Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court correctly limited review to claimed damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of First Instance's final judgment regarding lease damages. The appellants argued for a broader review of rent reduction issues, but the Court held that the lower court was correct to limit its examination strictly to the specific claim for deposit damages. Consequently, the Court found no grounds to overturn the decision as it did not exceed the scope of the original request.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553 § 1, 564 § 3, 577 §§ 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must limit its review to the specific claims made by the appellant and cannot examine issues not raised in the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1945 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1945/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Α. του Θ. και 2) Ι. Α. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Μυλωνά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ - ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ", που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουλουριώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1355/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1485/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-10-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17/10/2021 (αριθμός κατάθεσης 8073/1008/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1485/17.3.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από μίσθωση (άρθρα 591 και 614 § 1 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 19/10/2021, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (17/3/2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1485/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι αναιρεσείοντες, με την από 27/12/2017 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως συνεκμισθωτές του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου, ζήτησαν, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου, που παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, να καταβάλει το ποσό των 1.024.432,72 ευρώ, στον καθένα από αυτούς, ως αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος, συνιστάμενο στη διαφορά μεταξύ του μισθώματος που κατέβαλε σ' αυτούς, ως αποζημίωση χρήσης, και του μεγαλύτερου μισθώματος, που αυτοί θα επιτύγχαναν με την εκμίσθωση του ακινήτου σε άλλον μισθωτή, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2011 έως 27/12/2017, άλλως, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1355/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, α) η από 11/9/2018 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων και β) η από 29/10/2018 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1485/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσία την από 29/10/2018 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, δέχθηκε κατ' ουσία την από 11/9/2018 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη.
Κατά το άρθρο 599 § 1 ΑΚ ο μισθωτής, κατά τη λήξη της μίσθωσης, έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε, ενώ κατά το άρθρο 601 του ίδιου Κώδικα, ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή, χωρίς να ερευνάται αν o εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης της χρήσης του μισθίου.
Παράνομη παρακράτηση είναι η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση. Ως συμφωνημένο μίσθωμα, για τον υπολογισμό της εν λόγω αποζημίωσης, νοείται το οφειλόμενο κατά το χρόνο λήξης της μίσθωσης (ΑΠ1172/2023, ΑΠ 1439/2021, ΑΠ 1653/2014, ΑΠ 229/2012, ΑΠ 22/2012). Εκτός των ανωτέρω, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (ΑΚ 343 επ. 335) και των θετικών παραβάσεων της σύμβασης (ΑΚ 343 επ. 335), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται και την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί.
Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ, αποκαθίσταται και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο, που θα αποκόμιζε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη (κανονική) πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης. Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο, ως "αποζημίωση χρήσης", μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής, εκμισθώνοντας σε άλλον το μίσθιο (ΑΠ634/2024, ΑΠ1172/2023, ΑΠ1971/2021, ΑΠ808/2021, ΑΠ199/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ενώ, κατά το άρθρο 536 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσία, μπορεί να εκδώσει απόφαση δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς την άσκηση από τον εφεσίβλητο (αντίθετης) δικής του έφεσης ή αντέφεσης.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα κεφάλαια" και ότι ως προς τα "κεφάλαια" αυτά (τα οποία μεταβιβάζονται ολόκληρα αδιαιρέτως στο εφετείο), μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει στην εκ του άρθρου 536 του ΚΠολΔ αρχή της "μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος" (ΑΠ24/2025, ΑΠ1789/2024, ΑΠ1055/2021, ΑΠ1290/2019, ΑΠ579/2018). "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης (ΑΠ1055/2021, ΑΠ1290/2019, ΑΠ579/2018).
Αν εξετασθούν σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προτάθηκαν με λόγο έφεσης ή αντέφεσης και μεταρρυθμισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν. Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης.
Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης (ΑΠ1055/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 344/2015, 1255/2009).
Δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ261/2022, ΑΠ376/2022, ΑΠ163/2022, ΑΠ98/2020), ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ242/2023, ΑΠ376/2022, ΑΠ163/2022, ΑΠ827/2020, ΑΠ760/2020, ΑΠ633/2019).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ14/2004, ΑΠ500/2024, ΑΠ1798/2023, ΑΠ376/2022, ΑΠ261/2022, ΑΠ7/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 872/2020).
Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει, μεταξύ άλλων, α) να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται για την πληρότητα των αιτιολογιών και β) να παρατίθενται οι πλήρεις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές ΑΠ184/2024, ΑΠ1722/2023, ΑΠ1230/2023, ΑΠ309/2023, ΑΠ808/2023, ΑΠ1141/2022, ΑΠ972/2022, ΑΠ662/2021).
Με τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ευθέως ή εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ687/2024, ΑΠ549/2022, ΑΠ1217/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "14. Με το από 5-11-1977 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο Θ. Α., πατέρας των εναγόντων και δικαιοπάροχος αυτών, εκμίσθωσε στο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον τότε Οικονομικό Έφορο Δημόσιων Κτημάτων Αθηνών, ένα ακίνητο που βρίσκεται στην Αργυρούπολη Αττικής, στην οδό ...
και αποτελείται από πιλοτή, ισόγειο όροφο και τρεις πάνω από το ισόγειο ορόφους, συνολικής ωφέλιμης επιφάνειας 548 τετραγωνικών μέτρων, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση δημόσιου εκπαιδευτηρίου και συγκεκριμένα της ΙΗ' Δημόσιας Μέσης Τεχνικής Σχολής Αθηνών, για χρονικό διάστημα έξι ετών και με μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 55.000 δραχμών, μετά δε τη λήξη του συμβατικού της χρόνου, η διάρκεια της μίσθωσης παρατάθηκε αναγκαστικά.
Στη συνέχεια, στις 30-1-1998 καταρτίστηκε ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της Α. χήρας Θ. Α., μητέρας των εναγόντων και των εναγόντων, ως συνεκμισθωτών και του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου με την επωνυμία "Νομαρχία Αθηνών", ως μισθωτή, εκπροσωπούμενου από τον τότε Νομάρχη Αθηνών, με το οποίο οι ενάγοντες και η μητέρα τους συνεκμίσθωσαν στη Νομαρχία Αθηνών το προαναφερόμενο ακίνητο, αποτελούμενο από ισόγειο όροφο, πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο πάνω από το ισόγειο ορόφους, συνολικής επιφάνειας 850 τετραγωνικών μέτρων, καθώς και υπόγειο χώρο που στεγάζει το λεβητοστάσιο και την αποθήκη, επιφάνειας 30 τετραγωνικών μέτρων, ενώ διαθέτει και αύλειο χώρο, επιφάνειας 308 τετραγωνικών μέτρων, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση δημόσιου εκπαιδευτηρίου και συγκεκριμένα του 5ου Σχολείου Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΣΕΚ) Αργυρούπολης (ήδη δε, 2° ΣΕΚ Αργυρούπολης - κτήριο Β').
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εννεαετής από την υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής από την αρμόδια επιτροπή και ρητά συμφωνήθηκε ότι μετά τη λήξη της ο μισθωτής υποχρεούται να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή στην κατάσταση που το παρέλαβε, χωρίς αντίρρηση και χωρίς άλλη ειδοποίηση, ενώ αποκλείστηκε η σιωπηρή αναμίσθωση ή παράταση του χρόνου της μίσθωσης.
Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 1.300.000 δραχμών για τα δύο πρώτα έτη, αναπροσαρμοζόμενο για τα επόμενα έτη με βάση τον επίσημο τιμάριθμο που θα εκδιδόταν κάθε φορά από την Τράπεζα της Ελλάδος για το προηγούμενο έτος, δηλαδή με το 100% του ετήσιου τιμαρίθμου του προηγούμενου της αναπροσαρμογής έτους, υπολογιζόμενης της αναπροσαρμογής αυτής κάθε φορά στο μίσθωμα του προηγούμενου αυτής (αναπροσαρμογής) έτους, ενώ οι εκμισθωτές ορίστηκε ότι βαρύνονται με τις κρατήσεις που προβλέπουν οι νόμοι που ίσχυαν, για Μ.Τ.Π.Υ.
ή για άλλα Ταμεία και Οργανισμούς, καθώς και με το τέλος χαρτοσήμου (σε ποσοστό 3,072% κατά το χρόνο εκείνο). Στις 10-5-2010 απεβίωσε η μητέρα των εναγόντων και κληρονομήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής από τους ενάγοντες, ως μοναδικά τέκνα αυτής, οι οποίοι έκτοτε υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση, στη θέση της μητέρας τους.
Μετά τη λήξη του συμβατικού της χρόνου, η διάρκεια της μίσθωσης παρατάθηκε αναγκαστικά μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα ετών από την έναρξή της και ειδικότερα μέχρι τις 31-1-2010 (άρθρα 240, 241 και 243 παρ. 3 του ΑΚ), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ/τος 34/1995, η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι το μίσθιο χρησιμοποιείται για τη στέγαση εκπαιδευτηρίου και επομένως εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.
β του π.δ/τος αυτού. Η Νομαρχία Αθηνών και μετά την ημερομηνία αυτή (31-1-2010) εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο, χωρίς να έχει δικαίωμα προς τούτο που να παρέχεται σ' αυτήν από το νόμο, τη σύμβαση ή από δικαστική απόφαση και εξακολούθησε επίσης να καταβάλλει κάθε μήνα ως αποζημίωση για τη χρήση του, το ποσό που αντιστοιχούσε στο μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο εκείνο, ενώ προχώρησε αμέσως σε διακήρυξη δημοπρασίας μίσθωσης ακινήτου για τη μεταστέγαση του 2ου ΣΕΚ Αργυρούπολης, στην οποία δεν έλαβαν μέρος οι ενάγοντες και η οποία απέβη άκαρπη.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 94 του νόμου 3852/2010 "Πρόγραμμα Καλλικράτης" προστέθηκε στην αρμοδιότητα των Δήμων, μεταξύ άλλων και η μίσθωση ακινήτων για τη στέγαση δημόσιων σχολικών μονάδων, η στέγαση και συστέγαση αυτών κ.λπ. και με το άρθρο 49 παρ. 4 του νόμου 3943/2011 (με το οποίο προστέθηκαν εδάφια στο άρθρο 283 παρ. 2 του νόμου 3852/2010) ορίστηκε ότι οι Δήμοι και οι Περιφέρειες υπεισέρχονται αυτοδικαίως σε πάσης φύσεως υποχρεώσεις και δικαιώματα, εξαιρουμένων των εμπραγμάτων, που βάσει διατάξεων νόμων και κανονιστικών πράξεων συνδέονται με αρμοδιότητες που μεταφέρονται σ' αυτούς, ειδικότερα δε ότι από την άσκηση των μεταφερόμενων σ' αυτούς αρμοδιοτήτων υπεισέρχονται αυτοδικαίως στις συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων που είχαν συναφθεί για τη στέγαση των υπηρεσιών που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές, εφόσον οι οικείες υπηρεσίες εξακολουθούσαν να στεγάζονται στα μισθωμένα ακίνητα.
Ως εκ τούτου, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου (Δήμος Αργυρούπολης - Ελληνικού) από το νόμο υπεισήλθε (...), από την 1η-1-2011 στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μισθώτριας (Νομαρχίας Αθηνών) που απέρρεαν από την προαναφερόμενη σύμβαση μίσθωσης, στο πλαίσιο πλέον της μετενέργειας αυτής (...), εξακολούθησε και εξακολουθεί να προβαίνει σε ακώλυτη χρήση του μισθίου, σε κάθε περίπτωση μέχρι και το Δεκέμβριο του 2017 και να καταβάλλει στους ενάγοντες, ως αποζημίωση χρήσης, το συνολικό ποσό των 5.717,56 ευρώ το μήνα και στη συνέχεια, από την 1η-10-2012, κατ' εφαρμογή του νόμου 4081/2012, με τον οποίο καθιερώθηκε μαχητό τεκμήριο για τη μείωση των μισθωμάτων ακινήτων που είχε μισθώσει το Δημόσιο και οι φορείς του δημόσιου τομέα, μεταξύ των οποίων και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού για τη στέγαση υπηρεσιών τους (...) το ποσό των 4.588,17 ευρώ.
Για το ίδιο χρονικό διάστημα, οι ενάγοντες δικαιούνται, κατ' άρθρο 601 ΑΚ και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα (νομική) σκέψη που προηγήθηκε (με τον αριθμό 3), αποζημίωση για κάθε περαιτέρω ζημία από διαφυγόντα εισοδήματα, τα οποία συνίστανται στο μεγαλύτερο ποσό που θα μπορούσε -ενδεχομένως- να αποδειχθεί ότι προσδοκούσαν και είχαν τη δυνατότητα να επιτύχουν ως μίσθωμα με ελεύθερη διαπραγμάτευση, με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις, ιδίως δε, τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχαν λάβει προς τούτο. 15.
Το συγκεκριμένο μίσθιο οικοδομήθηκε με την οικοδομική άδεια με τον αριθμό 6713/1976 της Υπηρεσίας Πολεοδομίας Πειραιώς, επομένως δεν είναι καινούργιο αλλά ήδη αρκετά πεπαλαιωμένο, έχει την προαναφερόμενη επιφάνεια και βρίσκεται στο κέντρο του Δήμου Αργυρούπολης, στην οδό Δαβάκη, στην οποία φέρει τον οικοδομικό αριθμό 10 (πρώην 3), σε ελάχιστη απόσταση από την οδό Αργυρουπόλεως, η οποία είναι από τις κεντρικότερες οδούς του Δήμου και σε περιοχή που εξυπηρετείται από εμπορικά καταστήματα, καταστήματα Τραπεζών, Δημαρχείο (το οποίο βρίσκεται επίσης σε ελάχιστη απόσταση από το μίσθιο και ειδικότερα στη Λεωφόρο Κύπρου, η οποία είναι επίσης κεντρική οδική αρτηρία του Δήμου Αργυρούπολης), Υπηρεσία Δόμησης και συγκοινωνιακό δίκτυο (τέσσερις λεωφορειακές γραμμές και γραμμή μετρό), όπως προκύπτει από την τεχνική έκθεση της πολιτικού μηχανικού Κ.
Κ. Εάν ληφθούν υπόψη τα προαναφερόμενα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μισθίου, όπως επίσης και α) το πραγματικό γεγονός της συνήθους, αλλά και ραγδαίας, φθοράς που αναγκαία έχει υποστεί στη διαδρομή του χρόνου από τη συνεχή χρήση του ως εκπαιδευτηρίου από το έτος 1977 (για σαράντα συναπτά έτη μέχρι και την άσκηση της αγωγής), β) η περιορισμένη δυνατότητα να εκμισθωθεί, στην κατάσταση που αυτό έχει και βρίσκεται, και για άλλες εμπορικές ή επαγγελματικές χρήσεις εκτός από εκείνη του εκπαιδευτηρίου, δεδομένου άλλωστε ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι εκδηλώθηκε σχετικό ενδιαφέρον για την εκμίσθωσή του τα τελευταία δέκα έτη από οποιοδήποτε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ως ενδιαφερόμενο μελλοντικό μισθωτή, αλλά και γ) η πτωτική πορεία των μισθωτικών αξιών, λόγω της κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα σταθερά επιδεινούμενης οικονομικής κρίσης, κρίνεται ότι το μηνιαίο μίσθωμα που θα αποκόμιζαν οι ενάγοντες, εάν είχαν αποβάλει τον εναγόμενο από τη χρήση του μισθίου και είχαν επιδιώξει την εκμίσθωσή του με ελεύθερη διαπραγμάτευση, θα ήταν στην καλύτερη περίπτωση ίσο με τα προαναφερόμενα ποσά που ο εναγόμενος κατέβαλλε και εξακολουθεί να καταβάλλει ως αποζημίωση χρήσης (το ποσό των 5.717,56 ευρώ το μήνα από την 1η-1-2011 μέχρι και τις 30-9-2012 και το ποσό των 4.588,17 ευρώ, από την 1η-10-2012 μέχρι και το Δεκέμβριο του 2017).
Τούτο δε, διότι εξαιτίας της κλιμακούμενης οικονομικής κρίσης και της πτωτικής πορείας των μισθωτικών αξιών των ακινήτων, δεν θα ήταν εφικτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, η επωφελέστερη εκμίσθωσή του ακινήτου, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη ότι οι ενάγοντες σε καμία σχετική προπαρασκευαστική ενέργεια δεν είχαν προβεί κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες δεν επιμελήθηκαν ούτε καν για την αποβολή του εναγομένου από το μίσθιο, παρότι μπορούσαν να το πράξουν, χωρίς ανάγκη καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, αμέσως μετά τη λήξη της, ούτε ανάρτησαν στον έντυπο ή τον ηλεκτρονικό Τύπο σχετική αγγελία για την εκμίσθωσή του, ούτε ανέθεσαν την εκμίσθωσή του σε μεσιτικό γραφείο, ενώ δεν αποδεικνύεται, όπως αναφέρεται προηγουμένως, η επίδειξη πραγματικού ενδιαφέροντος από κάποιον τρίτο προς μίσθωση αυτού για οποιαδήποτε άλλη χρήση.
Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες εισέπρατταν αδιαμαρτύρητα, μέχρι και την άσκηση της αγωγής τους, δηλαδή για χρονικό διάστημα επτά ετών (από το 2011 μέχρι και το 2017) τα καταβαλλόμενα από τον εναγόμενο ποσά, ως αποζημίωση χρήσης, προδήλως διότι γνώριζαν και αποδέχονταν ότι δεν υπήρχε καμία ρεαλιστική δυνατότητα επίτευξης υψηλότερου μισθώματος.
Ο ισχυρισμός δε των εναγόντων ότι το γεγονός πως δεν έχουν αποβάλει τον εναγόμενο από τη χρήση του μισθίου οφείλεται στην κοινωνική ευαισθησία τους, δεν συνάδει με την εκ των υστέρων άσκηση της ένδικης αξίωσής τους για αποζημίωση χρήσης που ανέρχεται στο δυσθεώρητο ποσό 2.048.865,44 ευρώ για την επταετία 2011 - 2017.
16. Αντίθετο συμπέρασμα, σχετικά με τη δυνατότητα να επιτευχθεί υψηλότερο μίσθωμα με ελεύθερη διαπραγμάτευση, δεν συνάγεται από τα συγκριτικά στοιχεία που προσκομίζονται από τους ενάγοντες, τα οποία είναι απρόσφορα προς τούτο, δεδομένου ότι τα τέσσερα πρώτα από αυτά αφορούν μίσθια που εκμισθώνει ο εναγόμενος σε τρίτους, τα οποία είναι προσοδοφόρα αντικείμενα, προσφερόμενα για εκμετάλλευση και επομένως υψηλότερης μισθωτικής αξίας, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι και διαφορετικά κατ' είδος, χρήση, προορισμό, επιφάνεια, θέση και αξία από το μίσθιο, το πέμπτο από αυτά αφορά ακίνητο που μισθώνει άλλος οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης, σε περιοχή της Αττικής με διαφορετικά χαρακτηριστικά, το δε έκτο από αυτά παρουσιάζει μεν παρόμοια χαρακτηριστικά με αυτό (μίσθιο), πλην όμως το μίσθωμα γι' αυτό δεν επιτεύχθηκε με ελεύθερη διαπραγμάτευση, αλλά καθορίστηκε με δικαστική απόφαση, η οποία δεν δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο.
Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως ειδικότερα θα επισημανθεί στη συνέχεια, παρατηρείται ως κοινό χαρακτηριστικό η σταθερά φθίνουσα πορεία της μισθωτικής αξίας των ακινήτων, ιδίως μετά το έτος 2010 και στη συνέχεια. Ειδικότερα: 17. 1) Με την απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου με τον αριθμό 87/21-5-2019 καθορίστηκαν οι όροι διακήρυξης της δημοπρασίας για την εκμίσθωση ενός κλειστού χώρου αναψυκτηρίου που βρίσκεται στην πλατεία Ανεξαρτησίας στην Αργυρούπολη Αττικής, επιφάνειας 47,25 τετραγωνικών μέτρων και του υπαίθριου περιβάλλοντος χώρου αυτού, επιφάνειας 200,72 τετραγωνικών μέτρων, για έξι έτη και με μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 2.000 ευρώ, πλην όμως η μίσθωση αυτή αφορά όχι ακίνητο, αλλά προσοδοφόρο αντικείμενο, το οποίο δεν είναι ομοειδές με το μίσθιο, κατ' είδος, χρήση, προορισμό, επιφάνεια, θέση και αξία και κατά τούτο είναι απρόσφορο για σύγκριση με αυτό (μίσθιο), πέραν δε τούτου από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι η εκμίσθωση του ακινήτου αυτού τελικά υλοποιήθηκε. 18. 2) Με την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου με τον αριθμό ...-2019 εγκρίθηκε η απευθείας εκμίσθωση από τον εναγόμενο καταστήματος - ανθοπωλείου στο χώρο του Δημοτικού Κοιμητηρίου Αργυρούπολης και ο καθορισμός των όρων της διαδικασίας εκμίσθωσης, πλην όμως η μίσθωση αυτή αφορά όχι ακίνητο, αλλά προσοδοφόρο αντικείμενο, το οποίο δεν είναι ομοειδές με το μίσθιο, κατ' είδος, χρήση, προορισμό, επιφάνεια, θέση και αξία και κατά τούτο είναι απρόσφορο για σύγκριση με αυτό (μίσθιο), πέραν δε τούτου από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι η εκμίσθωση του ακινήτου αυτού τελικά υλοποιήθηκε. 19. 3) Με την απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου με τον αριθμό ...-2015 εγκρίθηκε η εκμίσθωση από τον εναγόμενο κυλικείου στο Δημοτικό Κοιμητήριο Αργυρούπολης, επιφάνειας 140,98 τετραγωνικών μέτρων (κυλικείο, κουζίνα, W.C.), για πέντε έτη και με μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 2.625 ευρώ, πλην όμως η μίσθωση αυτή αφορά όχι ακίνητο, αλλά προσοδοφόρο αντικείμενο, το οποίο δεν είναι ομοειδές με το μίσθιο, κατ' είδος, χρήση, προορισμό, επιφάνεια, θέση και αξία και κατά τούτο είναι απρόσφορο για σύγκριση με αυτό (μίσθιο). 20. 4) Με την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου με τον αριθμό ...-2017 εγκρίθηκε το αίτημα της μισθώτριας εταιρείας για την παράταση υφιστάμενης μίσθωσης πρατηρίου βενζίνης που βρίσκεται στις οδούς Αργυρούπολης και Γραβιάς στην Αργυρούπολη Αττικής, για δώδεκα έτη και με μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 4.150 ευρώ, πλην όμως η μίσθωση αυτή αφορά όχι ακίνητο, αλλά προσοδοφόρο αντικείμενο, το οποίο δεν είναι ομοειδές με το μίσθιο, κατ' είδος, χρήση, προορισμό, επιφάνεια, θέση και αξία και κατά τούτο είναι απρόσφορο για σύγκριση με αυτό (μίσθιο). 21. 5) Με την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ηρακλείου Αττικής με τον αριθμό ...-2013 εγκρίθηκε η ανανέωση μίσθωσης που αφορά ακίνητα, συνολικής επιφάνειας 391,52 τετραγωνικών μέτρων το πρώτο από αυτά, 186 τετραγωνικών μέτρων το δεύτερο από αυτά και 207,18 τετραγωνικών μέτρων το τρίτο από αυτά, τα οποία βρίσκονται στις οδούς ...
και χρησιμοποιούνται για τη στέγαση της επέκτασης του Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. Ηρακλείου Αττικής, πλην όμως είναι απαραίτητο να επισημανθεί αφενός μεν ότι η μίσθωση αυτή αφορά ακίνητο που βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική και σαφώς ακριβότερη περιοχή της Αττικής (Ηράκλειο Αττικής), αφετέρου δε ότι το αρχικό μηνιαίο μίσθωμα α) των 14.500 ευρώ που είχε συμφωνηθεί με την από 11-10-2004 σύμβαση μίσθωσης για το πρώτο από αυτά και είχε ανέλθει το έτος 2010 στο ποσό των 16.159 ευρώ, στη συνέχεια μειώθηκε σταδιακά, την 1η-10-2010 στο ποσό των 13.575 ευρώ, στις 21-2-2012 στο ποσό των 12.927 ευρώ και στις 8-1-2013 στο ποσό των 9.995,43 ευρώ, β) των 3.600 ευρώ που είχε συμφωνηθεί με την από 21-4-2009 σύμβαση μίσθωσης για το δεύτερο από αυτά, στη συνέχεια μειώθηκε σταδιακά, την 1η-10-2010 στο ποσό των 3.025 ευρώ, στις 21-2-2012 στο ποσό των 2.880 ευρώ και στις 8-1-2013 στο ποσό των 2.454 ευρώ και γ) των 3.100 ευρώ που είχε συμφωνηθεί με την από 18-6-2012 σύμβαση μίσθωσης για το τρίτο από αυτά, στη συνέχεια μειώθηκε σταδιακά, στις 8-1-2013 στο ποσό των 2.625 ευρώ. 22. 6) Με την απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με τον αριθμό 3308/2014, η οποία δημοσιεύθηκε για, ομοειδή με την κρινόμενη, αγωγή των Ε.
Θ. και Γ. Θ. εναντίον του εναγομένου, για μίσθωση που καταρτίστηκε στις 25-2-1998 και αφορά ακίνητο που βρίσκεται στην Αργυρούπολη Αττικής, στην οδό ... (σε απόσταση χιλίων διακοσίων περίπου μέτρων από το μίσθιο) και το οποίο αποτελείται από ισόγειο όροφο και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφάνειας 758,32 τετραγωνικών μέτρων, με υπόγειο επιφάνειας 62 τετραγωνικών μέτρων και αυλή 950 επιφάνειας τετραγωνικών μέτρων, χρησιμοποιείται δε για τη στέγαση της 1ης ΤΕΣ Αργυρούπολης, κρίθηκε -με την απόφαση αυτή- ότι η μηνιαία μισθωτική του αξία ανερχόταν στο ποσό των 19.413 ευρώ για το έτος 2011, πλην όμως δεν πρόκειται για μίσθωμα που επιτεύχθηκε με ελεύθερη διαπραγμάτευση στις δυσμενείς για τους εκμισθωτές συνθήκες της ελεύθερης αγοράς, αλλά το οποίο -ποσό- ορίστηκε με δικαστική απόφαση, η οποία δεν δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο.
Επιπλέον δε, η μισθωτική αξία του ίδιου ακινήτου μειώθηκε δραματικά στη συνέχεια, εφόσον ορίστηκε για το χρονικό διάστημα από την 1η-2-2012 μέχρι και τις 28-2-2017, σε πρώτο βαθμό στο ποσό των 16.683,04 ευρώ το μήνα, με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τον αριθμό 1534/2017 και κατ' έφεση στο ποσό των 11.000 ευρώ το μήνα, με την απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με τον αριθμό 4359/2019. 23.
Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί των εναγόντων που διαλαμβανόμενοι στον υπό στοιχείο Β' λόγο έφεσης, ότι τα προαναφερόμενα στοιχεία είναι πρόσφορα για σύγκριση και για τη συναγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ως προς το ποσό της αιτούμενης από αυτούς αποζημίωσης από διαφυγόντα εισοδήματα, κρίνονται αβάσιμοι κατ' ουσίαν και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν. 24.
Με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές (βλ. τις σκέψεις με τους αριθμούς 14 - 22) η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, τόσο κατά την κύρια βάση της, ως προς την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και ως προς την επικουρική βάση της, η οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και η οποία -επικουρική βάση- δεν ερευνήθηκε μεν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πλην όμως παραδεκτά ερευνάται από το Δικαστήριο τούτο (...).
Τούτο δε, διότι αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία των εναγόντων ή με ζημία αυτών, στο μέτρο που δεν υπήρξε επαύξηση του ενεργητικού της περιουσίας του, ούτε αποτροπή της μείωσης του παθητικού της, μέσω ενδεχόμενης εξοικονόμησης δαπάνης από τη συναινετική παραμονή του στο μίσθιο.
Και τούτο (δηλαδή, η απόδειξη της μη συνδρομής αδικαιολόγητου πλουτισμού) συνέχεται ευθέως με τη διαπίστωση ότι ο εναγόμενος εξακολούθησε να καταβάλλει στους ενάγοντες, ως αποζημίωση χρήσης, το συμφωνημένο μίσθωμα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί στη διαδρομή του χρόνου και το οποίο ήταν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, υπό την ευνοϊκότερη για τους ενάγοντες εκδοχή, ίσο με το ποσό που ο εναγόμενος θα κατέβαλλε ως μίσθωμα για την παραχώρηση σ' αυτόν άλλου ομοειδούς ακινήτου".
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και, κατ' ορθή εκτίμηση, μόνο από τον αριθμό 8 του ως άνω άρθρου, με την αιτίαση ότι το Εφετείο χειροτέρευσε τη θέση των αναιρεσειόντων, ως εκκαλούντων, αφού, μετά την κατ' ουσία παραδοχή της έφεσής τους και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή τους, ως ουσία αβάσιμη, ενώ αυτή είχε γίνει εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς αντίθετη έφεση ή αντέφεση (ενόψει της κατ' ουσίαν απόρριψης της αντίθετης έφεσης του αντιδίκου τους), υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή των αναιρεσειόντων μεταβιβάστηκε με την έφεσή τους στο Εφετείο, κατά το κεφάλαιο της αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος, ολόκληρο και αδιαιρέτως, συνεπώς, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μπορούσε να εκδώσει και δυσμενέστερη για τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει στην εκ του άρθρου 536 ΚΠολΔ αρχή της "μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος".
Συνεπώς, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ότι δηλαδή, το κεφάλαιο της αποζημίωσης είχε εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου μόνο κατά το απορριφθέν πρωτοδίκως μέρος αυτού και ότι, παρά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, το Εφετείο δεσμευόταν από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης και δεν μπορούσε να εκδώσει απόφαση δυσμενέστερη για τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες, χωρίς έφεση ή αντέφεση του αντιδίκου τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 8 αναιρετική πλημμέλεια, με αιτιάσεις, οι οποίες συνοψίζονται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο: Ι) Ανεπίτρεπτα επανεξέτασε συνολικά την ουσία της υπόθεσης και όχι με βάση τα μερικότερα παράπονα που διατύπωσαν οι διάδικοι με τις εφέσεις τους και ανέτρεψε τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο αντίθετες ουσιαστικές παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες δεν θα έπρεπε να επανεξετασθούν, αφού δεν τις προσέβαλαν οι διάδικοι, το σφάλμα δε αυτό του δικαστηρίου οδήγησε σε αντίθετο συμπέρασμα, ως προς τη μισθωτική αξία του ακινήτου των αναιρεσειόντων και στη χειροτέρευση της θέσης τους, ως εκκαλούντων.
ΙΙ) Κατά τον υπολογισμό της μισθωτικής αξίας του ακινήτου των αναιρεσειόντων, έλαβε απαραδέκτως υπόψη τους ισχυρισμούς περί μη εναντίωσής τους στην παρακράτηση του μισθίου από τον αναιρεσίβλητο και μη αποβολής του από αυτό, κατά τη λήξη της μίσθωσης, τους οποίους είχε προβάλει ο αναιρεσίβλητος στον πρώτο βαθμό, προς θεμελίωση ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής τους, η οποία (ένσταση) απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε στην κατ' έφεση δίκη.
ΙΙ) Με τις προαναφερόμενες παραδοχές του (περί μη εναντίωσης και μη αποβολής του αναιρεσίβλητου από το μίσθιο) εξέφρασε "κεκαλυμμένη κρίση" περί συνυπαιτιότητας των αναιρεσειόντων στη ζημία που υπέστησαν, χωρίς να έχει προβληθεί σχετική ένσταση από τον αναιρεσίβλητο. IV) Δεν έλαβε υπόψη τους παρακάτω ισχυρισμούς τους, οι οποίοι θα οδηγούσαν σε διαφορετική κρίση, ως προς τη μισθωτική αξία του ακινήτου τους:
α) περί μοναδικότητας του ακινήτου σε σχέση με άλλα, λόγω της προνομιακής θέσης του, της έκτασής του και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, β) περί μη αποβολής του αναιρεσίβλητου από το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης, διότι αυτοί δικαιούνται να διαχειρίζονται την περιουσία τους και να μην επιδιώξουν την αποβολή του, αλλά να προσφύγουν στη δικαιοσύνη, ενώ ο ίδιος ήταν υπόχρεος σε απόδοση του μισθίου κατά τη λήξη της μίσθωσης, είχε δε προβεί σε εξαγγελίες περί εγκατάλειψής του και εξέδιδε προκηρύξεις για δημοπρασίες που δεν ευοδώθηκαν, ότι τούτο αποτελούσε "στρατηγική επιλογή" του αναιρεσίβλητου, για να μην επιδιώξουν οι ίδιοι την αποβολή του από το μίσθιο και επιπλέον, ότι το κόστος της έξωσης, ήταν υψηλό, ανερχόμενο στο ποσό των 4.000 ευρώ, που αδυνατούσαν να καταβάλουν, γ) περί της αξιοπιστίας του ακινήτου τους, παρά την παλαιότητά του, καθόσον η παλαιότητα δεν θα ενδιέφερε έναν πιθανό μισθωτή, ο οποίος ενδιαφέρεται για τη λειτουργικότητά του, το δε ακίνητό τους είναι απολύτως λειτουργικό, ενώ και η έκθεση της πολιτικού μηχανικού Κ.
Κ. αναφέρει ρητά ότι, παρά την παλαιότητά του, το ακίνητο τυγχάνει άριστης κατασκευής, δεν αντιμετωπίζει ζητήματα στατικότητας και δεν παρουσιάζει εξωτερικές ή εσωτερικές φθορές και δ) περί συντήρησης του ακινήτου αποκλειστικά από τους ίδιους, όπως αποδείχθηκε από μαρτυρικές καταθέσεις, ισχυρισμοί που (κατά τους αναιρεσείοντες) είναι ουσιώδεις ως προς την απόδειξη της λειτουργικότητας του ακινήτου και ότι οι ίδιοι έπραξαν ό,τι ήταν δυνατό προκειμένου να διατηρούν το ακίνητο σε καλή κατάσταση.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος, κατά τις παρακάτω διακρίσεις: α) ως προς τις αναφερόμενες υπό το στοιχείο Ι αιτιάσεις, ως αβάσιμος, αφού οι ήδη αναιρεσείοντες, με την έφεσή τους, απέδωσαν στην εκκαλούμενη απόφαση και την πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 KΠολΔ), ήταν υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα παράπονα των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, που συνδέονται με αυτήν (ΑΠ294/2025, ΑΠ202/2019, ΑΠ574/2018, ΑΠ 738/2013), ως εκ τούτου δεν ιδρύεται η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, β) ως προς τις αναφερόμενες υπό τα στοιχ.
ΙΙ και ΙΙΙ αιτιάσεις ως απαράδεκτος, αφού, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ουδόλως έλαβε υπόψη "πράγματα" μη προταθέντα και δη τις μη προταθείσες ενστάσεις περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσειόντων να αξιώσουν αποζημίωση ή συνυπαιτιότητάς τους στην πρόκληση ζημίας τους, τα δε αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "δεν θα ήταν εφικτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, η επωφελέστερη εκμίσθωση του ακινήτου, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη ότι οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) σε καμία προπαρασκευαστική ενέργεια δεν είχαν προβεί κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα" και ειδικότερα "δεν επιμελήθηκαν ούτε καν για την αποβολή του εναγομένου (αναιρεσίβλητου) από το μίσθιο" δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου, που προέκυψε από την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, συνεπώς δεν ιδρύεται η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, και γ) ως προς τις αναφερόμενες υπό το στοιχ.
IV αιτιάσεις ως απαράδεκτος, διότι οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν είναι αυτοτελείς, αλλά μη έχοντα αυτοτέλεια πραγματικά επιχειρήματα αυτών, υπέρ της άποψής τους περί ανώτερης μισθωτικής αξίας του ακινήτου τους από εκείνη που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και του δικαιώματος αποζημίωσής τους για διαφυγόν κέρδος με βάση την ανώτερη αυτή αξία, συνεπώς δεν ιδρύεται η από το άρθρο 559 αρ. 8 αναιρετική πλημμέλεια.
Περαιτέρω, έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 601 και 298 ΑΚ τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων διατάξεων και δικαιολογούσαν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος ότι το μηνιαίο μίσθωμα, που θα αποκόμιζαν οι αναιρεσείοντες εάν είχαν αποβάλει τον αναιρεσίβλητο από τη χρήση του μισθίου και επιδιώξει την εκμίσθωσή του με ελεύθερη διαπραγμάτευση, θα ήταν ίσο με τα ποσά που ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε και εξακολουθεί να καταβάλει ως αποζημίωση χρήσης, προσδιορίζοντας ειδικότερα, το με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδοκώμενο μίσθωμα, στο ποσό των 5.717,56 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/1/2011 έως 30/9/2012 και στο ποσό των 4.588,17 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/10/2012 έως και τον Δεκέμβριο του 2017.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 601 και 298 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του με το οποίο επιχειρείται η θεμελίωση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας στις αιτιάσεις ότι, α) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που αξίωσε την αποβολή του αναιρεσίβλητου από το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης, προκειμένου οι αναιρεσείοντες να θεμελιώσουν δικαίωμα αποζημίωσης και που θεώρησε τη μη αποβολή του αναιρεσίβλητου "τεκμήριο" ανυπαρξίας ζημίας, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5, 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και β) η θέσπιση των εν λόγω "κριτηρίων", χωρίς σχετική επίκληση από τον αντίδικό τους και εκτός του πλαισίου του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, είναι αντίθετη στα άρθρα 20 § 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται περιορισμό των δικαιωμάτων τους στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους και συμμετοχής τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, ούτε έλλειψη σεβασμού της περιουσίας τους ή στέρηση της ιδιοκτησίας τους, ούτε περιορισμό των δικαιωμάτων τους να προσφύγουν στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και της δυνατότητάς τους να αναπτύξουν σ' αυτά τις απόψεις τους για τα δικαιώματα ή συμφέροντά τους, καθώς και να δικαστεί η αστικής φύσεως υπόθεσή τους δικαίως, εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα, αλλά αναφέρονται σε ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες είναι αντίθετες προς τις απόψεις τους στην κρινόμενη υπόθεση, πλήττοντας έτσι, υπό την επίκληση της παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων, την ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης και δη των αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού, α) δεν αναφέρονται οι πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες αριθμούνται στο κείμενό της με τους αριθμούς 14 έως 24, αλλά παρατίθενται επιλεγμένα αποσπάσματα αυτών και ειδικότερα, οι υπό τον αριθμό 15 παραδοχές και μεμονωμένες διάσπαρτες φράσεις από τις λοιπές παραδοχές και β) δεν αναφέρεται ποίες επιπλέον παραδοχές έπρεπε να περιέχει η απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας της όπως απαιτείται για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, αφού, από τις ανωτέρω, αυτολεξεί παρατιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 601 και 298 ΑΚ, αφού διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, για να αιτιολογήσει την κρίση του για την μισθωτική αξία του ακινήτου των αναιρεσειόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα, το Εφετείο, αναφέρθηκε εκτενώς στην θέση, έκταση, παλαιότητα και κατάσταση του ακινήτου, στη φθορά του από τη συνεχή χρήση του ως εκπαιδευτηρίου από το έτος 1977, στην περιορισμένη δυνατότητά του να εκμισθωθεί, στην κατάσταση που βρίσκεται, για άλλες επαγγελματικές χρήσεις, στην πτωτική πορεία των μισθωμάτων λόγω της σταθερά επιδεινούμενης οικονομικής κρίσης, αξιολόγησε δε διεξοδικά τα προσκομισθέντα συγκριτικά στοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης και τη μη λήψη προπαρασκευαστικών μέτρων από τους αναιρεσείοντες, για το σχηματισμό της κρίσης του ότι αυτοί, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δεν θα εισέπρατταν μεγαλύτερο μίσθωμα από το ήδη καταβαλλόμενο, ως αποζημίωση χρήσης, εάν εκμίσθωναν το ακίνητο σε τρίτο μισθωτή, προσδιορίζοντας αυτό στο ποσό των 5.717,56 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/1/2011 έως 30/9/2012 και στο ποσό των 4.588,17 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/10/2012 έως και τον Δεκέμβριο του 2017, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Με τις διαλαμβανόμενες στον ως άνω λόγο μερικότερες αιτιάσεις, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά: α) με την κρίση του Εφετείου ότι αυτοί δεν θα εισέπρατταν μεγαλύτερο μίσθωμα από το ήδη καταβαλλόμενο, ως αποζημίωση χρήσης, εάν εκμίσθωναν το ακίνητο σε τρίτο μισθωτή, επικαλούμενοι ότι η κρίση αυτή δεν στηρίχθηκε σε υπολογισμό της μισθωτικής αξίας του ακινήτου, αλλά σε "εικασίες" ως προς αυτήν, με βάση αναπόδεικτες ενδείξεις από τη συμπεριφορά των ίδιων των αναιρεσειόντων, β) με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν τη χαμηλή μισθωτική αξία του ακινήτου τους, δεν αντέλεξαν στην παρακράτησή του από τον αναιρεσίβλητο και αποδέχονταν ότι δεν υπήρχε καμία ρεαλιστική δυνατότητα επίτευξης υψηλότερου μισθώματος, ότι δεν υπήρξε ενδιαφέρον από υποψήφιους μισθωτές για το ακίνητό τους, ότι δεν συνάδει ο ισχυρισμός τους περί μη αποβολής του αναιρεσίβλητου από τη χρήση του μισθίου λόγω κοινωνικής ευαισθησίας με την εκ των υστέρων άσκηση της ένδικης αξίωσής τους για αποζημίωση χρήσης που ανέρχεται στο δυσθεώρητο ποσό των 2.048.865,44 ευρώ για την επταετία 2011-2017 και ότι υπήρξε πτωτική πορεία των μισθωτικών αξιών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα λόγω της σταθερά επιδεινούμενης οικονομικής κρίσης και γ) με την εκτίμηση των συγκριτικών στοιχείων, επικαλούμενοι την "απόρριψη" όσων προσκομίσθηκαν από τους ίδιους.
Οι ως άνω αιτιάσεις είναι στο σύνολό τους απαράδεκτες, διότι, υπό την επίκληση ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες, με εκτενή σχόλια και επιχειρήματα, πλήττουν την ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ691/2025, ΑΠ115/2022, ΑΠ911/2019).
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το Εφετείο, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, διέλαβε, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου και εκτιμώνται αυτοτελώς και σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς τις υπόλοιπες αποδείξεις, κατά το λόγο της γνώσης και το βαθμό της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, από τις φωτογραφίες που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται και από όλα, χωρίς εξαίρεση, από τα έγγραφα που νομότυπα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η από 30-1-2018 τεχνική έκθεση της πολιτικού μηχανικού Κ.
Κ., η οποία εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 390 του ΚΠολΔ) και από τις ένορκες βεβαιώσεις με τους αριθμούς ...-2018 και ...-2018 των μαρτύρων Α. Κ. του Δ. και Ρ. Σ. του Γ., αντίστοιχα, που δόθηκαν με επιμέλεια των εναγόντων στο Συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Π. Χ. και λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου (βλ.
την από 29-1-2018 εξώδικη γνωστοποίηση και κλήτευση για τη λήψη ένορκων βεβαιώσεων και την έκθεση επίδοσης με τον αριθμό ...-2018 του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά Α. Ν.), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...", δηλαδή, το Εφετείο, ρητά εκθέτει στην απόφασή του το είδος των αποδεικτικών μέσων από τα οποία άντλησε απόδειξη για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν επίδραση την έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ680/2024).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ2/2008, ΑΠ684/2024, ΑΠ680/2024, ΑΠ321/2024, ΑΠ1370/2023, ΑΠ1102/2023, ΑΠ1126/2020, ΑΠ1034/2020, ΑΠ412/2019, ΑΠ705/2019).
Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11γ' αναιρετική πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα: α) τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Κ. και Ρ. Σ., β) την υπ' αριθμ. ....2016 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου Δήμου, γ) το απόσπασμα από τα από 9/2/2011 πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου Δήμου, δ) την υπ' αριθμ. ....2015 απόφαση του Δημάρχου Ελληνικού-Αργυρούπολης, ε) την υπ' αριθμ. ....2017 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου Δήμου, στ) το υπ' αριθμ. ....2017 χρηματικό ένταλμα το οποίο εξέδωσε ο αναιρεσίβλητος προς τον Π.
Φ., ο οποίος προέβη σε δημοσίευση προκήρυξης μίσθωσης ακινήτων για τη στέγαση, μεταξύ άλλων, και του 2ου ΕΚ Αργυρούπολης, ζ) την υπ' αριθμ. ....2017 απόφαση του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων - Αυτοτελής Διεύθυνση Κτηριακής και Υλικοτεχνικής Υποδομής - Τμήμα Μελετών, σχετικά με το ...-2016 έγγραφο του αναιρεσίβλητου για έγκριση ανέγερσης κτιρίου σχετικά με τη στέγαση του 2ου ΕΚ Αργυρούπολης, η) το από 7.7.2010 φύλλο της Εφημερίδας Δημοπρασιών και Πλειστηριασμών, στο οποίο φαίνεται η διακήρυξη δημοπρασίας μίσθωσης ακινήτου, στην οποία προέβη η Νομαρχία Αθήνας για τη στέγαση του 2ου ΣΕΚ Αργυρούπολης, θ) την υπ' αριθμ.
πρωτ. ....2000 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ., η) την υπ' αριθμ. ....2010 πράξη αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Κ.-Α., θ) την υπ' αριθμ. ....1995 δωρεά εν ζωή δικαιώματος επικαρπίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π., ι) τις υπ' αριθμ. ... και ....1996 πράξεις παροχής γονέως προς τέκνο της ψιλής κυριότητας αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Κ., ια) έγγραφη σύμβαση μίσθωσης ακινήτου ιδιοκτησίας Σ., ιβ) έγγραφο του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά, Α. Ν., σύμφωνα με το οποίο, το κόστος έξωσης του αναιρεσίβλητου ανέρχεται στο ποσό των 4.000 ευρώ και ιγ) τις ένορκες καθέσεις των μαρτύρων Ν. Π. και Κ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την προαναφερόμενη, ρητή βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις φωτογραφίες που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που νομότυπα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η από 30.1.2018 τεχνική έκθεση της πολιτικού μηχανικού Κ.
Κ., καθώς και τις υπ' αριθμ. ....2018 και ....2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Κ. και Ρ. Σ., σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρέσει οποιοδήποτε και χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις (σελ. 40 του αναιρετηρίου) ότι το Εφετείο, θέτοντας αυθαίρετα και αδικαιολόγητα σειρά προϋποθέσεων ως προς το πρόσφορο των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν, τόσο οι αναιρεσείοντες, όσο και ο αντίδικός τους, κατέληξε στην απόρριψη του συνόλου των προσκομισθέντων συγκριτικών στοιχείων που εμφανίζουν μισθώματα πολύ μεγαλύτερα από την αποζημίωση χρήσης που τους καταβάλλεται, με αποτέλεσμα, η αποδοχή ακόμη και ενός εξ αυτών να συνεπάγεται την παραδοχή της αγωγής για ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που αναγνωρίσθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν συνδέεται με συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια, ακόμη δε και υπό την κατ' εκτίμηση εκδοχή της επίκλησης της από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας (της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο των συγκριτικών στοιχείων), είναι επίσης απαράδεκτες, προεχόντως λόγω αοριστίας, αφού δεν εξειδικεύονται τα προσκομισθέντα συγκριτικά στοιχεία, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους, αλλά και διότι, υπό την επίφαση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με το πρόσφορο ή μη των συγκριτικών στοιχείων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ328/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό σφάλμα, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ124/2023, ΑΠ510/2023, ΑΠ1623/2022, ΑΠ1050/2022, ΑΠ778/2021, ΑΠ438/2021).
Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάστηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε (ΑΠ124/2023, ΑΠ510/2023, ΑΠ1623/2022, 778/2021).
Όμως, δεν συνιστούν "έγγραφο", κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ συνταχθείσες γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, όπως οι τεχνικές εκθέσεις ιδιωτών πολιτικών μηχανικών (ΑΠ1099/2019, ΑΠ1596/2007). Με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της τεχνικής έκθεσης της πολιτικού μηχανικού Κ.
Κ., που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η ως άνω τεχνική έκθεση δεν αποτελεί έγγραφο, με την προδιαληφθείσα έννοια, ώστε να είναι επιδεκτική παραμόρφωσης, συνεπώς δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων (σελ. 49-50 του αναιρετηρίου) ότι η προβαλλόμενη απόφαση "φαίνεται να απορρίπτει συλλήβδην" τα προσκομισθέντα από αυτούς συγκριτικά στοιχεία, ως απρόσφορα για την εκτίμηση της μισθωτικής αξίας του ακινήτου τους, όπως προκύπτει από την αναφορά, στη σκέψη 23 της απόφασης "κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί των εναγόντων (...) ότι τα προαναφερόμενα συγκριτικά στοιχεία είναι πρόσφορα για σύγκριση και για συναγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ως προς το ποσό της αιτούμενης από αυτούς αποζημίωσης από διαφυγόντα εισοδήματα κρίνονται αβάσιμοι..." και ότι η κρίση αυτή παραμορφώνει το περιεχόμενο των εγγράφων, καθότι "φαίνεται τα στοιχεία αυτά να έχουν ληφθεί τελικά υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, συγχρόνως φαίνεται ότι η αποδεικτική χρήση των εν λόγω συγκριτικών στοιχείων έλαβε χώρα προς ορισμένα μόνο σημεία αυτών, με αποτέλεσμα τα εξαγόμενα συμπεράσματα της αναιρεσιβαλλόμενης να αντικρούονται από το περιεχόμενο των συγκριτικών στοιχείων" είναι απαράδεκτες και δεν στοιχειοθετούν τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αφού, με τις ως άνω αιτιάσεις, δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, ως προς το περιεχόμενο των συγκριτικών στοιχείων, αλλά, στην πραγματικότητα, εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, πλήττεται δηλαδή η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 601 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 § 1 του ν. 4081/2012, ισχυριζόμενοι ότι, η τελευταία αυτή διάταξη εφαρμόζεται μόνο σε ενεργείς μισθώσεις και όχι σε εκείνες που είχαν ήδη λήξει κατά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, όπως η ένδικη μίσθωση και ότι το δικαστήριο όφειλε, προτού εξετάσει την ύπαρξη ή μη περαιτέρω ζημίας των αναιρεσειόντων, να επιδικάσει σ' αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 601 ΑΚ, το συνολικό ποσό των 71.151,57 ευρώ, ανεξαρτήτως αν αυτό ανταποκρίνεται στις συνθήκες της αγοράς, ως διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης αποζημίωσης χρήσης, με βάση το καταβαλλόμενο κατά τη λήξη της μίσθωσης μηνιαίο μίσθωμα των 5.717,56 ευρώ, και της μειωμένης, κατά το άρθρο 2 § 1 του ν. 4081/2012, αποζημίωσης χρήσης, ποσού 4.558,17 ευρώ, που κατέβαλλε ο αναιρεσίβλητος κατά το χρονικό διάστημα από 1/10/2012 έως το τέλος του έτους 2017.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και αλυσιτελής, διότι στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι το Εφετείο ερεύνησε ζήτημα αποζημίωσης χρήσης, κατ' άρθρο 601 ΑΚ, εφαρμόζοντας, και μάλιστα εσφαλμένα, τις ως άνω διατάξεις, ενώ το δικαστήριο ερεύνησε, σύμφωνα με το μοναδικό αίτημα της αγωγής των αναιρεσειόντων, την ύπαρξη ή μη αποθετικής ζημίας τους, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα, και, με βάση τα διαγραφόμενα σε αυτήν κριτήρια, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, εάν οι αναιρεσείοντες εκμίσθωναν το ακίνητό τους σε άλλον μισθωτή, κατά το χρονικό διάστημα από 1/10/2012 έως το τέλος του έτους 2017, δεν θα επιτύγχαναν υψηλότερο μίσθωμα από το ποσό των 4.588,17 ευρώ, το οποίο ο αναιρεσίβλητος κατέβαλλε μηνιαίως, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ως αποζημίωση χρήσης, χωρίς να εκφέρει οποιαδήποτε κρίση ως προς την ορθότητα ή μη της μείωσης της αποζημίωσης αυτής, μετά την ισχύ του ν. 4081/2012.
Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή της διαθέσεως, που καθιερώνεται από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, αντικείμενο της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ' έφεση δίκης, όπως αυτό καθορίσθηκε με την αγωγή των αναιρεσειόντων, ήταν αποκλειστικά η αποζημίωσή τους για περαιτέρω ζημία και δη για αποθετική, η οποία, χωρίς να αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ, δεν θεμελιώνεται σ' αυτήν, ως προς τις προϋποθέσεις της, σε αντίθεση με την αποζημίωση χρήσης καθεαυτή, που θεμελιώνεται ευθέως στο άρθρο 601 ΑΚ, με τη μοναδική προϋπόθεση της παρακράτησης του μισθίου από το μισθωτή μετά τη λήξη της σύμβασης. Επομένως, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες, το δικαστήριο δεν μπορούσε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, χωρίς δικό τους αίτημα, ενδεχόμενη αξίωσή τους για την επιδίκαση του ποσού των 71.151.57 ευρώ, ως διαφοράς αποζημίωσης χρήσης για το ως άνω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με το άρθρο 601 ΑΚ, λόγω της επικαλούμενης εσφαλμένης μείωσής της από το ποσό των 5.717,56 ευρώ στο ποσό των 4.588,17 ευρώ, μετά την ισχύ του ν. 4081/2012, διαφορετικά θα επιδίκαζε κάτι που δεν ζητήθηκε και θα υπέπιπτε στην από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ).
Πρέπει, επίσης, να καταδικαστούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως έως το ήμισυ των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 281 § 2 του ν. 3463/2006 "Περί κύρωσης του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και όταν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ των Ο.Τ.Α. (ΑΠ628/2025), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17/10/2021 (αριθμ. καταθ. 8073/1008/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1485/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ