Supreme Court dismisses inadmissibility objection regarding appeal hearing due to late submission of procedural proposals.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued the appeal was inadmissible due to procedural defects, but the Court held that objections regarding the admissibility of the appeal hearing must be raised via formal proposals submitted at least twenty days before the hearing. Since the respondent company submitted its objection after the hearing concluded, it was deemed untimely and inadmissible. Consequently, the Court rejected the objection, upheld the appeal's validity, and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 570 § 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 568 § 4 of the Code of Civil Procedure: Objections to the admissibility of an appeal hearing based on procedural defects must be raised by formal proposals submitted at least twenty days prior to the hearing, failing which they are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1941 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1941/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ευαγγελία Γίτση Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νταλάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΦΕΡΡΥΣ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πατουλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01-07-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2651/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 146/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την ημεροχρονολογία κατάθεσης 18-04-2023 αίτησή της και τους με ημεροχρονολογία κατάθεσης 10-04-2025 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης εταιρείας ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 570 § 1 ΚΠολΔ οι διάδικοι δεν υποχρεούνται να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, οπότε αυτές κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες προ της δικασίμου. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι και η ένσταση απαραδέκτου της συζήτησης της αίτησης αναιρέσεως λόγω ακυρότητας της επίδοσης και εντεύθεν δικονομικής βλάβης του παρασταθέντος κατά τη συζήτηση διαδίκου, πρέπει να προβάλλεται από αυτόν με προτάσεις που κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αφού στηρίζεται σε γεγονότα που δεν προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (Α.Π. 670/2025, Α.Π. 35/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με το υπόμνημα, που κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, ισχυρίζεται ότι η αναιρεσείουσα δεν επισπεύδει νόμιμα τη συζήτηση, επειδή δεν της επέδωσε κλήση κάτω από αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως, όπως οφείλει κατ' άρθρο 568 § 4 ΚΠολΔ, γεγονός από το οποίο η ίδια υπέστη δικονομική βλάβη, που δεν μπορεί να θεραπευτεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, επειδή δεν είχε τον κατάλληλο χρόνο προετοιμασίας. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση απαραδέκτου της συζήτησης, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επειδή δεν υποβλήθηκε με προτάσεις της αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.
Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του ν. 4842/2021, εφαρμόζεται δε η παράγραφος 2, κατά την παρ. 2β του άρθρου 116 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 ν. 4912/2022, και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 §§ 2 και 3, και 570 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, η κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.
Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 281, ήτοι αυτή κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία, ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, η οποία αποδεικνύεται με την προσκόμιση της σχετικής έκθεσης επιδόσεως (Α.Π. 2123/2017, Α.Π. 785/2014), συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.Α.Π. 143/1984, Α.Π. 265/2023, Α.Π. 1376/2022, Α.Π. 154/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικόγραφο των με αριθμό κατάθεσης 67/10-4-2025 πρόσθετων λόγων αναίρεσης της Δ. Μ. επί της αίτησης αναίρεσης αυτής κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 10-4-2025, δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης (26-5-2025), όμως δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται, σχετική έκθεση επιδόσεως. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 Α.Κ. προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, που συμφωνήθηκε, και ο εργοδότης να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (Α.Π. 471/2025, Α.Π. 743/2024, Α.Π. 1110/2021).
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε, και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 Α.Κ.
την συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 471/2025, ΑΠ 743/2024, ΑΠ 1110/2021). Η αμοιβή, που συνιστά ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης μίσθωσης έργου, μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση της σύμβασης κατ' αποκοπή, κατά μονάδα εργασίας, βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή να καταλείπεται ακαθόριστη (Α.Π. 869/2025, Α.Π. 743/2024, Α.Π. 690/2023, Α.Π. 1184/2021).
Αν καταλείπεται ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, ο προσδιορισμός της γίνεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, ενώ, αν δεν προβλέφθηκε και δεν ορίσθηκε τίποτα για την αμοιβή του εργολάβου, λογίζεται αυτή κατά τεκμήριο σιωπηρώς συμφωνηθείσα, εφόσον το έργο κατά τις συνήθεις περιστάσεις εκτελείται μόνο με αμοιβή, το δε ύψος της θα καθορισθεί από την ισχύουσα διατίμηση ή θα καθορισθεί ως εύλογη αμοιβή εκείνη, που καταβάλλεται από άλλους εργοδότες για όμοιες εργασίες.
Για τον καθορισμό του ύψους της αμοιβής, που οφείλεται σε μια τέτοια περίπτωση, λαμβάνεται υπόψη η νόμιμη, άλλως η ειθισμένη για παρόμοια έργα αμοιβή, ενώ αν δεν υπάρχει τέτοια, προσδιορίζεται εύλογη αμοιβή (Α.Π. 311/2024).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 146/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 1-7-2019 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανέφερε ότι με κύρια και πρόσθετες συμβάσεις συμφώνησε με την εναγόμενη ναυτιλιακή εταιρία να προβεί στη διενέργεια των ειδικότερα αναφερόμενων εργασιών ελέγχου, επισκευής και αντικατάστασης των μηχανημάτων, εξαρτημάτων και εγκαταστάσεων πλοίου ιδιοκτησίας της αντί αμοιβής, που ορίστηκε κατ' αποκοπή για κάθε επιμέρους εργασία και συνολικά σε 165.301,80 ευρώ, ότι εκτέλεσε και παρέδωσε τις ανωτέρω εργασίες, και ότι επιπλέον πώλησε και παρέδωσε στην εναγόμενη τα ειδικότερα αναφερόμενα υλικά και ανταλλακτικά, που χρησιμοποιήθηκαν κατά τις εργασίες επισκευής, αντί συνολικού τιμήματος 33.471,20 ευρώ.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει 152.273 ευρώ για μέρος της εργολαβικής αμοιβής της και του τιμήματος των υλικών. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την 2651/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η εναγόμενη υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα 133.916,70 ευρώ νομιμοτόκως.
Μετά από έφεση της εναγόμενης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή, ως προς τα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης, που μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο με την έφεση, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Κατά τα έτη 2015 - 2017 η εναγόμενη ναυτική εταιρία [αναιρεσίβλητη] ήταν πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού - οχηματαγωγού (Ε/Γ - Ο/Γ) πλοίου AQUA JEWEL ...
Η επαναλειτουργία του πλοίου προϋπέθετε εκτεταμένες επισκευές του και για το λόγο αυτό ο νόμιμος εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας Γ. Π. αναζήτησε αντίστοιχες προσφορές. Για την επισκευή των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και των ηλεκτρονικών συστημάτων του πλοίου ήλθε σε επαφή με τον Α. Μ., ο οποίος είχε στο παρελθόν, κατά τη ναυπήγηση του πλοίου, εκτελέσει τις ηλεκτρολογικές εργασίες σ' αυτό και ο οποίος ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας [αναιρεσείουσας], θυγατέρας του, η οποία διατηρεί ατομική επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο "TECHNOMARE TECHNOLOGY" και αντικείμενο την προμήθεια υλικών σε πλοία, την εκτέλεση επ' αυτών ηλεκτρολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, καθώς και την εγκατάσταση ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συστημάτων και συστημάτων αυτοματισμού.
Κατόπιν διαπραγματεύσεων ... στις αρχές του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2015 η εφεσίβλητη υπέβαλε στην εκκαλούσα έγγραφη προκαταρκτική προσφορά σχετικά με την επιθεώρηση των βλαβών του ενδίκου πλοίου και την εκτέλεση συγκεκριμένων ηλεκτρολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών έναντι συγκεκριμένης αμοιβής για καθεμία από αυτές.
Οι εργασίες ελέγχου ξεκίνησαν στις 7.10.2015 αλλά τον επόμενο μήνα διεκόπησαν για λόγους που αφορούσαν την εργοδότρια, για να επανεκκινήσουν μετά από δέκα [10] μήνες, το Σεπτέμβριο του επομένου έτους (2016). Στο μεσοδιάστημα, συγκεκριμένα δε στις 25.7.2016, η εφεσίβλητη επανυπέβαλε, κατ' αίτηση της αντιδίκου της, την αρχική (προκαταρκτική) προσφορά της, συμπληρωμένη με την αξία όσων εργασιών είχε ήδη, μετά το διενεργηθέντα έλεγχο, εκτιμηθεί το κόστος.
Συγκεκριμένα, με την προκαταρκτική προσφορά της, όπως αυτή βελτιώθηκε στις 25.7.2016, η εργολήπτρια προσφέρθηκε να εκτελέσει τις ακόλουθες εργασίες στο πλοίο της εκκαλούσας, αντί της αντίστοιχης αμοιβής για κάθε επιμέρους εργασία: ... [ακολουθεί η αναλυτική περιγραφή 14 εργασιών ελέγχου και επιθεώρησης και της αμοιβής για κάθε μία από αυτές].
Στην ίδια (προκαταρκτική) προσφορά περιελήφθη και περιγραφή άλλων εργασιών (τριών [3] ακόμα: ...), για τις οποίες δεν προτάθηκε αμοιβή, καθώς αυτή συναρτήθηκε προς τα αποτελέσματα του ελέγχου. Επομένως, το σύνολο της αξίας των εργασιών που περιλαμβάνονται στην ως άνω προκαταρκτική προσφορά, όπως αυτή βελτιώθηκε, ανέρχεται σε είκοσι πέντε χιλιάδες εκατόν πενήντα ευρώ (25.150 ευρώ).
Εξάλλου, με ξεχωριστές προσφορές η ενάγουσα ζήτησε 1] στις 9.3.2017 αμοιβή ύψους δώδεκα χιλιάδων τετρακοσίων ευρώ (12.400 ευρώ) συνολικά για την επισκευή δύο [2] θυρών του garage του πλοίου, 2] την 1η.2.2017 αμοιβή ύψους εννέα χιλιάδων διακοσίων εξήντα ενός ευρώ (9.261 ευρώ) συνολικά για την επισκευή οκτώ [8] υδατοστεγών θυρών του πλοίου ..., στην οποία συμπεριελήφθη και η αξία των αναγκαίων υλικών (461 ευρώ) και 3] στις 31.8.2016 αμοιβή ύψους τριών χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα ευρώ (3.980 ευρώ) για τη γενική επισκευή της γεννήτριας εκτάκτου ανάγκης του πλοίου. Η συνολική αμοιβή της σύμφωνα με τις προσφορές αυτές ανέρχεται σε είκοσι πέντε χιλιάδες εξακόσια σαράντα ένα ευρώ (25.641 ευρώ).
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, εκτός από τις προαναφερόμενες, η ενάγουσα εκτέλεσε στο πλοίο της εναγομένης και τις ακόλουθες πρόσθετες εργασίες, που συμφωνήθηκαν μετά την υποβολή της αρχικής προσφοράς της και περιγράφονται στο από 2.2.2017 "κοστολόγιο εργασιών": ... [ακολουθεί η αναλυτική περιγραφή 54 επιμέρους εργασιών].
Για τις πρόσθετες αυτές εργασίες, οι οποίες στο από 2.2.2017 "κοστολόγιο εργασιών" αποτιμώνται, αντιστοίχως, σε ... [ακολουθεί η αποτίμηση με το κοστολόγιο κάθε μίας από τις ανωτέρω εργασίες] και συνολικώς σε εκατόν τριάντα οχτώ χιλιάδες επτακόσια εξήντα δύο ευρώ και εβδομήντα λεπτά (138.762,70 ευρώ), η ενάγουσα υποστηρίζει ότι εκτελέστηκαν κατόπιν ξεχωριστής για καθεμία τους συμφωνίας της με την εναγομένη, αντί της αντίστοιχης κατ' αποκοπή συνομολογημένης τιμής, ενώ η αντίδικός της ισχυρίζεται ότι, όπως και οι αρχικές, έτσι και αυτές συμφωνήθηκε να αμειφθούν με βάση τον αριθμό των ημερομισθίων των τεχνιτών που θα τις εκτελούσαν, που θα λάμβαναν εκατόν ενενήντα ευρώ (190 ευρώ) για κάθε ημέρα (επτάωρης διάρκειας) εργασίας, δηλαδή είκοσι επτά ευρώ και δεκαπέντε λεπτά (27,15 ευρώ) ανά ώρα εργασίας, ποσό στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το εργολαβικό κέρδος της επιχείρησης της ενάγουσας.
Δεν αμφισβητεί πάντως η εναγόμενη ότι όλες οι παραπάνω εργασίες, αρχικές και πρόσθετες, ανατέθηκαν στην ενάγουσα και εκτελέστηκαν πράγματι από αυτήν, όπως και ότι το συνολικό έργο παραδόθηκε προσηκόντως στις 11.8.2017 και παραλήφθηκε από την ίδια. Επιπλέον, η εναγόμενη αποδεικνύει ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών κατέβαλε τμηματικά στην εργολάβο το συνολικό χρηματικό ποσόν των εβδομήντα μίας χιλιάδων επτακοσίων εξήντα ευρώ (71.760 ευρώ), το οποίο υπερβαίνει εκείνο που η αντίδικός της συνομολογεί ότι έλαβε (57.500 ευρώ) κατά δεκατέσσερις χιλιάδες διακόσια εξήντα ευρώ (14.260 ευρώ).
Ειδικότερα, η εναγόμενη κατέβαλε: ... [ακολουθεί η αναφορά των επιμέρους καταβολών]. Από τις καταβολές αυτές συνάγεται, πρώτον, ότι η εναρκτήρια πραγματοποιήθηκε πριν την υποβολή της προκαταρκτικής προσφοράς της ενάγουσας, γεγονός που σημαίνει ότι το έργο της είχε ανατεθεί πριν εξειδικευθούν οι όροι της εργολαβικής σύμβασης, πριν δηλαδή καθοριστούν οι ειδικότερες εργασίες που θα έπρεπε να εκτελεστούν και ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής της, δεύτερον, ότι οι μη αμφισβητούμενες καταβολές μετρητών στον Α.
Μ. υποδηλώνουν ότι εκείνος εκπροσωπούσε άμεσα την ενάγουσα θυγατέρα του σε όλες τις συναλλαγές της με την εναγόμενη, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το ότι όλα τα emails της τελευταίας απευθύνονταν σ? αυτόν προσωπικά και, τρίτον, ότι ... [επεξηγούνται αναλυτικά οι καταβολές μέσω επιταγών]. Εν τω μεταξύ, στις 2.2.2017 η τελευταία [εναγόμενη] κατάρτισε πίνακα, τον οποίο τιτλοφορεί "Κοστολόγιο εργασιών" και στον οποίο κατέγραψε όλες τις εργασίες στις οποίες προέβη μέχρι την αποπεράτωση και την παράδοση του έργου που ανέλαβε, μαζί με τις αντίστοιχες αμοιβές των εργασιών αυτών, το ανεξόφλητο υπόλοιπο των οποίων ήδη αξιώνει από την εναγόμενη.
Το έγγραφο αυτό απέστειλε στην αντίδικό της το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2017, μετά δηλαδή την παράδοση του έργου, έχοντας συμπεριλάβει και τις μεταγενέστερες της καταρτίσεώς του εργασίες ...
Εξάλλου, για αδιευκρίνιστη αιτία, στις 3.4.2017 ο Α. Μ., ενεργών για λογαριασμό της ενάγουσας, απέστειλε email στην εναγόμενη με θέμα "ανάλυση λογαριασμών", στο οποίο διέλαβε επί λέξει τα ακόλουθα: "Μιας και φθάσαμε στη διασταύρωση των λογαριασμών, σημειώστε μια πρόχειρη ανάλυση με τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί μέχρι σήμερα:
Α] ημερομίσθια σε πλοίο: 113. Β] ημερομίσθια στο εργαστήριό μας: 74. Σύνολο ημερομισθίων: 247 Χ 190 ευρώ (αντί για 220 ευρώ) = 46.930 ευρώ. Γ] Υπερωρίες στο πλοίο: 204. Δ] Υπερωρίες στο εργαστήριό μας: 49. Σύνολο υπερωριών: 253 Χ 20 (μέσο όρο) = 5.060 ευρώ. Ε] Έξοδα επιταγών: 13.400 ευρώ. Σύνολο Εργατικών και Επιταγών: 65.390 ευρώ. Στ] Υλικά εγκεκριμένα:
λίστες από 14.12.2016/21.3.2017 = 14.064 ευρώ + 3.371 ευρώ (ΦΠΑ) = 17.417 ευρώ. Γενικό Σύνολο: 82.807 ευρώ. Εξ αυτών έχουμε λάβει σε επιταγές ... 67.000 ευρώ + 5.500 ευρώ για Jovial = 72.500 ευρώ. Τέλος, σημειώστε ότι με ένα πρόχειρο υπολογισμό μέχρι σήμερα, έχουμε φτάσει περίπου τις 110.000 ευρώ και υπολογίζουμε ότι θα κλείσει μεταξύ 150.000 ευρώ - 170.000 ευρώ περίπου.
Με εκτίμηση Α. Μ.". Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, ως προς το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού της εργολαβικής αμοιβής, για το οποίο ερίζουν οι διάδικες, υποστηρίζοντας η μεν ενάγουσα ότι συμφωνήθηκε να αμείβεται κατ' αποκοπή για κάθε συγκεκριμένη εργασία που εκτελούσε, η δε εναγόμενη ότι, αντιθέτως, η αμοιβή της αντιδίκου της θα υπολογιζόταν απολογιστικά με βάση τα ημερομίσθια των τεχνιτών της, στο συνομολογημένο ύψος των οποίων είχε συνυπολογιστεί το εργολαβικό κέρδος, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας φαίνεται καταρχάς να επιβεβαιώνεται, τουλάχιστον εν μέρει, ενόψει του ότι, αν υποτεθεί αληθές ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συμφωνήθηκε να προσδιοριστεί με βάση τα ημερομίσθια του προσωπικού που απασχόλησε η εργολάβος, δεν δικαιολογείται η υποβολή συγκεκριμένης τιμής για κάθε εργασία χωρίς αναφορά στα αντίστοιχα ημερομίσθια ή στον αριθμό των απαραίτητων εργατοτεχνιτών και των ημερών που θα χρειάζονταν για την αποπεράτωσή της, όπως έγινε με την προκαταρκτική και την επανυποβληθείσα στις 25.7.2016 προσφορές της ενάγουσας.
Άλλωστε, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η εργοδότρια είχε ήδη εξαρχής συμφωνήσει απολογιστικό σύστημα υπολογισμού της εργολαβικής αμοιβής, δεν εξηγείται ο λόγος για τον οποίον αποδέχθηκε, χωρίς να αντιλέξει ως προς την προτεινόμενη κατ' αποκοπή αμοιβή της εργολάβου, πέραν της αρχικής (προκαταρκτικής) προσφοράς της, και τις μεταγενέστερες (της 31ης.8.2016, της 1ης.2.2017 και της 9ης.3.2017), που αφορούσαν πρόσθετες εργασίες.
Ο ίδιος ισχυρισμός υποσκάπτεται, όμως, ήδη εξαρχής με την επίκληση της ενάγουσας, αφενός, ότι έλαβε μέρος της αμοιβής της τμηματικά πριν την ολοκλήρωση του έργου και, αφετέρου, ότι απέστελλε στην αντίδικό της τακτικά προς ενημέρωσή της αναφορές για το κόστος των εργασιών, που δεν συνάδουν με συμφωνία κατ' αποκοπή εργολαβικής αμοιβής, επειδή σε τέτοια περίπτωση ο εργολάβος το μεν δικαιούται την αμοιβή του μόνο μετά την εκπλήρωση της παροχής του, δηλαδή μετά την παράδοση του έργου ή του μέρους του στο οποίο αντιστοιχούν οι εργασίες των οποίων η αμοιβή συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή, όπως δεν εκθέτει εδώ ούτε αποδεικνύει η ενάγουσα ότι συνέβη, το δε δεν υποχρεούται σε ενημέρωση του εργοδότη για το κόστος των εργασιών κατά την πρόοδό τους, επειδή η ενοχή του τελευταίου είναι εκ των προτέρων καθορισμένη σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, που δεν μπορεί να κυμανθεί ανάλογα με την εξέλιξη των εργασιών ούτε να παραλλάξει οποτεδήποτε μέχρι την αποπεράτωση του έργου, ενώ, εν συνεχεία, (ο ίδιος ισχυρισμός) αποδυναμώνεται από το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν αποδεικνύει καμία άλλη ειδικότερη επιμέρους συμφωνία περί εκτελέσεως περαιτέρω (πρόσθετων) εργασιών έναντι αμοιβής υπολογιζόμενης με το σύστημα της αποκοπής, δηλαδή με εκ των προτέρων, δηλαδή πριν από την εκτέλεσή τους, ειδικά και ρητά συμφωνηθέν αντάλλαγμα.
Εν τέλει ο αυτός ισχυρισμός της ενάγουσας αναιρείται πλήρως, δηλαδή ακόμα και ως προς τις εργασίες του της ανατέθηκαν κατόπιν της αρχικής και των από 25.7.2016, 31.8.2016, 1.2.2017 και 3.9.2017 μεταγενέστερων προσφορών της, από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας ηλεκτρονικής επιστολής του Α. Μ. Πράγματι, η επιστολή αυτή δεν θα είχε λόγο ύπαρξης αν ήταν αληθές ότι η εργολαβική αμοιβή συμφωνήθηκε απαρχής με το σύστημα της αποκοπής.
Καταρχάς επειδή δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για "διασταύρωση των λογαριασμών", αφού όταν η αμοιβή του εργολάβου προσδιορίζεται εκ των προτέρων σε συγκεκριμένο ποσόν κανείς από τους συμβαλλόμενους δεν χρειάζεται να τηρεί "λογαριασμό", επειδή ο μεν εργολάβος γνωρίζει τί θα εισπράξει και φέρει τον κίνδυνο της ανατίμησης των υλικών ή του εργατικού κόστους, ο δε εργοδότης ότι θα καταβάλει το ποσόν που συμφώνησε.
Δεύτερον, επειδή η αναφορά στα ημερομίσθια του προσωπικού του εργολάβου και ο υπολογισμός των εξόδων του με βάση αυτά αποκτά νόημα μόνον αν η εργολαβική αμοιβή έχει συμφωνηθεί να υπολογίζεται απολογιστικά. Και, τρίτον, επειδή ο Α. Μ. στις 3.4.2017 ταυτίζει την αμοιβή των ημερομισθίων και των υπερωριών του προσωπικού της ενάγουσας (190 ευρώ και 20 ευρώ αντίστοιχα) με τα αντίστοιχα ποσά επί των οποίων η εργοδότρια υποστήριξε στην μεταγενέστερη αγωγή της ότι επήλθε συμφωνία για τον καθορισμό της εργολαβικής αμοιβής, αν και η ενάγουσα υποστηρίζει ότι ουδέποτε πριν την έναρξη της αντιδικίας τέθηκε ζήτημα απολογιστικού υπολογισμού της αμοιβής της.
Επιπλέον, στην ως άνω επιστολή δεν γίνεται αναφορά στην προκαταρκτική προσφορά της ενάγουσας ούτε στις από 25.7.2016, 31.8.2016, 1.2.2017 και 9.3.2017 μεταγενέστερες ούτε ο συντάκτης της επισημαίνει ότι τουλάχιστον ως προς αυτές συμφωνήθηκαν συγκεκριμένα ποσά, μη συναρτώμενα προς τα ημερομίσθια των βοηθών εκπληρώσεως της εργολάβου, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει αν είχε προηγηθεί συμφωνία κατ' αποκοπή αμοιβής.
Προσθέτως, προσδιορίζονται τα "έξοδα" της ενάγουσας με αναφορά μόνον στο κόστος προμήθειας των υλικών από το ελεύθερο εμπόριο, το οποίο, όμως, κατά την αγωγή και όπως έχει ήδη κριθεί τελεσιδίκως, μετακυλίστηκε συμβατικά στην εναγόμενη και χωρίς μνεία της αξίας των υλικών που η ενάγουσα διέθεσε από το απόθεμά της, που φέρεται με την αγωγή της ότι βάρυναν την εναγόμενη, με αποτέλεσμα η διατύπωση της εν λόγω επιστολής να επιτρέπει το συμπέρασμα ότι το κόστος αυτό είχε συνυπολογιστεί στο ύψος των ημερομισθίων. ...
Η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο περί καθορισμού της εργολαβικής αμοιβής με το σύστημα της αποκοπής ισχυρισμός της ενάγουσας είναι αβάσιμος όσον αφορά το σύνολο των εργασιών που της ανατέθηκαν επιβεβαιώνεται, τέλος, από την αναφορά στο ως άνω email τόσον του ποσού των μέχρι τότε εξόδων της εργολάβου όσον και του ποσού στο οποίο είχε μέχρι το ίδιο χρονικό σημείο ανέλθει η οφειλή της εργοδότριας.
Πράγματι, από την αντιδιαστολή των "εξόδων", που προσδιορίστηκαν σε ογδόντα δύο χιλιάδες οκτακόσια επτά ευρώ (82.807 ευρώ) προς τη συνολική οφειλή, που προσδιορίστηκε ως έγγιστα σε εκατόν ένδεκα χιλιάδες ευρώ (110.000 ευρώ), συνάγεται ότι η προκύπτουσα διαφορά (των περίπου 27.000 ευρώ) δεν μπορεί να αντιστοιχεί παρά μόνον στο εργολαβικό κέρδος, το οποίο με τον τρόπο αυτό εκτιμάται ότι ανερχόταν σε ποσοστό 25% περίπου, υπολογιζόμενο επί του εργολαβικού κόστους.
Όλα τα ανωτέρω ο Α. Μ. δεν θα είχε λόγο να αναφέρει παρά μόνον αν ως βάση του καθορισμού της αμοιβής της ενάγουσας είχε ήδη συμφωνηθεί από την έναρξη της επιχειρηματικής συνεργασίας των διαδίκων ο υπολογισμός με βάση το πραγματικό κόστος του εργολάβου για την εκτέλεση του έργου, επί του οποίου θα προστίθετο το καθαρό εργολαβικό κέρδος, εκφραζόμενο σε ποσοστό επί του αθροίσματος των πραγματικών δαπανών.
Όμως, ο τρόπος αυτός καθορισμού της εργολαβικής αμοιβής (cost plus fee), που αντιστοιχεί κατά το νόμο στη μέθοδο του απολογιστικού προσδιορισμού της, όπως ακριβώς και η εναγόμενη υποστηρίζει, αναιρεί την κύρια βάση βάση της ένδικης αγωγής και, ταυτόχρονα, και την επικουρική της, κατά την οποία η επίμαχη εργολαβική αμοιβή πρέπει να υπολογιστεί με βάση το σύνηθες αντάλλαγμα για εργασίες του ιδίου είδους εκτελεσθείσες στον ίδιο τόπο και χρόνο με τις επίδικες, αφού η ειθισμένη αμοιβή οφείλεται μόνον αν δεν υπάρχει άλλη συμφωνία περί αυτής, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Από το "Κοστολόγιο εργασιών" της ενάγουσας δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα, αφού η εναγόμενη το αμφισβήτησε αμέσως μετά την αποστολή του, δεδομένου ότι με την από 18.10.2017 επιστολή της προς την ενάγουσα αποτίμησε την οφειλόμενη αμοιβή της με βάση τις ώρες της εργασίας του προσωπικού της και την παρέπεμψε είτε στη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου είτε στην δικαστική επίλυση της διαφοράς τους.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από τα εμμάρτυρα αποδεικτικά μέσα ούτε από τις συζητήσεις που προηγήθηκαν της αναθέσεως του ενδίκου έργου στην ενάγουσα ... Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν κρίνεται ότι η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό της βάρος να αποδείξει ότι η αμοιβή της συμφωνήθηκε να καθοριστεί κατ' αποκοπή για κάθε επιμέρους εργασία την εκτέλεση της οποίας ανέλαβε και όχι απολογιστικώς, όπως η εναγόμενη ανταπέδειξε, με αποτέλεσμα να αποβαίνει απορριπτέος και ο επικουρικός ισχυρισμός της περί ειθισμένης αμοιβής.
Σημειώνεται εδώ ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η ενάγουσα συμφώνησε να λάβει ως κατ' αποκοπή αμοιβή της για την εκτέλεση των αρχικών εργασιών, που της ανατέθηκαν κατόπιν της προκαταρκτικής προσφοράς της, όπως αυτή βελτιώθηκε στις 25.7.2016 και των πρόσθετων, που ανέλαβε μετά την αποδοχή των από 31.8.2016, 1.2.2017 και 9.3.2017 μεταγενέστερων προσφορών της εκ μέρους της εναγομένης, το χρηματικό ποσόν των πενήντα χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα ενός ευρώ ...
συνολικά, έχει ήδη ως προς αυτό εξοφληθεί μετά τις ως άνω τμηματικές καταβολές της αντιδίκου της (ύψους 71.760 ευρώ), που υπερκαλύπτουν όχι μόνον τις αμοιβές της αυτές αλλά και το τίμημα των υλικών που μεταπώλησε στην αντίδικό της (ύψους 14.633 ευρώ) και κρίθηκε ήδη τελεσιδίκως ότι της οφείλεται. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της παρούσας θα σημειωθεί και ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει στην ενάγουσα όσα η εναγόμενη προκύπτει ότι εξακολουθεί να της οφείλει ...
αθροίζοντας προς τούτο στο σύνολο των ωρών απασχόλησης των τεχνιτών της ενάγουσας που συνομολογεί η εναγόμενη, το ως άνω εκτιμώμενο ποσοστό εργολαβικού κέρδους, επειδή, σε τέτοια περίπτωση, το διατακτικό της (καταψηφιστικής) αποφάσεώς του θα στηριζόταν σε αγωγική βάση που ουδέποτε προβλήθηκε και θα υπερέβαινε έτσι το δικονομικό αντικείμενο της δίκης.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερθέντων πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το προσβληθέν και ανατραπέν κεφάλαιό της, με το οποίο κρίθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται εργολαβικού ανταλλάγματος προσδιοριζόμενου κατά ένα μέρος του κατ' αποκοπή και κατά τα λοιπά με βάση την συνηθισμένη για τις ανάλογες εργασίες αμοιβή.
Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο κατά το μέρος της αυτό, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της ως ουσιαστικά αβάσιμη." Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς, ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του περιεχόμενου της συμφωνίας των διαδίκων ως προς τον τρόπο υπολογισμού της εργολαβικής αμοιβής της ενάγουσας, δηλαδή ως προς τον υπολογισμό της κατ' αποκοπή ή απολογιστικά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 5 Κ.Ι.Ν.Δ., 681 και 694 Α.Κ., τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο α) δέχεται ότι η πρώτη τμηματική καταβολή από την εναγόμενη της αμοιβής της ενάγουσας έγινε πριν εξειδικευθούν οι όροι της σύμβασης, και ακολούθως ότι οι διάδικοι συμφώνησαν τον καθορισμό της εργολαβικής αμοιβής της ενάγουσας με τη μέθοδο του απολογιστικού προσδιορισμού με βάση τα ημερομίσθια και τις υπερωρίες του απασχολούμενου προσωπικού, χωρίς να αναφέρει σε ποιο χρονικό σημείο (πριν, ταυτόχρονα ή μετά τη συμφωνία περί ειδικότερου καθορισμού των επιμέρους εργασιών, αρχικών και πρόσθετων, και την έναρξη αυτών, πριν ή μετά την αποστολή εκ μέρους της ενάγουσας των έγγραφων προσφορών της) και με ποιο τρόπο (ρητώς ή σιωπηρώς) συνήφθη η συμφωνία αυτή, όπως απαιτείται, προκειμένου να αξιολογηθεί και να αιτιολογηθεί η συμπεριφορά των διαδίκων αναφορικά με τη συμφωνία αυτή κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών, β) δεν αιτιολογεί ειδικότερα για ποιο λόγο στην αρχική έγγραφη προσφορά της ενάγουσας, που αυτή απέστειλε στην εναγόμενη στις αρχές Οκτωβρίου 2015 και εκ νέου με συμπληρώσεις την 25-7-2016, και τις από 31-8-2016, 1-2-2017 και 9-3-2017 έγγραφες προσφορές της, που αφορούσαν πρόσθετες εργασίες, η εργολαβική αμοιβή υπολογίζεται κατ' αποκοπή, και γιατί η εναγόμενη δεν διαμαρτυρήθηκε για τον προτεινόμενο αυτό τρόπο υπολογισμού παρά μόνο μετά την εκτέλεση και παράδοση του συνόλου του έργου, όταν η ενάγουσα το μήνα Σεπτέμβριο 2017 της απέστειλε έγγραφο κοστολόγιο εργασιών, στο οποίο οι εκτελεσθείσες εργασίες κοστολογούνται και πάλι κατ' αποκοπή, γ) δέχεται ότι η συμφωνία των διαδίκων περί απολογιστικού τρόπου υπολογισμού της αμοιβής συνάγεται κυρίως από την καταβολή μέρους αυτής πριν από την ολοκλήρωση των εργασιών και την τακτική αποστολή στην εναγόμενη αναφορών για το κόστος των εργασιών, μεταξύ αυτών και της αναφοράς που περιλαμβάνεται σε ηλεκτρονική επιστολή (e-mail) που απέστειλε ο Α.
Μ. για λογαριασμό της ενάγουσας στην εναγόμενη την 3-4-2017, όμως η τμηματική καταβολή της αμοιβής δεν προσήκει αποκλειστικά σε συμφωνία περί απολογιστικού υπολογισμού, αφού τα μέρη μπορούν σε κάθε περίπτωση να συμφωνήσουν την τμηματική καταβολή, ενώ είναι νοητή η ενημέρωση του εργοδότη εκ μέρους του εργολάβου για το κόστος των γενομένων εργασιών και στην περίπτωση συμφωνίας περί τμηματικής καταβολής της ορισθείσας κατ' αποκοπή αμοιβής, όταν οι τμηματικές καταβολές γίνονται ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών.
Επομένως είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση, και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 146/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ