Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment due to vague grounds and failure to cite specific facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the University of Patras's appeal against a labor dispute judgment regarding the status of its Legal Service. The appellant argued that the service should be treated as a department rather than a branch and that the legal advisor lacked proper authority over lawyers. The court rejected these claims because the appeal grounds were too vague, failed to specify the factual assumptions underlying the alleged violations, and did not adequately challenge the lower court's reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague, fail to specify the factual assumptions relied upon by the lower court, or do not sufficiently challenge the reasoning of the contested decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 750 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 750/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Πανεπιστήμιο Πατρών, που έχει έδρα το Ρίο Πατρών και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καραβοκύρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ρ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 440/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 6/4/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 6-4-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με την ειδική διαδικασία των διαφορών από παροχή εργασίας υπ` αριθ. 35/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 17-9-2015 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρείοντος κατά της 440/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Με την 440/2015 πρωτόδικη απόφαση, η οποία επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη, έγινε εν μέρει δεκτή η από 18-9-2013 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 7/2014, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, 901/2010, 2173/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 585/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1354/2017).
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, εφόσον όμως αυτός περιέχει αυτοτελή ισχυρισμό.
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997), καθώς και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1955/2009, ΑΠ 94/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως (ΑΠ 1566/2017). Επίσης, πρέπει να παρατίθενται όλα τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει, ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτώς ή επαναφέρθηκε νομίμως (αρθ. 240 ΚΠολΔ) στο δικαστήριο της ουσίας του οποίου η απόφαση προσβάλλεται ή, αν δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ότι συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του αρθ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο κρίσιμος αυτοτελής ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη πρέπει να είχε παραδεκτώς προταθεί το πρώτον είτε ενώπιον του εφετείου, κατά τους όρους που ορίζει το αρθ. 527 ΚΠολΔ, είτε να είχε προταθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κι αν ασκήθηκε έφεση, είτε να επαναφέρθηκε νομίμως κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είτε να αποτέλεσε λόγο έφεσης.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1266/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1437/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Α. Ρ. με την από 18-9-2013 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι είναι δικηγόρος διορισμένος στο Δικηγορικό Σύλλογο Πατρών και από 30.06.1983 συνδέεται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ" με σχέση έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταλαμβάνοντας ήδη με την …/….-7-1999 πρυτανική πράξη οργανική θέση νομικού συμβούλου του ιδρύματος. Ότι η θέση αυτή ανήκει στη Νομική Υπηρεσία του εναγομένου, που σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ/τος 63/1999 "Περί Οργανισμού Διοικητικών Υπηρεσιών Πανεπιστημίου Πατρών", είναι διαρθρωμένη ως αυτοτελής οργανική μονάδα, υπαγόμενη απευθείας στον Πρύτανη του εναγομένου, και αδιαβάθμιστη, καθώς δεν τελεί σε ιεραρχική και υπαλληλική κατάταξη σε σχέση με άλλες οργανικές μονάδες του εναγομένου στην κλίμακα της ιεραρχικής διοικητικής δομής, ενώ ο νομικός σύμβουλος, ως επικεφαλής της οικείας Νομικής Υπηρεσίας, υπάγεται απευθείας στον Πρύτανη, χωρίς τη μεσολάβηση άλλων οργανικών μονάδων, εξομοιώνεται δηλαδή με Προϊστάμενο Διεύθυνσης και η Νομική Υπηρεσία με μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης και όχι απλού Τμήματος.
Ότι σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/2012, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 4024/2011, "Δικηγόροι οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των καταστατικών εσωτερικών κανονισμών ή τις αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων λαμβάνουν επίδομα θέσης ευθύνης σύμφωνα με το άρθρο 18 του v. 4024/2011".
Ότι το εναγόμενο καταβάλλει σ' αυτόν επίδομα θέσης ευθύνης από 250 ευρώ, που καταβάλλεται σε Προϊσταμένους Τμημάτων, αρνούμενο να δεχθεί ότι αυτός, ως Προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας, εξομοιώνεται με Προϊστάμενο Διεύθυνσης και κατά συνέπεια δικαιούται το αντίστοιχο επίδομα θέσης ευθύνης Διεύθυνσης, που ανέρχεται κατά μήνα στο ποσό των 400,00 ευρώ.
Με βάση τα ανωτέρω ιστορούμενα, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι δικαιούται να λαμβάνει το ως άνω επίδομα θέσης ευθύνης Προϊσταμένου Διεύθυνσης και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 5.505,84 ευρώ, με το επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, το οποίο αντιστοιχεί στο εν λόγω επίδομα για το χρονικό διάστημα από 01.1.2011 έως 31.08.2013, αφαιρουμένου ήδη του ποσού των 4.694,16 ευρώ, που αντιστοιχεί στο επίδομα θέσης ευθύνης Προϊσταμένου Τμήματος για το ως άνω χρονικό διάστημα, το οποίο ήδη έχει εισπράξει, τέλος δε να καταδικαστεί το αντίδικό του στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 440/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία, αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη, ακολούθως την έκανε δεκτή εν μέρει και ως ουσιαστικά βάσιμη και συγκεκριμένα αναγνώρισε ότι ο ενάγων δικαιούται να λαμβάνει ως Νομικός Σύμβουλος της Νομικής Υπηρεσίας του εναγομένου το επίδομα θέσης ευθύνης Προϊσταμένου Διεύθυνσης Διοίκησης και υποχρέωσε το τελευταίο να του καταβάλει το ποσό των 4.105,84 ευρώ εντόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης αποφάσεως το εναγόμενο άσκησε την από 17-9-2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 35/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Η προσβαλλόμενη δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την αιτιολογία ότι η θέση του Νομικού Συμβούλου της Νομικής Υπηρεσίας του εναγομένου Πανεπιστημίου Πατρών, που κατέχει ο ενάγων, εξομοιώνεται ως αδιαβάθμιστη οργανική μονάδα, ενόψει της φύσης και του εύρους των αρμοδιοτήτων του ενάγοντος, με μονάδα Διεύθυνσης του Ιδρύματος και όχι Τμήματος και συνεπώς ο ενάγων δικαιούται μηνιαίο επίδομα θέσης ευθύνης Προϊσταμένου Διεύθυνσης.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατά το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ επικαλούμενο ειδικότερα τα εξής: 1) κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του πρώτου λόγου, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 4024/2011 και του άρθρου 54 παρ. 2β του ν. 4178/2013, διότι η Νομική Υπηρεσία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος δεν έχει προκαθορισθεί ως αυτοτελής Διεύθυνση από το οικείο Οργανόγραμμα του Πανεπιστημίου αλλά ως "υπηρεσία" χωρίς να προκύπτει δυνατότητα "δημιουργίας" άλλης Διεύθυνσης ή μετατροπής μονάδας σε Διεύθυνση, με συνέπεια η Νομική Υπηρεσία να μην μπορεί να αυτοχαρακτηρισθεί ως Διεύθυνση , διότι οι αρμοδιότητες δεν προσομοιάζουν με αυτές της Διεύθυνσης που έχει επιχειρησιακούς στόχους.
Ο πρώτος λόγος κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν καθορίζονται σε αυτόν ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ν. 4024/2011 που παραβιάσθηκε, καθώς και οι συνολικά ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, οι οποίες αναφέρονται στο αναιρετήριο μόνο αποσπασματικά, ως προς τον χαρακτηρισμό της Νομικής Υπηρεσίας ως Διεύθυνσης και όχι ως Τμήματος, ενώ εκτίθεται στο αναιρετήριο μόνο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, υπαγωγικό σφάλμα, χωρίς να επισημαίνονται στο αναιρετήριο οι σχετικές κρίσιμες παραδοχές καθώς και οι κατά το αναιρεσείον υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Περαιτέρω οι πρώτος και δεύτερος λόγοι κατά το δεύτερο μέρος τους για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο με ποιο τρόπο παραβιάσθηκε η εν λόγω διάταξη και ειδικότερα δεν προσδιορίζεται ο κρίσιμος αυτοτελής ισχυρισμός που αποτελεί "πράγμα" υπό την ως άνω έννοια:
α) που δεν λήφθηκε υπόψη αν και είχε παραδεκτώς προταθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθεί στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή ότι ο κρίσιμος αυτοτελής ισχυρισμός είχε παραδεκτώς προταθεί το πρώτον ενώπιον του Εφετείου κατά τους όρους που ορίζει το άρθρο 527 ΚΠΟΛΔ ή β) λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο παρά το νόμο αν και δεν προτάθηκε.
Όσα ισχυρίζεται το αναιρεσείον στον πρώτο λόγο αναίρεσης ως επιχειρήματα για την απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού ότι η Νομική Υπηρεσία εξομοιώνεται με διεύθυνση και όχι με τμήμα αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠΟΛΔ. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση (από προφανή παραδρομή αναφέρεται ως προσβαλλόμενη η υπ` αριθ. 4034/2015 απόφαση αντί της ορθής υπ` αριθ. 35/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών) για τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ειδικότερα τα εξής: 1) ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 23 του π.δ. 63/1999 και 5 του ν.4194/2013, διότι αφενός ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν τοποθετήθηκε στη Νομική Υπηρεσία με τη διαδικασία που προβλέπεται για τους Προϊσταμένους Διεύθυνσης, αφετέρου ο Νομικός σύμβουλος που προΐσταται της Νομικής Υπηρεσίας δεν ασκεί διοίκηση στους δικηγόρους της Υπηρεσίας, οι οποίοι σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων, διατηρούν "την ελευθερία χειρισμού της υπόθεσης" και "δεν υπόκεινται σε υποδείξεις" από τον Προϊστάμενό τους.
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι α: δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, με βάση τις οποίες παραβιάσθηκαν με την μη εφαρμογή τους, κατά το αναιρεσείον, ευθέως οι προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως προς την διαδικασία τοποθέτησης των Προϊσταμένων Διεύθυνσης και την άσκηση διοίκησης από το Νομικό Σύμβουλο στους δικηγόρους της Νομικής Υπηρεσίας και β:
εκτίθεται στο αναιρετήριο μόνο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, υπαγωγικό σφάλμα, ενώ δεν επισημαίνονται στο αναιρετήριο οι σχετικές κρίσιμες παραδοχές καθώς και οι κατά το αναιρεσείον υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης για εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Συνακόλουθα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 35/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ