Legislator Case Law & Legislation
1946/2024 AI generated

Supreme Court annuls appeal decision and remands case for new substantive trial to ensure procedural fairness.

Case Number 1946/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision and remanded the case for a new substantive trial. The appellant argued that the previous judgment violated procedural rules regarding the scope of review after an appeal. The court held that a new hearing is required to allow parties to present new arguments and evidence within the correct procedural limits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 581, 582, 524, 527 of the Code of Civil Procedure; A second appeal necessitates a new substantive trial with a new hearing to permit parties to present new arguments and evidence within the statutory limits.

Keywords

AI generated
second appeal procedure new substantive trial new hearing requirement scope of review procedural fairness Code of Civil Procedure remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 581 of the Code of Civil Procedure
Article 582 of the Code of Civil Procedure
Article 524 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1946 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1946/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", πρώην "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ.Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη που ανακάλεσε την από 10/1/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6822/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 836/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσίβλητος με την από 23/3/2018 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 778/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 836/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο δικαστή. Ακολούθως, εκδόθηκε η 1814/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/9/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την κρινόμενη από 2-9-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 1814/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 15-6-2013 αγωγή του κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας ισχυρίσθηκε ότι από το έτος 1995, με άτυπη σύμβαση αορίστου χρόνου, ανέλαβε την αποκλειστική διανομή γαλακτοκομικών προϊόντων και χυμών, που παράγει η εναγόμενη εταιρεία, σε διάφορες περιοχές του νομού Αττικής, με αμοιβή συμφωνηθείσα σε προμήθεια ύψους 6% επί του συνολικού κύκλου εργασιών (τζίρου), που πετύχαινε από την μεταπώληση των διανεμόμενων προϊόντων, πλέον πριμ 6% για τις πωλήσεις σε μετρητά.

Ότι η εναγομένη, επικαλούμενη δήθεν σπουδαίο λόγο, κατάγγειλε τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, με την από 28-6-2012 εξώδικη δήλωση που του επιδόθηκε την επόμενη ημέρα, πλην, όμως, η γενόμενη καταγγελία είναι παράνομη και καταχρηστική, απορρέουσα από την εκδικητικότητα της πρώτης, διότι αυτός δεν συμφώνησε σε προταθείσα από εκείνη, συναινετική λύση της σύμβασης, επιφυλάχθηκε δε, των νομίμων δικαιωμάτων του με την από 10-7-2012 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 27-7-2012.

Ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο ίδιος προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και εισέφερε και νέους τέτοιους στην εναγομένη, αυξάνοντας τους σχετικούς τζίρους και ότι η τελευταία, μετά τη λύση της σύμβασης, καρπώθηκε τα ωφελήματα από την επιτυχημένη δραστηριότητά του. Ότι η πιο πάνω καταγγελία αντίκειται επίσης στο άρθρο 1 του ν.146/1914,γιατί η εναγομένη με αυτήν επιδίωκε να υφαρπάξει την πελατεία του, καθώς και στο άρθρο 18α του ίδιου νόμου, γιατί εκμεταλλεύτηκε τη σχέση της οικονομικής του εξάρτησης προς αυτήν, δεδομένης της αποκλειστικής δραστηριοποίησης του στη διανομή των προϊόντων της.

Ότι, επίσης, η καταγγελία, έχουσα μοναδικό σκοπό την αθέμιτη κάρπωση της πελατείας του, είναι καταχρηστική και παράνομη και γεννά αξιώσεις κατ' άρθρα 281 και 914 ΑΚ. Ότι, κατά παράβαση του άρθρου 1 του ν.3959/2011, η εναγομένη καθόριζε την τιμή μεταπώλησης των προϊόντων της, απαγόρευε τη διενέργεια παθητικών πωλήσεων, καθόσον διαιρούσε την ελληνική αγορά σε περιοχές με απόλυτη εδαφική προστασία και δεν επέτρεπε στο διανομέα μιας περιοχής να κάνει πωλήσεις σε άλλην, πλην της δικής του, ενώ και οι υπάρχουσες στη σύμβαση ρήτρες αποκλειστικής προμήθειας, περί μη ανταγωνισμού και απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών από κράτη-μέλη παραβίαζε ομοίως την πιο πάνω διάταξη.

Με βάση το ιστορικό αυτό, και εκθέτοντας το ποσό τζίρου και προμηθειών, που αποκόμιζε από το έτος 1995 μέχρι το έτος 2011, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει: α) το ποσό των 18.012,57 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, αφού, εάν η εναγόμενη δεν προέβαινε στην παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης, με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα προμήθευε τους πελάτες του με προϊόντα της εναγόμενης για έξι επιπλέον μήνες και ως εκ τούτου απώλεσε διαφυγόντα κέρδη έξι (6) μηνών, β) το ποσό των 44.134,36 ευρώ, ως αποζημίωση κατ' άρθρα 9 παρ.1 π.δ 219/1991 και 14 παρ.4 του ν.3557/2007, με το νόμιμο τόκο από την 30-6-2012 (λύση της σύμβασης), άλλως από την 28-7- 2012 (επομένη επίδοσης της από 10-7-2012 εξώδικης δήλωσής του), άλλως από την επίδοση της αγωγής και γ) το ποσό των 10.000 ευρώ, όπως αυτό νόμιμα και παραδεκτά περιορίστηκε, για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης από τις γενόμενες αδικοπραξίες σε βάρος του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ'αριθμ.6822/2014 απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην παράβαση του άρθρου 1 ν.3959/2011, καθώς ομοίως και το αίτημα για τοκοδοσία της αποζημίωσης πελατείας από τη λύση της σύμβασης, ακολούθως την απέρριψε στην ουσία της ως προς όλες τις βάσεις της.

Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων, με την από 10.1.2015 έφεσή του, επικαλούμενος λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, καθώς και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 836/2017 απόφασή του, με την οποία απέρριψε, κατ' ουσίαν, την έφεση.

Στη συνέχεια, ο ενάγων - εκκαλών - αναιρεσείων, άσκησε την από 23.3.2018 αίτηση αναιρέσεως, κατά της εναγομένης - εφεσίβλητης - αναιρεσίβλητης. Επί της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 778/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγιναν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος τους, που αφορούσαν στην απόρριψη των λόγων της εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και αναιρέθηκε στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της εκ πλαγίου παραβιάσεως, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 9 παρ.3α σε συνδυασμό με τα άρθρα 9 παρ.1 στοιχ.α και γ,4 παρ.2 π.δ. 219/1991 και 288 ΑΚ.

Παραπέμφθηκε, δε, η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Ακολούθως δε, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1814/2022 οριστική απόφασή του, με την οποία η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, έγινε δεκτή κατ'ουσία και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 67.146,92 ευρώ νομιμοτόκως.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα (εναγομένη), νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), η κρινόμενη, από 2-9-2022, αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. H σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ενεργώντας δηλαδή ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.

Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός υποχρεώνεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 710/2023,ΑΠ 533/2022, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/2018).

Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, διαφοροποιείται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομοθετική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καθόσον στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του Π.Δ. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018).Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3, 4 και 8 του ως άνω π.δ./τος, όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, οποιοσδήποτε των συμβαλλομένων μπορεί να την καταγγείλει, ελευθέρως, χωρίς αιτιολογία, με την τήρηση, όμως, ορισμένης προθεσμίας, που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών.

Σε περίπτωση καταγγελίας, χωρίς την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 8 παρ. 4 του ως άνω π.δ/τος, ο διανομέας δικαιούται, κατ' άρθρο 9 παρ. 1γ' του ως άνω π.δ/τος, πλην της αποζημίωσης πελατείας και ανόρθωση κάθε περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη, όπως ορίζεται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και, συνεπώς και αποζημίωση από τα διαφυγόντα κέρδη που θα αποκόμιζε, αν εξακολουθούσε η σύμβαση, όχι, όμως, για όσο χρονικό διάστημα ανέμενε να διαρκέσει η σύμβαση, αλλά μόνο για το χρονικό μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της.

Κατά την παρ. 8 του άρθρου 8, η σύμβαση μπορεί να καταγγελθεί και κατά πάντα χρόνο, χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών, στην περίπτωση που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και στην περίπτωση έκτακτων περιστάσεων. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3 α' του π.δ./τος 219/1991, δεν οφείλεται η κατά τα ανωτέρω αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, εφόσον ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση και μάλιστα κατά πάντα χρόνο, λόγω υπαιτιότητας του διανομέα.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου ή αντίστοιχα του αποκλειστικού διανομέα, όταν εφαρμόζονται αναλόγως και στην σύμβαση αποκλειστικής διανομής οι διατάξεις του π.δ./τος 219/1991, όπως προαναφέρθηκε, με την οποία αγωγή ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ./τος προβλεπόμενη, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, αποζημίωση πελατείας ή αποζημίωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ, ο εντολέας ή αντιστοίχως ο παραγωγός μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ` ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που ο αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία).

Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπέρβασης των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του ΑΚ γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1135/2019).

Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτήν όρους (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 778/2019, ΑΠ 1317/2018).

Τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία καθώς και την υπαιτιότητα του διανομέα, δικαιούται να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που κατήγγειλε τη σύμβαση και βαρύνεται με την υποχρέωση αποζημίωσης. Η κατά τις ανωτέρω διατάξεις τακτική εκ μέρους του αντιπροσωπευόμενου καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία, δεν συνεπάγεται γι` αυτόν επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική, κατά το άρθρ. 281 του Α.Κ., άσκηση του δικαιώματός του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση, δηλαδή, της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ (ΑΠ 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη, εξ αιτίας της καταγγελίας, ζημία ή και ηθική βλάβη.

Αντίθετα, μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία, χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί, ωστόσο, για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 979/2014, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 390/2004).

Η καταγγελία, πάντως, δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου του εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 του ΑΚ) καλόπιστης απ` αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12/2004, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 683/2010).

Το άρθρο 9 παρ. 3 στοιχ. α`, ως εξαίρεση από τον κανόνα της αξιώσεως του εμπορικού αντιπροσώπου ή του αποκλειστικού διανομέα για την καταβολή αποζημιώσεως πελατείας ή αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις του ΑΚ, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά (ΔΕΚ, απόφαση τη 28.10.2010, υπόθ. C-203/09 "...) και επομένως να εφαρμόζεται σε σοβαρές μόνον παραβάσεις.

Κατά τον ουσιαστικό έλεγχο της σπουδαιότητας και του ουσιώδους της προβαλλόμενης από τον εντολέα παραβίασης, επί της οποίας θεμελιώνει τον σπουδαίο λόγο της έκτακτης καταγγελίας, εκτιμάται πλην άλλων και το μέγεθος της βλάβης που επήλθε ή θα επέλθει στον καταγγέλλοντα μέχρι τη λήξη της προθεσμίας για την προμήνυση της τακτικής καταγγελίας του άρθρου 8 του ίδιου π.δ./τος, η οποία είναι δικαίωμα του εντολέα, δεν απαιτεί αιτιολογία και δεν συνεπάγεται γι` αυτόν επιζήμιες συνέπειες (ΑΠ 778/2019, ΑΠ 533/2016).

Στοιχείο επίσης, που λαμβάνεται υπόψη για τη σοβαρότητα της παραβίασης, είναι και η έρευνα του κατά πόσο θα αρκούσε για την αποκατάσταση της διαταράξεως η, προηγούμενη της καταγγελίας, παροχή εύλογης προθεσμίας στον αντιπρόσωπο ή αποκλειστικό διανομέα προς συμμόρφωση ή άρση της παραβίασης με την απειλή -αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη- έκτακτης καταγγελίας.

Ωστόσο, η προηγούμενη παροχή της ως άνω προθεσμίας, δεν αποτελεί στοιχείο (προϋπόθεση) για την κατάφαση του δικαιώματος της έκτακτης καταγγελίας, αφού δεν αξιώνεται από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 α' του π.δ.219/1991 ως όρος γενέσεως του παρεχόμενου δικαιώματος, αλλά συνιστά αμυντικό μη αυτοτελή ισχυρισμό (αιτιολογημένη άρνηση) του ενάγοντος αντιπροσώπου ή αποκλειστικού διανομέα κατά της ενστάσεως του εναγομένου εντολέα περί συνδρομής των όρων και ασκήσεως της άνω έκτακτης καταγγελίας, υπό την έννοια ότι η παραβίαση είναι επουσιώδης και θα αρκούσε, αντί της άμεσης καταγγελίας, το μέτρο αυτό (ΑΠ 1814/2022, ΑΠ 778/2019).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του ανωτέρω π.δ. 219/1991 "Ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει κατά την διάρκεια των σχέσεών του με τον εμπορικό αντιπρόσωπο να δρα νόμιμα, με βάση την καλή πίστη. Ιδιαίτερα ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει: α) Να θέτει στην διάθεση του εμπορικού αντιπροσώπου τα αναγκαία πληροφοριακά έγγραφα, που αφορούν τα εμπορεύματα περί των οποίων εκάστοτε πρόκειται, β) να παρέχει στον εμπορικό αντιπρόσωπο τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτέλεση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ιδίως να ειδοποιεί τον εμπορικό αντιπρόσωπο, μέσα σε εύλογη προθεσμία, μόλις προβλέψει ότι ο όγκος των εμπορικών πράξεων θα είναι αισθητά μικρότερος από εκείνον που ο αντιπρόσωπος θα έπρεπε να αναμένει κανονικά", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ "Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".

Ως καλή πίστη νοείται η ευθύτητα και η εντιμότητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές και υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης, η διάταξη δε αυτή του άρθρου 288 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν είναι δυνατή η εκ των προτέρων παραίτηση από αυτήν (ΑΠ 495/2021, ΑΠ 334/2015).

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. 4.

Με το πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ.19), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και 8 παρ.8 και 9 παρ.3 στοιχ. α' του π.δ. 219/1991,δεχόμενο εσφαλμένα ότι δεν συνέτρεξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της επίδικης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου εκ μέρους της αναιρεσείουσας - εναγομένης, απορρίπτοντας την σχετική ένσταση αυτής και κάνοντας δεκτή την ένδικη αγωγή.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη-και ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα) είναι ανώνυμη εταιρεία, που δραστηριοποιείται κατά κύριο και σύνηθες αντικείμενο στην παραγωγή και εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων.

Το έτος 1995 κατάρτισε με τον ενάγοντα-και ήδη εκκαλούντα (αναιρεσίβλητο), ατύπως, σύμβαση αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την κατ' αποκλειστικότητα διανομή και διάθεση των γαλακτοκομικών της προϊόντων και χυμών σε ορισμένη κάθε φορά περιφέρεια του νομού Αττικής. Ειδικότερα, ο ενάγων αρχικά δραστηριοποιήθηκε στις περιοχές … ...

και ... από το έτος 2003 στις περιοχές ..., ..., ..., ... από το έτος 2010 στις περιοχές ... και μέρους ... και από τον Απρίλιο του 2012 στις περιοχές του ... ήτοι ..., ... και στη .... Κατά την ως άνω σύμβαση, ο ενάγων είχε συμφωνήσει να διανέμει τα προϊόντα της εναγόμενης με ιδιόκτητο αυτοκίνητο ψυγείο ιδιωτικής χρήσης, που έφερε τα χρώματα και τα σήματα της εναγόμενης και απασχολούσε ένα βοηθό.

Προς τούτο λάμβανε καθημερινά το φορτηγό αυτοκίνητό του από τις εγκαταστάσεις της εναγόμενης στην ..., που η τελευταία είχε εφοδιάσει με προϊόντα της, η ποσότητα και το είδος των οποίων προσδιοριζόταν την προηγούμενη ημέρα από τον ενάγοντα, ανάλογα με τις διαπιστωμένες από τον ίδιο ανάγκες των σημείων πώλησης που ο ίδιος εξυπηρετούσε.

Ο ίδιος αγόραζε από την εναγόμενη τα προς διανομή προϊόντα, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε στο όνομα και για λογαριασμό του σε πελάτες λιανικής πώλησης, που του υποδείκνυε η εναγόμενη ή έβρισκε ο ίδιος. Η αμοιβή του ανερχόταν σε ποσοστό 12% επί της καθαρής αξίας κάθε τιμολογίου τοις μετρητοίς, ενώ για τις πωλήσεις σε σούπερ μάρκετ το ποσοστό ήταν 6%.

Μετά το πέρας κάθε ημερήσιου δρομολογίου, ο ενάγων επέστρεφε το φορτηγό αυτοκίνητό του στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, προκειμένου αυτό να φορτωθεί με τα προς πώληση προϊόντα της επόμενης ημέρας. Παράλληλα, απέδιδε καθημερινά στην εναγομένη λογαριασμό για τις ημερήσιες διανομές και τις εισπράξεις τις μετρητοίς από την πώληση των προϊόντων.

Ο ενάγων είχε υποχρέωση να διακινεί τα προϊόντα της εναγομένης αποκλειστικά μόνο μέσα στα όρια της περιοχής, που του είχε ανατεθεί και να μην συνεργάζεται με ανταγωνιστές της. Έτσι, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ως άνω άτυπης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, ήταν τα εξής: α) ο ενάγων προμηθευόταν κατ' αποκλειστικότητα τα προϊόντα της εναγομένης, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε σε τρίτους πελάτες, στο όνομά του και για λογαριασμό του, β) ο ίδιος ήταν, σε σχέση με την εναγομένη, ανεξάρτητος επαγγελματίας, με δική του υποδομή, φέροντας το βάρος των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησής του, ενταγμένος στο δίκτυο της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης για την προώθηση των προϊόντων της, γ) τελούσε σε έντονη επιχειρηματική εξάρτηση από την τελευταία, η οποία καθόριζε το δρομολόγιο και το πελατολόγιό του, την ανώτατη τιμή μεταπώλησης των προϊόντων και το ποσοστό αμοιβής του, δ) συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, μεριμνώντας για την εξεύρεση νέων πελατών, ε) είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται την εναγομένη, στ) το πελατολόγιό του ήταν σε γνώση της εναγομένης, καθόσον αυτή προσδιόριζε τα σημεία λιανικής πώλησης, και ζ) η αμοιβή του καθοριζόταν σε ποσοστό επί των πωλήσεων.

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, η ένδικη σύμβαση φέρει το χαρακτήρα σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη με την από 28-6-2012 εξώδικη δήλωση- καταγγελία, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 29-6-2012, κατάγγειλε τη σύμβαση, διότι στις 22-6-12 ο προϊστάμενος αποθήκης αντιλήφθηκε τον ενάγοντα να αφαιρεί παράνομα και αντισυμβατικά από τον χώρο της αποθήκης έξι (6) τεμάχια του προϊόντος "...", συσκευασίας εκάστου του ενός λίτρου, τα οποία στη συνέχεια και κατόπιν απογραφής στον ψυκτικό θάλαμο του φορτηγού του ενάγοντα, που έγινε παρουσία του ιδίου και του Επιθεωρητή πωλήσεων Αττικής της εναγομένης Ν.

Κ., ανευρέθησαν σε ιδιαίτερο σημείο του θαλάμου μακριά από τα όμοιά τους. Το περιστατικό της αφαίρεσης των ως άνω προϊόντων αποδεικνύεται βάσιμο από την ένορκη βεβαίωση του Ν. Κ., υπευθύνου αποθήκης της εναγομένης, ο οποίος ήταν αυτός που είδε τον ενάγοντα να αφαιρεί τα προϊόντα, καθώς και από την ένορκη κατάθεση του ως άνω επιθεωρητή πωλήσεων Ν.Κ.

που συμμετείχε στην απογραφή στον ψυκτικό θάλαμο του φορτηγού του ενάγοντος. Αντίθετα, η κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, δεν εισφέρει ουσιώδη στοιχεία στο εν λόγω περιστατικό, αφού η γνώση του βασίζεται στις διηγήσεις του ενάγοντος και του βοηθού του, χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς έγινε.

Επίσης, μη πειστική τυγχάνει η κατάθεση του μάρτυρα και βοηθού του ενάγοντα, Π. Τ., ο οποίος καταθέτει ότι ήταν αυτός που ζήτησε και πήρε από τον υπεύθυνο αποθήκης την άδεια για την αντικατάσταση 6 τεμαχίων του ως άνω προϊόντος, επειδή ήταν χτυπημένα, στην συνέχεια, όμως, όλως ασαφώς καταθέτει ότι "δεν γνωρίζω εάν τα πήρα ή μπερδεύτηκαν με το νέο εμπόρευμα που φορτώθηκε".

Η εναγόμενη επικαλούμενη σοβαρή και ουσιώδη παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντα προχώρησε στην ένδικη από 28-6-2012 έκτακτη καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Όμως, η ως άνω συμπεριφορά του ενάγοντα, ήτοι η χωρίς άδεια κτήση 6 κυτίων γάλακτος του 1 λίτρου έκαστο, δεν δικαιολογεί, εν προκειμένω, την έκτακτη καταγγελία λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, λαμβανομένων υπόψη τόσο ότι η βλάβη που υπέστη η εναγόμενη από την ως άνω πράξη του ενάγοντα, ως προς την έκτασή της, δεν υπερβαίνει το ποσό των 11 ευρώ ως αξία των αφαιρεθέντων κυτίων (όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας της ενάγουσας), όπως και της καλής και αδιάλειπτης συνεργασίας των μερών από δεκαεπτά (17) χρόνια.

Αντίθετα, ο ενάγων βρέθηκε ξαφνικά χωρίς εργασία, έχοντας ανειλημμένες υποχρεώσεις, τουλάχιστον ως προς την πενταμελή οικογένεια του, καθιστώντας το μέτρο της έκτακτης καταγγελίας εξαιρετικά δυσμενές γιαυτόν, ενώ η εναγόμενη θα μπορούσε να τον καλέσει να συμμορφωθεί προς τις συμβατικές υποχρεώσεις του απέναντι της, παρέχοντας σ' αυτόν προθεσμία προς συμμόρφωση, η άπρακτη πάροδος της οποίας, θα οδηγούσε, ακολούθως, είτε σε έκτακτη καταγγελία είτε σε τακτική αυτής με προμήνυση προ έξι (6) μηνών.

Εξάλλου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε προβεί και στο παρελθόν σε ανάλογες ενέργειες, ήτοι παράνομη αφαίρεση προϊόντων, ή σε άλλες αντισυμβατικές πράξεις απέναντι στην εναγόμενη. Η τελευταία, με την από 28-6-2012 έκτακτη καταγγελία της ουδέν σχετικό μνημονεύει περί επανειλημμένης αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντα που καθιστούσε, περαιτέρω, μη ανεκτή την εξακολούθηση της συνεργασίας τους και μάλιστα χωρίς την παροχή προμήνυσης έξι μηνών, ως είχε δικαίωμα (άρθρο 8 παρ.4 π.δ 219/1991).

Ο ισχυρισμός της, στην από 3-9-2012 εξώδικη απάντησή της προς τον ενάγοντα, που του προσάπτει ότι "με βάση τις καταστάσεις του τμήματος πιστωτικού ελέγχου προκύπτει... σχεδόν κάθε μήνα έλλειμμα κατά την μηνιαία απογραφή...", δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον μάλιστα δεν προσκομίστηκαν οι σχετικές καταστάσεις πιστωτικού ελέγχου, ενώ σε κάθε περίπτωση, όπως καταθέτουν αμφότεροι οι μάρτυρες του ενάγοντα Π.

Τ., στην υπ' αριθμ. 5894/2014 ένορκη βεβαίωσή του και Ν. Τ., επίσης διανομέας της εναγόμενης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κάθε μήνα υπήρχε έλεγχος και απογραφή αναφορικά με τις διανομές των προϊόντων, σε περίπτωση, δε, πλεονάσματος, τα προϊόντα επιστρέφονταν στην εταιρεία, ενώ τα ελλείμματα τα χρεώνονταν οι διανομείς και τα πλήρωναν.

Αναφορικά δε, με την μαρτυρική κατάθεση του Γ. Ξ., επιθεωρητή πωλήσεων της εναγομένης, πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν κρίνεται πειστική αναφορικά με την αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά του ενάγοντα και στο παρελθόν και την δημιουργία προβλημάτων στην εναγόμενη εταιρεία, αφού αυτά περιγράφονται αορίστως και εάν πράγματι ελάμβαναν χώρα επανειλημμένα περιστατικά απώλειας προϊόντων και πριν από το ένδικο συμβάν, η εναγομένη θα είχε προχωρήσει σε καταγγελία της σύμβασης με προμήνυση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, ενώ δεν αποδείχθηκαν το ύψος και η έκταση αυτών των ελλειμμάτων, προκειμένου το Δικαστήριο να κρίνει εάν αυτά δικαιολογούνται και βρίσκονται εντός του πλαισίου της συνήθους πρακτικής σε πλαίσια της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε σύγκριση και με άλλους προμηθευτές της εναγόμενης, ή βρίσκονται εκτός της συνήθους και θεμιτής απόκλισης και δημιουργούν σοβαρές υπόνοιες αντισυμβατικής και παράνομης συμπεριφοράς που συνιστά σπουδαίο λόγο για την έκτακτη καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι η βλάβη που υπέστη η εναγόμενη από την συμπεριφορά του ενάγοντος ήταν τόσο μεγάλη σε έκταση που οδήγησε σε διακοπή της συνεργασίας με πελάτες της, ή προκάλεσε βλάβη στη φήμη της και στο σύστημα διανομής της, που καθιστούσε αδύνατη την αντιμετώπιση του προβλήματος που δημιουργήθηκε με τον ενάγοντα με ηπιότερα μέσα, ήτοι με την παροχή προθεσμίας προς συμμόρφωση με την απειλή, εάν η προθεσμία παρερχόταν άπρακτη, έκτακτης καταγγελίας ή τακτικής με προμήνυση προ έξι (6) μηνών, η οποία, όπως ελέχθη είναι δικαίωμα του εντολέα, δεν θα απαιτούσε αιτιολογία και δεν θα συνεπαγόταν επιζήμιες γιαυτόν συνέπειες.

Συνεπώς, το ως άνω περιστατικό, κατόπιν σταθμίσεως των εκατέρωθεν συμφερόντων των μερών, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, δεν συνιστά σπουδαίο λόγο, που καθιστά κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη μη ανεκτή τη διατήρηση της σύμβασης για την καταγγέλουσα εταιρεία...Ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε η συνδρομή σπουδαίου λόγου που συνέτρεξε στο πρόσωπο του ενάγοντα και οδήγησε την εναγόμενη να καταγγείλει την μεταξύ τους σύμβαση επικαλούμενη υπαιτιότητα αυτού (έκτακτη καταγγελία), απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της σχετικής νόμιμης ένστασης της εναγόμενης, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 9 παρ.3 στοιχ.

α' του Π.Δ 219.1991. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η καταγγελία, που επέφερε τη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, υπό τις ανωτέρω εκτιθέμενες περιστάσεις, είναι δικαιολογημένη, καθώς οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενάγοντος που συνιστά σπουδαίο λόγο και ως εκ τούτου δικαιολογείται αυτή χωρίς την τήρηση προθεσμίας (έκτακτη καταγγελία), έσφαλε ως προς την κρίση του αυτή.

Ακολούθως, αφού απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από την εκκαλουμένη που έκρινε ότι πράγματι έλαβε χώρα η παράνομη αφαίρεση από αυτόν των έξι (6) κυτίων γάλα, την οποία ο ίδιος αρνείται, στη συνέχεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος σχετικός λόγος της υπό κρίση έφεσης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, αναφορικά με την συνδρομή σπουδαίου λόγου στο πρόσωπο του εκκαλούντος, που οδήγησε την εφεσίβλητη στην έκτακτη καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης αποκλειστικής διανομής και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη...".Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 9 παρ.3α',8 παρ.8 του π.δ./τος 219/1991, 288, 281 του ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο ότι η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου αφαίρεση από την αποθήκη της αναιρεσείουσας έξι τεμαχίων του προϊόντος ...

δεν συνιστά σπουδαίο λόγο που καθιστά κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη μη ανεκτή τη διατήρηση της συμβάσεως για την καταγγέλουσα εταιρεία-αναιρεσείουσα. Και τούτο διότι, ενώ, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, μεταξύ των διαδίκων υπήρχε μακροχρόνια συνεργασία από το έτος 1995 (άτυπη σύμβαση αποκλειστικής διανομής) και στις 22-6-2012 ο προϊστάμενος της αποθήκης αντελήφθη τον αναιρεσίβλητο να αφαιρεί παράνομα και αντισυμβατικά από τον χώρο της αποθήκης έξι(6) τεμάχια του προϊόντος ..., του ενός λίτρου έκαστο, τα οποία στη συνέχεια ανευρέθησαν εντός του ψυκτικού θαλάμου του φορτηγού αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου, κατέληξε στο πόρισμα ότι η ως άνω συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου δεν δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία της επίδικης συμβάσεως λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, λαμβανομένων υπόψη της βλάβης της αναιρεσείουσας, η οποία δεν υπερβαίνει το ποσό των 11 ευρώ (αξία αφαιρεθέντων προϊόντων) και της μακρόχρονης συνεργασίας των διαδίκων.

Όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, στα πλαίσια της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, ως εν προκειμένω, ο αποκλειστικός διανομέας οφείλει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την καλή πίστη, δηλαδή με ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, σε περίπτωση δε αθετήσεως εκ μέρους του ουσιώδους υποχρεώσεώς του που καθιστά μη ανεκτή για τον αντιπροσωπευόμενο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως, τη συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λύση της, συντρέχει σπουδαίος λόγος καταγγελίας της συμβάσεως, όπως στην προκείμενη περίπτωση, που ο αναιρεσίβλητος, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενήργησε παράνομα και αντισυμβατικά, αφαιρώντας από την αποθήκη της αναιρεσείουσας τα ως άνω προϊόντα, παραβιάζοντας τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, διαψεύδοντας την εμπιστοσύνη της αναιρεσείουσας προς το πρόσωπό του ένεκα της μακρόχρονης συνεργασίας τους και καθιστώντας μη ανεκτή τη συνέχιση της συμβάσεως για την αναιρεσείουσα.

Επομένως, το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως.

Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω αναιρετικού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου. 5. Από το συνδυασμό των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δε γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την υπόθεση, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παραγράφου 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παρ.1β ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ.2 και 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο το άρθρο 524 παρ.1β ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί δηλαδή να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσον της αίτησης αναίρεσης όσον και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 522/2023, ΑΠ 755/2022,ΑΠ 1238/2021, ΑΠ 1196/2020).

Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον αναιρείται η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.1814/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε μετά από αναίρεση της προηγούμενης υπ'αριθμ.836/2017 αποφάσεώς του, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα θα επιδικασθούν από το παρόν Δικαστήριο με την απόφαση που θα εκδοθεί μετά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –

Αναιρεί την υπ'αριθμ.1814/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση της υποθέσεως, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

-Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε απ` αυτήν.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ