της σχετικής αγωγής. δ)Άλλωστε, το θέμα του ονόματος του εκπροσωπούντος τον αναιρεσείοντα, δεν προκύπτει, πως αναφέρεται ως λόγος έφεσης (ΑΠ 1705/2008 ΑΠ 2013/2007), αφού σ'αυτήν αναφέρεται (πρώτος λόγος) ότι δεν γίνεται μνεία στην αγωγή, πως αναγνωρίστηκε η οφειλή, πώς έγινε η συμφωνία, πώς εγκρίθηκε η εκτέλεση του έργου, αν υποβλήθηκε σχετική προσφορά, και αν υπήρξε διαγωνισμός. Άλλωστε, η αοριστία του αγωγικού δικογράφου, δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 222/2009, ΑΠ 1543/2008).

Συνεπώς, ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος προβάλλεται αβασίμως.

ΙΙΙ. Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων....και απ' όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με την από 17-7-1987 σύμβαση έργου που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ των διαδίκων στην Αθήνα και κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Δ.Σ. του εναγομένου...αυτός (εκκαλών συνεταιρισμός) ανέθεσε στην εφεσίβλητη εταιρεία την εκτέλεση του έργου "κατασκευή δικτύου αποχέτευσης ακαθάρτων, με εγκατάσταση μονάδας βιολογικού καθαρισμού και δικτύου διάθεσης καθαρών", στον οικισμό του, που βρίσκεται στη θέση "Κοκκίνη" της Κοινότητας Μαρμαρίου Ευβοίας, ....αντί αμοιβής τη συμφωνημένη για κάθε εργασία τιμή.

Για την αποπεράτωση του έργου ορίσθηκε προθεσμία έξι μηνών από την εγκατάσταση της αναδόχου του έργου, με δυνατότητα παράτασης της για δύο ακόμη μήνες (ήτοι συνολικά οκτώ μήνες), ενώ σχετικά με την αμοιβή της εφεσίβλητης, βάσει της εργολαβικής σύμβασης (άρθρο 3°), ορίστηκε, ότι αυτή θα υπολογίζεται α) από τον πολλαπλασιασμό των τιμών μονάδας του τιμολογίου προσφοράς με τις ποσότητες των εργασιών στις οποίες αναφέρονται αυτές, οι οποίες (ποσότητες) θα λαμβάνονται από τις τελικές επιμετρήσεις των πραγματοποιημένων εργασιών που πρέπει να είναι σύμφωνες με τις τεχνικές προδιαγραφές β) από τις πραγματοποιημένες ενδεχόμενα απολογιστικές εργασίες και γ)από ποσοστό 18% στο άθροισμα των ποσών που περιγράφονται υπό στοιχεία α και β και που αφορούν τα γενικά έξοδα και παντός είδους βάρη και το όφελος της εργολάβου.

Επίσης ορίστηκε ότι οι σχετικές πληρωμές θα γίνονται μετά από σχετικές πιστοποιήσεις σε πλήρως αποπερατωμένα τμήματα εκτελεσθέντος έργου, υπό του επιβλέποντος μηχανικού και ότι κάθε πληρωμή θα υπόκειται σε κρατήσεις 10% σαν πρόσθετη εγγύηση καλής εκτέλεσης του έργου, ποσό που θα επιστρεφόταν στην εφεσίβλητη με την αποπεράτωση του έργου, την έγκριση του και την παραλαβή του από τον εκκαλούντα συνεταιρισμό.

Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε μετά την έναρξη των εργασιών εκτέλεσης του έργου, οι εργασίες αυτού ανεστάλησαν από λόγους που αφορούσαν τον εκκαλούντα... Αυτό δε [έργο] τελικώς ολοκληρώθηκε την 6-2-1989, παρελήφθη προσωρινά την 19-10-1989 από συσταθείσα επιτροπή του εκκαλούντος, η οποία μάλιστα έκρινε ότι η περαίωση αυτού την πιο πάνω ημερομηνία [6-2-1989] ήταν εμπρόθεσμη και εν τέλει παρελήφθη οριστικά την 5-3-1991 επίσης από ειδική προς τούτο συσταθείσα επιτροπή αυτού (εκκαλούντος...).Μετά την αποπεράτωση του έργου και την προσωρινή παραλαβή αυτού, η εφεσίβλητη υπέβαλε στον εκκαλούντα τον από 21-11-1989 τελικό λογαριασμό του έργου, τον οποίο ενέκρινε ο επιβλέπων μηχανικός, που έχει ως ακολούθως....

Εκτός, όμως, από το ποσό αυτό ο εκκαλών συνεταιρισμός έπρεπε να επιστρέψει στην εφεσίβλητη και τις κρατήσεις 10% επί των επιμέρους πληρωμών, ποσού 10.294.845 δραχμών ή 30.212,31 ευρώ, που αφορούσαν πρόσθετη εγγύηση καλής εκτέλεσης του έργου, εφόσον αυτό εγκρίθηκε και παραλήφθηκε από τον εκκαλούντα και είχε εγκριθεί και η επιστροφή του από τον επιβλέποντα μηχανικό.

Επίσης, επιπλέον του ποσού τούτου ο εκκαλών συνεταιρισμός όφειλε στην εφεσίβλητη και το ποσό του 1.200.000 δραχμών άλλως 3.521,64 ευρώ, το οποίο της είχε παρακρατήσει από τις επί μέρους πιστοποιήσεις, ως ρήτρα καθυστέρησης. Εφόσον, όμως και κατόπιν της προσωρινής παραλαβής του έργου κρίθηκε ότι αυτό (έργο) είχε περαιωθεί εμπρόθεσμα, όφειλε να της το επιστρέψει και έτσι το συνολικό οφειλόμενο σ' αυτήν ποσό ανήλθε σε... 16.836.250 δραχμές ή 49.409,39 ευρώ.

Από το ποσό αυτό, ο εκκαλών της κατέβαλε 10.000.000 δραχμές και έτσι το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό από την εκτέλεση του πρώτου έργου ανέρχεται σε 6.836.250 δραχμές ή 20.062,36 ευρώ. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι, με βάση τα υπ' αριθμ. 119/1987, 246/1988, 333/1989 και 350/1990 τιμολόγια της εφεσίβλητης, τα οποία αυτός νομίμως επικαλείται και προσκομίζει, έχει καταβάλει στην τελευταία το συνολικό ποσό των 110.612.674 δραχμών (πλέον ΦΠΑ 18.053.274 δρχ), ήτοι επιπλέον ποσό 23.300.471 δραχμών από εκείνο που δέχθηκε ότι έχει καταβληθεί η εκκαλουμένη απόφαση και επομένως ουδέν οφείλει στην εφεσίβλητη.

Όμως, τα ως άνω ισχυριζόμενα από τον εκκαλούντα είναι αβάσιμα διότι όπως προκύπτει από τα ως άνω τιμολόγια, αυτά έχουν εκδοθεί "επί πιστώσει", ενώ, εξάλλου, και ο ίδιος ο εκκαλών στις πρωτόδικες προτάσεις του δέχεται ότι είχε παρακρατήσει κάποιο ποσό που προσδιορίζει σε 6.428.108 δραχμές, επειδή επέστρεψε στην εφεσίβλητη τις εγγυητικές επιστολές που του είχε παραδώσει για την καλή εκτέλεση του έργου, ποσού 5.750.000 δραχμών...

Σε κάθε περίπτωση, όμως, το τελικώς οφειλόμενο ποσό στην εφεσίβλητη, προκύπτει τόσο από τον από 21-11-1989 τελικό λογαριασμό του έργου που αυτή υπέβαλε στον εκκαλούντα και εγκρίθηκε από τον επιβλέποντα το έργο μηχανικό, με σημείωση μάλιστα αυτού να πληρωθεί η εργολάβος κατά το υπόλοιπο και τα "δέκατα" (κρατήσεις 10%) όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα της τελευταίας...ενώπιον του εντεταλμένου δικαστή, ο οποίος με λεπτομέρειες κατέθεσε περί του τρόπου εξαγωγής ως άνω του οφειλόμενου υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής....Επομένως, είναι αβάσιμος στην ουσία του και απορριπτέος ο έβδομος λόγος της εφέσεως που υποστηρίζει ότι εσφαλμένα η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι οφείλεται στην εφεσίβλητη το ως άνω ποσό των 6.836.250 δραχμών...

Επίσης, όπως αποδείχθηκε, μετά την περάτωση του πρώτου έργου, με την από 15-12-1989 έγγραφη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στην Αθήνα, ο εκκαλών συνεταιρισμός ανέθεσε κατόπιν δημοπρασίας και υποβολής έγγραφης προσφοράς στην εφεσίβλητη εταιρεία τις συμπληρωματικές εργασίες του εσωτερικού δικτύου υδρεύσεως και απορροής ομβρίων υδάτων στον προαναφερθέντα οικισμό του, σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονται στην ως άνω σύμβαση και τα παραρτήματα της και αντί αμοιβής τη συμφωνημένη για κάθε εργασία τιμή, υπολογιζόμενης σύμφωνα με τα αναφερθέντα για το πρώτο έργο.

Για την αποπεράτωση του έργου αυτού συμφωνήθηκε επίσης προθεσμία έξι μηνών από την εγκατάσταση της αναδόχου στο έργο με δυνατότητα παράτασής της για δύο ακόμη μήνες (ήτοι συνολικά οκτώ μήνες). Μετά έναρξη των εργασιών του έργου αυτού διαπιστώθηκαν τα παρακάτω προβλήματα: Το σχέδιο μελέτης που παραδόθηκε από τον εκκαλούντα ήταν εντελώς λανθασμένο και δεν είχε καμμία σχέση με τη θέση και την πορεία του υπάρχοντος δικτύου, η αρχική κατασκευή ήταν σε πολύ κακή κατάσταση και είχε πολλές βλάβες, γεγονός που ανάγκασε την εφεσίβλητη να προβεί σε εργασίες πέρα από τις συμφωνηθείσες στην παραπάνω εργολαβική σύμβαση και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα κάποια καθυστέρηση στην παράδοση του έργου....και έτσι να προκύψει ανάγκη ακύρωσης του υπάρχοντος υδατόπυργου και κατασκευής ειδικού αντλιοστασίου με πιεστικό συγκρότημα το οποίο έπρεπε να προηγηθεί της επισκευής και συμπλήρωσης του δικτύου ύδρευσης, λύση την οποία πρότεινε η εφεσίβλητη στον εκκαλούντα και αυτός την αποδέχθηκε όπως και ο επιβλέπων μηχανικός, αναλαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό η ίδια την εξωσυμβατική αυτή υποχρέωση κατασκευής του αντλιοστασίου, έναντι πρόσθετης αμοιβής για το επιπλέον κόστος του έργου....Το ότι, όμως, η κατασκευή του ως άνω αντλιοστασίου, έγινε κατόπιν συμφωνίας των εκπροσωπούντων τον εκκαλούντα οργάνων, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία και από το φέρον ημερομηνία 8-1-1991 έγγραφο της τεχνικής επιτροπής του εκκαλούντος, μεταξύ των μελών της οποίας υπήρχε εκπρόσωπος του Δ.Σ.

αυτού και ο προϊστάμενος του εποπτικού συμβουλίου του σύμφωνα με το οποίο γίνεται δεκτή η λύση που είχε προτείνει η εφεσίβλητη, δηλαδή η κατάργηση του υπάρχοντος υδατόπυργου και, η τροφοδοσία της περιοχής απευθείας με πιεστικό συγκρότημα. Το γεγονός δε ότι δεν υπήρξε στη συνέχεια απόφαση του Δ.Σ. του εκκαλούντος που να εγκρίνει την εκτέλεση των εργασιών αυτών από την εφεσίβλητη αφορά την εσωτερική λειτουργία αυτού αλλά και τις καλές σχέσεις που υπήρχαν ως τότε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων και δεν πρέπει το γεγονός αυτό να αποβεί σε βάρος της εφεσίβλητης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια δεν έσφαλε αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός δεύτερος λόγος της εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προέκυψε, μετά την ολοκλήρωση του αντλιοστασίου, το δεύτερο αυτό έργο με τις συμπληρωματικές εργασίες ολοκληρώθηκε τελικά την 4-10-1990 και παρελήφθη προσωρινά από την προς τούτο ορισθείσα επιτροπή του εκκαλούντος την 12-3-1991, συνταχθέντος σχετικού πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής αυτού, σύμφωνα με το οποίο η περαίωση αυτού την 4-10-1990 θεωρήθηκε εμπρόθεσμη.

Μετά την ολοκλήρωση του έργου και την προσωρινή παραλαβή αυτού, η εφεσίβλητη υπέβαλε στον εκκαλούντα την από 27-2-1991 οριστική πιστοποίηση και τελικό λογαριασμό, που ενέκρινε ο επιβλέπων μηχανικός, και έχει ως ακολούθως: ...Επίσης, δεδομένου ότι οι εκκαθαρίσεις και οι πληρωμές έγιναν σύμφωνα με τις τιμές του δεύτερου εξαμήνου του έτους 1989, οπότε υποβλήθηκε και η προσφορά του έργου, ενώ οι εργασίες έγιναν κατά το χρονικό διάστημα από 17-1-1990 έως 4-10-1990 η εφεσίβλητη δικαιούται και το ποσό που αναλογεί στη γενόμενη αναθεώρηση των τιμών του έργου, κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 1990, ήτοι τα ακόλουθα ποσά, τα οποία, ως προς το ύψος τους (όπως και τα πιο κάτω αναφερόμενα) δεν αμφισβητούνται ειδικά από τον εκκαλούντα με σχετικό λόγο εφέσεως...

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η δυνατότητα αναθεώρησης της συμβατικής αξίας εκτέλεσης του έργου είχε προβλεφθεί και από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση - σύμφωνα με την οποία για την αναθεώρηση της συμβατικής αξίας, θα εφαρμόζονταν οι ισχύουσες διατάξεις (ήτοι το άρθρο 10 Ν 1418/1984, νόμος που είχε συμφωνηθεί ότι θα διέπει την ένδικη σύμβαση έργου για τα μη προβλεπόμενα από την ίδια θέματα).

Έτσι σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου (παρ. 1, 2 και 4) όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάσταση τους με το άρθρο 6 παρ. 21 του Ν. 2052/1992, ως εκ του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης σύμβασης), οι συμβατικές τιμές του έργου θα αναθεωρούνται κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και με βάση τις τιμές που θα διαπιστώνονταν κατά την αρχή της περιόδου αυτής ενιαία για όλη την χώρα, η αναθεώρηση θα υπολογιζόταν για τις εργασίες που πραγματικά εκτελέστηκαν μέσα στην αναθεωρητική περίοδο, ως χρόνος εκκίνησης για τον υπολογισμό της αναθεώρησης ορίζεται το ημερολογιακό εξάμηνο μέσα στο οποίο υποβλήθηκε η προσφορά και τέλος οι τιμές της σύμβασης παραμένουν σταθερές για τις εργασίες που εκτελούντο ή έπρεπε να εκτελεστούν μόνο μέσα στο ημερολογιακό εξάμηνο εκκίνησης, δεδομένου ότι εν προκειμένω επρόκειτο για έργο δημοπρατούμενο, συνολικού (αρχικού) προϋπολογισμού 33.000.000 δραχμών, ήτοι κατώτερου προϋπολογισμού από το ανώτατο όριο προϋπολογισμού της τρίτης τάξης εργοληπτικών εταιρειών για έργα οδοποιίας (120.000.000 δρχ), (βλ παρ. 4 του άρθρου 10 του Ν.1418/1984).

Έτσι αυτή (εφεσίβλητη) για το δεύτερο αυτό έργο δικαιούται την αναθεώρηση των τιμών, τόσο του πρώτου εξαμήνου, όσο και του δευτέρου εξαμήνου του έτους 1990 και είναι αβάσιμος στην ουσία του και απορριπτέος ο δέκατος λόγος εφέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κρίνοντας ότι δικαιούται η εφεσίβλητη την αναθεώρηση των τιμών και για το πρώτο εξάμηνο του έτους 1990.

Όμως, αυτή (εφεσίβλητη) δεν δικαιούται και την αναθεώρηση των τιμών του πρώτου εξαμήνου του έτους 1991, δεδομένου ότι το έργο είχε ήδη περατωθεί την 4-10-1990 ....Επίσης προέκυψε πως οι ως άνω αναθεωρημένες τιμές για το δεύτερο έργο, συντάχθηκαν χωριστά από τον τελικό λογαριασμό, με τη σύμπραξη του επιβλέποντος μηχανικού, ο οποίος τις ενέκρινε, στη συνέχεια δε υποβλήθηκαν στον εκκαλούντα, τα αρμόδια όργανα του οποίου τις ενέκριναν και συμφώνησαν (αρθρ. 361 ΑΚ) να πληρωθούν μαζί με τις άλλες οφειλές του εκκαλούντος.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος εφέσεως, σύμφωνα με τον οποίο; έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δεν απέρριψε το κονδύλιο αυτό της αγωγής, αφού κατ' άρθρο 38 παρ. 6 του ΠΔ 609/1985 δεν είχε περιληφθεί στον τελικό λογαριασμό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, η εφεσίβλητη είχε παραδώσει στον εκκαλούντα εγγυητική επιστολή εκδόσεως της τράπεζας Κρήτης ποσού 1.650.000 δραχμών για την ακριβή, εμπρόθεσμη και πιστή εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών της που απέρρεαν από τη δεύτερη αυτή σύμβαση, την οποία, ενώ όφειλε να της επιστρέψει κατά την παραλαβή του έργου την 12-3-1991, αρνείται να πράξει τούτο.

Έτσι από το δεύτερο αυτό έργο, ο εκκαλών οφείλει το συνολικό ποσό των....13.385.056 δραχμών. Επίσης, όπως αποδείχθηκε στην από 27-2-1991 οριστική πιστοποίηση που υπέβαλε η εφεσίβλητη προς τον εκκαλούντα, περιλαμβανόταν και εκείνη των προσθέτων εργασιών του αντλιοστασίου με το πιεστικό συγκρότημα που έχει ως ακολούθως:...Έτσι από το ως άνω έργο [συμπληρωματικό] η εφεσίβλητη δικαιούται ως αμοιβή το πιο πάνω ποσό των 5.521.636 δραχμών.

Αυτή [εφεσίβλητη] ζήτησε επίσης με την αγωγή της να της επιδικασθεί και το ποσό των 1.764.873 δραχμών για αναθεώρηση των τιμών των προαναφερθέντων εργασιών κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 1991, διότι κατά τους ισχυρισμούς της, οι τιμές που υπολογίσθηκαν πιο πάνω αφορούν το δεύτεροι εξάμηνο του έτους 1990 ενώ το έργο εκτελέσθηκε το πρώτο εξάμηνο του έτους 1991.

Όμως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το ως άνω έργο [συμπληρωματικό], όπως και το κυρίως [δεύτερο] έργο, περατώθηκαν την 4-10-1990 και επομένως η εφεσίβλητη δεν δικαιούται την αναθεώρηση των τιμών για το διάστημα αυτό....Έναντι του οφειλομένου για το κύριο (δεύτερο) έργο συνολικού ποσού των 13.385.056 δραχμών, ο εκκαλών κατέβαλε επιπλέον στην εφεσίβλητη την 1-3-1991, ήτοι μετά την υποβολή του τελικού λογαριασμού και το ποσό των 6.330.000 δραχμών και απέμεινε υπόλοιπο οφειλής 7.055.056 δραχμών.

Έτσι, για το ως άνω δεύτερο έργο οι καταβολές του εκκαλούντος προς την εφεσίβλητη, έναντι της αμοιβής της, ανέρχονται μεν στο ποσό των... 42.214.369 δραχμών, όπως και ο ίδιος ισχυρίζεται, πλην, όμως, αυτή δεν έχει εξοφληθεί αλλά της οφείλεται το υπόλοιπο ποσό των 7.055.056 δραχμών....Ακόμη, αποδείχθηκε, ότι κατόπιν διαπραγματεύσεων και μετά την πάροδο λίγων μηνών από τον Μάρτιο του έτους 1991, οπότε έγινε η παράδοση των έργων, έγινε συνάντηση στα (τότε) γραφεία του εκκαλούντος, στην οδό Διδότου … στην Αθήνα, στην οποία παρευρίσκονταν μέλη του Δ.Σ.

αυτού, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εφεσίβλητης...ο επιβλέπων μηχανικός των έργων...και ο μάρτυρας της τελευταίας....κατά την οποία τα μέλη του Δ.Σ. του εκκαλούντος ζήτησαν προθεσμία πληρωμής των οφειλομένων μέχρι τον Μάρτιο του έτους 1992, πάντως σε κάθε περίπτωση μέχρι τέλους Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Ο νόμιμος εκπρόσωπος της εφεσίβλητης, λόγω και των φιλικών σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ αυτού και των εκπροσώπων και μελών του εκκαλούντος, αποδέχθηκε την πρόταση αυτή, όταν δε αργότερα, ήτοι περί τον Μάρτιο του έτους 1992 ζητήθηκαν τα χρήματα από τον τελευταίο, υπήρξε η απάντηση ότι τα μέλη αυτού δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους και ότι η πληρωμή θα γινόταν έως την 31-12-2002.

Λόγω όμως αλλαγής των μελών του Δ.Σ. του εκκαλούντος, άρχισαν τα προβλήματα μεταξύ των διαδίκων, αφού την 30-5-1992 έγινε νέα προσωρινή αλλά και οριστική παραλαβή του (δεύτερου) έργου από νέα τεχνική επιτροπή, η οποία, όπως αναφέρει στο σχετικό πρωτόκολλο που συνέταξε, διαπίστωσε κακοτεχνίες στο έργο, με αποτέλεσμα να μην εξοφληθούν τα οφειλόμενα στην εφεσίβλητη ποσά....".

Με τις πιο πάνω παραδοχές της η απόφαση του Εφετείου διέλαβε επαρκή, σαφή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της. Ο αναιρεσείων Συνεταιρισμός, επανεκτιμά τις αποδείξεις, επανέρχεται στο θέμα της μνείας του φυσικού προσώπου (για την οποία έγινε, ήδη λόγος), θεωρεί πως έπρεπε, αναλυτικά, να αναφερθούν τα μέλη του Δ.Σ.

αυτού, να εκτεθούν οι λόγοι, για τους οποίους ήταν αρμόδια να εγκρίνουν τις τιμές του έργου, πως δεν αναφέρονται, ωσαύτως, τα πραγματικά περιστατικά που στήριζαν την εξουσία εκπροσώπησής τους, χωρίς και αύθις, να αναφέρεται σε έλλειψη αντιπροσώπευσης. Όμως, πάντα ταύτα, που αποτελούν εκτιμήσεις του αναιρεσείοντος, ουδόλως, καθιστούν αναιτιολόγητη την προσβαλλόμενη απόφαση.

Άρα και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

IV. Ήδη, παρατέθηκε, από ποια, ακριβώς, αποδεικτικά μέσα, σχημάτισε την ουσιαστική του κρίση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ενόψει αυτών και των προαναφερθεισών παραδοχών του, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα, με επίκληση προσαχθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την επιστολή (από 13.6.1991) της αναιρεσίβλητης. Το ότι δεν αποκρούεται, ειδικά, το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, δεν μπορεί να οδηγήσει, όπως θεωρεί ο αναιρεσείων Συνεταιρισμός στο αντίθετο συμπέρασμα (βλ.ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 695/2008). Άρα και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.9.2010 αίτηση του Αστικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αστικός Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Ιατρών (Συν. ΠΕ)" που εδρεύει στην …, προς αναίρεση της 449/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ