Supreme Court annuls first-instance judgment for insufficient facts on small business status and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the final judgment of the Athens Single First Instance Court due to insufficient factual findings regarding the applicant's small business status. The court noted that the lower court failed to address critical details such as the specific location of the premises, monthly rent, years of operation, and the exact amount and nature of the business loan taken from Eurobank. Consequently, the court ruled that the lower court violated the law by failing to establish the necessary facts to determine if the applicant's activity constituted small-scale trade under the relevant statute.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a judgment if the lower court fails to provide sufficient factual findings on a critical issue, rendering appellate review impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1947 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1947/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Μαρκάτο, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2364/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4300/2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (16-5-2025), δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτήν δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως, από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείουσα, υπ' αριθμ. ...-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Γ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-5-2025), επιδόθηκε με επιμέλειά της, νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Συνακόλουθα, εφόσον η τελευταία κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Η κρινόμενη από 10-6-2023 (αριθμ. έκθ.κατ. 63007/93/12-6-2023) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4300/2023 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης, ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επομ.
του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και ως προς την ανωτέρω διάδικο, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (Α.Π. 780/2022, Α.Π. 1376/2021, Α.Π. 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., περαιτέρω δε, νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 26-4-2023 και η ένδικη αναίρεση κατατέθηκε στις 12-6-2023), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 6-6-2013 (αριθμ. έκθ. κατ. 4028/6-6-2013) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο αιτών, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις καθ' ων πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, ήδη αναιρεσείουσα και δεύτερη αναιρεσίβλητη, ζήτησε την, κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, δικαστική ρύθμιση των οφειλών του και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του και των λοιπών ακινήτων του, σύμφωνα με το σχέδιο που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής του κατάστασης.
Επί της αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2364/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν, κρίνοντας ότι κατά το χρόνο που ο αιτών είχε την εμπορική ιδιότητα είχε παύσει τις πληρωμές των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις πιστώτριες τράπεζες και τους δημόσιους οργανισμούς. Κατά της ανωτέρω απόφασης ο αιτών άσκησε την από 10-6-2019 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4300/2023 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτήν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αίτηση του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, την οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη του με μηδενικές μηνιαίες καταβολές επί τετραιετία, εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία του και επέβαλε σ' αυτόν την υποχρέωση για τη διάσωσή της να καταβάλει μηνιαίως και επί δέκα (10) έτη στην ήδη αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 29.733,48 ευρώ, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 2 του ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/14-8-2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης αίτησης στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 6-6-2013), "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Εμπ.Ν. έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι, επομένως, για τους οποίους μάλιστα, βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του β.δ/τος της 2/15.5.1835 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων" ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του νόμου.
Γι` αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών τους υποχρεώσεων κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ΠτΚ και όχι αυτές του ν. 3869/2010. Επομένως, κρίσιμο χρονικό σημείο για την εφαρμογή ή μη του νόμου είναι η ύπαρξη ή μη της εμπορικής ιδιότητας κατά το χρόνο υποβολής από τον οφειλέτη της αίτησης προς το δικαστήριο.
Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, οι οποίοι έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, συνέχισαν όμως και μετά την παύση της εμπορίας και της οικονομικής τους δραστηριότητας τις πληρωμές τους και περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, καθώς στην περίπτωση αυτή, όταν, δηλαδή, περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών, δεν είχαν πλέον πτωχευτική ικανότητα.
Ακόμη υπάγονται και οι "μικρέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας, όπως είναι π.χ. η μοδίστρα, ο μικροπωλητής σε υπαίθριες και λαϊκές αγορές, ο πλανόδιος λαχειοπώλης, οι κατασκευαστές-πωλητές ειδών τέχνης κλπ, καθόσον αυτοί είναι βιοπαλαιστές έτοιμοι να τραπούν σε άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα από εποχή σε εποχή και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα.
Στο πρόσωπο των χαρακτηριζόμενων ως μικρεμπόρων δεν συντρέχουν ανάληψη κινδύνου, σημαντικό επενδυμένο κεφάλαιο, τέτοια έκταση δραστηριότητας και δομή λειτουργίας που να παραπέμπουν σε εμπορική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος. Κριτήρια αποτελούν ως εκ τούτου ιδίως η έλλειψη καταστήματος ή εμπορικής επιχείρησης, η απουσία απασχόλησης προσωπικού και η προσωπική ενασχόληση του οφειλέτη, η απουσία ιδιαίτερου εξοπλισμού και επένδυσης κεφαλαίου σε εγκαταστάσεις και ο μικρός κύκλος εργασιών.
Οι ζημίες μίας επιχείρησης από την άσκηση εμπορικών πράξεων οφείλονται, κατά κανόνα, είτε στην ανάληψη υποχρεώσεων εκ μέρους της, οι οποίες συνεπάγονται σταθερές μηνιαίες δαπάνες, όπως ενοίκια, τόκους δανείων, αμοιβές προσωπικού κ.λπ., τις οποίες αδυνατούν να καλύψουν τα έσοδα από την άσκηση των εμπορικών πράξεων, είτε στη χορήγηση πιστώσεων που αποδεικνύονται ανεπίδεκτες είσπραξης.
Όμως ένας μικροέμπορος, του οποίου τα εισοδήματα προέρχονται από το σωματικό του κάματο και όχι από την εκμετάλλευση κεφαλαίου ή εργατικού δυναμικού, δεν αναλαμβάνει τέτοιες υποχρεώσεις και δεν πουλάει με πίστωση, με συνέπεια να μην αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ζημιών από την άσκηση των εμπορικών του πράξεων.
Έτσι οι ζημίες από τη διενέργεια εμπορικών πράξεων είναι συνυφασμένες με κερδοσκοπική δραστηριότητα, η οποία όμως απουσιάζει εξ ορισμού από την μικρεμπορία. Άλλως, θα επρόκειτο για κανονική εμπορία και ο φορέας της θα διέθετε πτωχευτική ικανότητα και δεν θα υπάγονταν στις διατάξεις του Ν. 3869/2010. Μπορεί και ο μικροέμπορος, κάποια στιγμή, να αντιμετωπίσει αρνητική ρευστότητα και ίσως να περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών.
Η αιτία όμως για τούτο δεν θα είναι η μικρεμπορία, αλλά η ανάληψη προσωπικών ή οικογενειακών υποχρεώσεων που τα εισοδήματα από την μικρεμπορία δεν αποδείχθηκαν ικανά να εξυπηρετήσουν. Η μικρεμπορία, μόνο κατ' εξαίρεση μπορεί να εμφανίσει ζημίες και αυτές περιορισμένου ύψους, ακριβώς διότι ελλείπει η κερδοσκοπική δραστηριότητα, ήτοι η επένδυση κεφαλαίου, η αποθεματοποίηση προϊόντων προς μεταπώληση ή επεξεργασία, η ανάληψη παγίων υποχρεώσεων και η χορήγηση πιστώσεων (Α.Π. 673/2022).
Τον χαρακτηρισμό του μικροεμπόρου μπορεί να τον επικαλεστεί και να τον αποδείξει ο ίδιος ο οφειλέτης (Α.Π. 1225/2023, Α.Π. 1215/2018, Α.Π. 1208/2017). Αντιθέτως, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου αυτού οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα, καθώς επίσης και όσοι έπαυσαν μεν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, πλην όμως, κατά την παύση αυτή, ευρίσκοντο ήδη σε μόνιμη και γενική αδυναμία να πληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους.
Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου. Άρα, κρίσιμο ζήτημα ως προς την εφαρμογή του Ν. 3869/2010 αποτελεί η ιδιότητα του αιτούντος οφειλέτη ως εμπόρου ή μη, κυρίως κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης και όχι η εμπορικότητα ή μη του επίμαχου χρέους (Α.Π. 3/2021, Α.Π. 610/2020, Α.Π. 611/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία)-(Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 673/2022).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί αναγραφόμενα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη δίκη: " Ο αιτών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), γεννηθείς το 1963, είναι παντρεμένος και από το γάμο του έχει αποκτήσει μία ανήλικη κόρη, γεννηθείσα το 2007. Κατά τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, ήταν άνεργος (βλ. από 28.3.2022 έγγραφο ΟΑΕΔ), ενώ είχε ατομική επιχείρηση πώλησης τεχνητών ανθέων, μέχρι τις 13.3.2013, όταν έπαυσε τις εργασίες του (βλ. έγγραφο ΑΑΔΕ). Η δραστηριότητα της επιχείρησής του επραγματοποιείτο με προσωπική εργασία και παρουσία, χωρίς απασχόληση προσωπικού, σε ενοικιαζόμενο μαγαζί (βλ. Ε3 2011-2014), από δε την εν λόγω επαγγελματική δραστηριότητα ο αιτών αποκόμιζε κέρδος, το οποίο αποτελούσε περισσότερο αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας με σκοπό την κερδοσκοπική εκμετάλλευση εργασίας τρίτων προσώπων, εγκαταστάσεων και εμπορευμάτων, ενώ η πρώτη εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) αόριστα ισχυρίζεται περί του αντιθέτου, χωρίς να επικαλείται τίποτα το συγκεκριμένο.
Συνεπώς, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αντίθετα, δηλαδή, ότι ο αιτών ασκεί κερδοσκοπική εμπορική δραστηριότητα, ενώ ανήκει στην κατηγορία των μικροεμπόρων και, κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης. Πρέπει, λοιπόν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση (άρθρο 528 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί εξ αρχής η αίτηση από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια διαδικασία.
Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, από το έτος 2014, η σύζυγος του αιτούντος έχει ατομική επιχείρηση ανθοπωλείου, στην οποία εργάζεται ή ίδια προσωπικά, χωρίς εκμετάλλευση εργασίας τρίτων προσώπων, εγκαταστάσεων και εμπορευμάτων. Τα εισοδήματα του αιτούντος και της συζύγου του ανέρχονταν, το οικονομικό έτος 2004, στο ποσό των 16.418,39 ευρώ, το οικονομικό έτος 2005, στο ποσό των 11.082,01 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006, στο ποσό των 13.188,47 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007, στο ποσό των 11.789,57 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008, στο ποσό των 10.189,43 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009, στο ποσό των 8.942,57 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010, στο ποσό των 7.863,56 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011, στο ποσό των 21.426,53 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012, στο ποσό των 9.289,11 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013, όταν έπαυσε η επιχειρηματική δραστηριότητα του αιτούντος, σε μηδενικό, το οικονομικό έτος 2014, στο ποσό των 2.467,94 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014, σε μηδενικό, το φορολογικό έτος 2015, σε μηδενικό, το φορολογικό έτος 2016, σε μηδενικό, το φορολογικό έτος 2017, σε μηδενικό, το φορολογικό έτος 2018, στο ποσό των 710,23 ευρώ, το φορολογικό έτος 2019, σε μηδενικό και το φορολογικό έτος 2020, σε μηδενικό.
Ο αιτών, η σύζυγός του και το ανήλικο τέκνο τους κατοικούν σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας των δύο πρώτων, που χρησιμοποιούν ως κύρια κατοικία, στην Αθήνα, οδός ..., στον πρώτο όροφο, έτους κατασκευής 2003, με επιφάνεια 92,50 τμ. και αποθήκη στο υπόγειο με επιφάνεια 7 τμ., με αντικειμενική αξία (36.713,25 + 453,60) 37.166,85 ευρώ (βλ.
ΕΝΦΙΑ 2021), συνιδιοκτησίας των δύο συζύγων σε ποσοστό 50% ο καθένας της πλήρους κυριότητας. Περαιτέρω, ο αιτών είναι ιδιοκτήτης μίας οικίας με ισόγειο επιφάνειας 40 τμ., πρώτο όροφο επιφάνειας 40 τμ., σε οικόπεδο επιφάνειας 80 τμ., έτους κατασκευής 1970, εντός οικισμού, σε ποσοστό 33,33%, στην Ανδρίτσαινα του Νομού Ηλείας, με αντικειμενική αξία 7.998,40 ευρώ και 1.881,41 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και ενός οικοπέδου επιφάνειας 300 τμ., εντός οικισμού, σε ποσοστό 100%, στην Ανδρίτσαινα του Νομού Ηλείας, με αντικειμενική αξία 5.400 ευρώ (βλ.
ΕΝΦΙΑ 2021). Επίσης, έχει την πλήρη κυριότητα τεσσάρων αγροτεμαχίων επιφάνειας 8.000, 1.500,8.000 και 1.500 τμ. στην ίδια παραπάνω τοποθεσία και, τέλος, ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, 1587 κ.εκ, έτους πρώτης άδειας κυκλοφορίας 1998. Η σύζυγος του αιτούντος είναι ιδιοκτήτρια μίας οικίας με ισόγειο επιφάνειας 30 τμ., πρώτο όροφο επιφάνειας 30 τμ., σε οικόπεδο επιφάνειας 120 τμ., έτους κατασκευής 1934, εντός οικισμού, σε ποσοστό 12,50%, στην Άβια του Νομού Μεσσηνίας, με αντικειμενική αξία 918,70 ευρώ και 947,70 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και δύο αγροτεμαχίων 9.400 και 15.600 τμ., σε ποσοστό 12,50%, στην ίδια παραπάνω τοποθεσία.
Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, τα ληξιπρόθεσμα χρέη του αιτούντος ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 243.966,41 ευρώ, όπως αυτά προκύπτουν από την από 19.8.2015 επικαιροποίηση του αιτούντος με τις βεβαιώσεις οφειλών των πιστωτριών, οι οποίες ουδέν έτερον προσκομίζουν. Ειδικότερα, ο αιτών οφείλει τα παρακάτω ποσά: 1.
Στην Τράπεζα Εurobank, από δύο συμβάσεις στεγαστικών δανείων και από ένα επιχειρηματικό δάνειο, το συνολικό ποσό των 237.708,51 ευρώ, με εξ ολοκλήρου εμπράγματη εξασφάλιση και 2. στην Εθνική Τράπεζα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 6.257,90 ευρώ, από καταναλωτικό δάνειο, χωρίς εμπράγματη εξασφάλιση. Από το έτος 2013, ο αιτών έχει περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής των χρεών του λόγω της σταδιακής μείωσης των εισοδημάτων του, από τη γενικότερη οικονομική κρίση.
Εφόσον οι καθών η αίτηση δεν αποδέχονται το προτεινόμενο με την κρινόμενη αίτηση σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος, συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και, άρα, η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις καθών η αίτηση πιστώτριές του από τα εισοδήματά του.
Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση ποσό, λαμβανομένων υπόψη του σχεδόν μηδενικού, κατά τα τελευταία έτη, μηνιαίου οικογενειακού εισοδήματος και των οικογενειακών αναγκών, καθώς και του ανήλικου τέκνου του αιτούντος, για την κάλυψη των οποίων απαιτείται το ποσό των 1.000 ευρώ, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, πρέπει να οριστούν μηδενικές δόσεις, επί τετραετία, κατ' άρθρ. 8 παρ. 5 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του Ν. 4161/2013, ενώ, όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει με την τροποποίηση του Ν. 4161/2013 (...), προκειμένου να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία του αιτούντος, με αξιολόγηση των κριτηρίων του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010 για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών για το χρέος, όπως περιγράφονται παραπάνω, πρέπει να διαταχθεί η αποπληρωμή μέχρι το ποσό που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας του εξαιρούμενου ακινήτου, που δεν υπερβαίνει το αφορολόγητο της πρώτης κατοικίας, βάσει των οριζόμενων στο άρθρο 21 του Ν. 3842/2010, δηλαδή, το ποσό των [(36.713,25 +453,60=) {βλ.
ΕΝΦΙΑ2021} 37.166,85 X 80%)] 29.733,48 ευρώ και να οριστούν καταβολές μέχρι το ποσό αυτό, για χρονικό διάστημα 10 ετών, λαμβανομένων υπόψη του ύψους των χρεών, της οικονομικής δυνατότητας και της ηλικίας του αιτούντος, αρχής γενομένης της πρώτης καταβολής, από τη δημοσίευση της παρούσας, το ύψος δε των μηνιαίων αυτών καταβολών ορίζεται στα 247,78 ευρώ.
Το ποσό αυτό, το οποίο υπολείπεται της συνολικής οφειλής, θα καταβληθεί εξ ολοκλήρου στην πρώτη καθής, λόγω της εμπράγματης εξασφάλισης των απαιτήσεών της, ενώ στις παραπάνω καταβολές θα συνυπολογιστεί και θα αφαιρεθεί οποιοδήποτε ποσό έχει καταβληθεί από τον εκκαλούντα - αιτούντα και δεν έχει υπολογιστεί μέχρι την έκδοση αυτής της απόφασης.
Η καταβολή των μηνιαίων δόσεων θα γίνει χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (άρθρο 9 παρ. 2 εδ.
δ' Ν. 3869/2010). Τέλος, η εκποίηση της υπόλοιπης περιουσίας του αιτούντος κρίνεται ασύμφορη, επειδή στα ακίνητα που δεν έχει την πλήρη κυριότητα, αλλά ποσοστό αυτής, σε συνδυασμό με τις παραπάνω αναφερόμενες Χαμηλές αξίες τους, παρατηρείται απροθυμία των υποψήφιων αγοραστών, ενώ τα ακίνητα στα οποία έχει την πλήρη κυριότητα, οι παραπάνω αναφερόμενες χαμηλές τους αξίες, θα έχουν, ως αποτέλεσμα, τη δημιουργία εξόδων για τη διενέργεια των πωλήσεων, το ποσό των οποίων θα είναι μεγαλύτερο του οποιουδήποτε τιμήματος...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αιτούντος- πρώτου αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ότι ο αιτών είχε παύσει τις πληρωμές των ληξιπρόθεσμων χρεών του κατά το χρόνο που είχε την εμπορική ιδιότητα και, εν συνεχεία, έκανε δεκτή την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη.
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ήταν μικρέμπορος κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 και ότι για το λόγο αυτό υπάγεται στην προστασία του προαναφερόμενου νόμου, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες, για την υπαγωγή του στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, ζήτημα της ιδιότητας αυτού ως μικρεμπόρου, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή της προπαρατεθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3588/2007 και 2 του Β.
δ/τος 1835 "περί Εμποροδικείων", τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι η εκ μέρους του αιτούντος ασκούμενη δραστηριότητα της επιχείρησης πώλησης τεχνητών ανθέων, που ασκούσε μέχρι τις 13-3-2013, ήτοι τρεις (3) περίπου μήνες πριν από την κατάθεση της αίτησής του για υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, αποτελούσε αποκλειστικά προϊόν προσωπικού μόχθου και ως εκ τούτου συνιστά μικρεμπορία, διέλαβε στην προσβαλλομένη τις, αναιρετικά ανέλεγκτες εκ των αποδείξεων, παραδοχές, ότι: 1) η δραστηριότητα της επιχείρησης πώλησης τεχνητών ανθέων, πραγματοποιείτο με προσωπική εργασία και παρουσία του αιτούντος, 2) δεν απασχολούσε στην επιχείρηση του προσωπικό, 3) ασκούσε τη δραστηριότητά του σε μισθωμένο κατάστημα, 4) αποκόμιζε κέρδος, το οποίο αποτελούσε περισσότερο αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών και τέλος, ε) δεν προέκυψε οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας με σκοπό την κερδοσκοπική εκμετάλλευση εργασίας τρίτων προσώπων, εγκαταστάσεων και εμπορευμάτων.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις παραδοχές, ο αιτών από το έτος 2013 έχει περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής των χρεών του και οφείλει στην αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, από δύο συμβάσεις στεγαστικών δανείων και από ένα επιχειρηματικό δάνειο, το συνολικό ποσό των 237.708,51 ευρώ και στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 6.257,90 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζεται: α) ποια ήταν η επιφάνεια του μισθωμένου καταστήματος, όπου ο αιτών ασκούσε την επιχειρηματική του δραστηριότητα της -κατά τις παραδοχές- πώλησης τεχνητών ανθέων, ούτε η ειδικότερη τοποθεσία και θέση του καταστήματος (σε ποια πόλη και σε ποιο σημείο αυτής βρισκόταν), ούτε και ο ακριβής εξοπλισμός του (προσδιορισμός τυχόν μηχανικού ή μηχανολογικού εξοπλισμού), β) ποιο ήταν το μηνιαίο μίσθωμα που κατέβαλε για την επαγγελματική του στέγη, γ) επί πόσα έτη διατηρούσε την ατομική του επιχείρηση, βιοποριζόμενος απ' αυτήν, και ποια ήταν τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησής του και τα καθαρά κέρδη του κατά τα προηγηθέντα του χρόνου παύσης πληρωμής των χρεών του, το έτος 2013, έτη και τέλος, δ) ποιο ήταν το ύψος, η αιτία χορήγησης και ο χρόνος που έλαβε ο αιτών από την αναιρεσείουσα "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" το επιχειρηματικό δάνειο, ώστε να κριθεί αν η λήψη του ποσού αυτού εκ μέρους του αιτούντος προσιδιάζει σε μικρέμπορο, και μικρής έκτασης οικονομική δραστηριότητα και δεν αποτελεί ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου μεγάλου ύψους.
Ως εκ τούτου, το ως άνω Δικαστήριο διέλαβε σχετικά με το κρίσιμο, για την υπαγωγή του αιτούντος στο σύστημα του Ν. 3869/2010, ζήτημα, περί του αν, η ασκούμενη από αυτόν για βιοποριστικό σκοπό οικονομική δραστηριότητα συνιστά μικρεμπορία, ελλιπείς αιτιολογίες, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, κατά τις βασίμως προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, αιτιάσεις, υπό την επίκληση των οποίων αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του προαναφερόμενου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Αφού έτσι ακυρώνεται η απόφαση στο σύνολό της, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της υπό κρίση αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ' αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδαφ.
β'του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1022/2025, Α.Π. 750/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4300/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ