Legislator Case Law & Legislation
695/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will invalidity, ruling lower court did not distort medical evidence.

Case Number 695/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding the invalidity of a will. The appellant argued the lower court distorted medical reports proving mental incapacity at the time of signing. The court found the lower court properly evaluated the full content of the documents alongside other evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1718, 1719 § 3 of the Civil Code; A will is void if the testator lacked capacity due to mental disturbance, and the lower court's failure to consider all evidence does not constitute a legal error if the overall assessment remains sound.

Keywords

AI generated
Civil Code Testamentary Capacity Mental Incapacity Will Validity Legal Error Medical Evidence Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Art. 1718 of the Civil Code
Art. 1719 § 3 of the Civil Code
Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 § 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 695 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 695/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Βασίλειος Σπανουδάκης.

Των αναιρεσιβλήτων :1) Ψ1, 2)Ψ2 και 3) Ψ3, εκπροσωπουμένου υπό των ασκούντων τη γονική μέριμνα γονέων .... και ......., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Ιωάννης Βρέλλος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25.04.2002 και 25.10.2002 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 100/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 512/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 02.01.2007 αίτησή του και τους από 05.12.2007 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 08.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά μεν το άρθρο 1718 του ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 του ΑΚ είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 § 3 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 30 του ν. 2.447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι και όσοι κατά τον χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη της συνείδησης των πραττομένων υπάρχει, όταν ο διαθέτης από θόλωση της διανοίας από κάποιο νοσηρό ή μη αίτιο, σε βαθμό συγχύσεως, αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξεως που επιχειρεί, δηλαδή βρίσκεται σε αδυναμία να διαγνώσει ότι συντάσσει διαθήκη ή μπορεί μεν να διαγνώσει ότι συντάσσει διαθήκη, αδυνατεί όμως να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη της συνειδήσεως, αρκούσας προς τούτο της σε μεγάλο βαθμό συγχύσεως αυτής.

Ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, είναι η διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν δηλαδή εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται κατά τον χρόνο της συντάξεως της διαθήκης ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεώς του με λογικούς υπολογισμούς.

Οι ασθένειες, που μπορούν να οδηγήσουν στην διαταραχή αυτή, είναι οι ίδιες, οι οποίες, σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διατάξεως του άρθρου 1719 § 4 του ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως η μανιοκαταθλι- πτική ψύχωση, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οι οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η άνοια και η ολιγοφρένεια.

Η διακρίβωση δε του πότε στην συγκεκριμένη περίπτωση αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξη, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.

Σε περίπτωση έλλειψης συνείδησης των πράξεων, η απόδειξη της έλλειψης αυτής πρέπει να αναφέρεται ακριβώς στο χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ αντίθετα στην περίπτωση που ο διαθέτης πάσχει από διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα, απαιτείται και πάλι να αποδειχθεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαρεία ψυχική διαταραχή, αρκεί η απόδειξη ότι ο διαθέτης κατά την εποχή της σύνταξης της διαθήκης, έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, τα ακόλουθα : Ο πατέρας του αναιρεσείοντα ενάγοντα και της πρώτης αναιρεσίβλητης πρώτης εναγομένης Χ, που απεβίωσε στο .... Κρήτης στις 13.11.2001, κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου του την από .......

δημόσια διαθήκη, που είχε συνταχθεί στην κατοικία του στο .... Κρήτης ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ευγενίας Μπορμπουδάκη. Με τη διαθήκη του αυτή, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθ. 397/28.11.2001 Πρακτικά Συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ο εν λόγω διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμους του, τη μεν πρώτη εναγόμενη κόρη του Ψ1 στο ποσοστό συμμετοχής του στην αναφερόμενη ανώνυμη εταιρία και στην περιγραφόμενη σε αυτή ακίνητη περιουσία του, τους δε λοιπούς αναιρεσίβλητους εναγόμενους, από αυτή εκπροσωπούμενα δύο ανήλικα τέκνα της Ψ2 και Ψ3 στην ψιλή κυριότητα του περιγραφόμενου κληρονομιαίου ακινήτου, του οποίου την επικαρπία κατέλειπε στην πρώτη εναγομένη.

Τα κληρονομιαία αυτά περιουσιακά στοιχεία αποτελούσαν το σημαντικότερο κατ' αξία μέρος της όλης περιουσίας του διαθέτη, ενώ για την υπόλοιπη περιουσία του όρισε αυτός με την ίδια διαθήκη, ότι επιθυμούσε να επέλθει η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Για την κατάσταση της υγείας του διαθέτη Χ, η οποία, κατά το περιεχόμενο της αγωγής, τον καθιστούσε ανίκανο να συντάξει διαθήκη, προσκομίστηκαν από τον αναιρεσείοντα ενάγοντα :

α) η από ..... ιατρική γνωμάτευση του Γ1, ψυχίατρου, σύμφωνα με την οποία ο διαθέτης "... βρισκόταν σε διανοητική σύγχυση με συνοδό παραληρηματική κατάσταση", β) η από ...... ιατρική γνωμάτευση του ίδιου ψυχίατρου, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος ". . . έπασχε από εξελισσόμενη ανοϊκή διαταραχή και παραληρητική διαταραχή διωκτικού τύπου στα πλαίσια αυτής, που επιπλεκόταν από τα σοβαρά παθολογικά του προβλήματα ...", γ) η από .....

ιατρική βεβαίωση του Γ2, νευρολόγου, σύμφωνα με την οποία ο διαθέτης ". . . παρουσίαζε σύγχυση με αποπροσανατολισμό σε χρόνο και χώρο. Επίσης, υπήρχε παρανοϊκό παραλήρημα διωκτικού περιεχομένου. Τα ως άνω ευρήματα ήταν στα πλαίσια ανοϊκού συνδρόμου (Γεροντική Άνοια)", δ) η από ...... ιατρική γνωμάτευση του Γ3, ιατρού παθολόγου, της Γενικής Κλινικής "Άγιος Γεώργιος", σύμφωνα με την οποία αυτός "...

ήταν συγχυτικός με παραληρηματικές ιδέες καταδίωξης", και ε) η από ...... γνωμάτευση του Γ4, νευρολόγου - ψυχίατρου, σύμφωνα με την οποία "...ο Χ τον Απρίλιο του 2001 έπασχε από άνοια. Η άνοια δεν είναι νόσος που θεραπεύεται. Επομένως, έπασχε από άνοια και στις 2 Ιουλίου 2001, ημέρα που συνέταξε τη διαθήκη του και μέχρι το θάνατό του στις 13.11.2001".

Επίσης, προσκομίζονται δύο ενημερωτικά σημειώματα του Βενιζέλειου - Πανάνειου Νοσοκομείου, κατά το περιεχόμενο των οποίων από παθολογική άποψη ήταν πολύ βεβαρημένη η κατάσταση της υγείας του Χ κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο αυτό (15.4.2001 έως 18.4.2001 και από 25.4.2001 έως 2.5.2001). Εξάλλου, οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι, που αρνήθηκαν τον αγωγικό ισχυρισμό για έλλειψη συνείδησης των πράξεων στο πρόσωπο του διαθέτη κατά το κρίσιμο χρόνο σύνταξης της ένδικης δημόσιας διαθήκης, προσκόμισαν :

α) την από ...... ιατρική γνωμάτευση του Γ5, Επιμελητή Α' - Παθολόγου του Βενιζέλειου - Πανάνειου Νοσοκομείου, σύμφωνα με την οποία ο διαθέτης ". . . νοσηλεύτηκε στη Β' Παθολογική από 25.4.2001 - 2.5.2001 με Λοίμωξη Αναπνευστικού", β) την από ....... Ιατρική Γνωμάτευση του Γ6, καρδιολόγου, σύμφωνα με την οποία αυτός "... έπασχε από καρδιακή ανεπάρκεια.

Ως θεράπων ιατρός του τον παρακολουθούσα τους τελευταίους μήνες του 2000 ως και τον Ιούνιο του 2001 με επισκέψεις στην οικία του. Ο ασθενής βρισκόταν σε καλή διανοητική κατάσταση με καλή επικοινωνία κατά τις ώρες της συνεργασίας μας", και γ) την από ..... ιατρική βεβαίωση του Γ7, ουρολόγου, σύμφωνα με την οποία ο διαθέτης "...

στις 11.10.2001 ..... έφερε μόνιμο καθετήρα λόγω αδυναμίας ούρησης. Έτσι, ετίθετο θέμα χειρουργικής αφαίρεσης του προστάτη. Ο ασθενής βρισκόταν σε φθίνουσα σωματική κατάσταση, όμως από πλευράς πνευματικής κατάστασης θα μπορούσα να 'πω, ότι ήταν σε διαύγεια και οι συνεννοήσεις για την απόφαση, που έπρεπε να ληφθεί (χειρουργική επέμβαση ή συντηρητική αγωγή) έγιναν με τον ίδιο κυρίως και δευτερευόντως με το υπόλοιπο οικείο περιβάλλον του".

Από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η κατάσταση της υγείας του διαθέτη Χ ήταν μεν πολύ βεβαρημένη από παθολογικά αίτια και εισαγόταν για νοσηλεία στα νοσοκομεία, κυρίως λόγω λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος, καρδιακής ανεπάρκειας και αδυναμίας ούρησης, δεν έπασχε όμως αυτός από κάποια ψυχική ή πνευματική ασθένεια, η οποία να περιορίζει σημαντικά τη λειτουργία της βούλησής του ή να του στερεί τη χρήση του λογικού σε βαθμό, που να μην είναι δυνατό να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του.

Τα συμπτώματα της συγχυτικής ψυχικής διέγερσης με παραληρηματικές ιδέες καταδίωξης, που διαπιστώθηκαν στο στάδιο της νοσηλείας του κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του, όπως προαναφέρθηκε, συνδέονται άμεσα με το πλήθος των παθολογικών προβλημάτων του και την κατάσταση γήρατος, που διήγε, και δεν απέρρεαν από ψυχική ή πνευματική νόσο ούτε του προκαλούσαν ψυχική ή διανοητική διαταραχή σε βαθμό, που να περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του.

Άλλωστε, τέτοια συμπτώματα παρατηρούνται συχνά στους ηλικιωμένους ασθενείς των νοσοκομείων, ειδικότερα δε αυτό του παραληρήματος έχει αίτια, μεταξύ άλλων, την αναπνευστική ανεπάρκεια, την καρδιακή ανεπάρκεια και τη λοίμωξη της ουροδόχου κύστης, από τις οποίες έπασχε ο διαθέτης, όπως προειπώθηκε. Η κρίση περί του ότι ο διαθέτης Χ κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης του (....) είχε συνείδηση των πράξεων του ενισχύεται από την ένορκη βεβαίωση της οικιακής βοηθού του .....

ότι ". . . είχε καλό μυαλό. Έπαιρνε τηλέφωνο, έγραφε, καλούσε εργάτες για το αμπέλι, κανόνιζε τις δουλειές με τους εργάτες, έγραφε έγγραφα, μηνιάτικα, τους έδινε λεφτά, όλα τα κανόνιζε". Αλλά για την ικανότητα τούτου να διευθετεί τα της περιουσίας του προσκομίζεται από τους εναγόμενους ιδιόγραφο σχέδιο για συμπλήρωση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2001.

Για το ίδιο ζήτημα ο ........, που ως τραπεζικός υπάλληλος τον εξυπηρετούσε στις τραπεζικές συναλλαγές του από το έτος 1993, βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον συμβολαιογράφου, ότι λίγους μήνες πριν από το θάνατο του συνεννοούταν με αυτόν κανονικά και δεν του έδωσε την εντύπωση, ότι είχε κάποιο πρόβλημα με το μυαλό του.

Τα ίδια κατέθεσε και ο μάρτυρας των εναγομένων ......., επιστάτης των αγρών του διαθέτη Χ, ο οποίος χαρακτήρισε τον τελευταίο "γνωστικότατο" και "λογικότατο", αφού αυτός μέχρι και λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του φρόντιζε για την περιουσία του και έδινε οδηγίες για τις γεωργικές εργασίες. Η αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή ο Χ ήταν ανίκανος να συντάξει διαθήκη, δεν προκύπτει ούτε από την εκτενή κατάθεση του μάρτυρα της απόδειξης Γ2, νευρολόγου ψυχίατρου, του οποίου η γνώση σχετικά με την κατάσταση της υγείας του διαθέτη διαμορφώθηκε από την ανάγνωση εκείνων μόνο των ιατρικών στοιχείων, που του δόθηκαν από τον ενάγοντα, αν και ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι μία φορά είδε τον ασθενή στην κλινική "Άγιος Γεώργιος", χωρίς πάντως και τότε να συντάξει επίσημο ιατρικό έγγραφο, καθόσον μάλιστα δεν ήταν θεράπων ιατρός του.

Σε κάθε περίπτωση ο εν λόγω μάρτυρας, πέραν των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν περί της συγχυτικής κλπ κατάστασης του ασθενή, αορίστως κατέθεσε ότι ". . . προφανώς ήταν επισκοτισμένη η βούληση του από κάποιες ιδεοληψίες ή ένα παρανοϊκό ιδεασμό" και πιστεύω ότι ήταν επηρεασμένος από το νόσημά του". Τέλος, είπε το Εφετείο, το γεγονός ότι με τη διαθήκη του ο Χ άφησε το σημαντικότατο μέρος της περιουσίας του στους εναγόμενους κόρη του και στα ανήλικα τέκνα αυτής περιορίζοντας τον ενάγοντα γιο του μόνο στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή ήταν συνειδητή επιλογή του και έλαβε χώρα υπό συνθήκες πλήρους πνευματικής διαύγειας, δικαιολογείται δε η ανισομέρεια στην κατανομή της περιουσίας του στο αποδεδειγμένο επίσης γεγονός, ότι οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ του διαθέτη - πατέρα και του κληρονόμου - ενάγοντα γιου είχαν έντονα διαταραχθεί για οικονομικούς λόγους.

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε, ότι ο ενάγων ως μέτοχος της συσταθείσας από τον πατέρα του εταιρίας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί Τουριστικαί Επιχειρήσεις Λυδάκης - Συνατσάκης Α.Ε.", επέδειξε λίαν ενοχλητική συμπεριφορά προς τον πατέρα του, καθόσον εμφιλοχώρησαν μεταξύ τους εξώδικες και δικαστικές πράξεις, που του προκάλεσαν δυσαρέσκεια, αγανάκτηση και λύπη, παρά την ενίσχυση του ενάγοντα γιου του με σοβαρά χρηματικά ποσά.

Συγκεκριμένα, η διατάραξη των σχέσεών τους, η οποία είχε ως συνέπεια την απώλεια κάθε ψυχικής και συναισθηματικής επικοινωνίας μεταξύ τους, προκύπτει από την κοινοποίηση κατά το έτος 2000 δύο εξώδικων δηλώσεων σχετικά με τη διαχείριση της παραπάνω εταιρίας, μιας καταγγελίας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου και μιας μήνυσης του διαθέτη εναντίον του ενάγοντα και του συνεταίρου του ......

για πλαστογραφία πρακτικών της εν λόγω εταιρίας κλπ. Η κατάσταση αυτή καταδεικνύεται ακόμη από πληθώρα προσκομιζόμενων πρόχειρων σημειωμάτων του διαθέτη, ενώ από προσκομιζόμενες επίσης αποδείξεις πληρωμής προκύπτει, ότι ο ενάγων μόνο κατά το χρονικό διάστημα 1999 - 2001 έλαβε από τον πατέρα του χρηματικό ποσό μεγαλύτερο των 150.000.000 δραχμών, υπό μορφή μεν δανείων, πλην όμως αυτό ουδέποτε επιστράφηκε.

Καθόσον αφορά στη διαλαμβανόμενη στη διαθήκη αποστροφή ότι "το μερίδιο μου αυτό το αφήνω στη θυγατέρα μου επειδή την εταιρία την ίδρυσα εγώ, την πονώ, δεν θέλω να διαλυθεί και πιστεύω, ότι είναι η μόνη (ενν. η κόρη μου) που μπορεί να συνεχίσει τη λειτουργία της και να τη μεγαλουργήσει", αυτό συμπορεύεται με την άποψη του διαθέτη για την ανικανότητα του ενάγοντα γιου του να διαχειριστεί την περιουσία του, σε αντίθεση με τη διαπιστωθείσα από αυτόν αντίστοιχη ικανότητα της κόρης του, που ήταν εκπαιδευτικός στο επάγγελμα.

Περαιτέρω, η τελευταία παρείχε κάθε επιμέλεια και φροντίδα στον δεύτερο γιο του διαθέτη και αδερφό της ......, που ήδη είχε τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση και αδυνατούσε να διαχειριστεί την περιουσία του. Στο γεγονός αυτό οφειλόταν η παράλειψη του διαθέτη να αναμείξει και τον εν λόγω γιο του στην εκ διαθήκης κληρονομιά, ώστε να μην υποδηλώνει η παράλειψη αυτή επηρεασμό του από την πρώτη εναγομένη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή του για αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης δημόσιας διαθήκης του διαθέτη. 'Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο τελικά ότι ο διαθέτης Χ, παρά τα διαπιστωθέντα τους τελευταίους μήνες της ζωής του, συνδεόμενα δε άμεσα με το πλήθος των παθολογικών προβλημάτων του και με την κατάσταση γήρατος, που διήγε, συμπτώματα συγχυτικής ψυχικής διέγερσης με παραληρηματικές ιδέες καταδίωξης, κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης από ....

δημόσιας διαθήκης του είχε συνείδηση των πράξεων του και μπορούσε να διαγνώσει, ότι συντάσσει διαθήκη και το περιεχόμενο των επί μέρους διατάξεων αυτής, δεν βρισκόταν δε ούτε σε κατάσταση ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, ώστε εξαιτίας αυτής να αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεώς του με λογικούς υπολογισμούς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, που καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνος δικαίου του άρθρου 1719 αριθ. 3 του ΑΚ, όπως αυτή ήδη ισχύει, για κατάφαση της κρίσεώς του ότι η επίμαχη δημόσια διαθήκη δεν ήταν άκυρη, και συνακολούθως δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος του δικογράφου της αναιρέσεως και δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την αναφερόμενη πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.

2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους δεύτερο, τρίτο εν μέρει, όπως εκτιμάται, και τέταρτο λόγους του δικογράφου της αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, είναι αβάσιμοι διότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του πορίσματός του έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη του : α) τις καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, σε αυτές δε περιλαμβάνεται και η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Γ2, νευρολόγου - ψυχιάτρου, στην οποία μάλιστα γίνεται και ρητή αναφορά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ.

πρόσθια όψη του 4ου φύλλου της πληττόμενης), β) τις προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. ... και ..... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του αναιρεσείοντος ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μ. Βασιλάκη, τις οποίες ρητά αναφέρει κατά την απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη, και γ) όλα ανεξαιρέτως τα από τους διαδίκους με επίκληση νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, μεταξύ αυτών δε και τα προσκομισθέντα από τον ίδιο 1) φωτοαντίγραφο της επίδικης διαθήκης, 2) η από ....

ιατρική γνωμάτευση του Γ4, νευρολόγου ψυχιάτρου, και 2) η κατά τη γενόμενη σχετική προανάκριση δοθείσα από 22.10.2003 ένορκη κατάθεση του Γ1, ψυχιάτρου, ενώπιον του Πταισματοδίκη Ηρακλείου, πράγμα για το οποίο από το όλο περιεχόμενο και τις ειδικότερες αιτιολογίες της αποφάσεως, με ειδική μάλιστα αναφορά, αντιστοίχως, σε πραγματικά περιστατικά σχετικά με τα τεκμήρια, για συναγωγή των οποίων προσκομίστηκε η ένδικη δημόσια διαθήκη, στην επίμαχη γνωμάτευση του πρώτου και σε δύο ιατρικές γνωματεύσεις του δεύτερου, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία.

3. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έτσι, παραμόρφωση εγγράφου, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του.

Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, επίσης, και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή δυνάμενες να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του δικογράφου της αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται, και τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, διότι, ενώ αυτός για την απόδειξη του αγωγικού του ισχυρισμού περί ανικανότητας του διαθέτη Χ να συντάξει διαθήκη εξαιτίας της κατά το χρόνο της συντάξεως της διαθήκης συνδρομής στο πρόσωπό του των αναφερόμενων στο άρθρο 1719 αριθ. 3 του ΑΚ λόγων, επικαλέστηκε α) τη με χρονολογία ....

ιατρική γνωμάτευση του Γ1, ψυχιάτρου, β) τη με χρονολογία ... ιατρική γνωμάτευση του ιδίου, γ) την υπ' αριθ. πρωτ. ..... ιατρική γνωμάτευση της Κλινικής "Άγιος Γεώργιος", και δ) δύο ενημερωτικά σημειώματα του Γ.Π.Ν. Ηρακλείου "Βενιζέλειο - Πανάνειο" από ... και ...., το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο όλων των εγγράφων τούτων, αναγιγνώσκοντας μέρος μόνο καθενός από αυτά, όπως οι περικοπές αυτές αναφέρονται στην πληττόμενη απόφαση, ενώ υπήρχαν σε αυτά και άλλες περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή δυνάμενες να οδηγήσουν σε διαφορετικό από το γενόμενο δεκτό αποδεικτικό συμπέρασμα περί μη ανικανότητας του διαθέτη να συντάξει την προσβαλλόμενη δημόσια διαθήκη.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου των εγγράφων τούτων, τα οποία, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για να διαπιστωθεί, αν υπάρχει η επικαλούμενη παραμόρφωση, προκύπτει ότι πράγματι τα παραπάνω έγγραφα είχαν και άλλο περιεχόμενο, πέρα από εκείνο που συνάγεται από τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης.

Όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όλες οι περικοπές των ανωτέρω εγγράφων παρατίθενται σε αυτή μετά από αποσιωπητικά (...), τα οποία, ως σημείο στίξεως της γραμματικής της Ελληνικής γλώσσας, υποδηλώνουν, ότι η φράση ή το κείμενο των εγγράφων αυτών δεν εκτέθηκαν από το Εφετείο στην απόφαση του σε όλο το περιεχόμενο τους ηθελημένα (δηλαδή συνειδητά), γεγονός από το οποίο προκύπτει περαιτέρω, ότι αυτό δεν παρέλειψε να αναγνώσει όλο το περιεχόμενο εκάστου του εγγράφων αυτών και να το λάβει συνολικά υπόψη του.

Αυτό δε παρεκτός του ότι, προεχόντως, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ δε αυτών και πλήθος άλλων έγγραφων, όπως τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από τα διάδικα μέρη ιατρικά πιστοποιητικά.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου τρίτος εν μέρει λόγος του δικογράφου της αναιρέσεως και πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

4. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθούν η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Ιανουαρίου 2007 αίτηση του Χ1 , και τους από 5 Δεκεμβρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 512/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ