Legislator Case Law & Legislation
1937/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on land expropriation compensation, ruling lower court correctly examined ownership as incidental to the main claim.

Case Number 1937/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding land expropriation compensation. Although the appellant argued the lower court erred by ruling on ownership, the Court found the lower court acted lawfully by examining ownership incidentally to determine the appellant's standing for the compensation claim. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 18, 19, 20 of Law 2882/2001; Article 73 of the Code of Civil Procedure. A court may lawfully examine the ownership of the subject matter incidentally when it is a prerequisite for the exercise of a right, such as a compensation claim, even if the primary suit concerns only the valuation of that compensation.

Keywords

AI generated
expropriation compensation incidental ownership standing to sue appeal dismissal legal costs allocation Code of Civil Procedure Land Expropriation Law

Cited Legislation

AI generated
Articles 18, 19 and 20 of Law 2882/2001
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2008
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1937 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1937/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Αλικάκου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 14-2-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΟΤΑ - ΝΠΔΔ με την επωνυμία ".....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, .............. έως και 8)........ 8ζ) Γ.Γ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκότση, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 12-2-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, η υπό στοιχ. 3γ εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσαπραλή, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 12-2-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, οι υπό στοιχ. 7ος, 8β και 8γ εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γκότση, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 12-2-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2016 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη υπό στοιχ. 6α, 6β, 6γ και 6δ αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο ... και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεων ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος.

Εκδόθηκε η 49/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-2-2023 αίτησή του και τους από 10-1-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 13-2-2023 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 13/13-2-2023 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 18, 19 και 20 του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

και 22 Ν. 2882/2001). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), συνεκδικαζόμενη με τους από 10-1-2024 και με αριθμό καταθέσεως 9/11-1-2024 πρόσθετους λόγους αυτής, που ασκήθηκαν παραδεκτά, με ιδιαίτερο δικόγραφο, εντός της οριζόμενης από τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

προθεσμίας και επιδόθηκαν στους αναιρεσιβλήτους, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου, από το άρθρο 143 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος, που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή τη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη, θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, από τη μνεία στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής αποφάσεως, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος, και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής, ότι το δικαστήριο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, προκύπτει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, ενόψει του ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1578/2021, Α.Π. 1305/2020, Α.Π. 153/2019, Α.Π. 364/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-2-2024), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο μεν αναιρεσείων Α. Σ., παρέστη μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Σταυρούλας Αλικάκου, από δε τους αναιρεσβλήτους, εκπροσωπήθηκαν, ο πρώτος τούτων, Δ.

Ν. ΟΤΑ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκότση, η υπό στοιχείο 3γ Ή. Κ., από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσαπραλή, ο έβδομος Χ. Δ. και οι υπό στοιχεία 8β και 8γ, Δ. Μ. και Ν. Χ., από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γκότση, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, Β. Ρ., ................, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

Όπως, όμως, προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, εκθέσεις επιδόσεως, με αριθμούς: 9950/2023, του δικαστικού επιμελητή Χ.Κ., προς τη δικηγόρο Μαρία Φακιολά, ως πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των Β.Ρ., Μ.Ρ. και Μ.Ρ., 9955/2023, του δικαστικού επιμελητή Χ.

Κ., προς τον 3ο αναιρεσίβλητο Α. Τ., 9946/4-12-2023, του δικαστικού επιμελητή Χ. Κ., προς τη δικηγόρο Μαρία Μπινιάρη, ως πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των Ν. Κ., Π. Κ. και Δ. Κ., 9965/8-12-2023, του δικαστικού επιμελητή Χ. Κ., προς την 6α αναιρεσίβλητη Ε. Κ., ως κληρονόμο του Π. Κ., 9966/2023, του δικαστικού επιμελητή Χ. Κ., προς την 6α αναιρεσίβλητη Δ., χήρα Π.

Κ., ως κληρονόμο του Π. Κ., 9964/2023, του δικαστικού επιμελητή Χ. Κ., προς τον 6δ αναιρεσίβλητο Α. Κ. του Κ., ως κληρονόμο του Κ. Κ. του Α., 9963/2023, του δικαστικού επιμελητή Χ.Κ., προς τον 6β αναιρεσίβλητο Α. Κ., ως κληρονόμο του Κ. Κ. του Α., 2958Δ/2023, του δικαστικού επιμελητή Σ. Τ., προς τη δικηγόρο Ελένη Ρεντούμη, ως πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο, των Ε.

Κ., Δ.ς, χας Π. Κ., το γένος Δ. Κ., Α. Κ. του Κ. και Α. Κ., 3981/2023, του δικαστικού επιμελητή Χ. Κ., προς την 8α αναιρεσίβλητη Β. Λ., 9954/2023, του δικαστικού επιμελητή Χ. Κ., προς το δικηγόρο Ανδρέα Βασιλείου, ως πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των Μ. Γ., Η. Γ. και Π. Γ. και 9961/2023, του δικαστικού επιμελητή Χ. Κ., προς την 8ζ αναιρεσίβλητη Γ.

Γ., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους ως άνω, απολειπόμενους κατά την παρούσα συζήτηση, αναιρεσιβλήτους, ή στους πληρεξουσίους δικηγόρους αυτών, που παρέστησαν κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 49/2022 απόφαση, εκπροσωπώντας αυτούς, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), επισκόπηση αυτής και, συνεπώς, φέρουν την ιδιότητα των αντικλήτων τους, για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη, έως και την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015.

Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, υπ' αριθμ. 49/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι εκ των ήδη αναιρεσιβλήτων Ε. Κ. του Π., Δ. χήρα Π. Κ., Α. Κ. του Κ. και Α. Κ. του Κ., άσκησαν, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου ..., την από 15-3-2016 αίτησή τους, στρεφόμενη κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων και του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησαν, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα ρυμοτομούμενα τμήματα των ακινήτων τους και τα επικείμενα αυτών, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση.

Η αίτηση αυτή συνεκδικάστηκε με την, ασκηθείσα με τις από 23-9-2020 προτάσεις του καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος Α. Σ., ανταίτηση, εκδόθηκε δε επ' αυτών η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 49/2022 απόφαση, με την οποία το ως άνω δικαστήριο απέρριψε αυτές (αίτηση και ανταίτηση) κατ' ουσίαν, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αιτούντων και του ανταιτούντος για την άσκησή τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 68 του Κ.Πολ.Δ., "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον". Ο Κ.Πολ.Δ. συνδέει τη νομιμοποίηση του διαδίκου προς το έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, δηλαδή να αναφέρεται σε υπαρκτές έννομες σχέσεις και όχι σε υποθετικές και, επί πλέον, η ανάγκη δικαστικής προστασίας να είναι ενεστώσα.

Τα πρόσωπα, τα οποία έχουν άμεσο έννομο συμφέρον στη διαδικασία προσδιορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, και μπορούν να είναι διάδικοι, δηλαδή έχουν την εξουσία να διεξάγουν τη δίκη, ενεργητικά ή παθητικά ή με άλλο τρόπο, ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" (ΚΑΑΑ).

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση, β) ο υπερού κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο".

Η κατά τα ανωτέρω νομιμοποίηση των διαδίκων, στη δίκη προσδιορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, η οποία ρυθμίζεται ειδικά από την ως άνω διάταξη, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, κατά το άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ. Αν δε, από την έρευνα αυτή, προκύψει ότι λείπει η προϋπόθεση της νομιμοποίησης, η αίτηση απορρίπτεται.

Το δικαστήριο, ερευνώντας τη νομιμοποίηση του διαδίκου, που αξιώνει (προβάλλει) κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο, θα ερευνήσει παρεμπιπτόντως, εκτιμώντας ελεύθερα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, το προβαλλόμενο εμπράγματο δικαίωμά του, που του παρέχει το δικαίωμα αποζημίωσης και το οποίο θεμελιώνει τη νομιμοποίησή του και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του, για την κίνηση της διαδικασίας προσδιορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.

Η έρευνα αυτή, δεν εμποδίζεται από το ότι στη διαδικασία του καθορισμού της αποζημίωσης, η δικαιοδοσία του δικαστηρίου περιορίζεται κατά κανόνα μόνο στον προσδιορισμό τιμής μονάδας, χωρίς την αναγνώριση δικαιούχων και την καταψήφιση υποχρέων (πρβλ. άρθρα 14 παρ. 1, 18, 19, 20 και 26 ν. 2882/2001), αφού, από το γεγονός αυτό, δεν μπορεί να αποκλειστεί η έρευνα ζητημάτων, τα οποία έχουν σχέση με θεμελιώδεις ιδιότητες των δικαζομένων, όπως είναι και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την κίνηση της διαδικασίας αυτής, ζήτημα το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 506/2020, Α.Π. 124/2020, Α.Π. 92/2020, Α.Π. 1247/2007, Α.Π. 528/2005).

Εξ άλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 690/1948 "περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων", οι κοινόχρηστοι χώροι (πλατείες, οδοί, άλση, κήποι κ.λπ.), που καθορίζονται από τα σχέδια ρυμοτομίας συνοικισμών, τα οποία εγκρίθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω ν.δ/τος, με επίσπευση των ιδιοκτητών, θεωρούνται ότι περιήλθαν στην κοινή χρήση από της εγκρίσεως του σχεδίου του συνοικισμού που καθόρισε αυτούς, η έγκριση δε του σχεδίου που αυτοί επιδίωξαν, είχε ως αναγκαίο, κατ' αμάχητο τεκμήριο, επακόλουθο, την, κατά την ελεύθερη βούλησή τους, παραίτησή τους από την κυριότητα, νομή και κατοχή των καταλαμβανομένων από τους παραπάνω χώρους γηπέδων, χωρίς την οποία δεν ήταν δυνατή η έγκριση του σχεδίου και η διάθεση των οικοδομήσιμων χώρων που ορίστηκαν από αυτό για οποιοδήποτε σκοπό.

Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στην εξασφάλιση των κοινοχρήστων χώρων, με την αποξένωση των ιδιοκτητών από τα δικαιώματά τους επί των χώρων αυτών, και στην περίπτωση ακόμη που αυτό δεν επιβλήθηκε κατά την έγκριση του σχεδίου. Το παραπάνω τεκμήριο ισχύει και για τους κληρονόμους αυτών που επέσπευσαν την έγκριση, καθώς και στην περίπτωση μεταγενέστερης τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου.

Οι προϋποθέσεις για την παραδοχή του εν λόγω τεκμηρίου είναι: α) η έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, με το οποίο καθορίζονται ορισμένες εκτάσεις ως κοινόχρηστοι χώροι, να έγινε με επίσπευση εκείνων που ήσαν ιδιοκτήτες ή είχαν αναλάβει την εκμετάλλευση των εκτάσεων αυτών, β) εκείνοι που επέσπευσαν να ήσαν κύριοι της προς ρυμοτομία εκτάσεως κατά το χρόνο επίσπευσης και όχι, απαραίτητα, κατά το χρόνο έγκρισης του σχεδίου και γ) η διοίκηση να αποδέχεται το σχέδιο που προτείνουν οι ιδιοκτήτες ως προς τους κοινόχρηστους χώρους.

Ο ιδιοκτήτης, που δεν επισπεύδει την έγκριση του σχεδίου, έχει όλα τα δικαιώματα και κάθε ευχέρεια εναντίωσης στην έγκριση του σχεδίου που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις, ώστε να μπορεί να υπερασπίσει τα έννομα συμφέροντά του, αν νομίζει ότι δεν συντρέχει λόγος για την απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ανεξάρτητα του ποιος είναι ο επισπεύδων.

Μάλιστα, στην περίπτωση της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του παραπάνω ν.δ/τος, ο επισπεύσας ιδιοκτήτης δηλώνει προς το κοινό ότι επιθυμεί την κοινοχρησία των χώρων και τους διαφημίζει για να προσελκύσει αγοραστές ή μεγαλύτερο τίμημα, χωρίς να περιμένει να εγκριθεί το σχέδιο, αναλαμβάνοντας έτσι και τον κίνδυνο από τη μη έγκρισή του.

Με τον τρόπο αυτό, παραιτείται οριστικά και χωρίς κανένα όρο ή επιφύλαξη από τα δικαιώματά του επί των κοινοχρήστων χώρων, τους οποίους διαφήμιζε και βάσει αυτών πωλούσε, δηλώνοντας, έτσι, ότι τους θέτει στη χρήση του κοινού, ανεξάρτητα από το αν θα εγκριθούν ή όχι. Με τη χρησιμοποίηση του όρου "επισπεύδων", ο νομοθέτης, για τη δημιουργία του παραπάνω τεκμηρίου, δεν απαιτεί την τυπική υποβολή αιτήσεως, προς τη Διοίκηση, περί εγκρίσεως του σχεδίου, αλλά αρκείται στην, με οποιοδήποτε τρόπο, εκδήλωση της βουλήσεώς του να εγκριθεί το σχέδιο, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς (Ολ.Α.Π. 228/1983, Α.Π. 1459/2003, Α.Π. 442/2003).

Από την εισηγητική δε έκθεση του άρθρου 1 του ως άνω ν.δ/τος 690/1948, σε συνδυασμό με την παράγραφο 8 εδάφιο α' του ιδίου άρθρου, κατά τις οποίες "οι διατάξεις του άρθρου τούτου εφαρμόζονται και επί των μετά την ισχύ του παρόντος εγκριθησομένων συνοικισμών ή και επεκτάσεων συνοικισμών ή γενικώς σχεδίων πόλεως και κωμών, τη επισπεύσει οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου ή και των ιδιοκτητών των εκτάσεων", προκύπτει ότι οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου 1 του ν.δ/τος εφαρμόζονται μετά την έναρξη ισχύος του και στο μέλλον, δηλαδή επί επεκτάσεων εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, με την επίσπευση οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου (Α.Π. 1459/2003).

Η θέσπιση των ανωτέρω διατάξεων συμπορεύεται με την επιταγή του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία απαιτεί ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό (Α.Π. 49/2014, ΣτΕ 64/1992). Η θεσπιζόμενη δε, με τις διατάξεις αυτές, ρύθμιση, δεν αντίκειται στη συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας, ούτε στην αρχή της ισότητας, διότι με αυτή δεν επιβάλλεται αναγκαστική στέρηση της ιδιοκτησίας, αλλά η απώλειά της είναι απόρροια της ελεύθερης βουλήσεως των ιδιοκτητών των εκτός σχεδίου ακινήτων, οι οποίοι επεδίωξαν την ένταξή τους στο σχέδιο και το συνακόλουθο χαρακτηρισμό τμημάτων των ακινήτων τους ως κοινοχρήστων χώρων, αποσκοπώντας στο να αποκτήσουν μεγαλύτερη αξία τα απομένοντα τμήματα των ακινήτων τους, που αποκτούν, με την ένταξη αυτή, μεγαλύτερη οικοπεδική αξία.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (Α.Π. 1510/2022, Α.Π. 23/2022, Α.Π. 1324/2018).

Η κρίση του δικαστηρίου, για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1218/2020, Α.Π. 738/2018, Α.Π. 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα της ύπαρξης ή μη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως, αφού, από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.

Οι ανωτέρω, δηλαδή, ερμηνευτικοί κανόνες, παραβιάζονται και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της, ώστε να αναζητήσει την αληθή βούληση του δηλούντος (σχετ.

Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 2053/2022, Α.Π. 1184/2022, Α.Π. 315/2016), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της δηλώσεως βουλήσεως, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, μετά από ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 1003/2019, Α.Π. 1324/2018, Α.Π. 704/2018, Α.Π. 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλεται κατά τις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (Α.Π. 1360/2017, Α.Π. 495/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π 1/2020, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 809/2022, Α.Π. 111/2021, Α.Π. 990/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1417/2023, Α.Π. 667/2023, Α.Π. 468/2023, Α.Π. 1056/2022).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 78/2020, Α.Π. 59/2020).

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984, Α.Π. 258/2022, Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 764/2021). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1500/2022, Α.Π. 1504/2021, Α.Π. 947/2020, Α.Π. 1544/2017).

Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει, όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (Α.Π. 8/2019). Δηλαδή, "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (Ολ.Α.Π. 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ.Α.Π. 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (Α.Π. 146/2022, Α.Π. 279/2019, Α.Π. 1079/2019).

Σύμφωνα δε με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 59/2020). Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, περίπτωση που συντρέχει και όταν ο λόγος πλήττει αιτιολογίες πλεοναστικές, οι οποίες δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά και επί επάλληλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών), κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, οπότε, εάν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναιρέσεως, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (Α.Π. 1703/2022, Α.Π. 959/2022, Α.Π. 1026/2021, Α.Π. 991/2020).

Εν προκειμένω, το Τριμελές Εφετείο ..., με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 49/2022 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), κρίση του, τα ακόλουθα: "Με το από 02-05-1959 Βασιλικό Διάταγμα "Περί τροποποιήσεως και επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου ...

και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτού" (ΦΕΚ 90Α /16-05-1959) τροποποιήθηκε και επεκτάθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο ... και καθορίσθηκαν οι όροι και οι περιορισμοί δόμησης των οικοπέδων της πόλεως του ... και ειδικότερα επεκτάθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως του ... από τη ".....", η οποία ήταν το όριο του προηγούμενου σχεδίου πόλεως του 1954, μέχρι και "κτήματος ...

και ...". Με την υπ' αριθμ. πρωτ. 4807/11/13-02-2012 πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας, των ιδιοκτησιών στο ..., που βρίσκονται μεταξύ των Ο.Τ. 377, 373α και 373β της Πολεοδομικής Υπηρεσίας του Δήμου ..., η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. 54200/12/20-05-2013 απόφαση του Περιφερειάρχη Πελοποννήσου, ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι, προκειμένου να γίνει η διάνοιξη της οδού ...

από την οδό ... μέχρι την οδό ... και η διάνοιξη παιδικής χαράς -πλατείας και πεζοδρόμου, για το μεν τμήμα της ιδιοκτησίας 6 που απαλλοτριώθηκε υπόχρεοι αποζημίωσης για έκταση 456,98 τ.μ. είναι οι καθ' ων αίτηση, ενώ για έκταση 137,22 τ.μ., οι αιτούντες - συνιδιοκτήτες αυτής, για το δε τμήμα της ιδιοκτησίας 7 που απαλλοτριώθηκε, υπόχρεοι αποζημίωσης για έκταση 131,74 τ.μ.

είναι οι καθ' ων αίτηση, ενώ για έκταση 429,95 τ.μ., οι αιτούντες - συνιδιοκτήτες αυτής και για τα επικείμενα αυτής ο πρώτος των καθ' ων, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην παραπάνω πράξη αναλογισμού και τον κτηματολογικό πίνακα, που τη συνοδεύει. Οι ιδιοκτησίες αυτές φέρονται ότι ανήκουν κατά κυριότητα στους αιτούντες, και συγκεκριμένα στην 1η αιτούσα κατά ποσοστό 37,5% εξ αδιαιρέτου, στη 2η αιτούσα κατά ποσοστό 12,5% εξ αδιαιρέτου και στους 3ο και 4ο των αιτούντων κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου έκαστος.

Τα ανωτέρω ποσοστά συγκυριότητας επί των ανωτέρω ακινήτων, περιήλθαν αφενός στις 1η και 2η των αιτούντων από κληρονομιά του αποβιώσαντος την 12-02-2015 Π. Κ. του Α. και Ε., πατέρα και συζύγου, αντίστοιχα, την οποία αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. 1....../30-12-2016 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου ... Ι.Δ., νομίμως μεταγεγραμμένης, και αφετέρου στους 3ο και 4ο των αιτούντων από κληρονομιά του αποβιώσαντος την 30-06-2012 Κ.

Κ. του Α. και Ε., πατέρα αυτών, την οποία αποδέχθηκαν σιωπηρά ... Στους ανωτέρω δικαιοπαρόχους των αιτούντων Π. και Κ. Κ. του Α., περιήλθαν από κληρονομιά αφενός του αποβιώσαντος την 18-12-1972 πατρός τους Α. Κ. του Κ. και Ε., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, την οποία αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. 1...../05-05-1976 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου ...

Γ.Τ., νομίμως μεταγεγραμμένης, αφετέρου της αποβιωσάσης την 27-03-1982 μητρός τους Ε. χας Α. Κ., το γένος Π. Β., κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, την οποία αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. 2...../03-02-1983 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου ... Γ.Τ., νομίμως μεταγεγραμμένης. Επίσης, η ιδιοκτησία 8, τμήμα της οποίας (8α) εμβαδού 740.44 τ.μ.

ρυμοτομείται ομοίως με την ανωτέρω πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού, φέρεται ότι ανήκει κατά κυριότητα στον 2ο των καθ' ων - ανταιτούντα, ως μοναδικό εκ διαθήκης κληρονόμο του αποβιώσαντος την 27-05-2010 Κ. Κ. του Α. και Α., κληρονομιά την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. 3...../03-06-2011 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου ...

Γ.Π., νομίμως μεταγεγραμμένης. Περαιτέρω, σχετικά με τον τρόπο που έγινε η επέκταση του σχεδίου πόλεως του ... το έτος 1959 αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η επέκταση του σχεδίου πόλεως, που έγινε με το από 29-4-1954 Β.Δ. (ΦΕΚ Α' 107/31-5-1954) ήταν περιορισμένη και είχε γεννήσει μεγάλες αντιδράσεις στην τοπική κοινωνία του ..., η οποία, ενόψει και της τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής που άρχιζε τότε, ζητούσε μεγάλη επέκταση του σχεδίου πόλεως.

Ο απώτερος δικαιοπάροχος των αιτούντων, Α. Κ. του Κ. και Ε., που απεβίωσε στις 18-02-1972, ήταν ιδιοκτήτης μεγάλης εκτάσεως στην περιοχή κοντά στο κτήμα ... και τον ..., στη θέση "..." ή "..." (στην υπ' αριθμ. 11/281/1976 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς αναφέρεται αγρός ακάλυπτος, εκτάσεως 3 1/2 στρεμμάτων περίπου, αγρός ακάλυπτος εκτάσεως 11/2 στρέμματος περίπου και αγρός με εσπεριδοειδή εκτάσεως 9 στρεμμάτων περίπου), μέρος της οποίας ήταν και οι ανωτέρω ρυμοτομούμενες ιδιοκτησίες, την οποία αποδέχθηκαν τα τέκνα του Π.

και Κ. Κ. και η σύζυγός του Ε. χα Α. Κ., δικαιοπάροχοι των αιτούντων, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Ομοίως, ιδιοκτήτης μεγάλης εκτάσεως στην περιοχή κοντά στο κτήμα ... και ... ήταν και ο δικαιοπάροχος του ανταιτούντος, Κ. Κ. του Α. και Α.. Στις 6-7-1956, συνέρχεται το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ... και με την υπ' αριθμ. 26/1956 απόφασή του αποφασίζει την επέκταση του σχεδίου πόλεως στην περιοχή ... ....

Η απόφαση αυτή λαμβάνεται μετά από αίτηση των Μ. χήρας Ε. Δ. κ.λ.π. όπως αναφέρεται στην ανωτέρω απόφαση και μετά από άλλη όμοια αίτηση, η οποία χαρακτηρίζεται από την ίδια απόφαση, ως "ουσία συναφής και εμπροθέσμως κατατεθείσα" των δημοτών κατοίκων της περιοχής από λεωφόρου Μ. μέχρι ιδιοκτησίας .... Στο ίδιο πρακτικό αντιγράφεται ολόκληρη η αίτηση αυτή, μετά την αντιγραφή της αίτησης Δ. ..., όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται "Αίτησις κατοίκων Ναυπλίας ιδιοκτητών ακινήτων κειμένων από ...

μέχρι .... Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι ιδιοκτήται οικοπέδων και οικιών κειμένων από ... μέχρι κτήματος ...-... ... Δια ταύτα παρακαλούμε όπως δι' αποφάσεώς σας εγκρίνετε την μεταρρύθμισιν του υφιστάμενου σχεδίου πόλεως και τον χαρακτηρισμόν της άνω περιοχής ως οικοδομήσιμου. Ευπειθέστατοι οι αιτούντες. Υπογραφαί ιδιόγραφοι".

Η ιδιοκτησία του απώτερου δικαιοπαρόχου των αιτούντων και του δικαιοπαρόχου του ανταιτούντος ευρίσκεται εντός της ανωτέρω περιοχής δηλ. από ... μέχρι ...-.... Στη συνέχεια, μετά την ανωτέρω απόφαση ο Δήμαρχος ..., τηρώντας τη νόμιμη διαδικασία (αρ. 3 ν.δ.1923) προσκαλεί τους ενδιαφερομένους να καταθέσουν τυχόν ενστάσεις ή αντιρρήσεις κατά της ανωτέρω απόφασης, ενώ ο Προϊστάμενος της ΤΥΔΚ της Νομαρχίας ....., συντάσσει Έκθεση με την οποία δηλώνεται η συμφωνία του για την εν λόγω επέκταση.

Κατά της αποφάσεως αυτής δεν υποβάλλεται καμία ένσταση, όπως αυτό ιδίως αποδεικνύεται από σχετικό έγγραφο του Δημάρχου ..., στο οποίο μάλιστα ζητείται η επιτάχυνση της διαδικασίας επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως, αλλά και από τη βεβαίωση του Δήμου ... με το αριθμό 2591/21-8-1956 έγγραφό του περί μη υποβολής ουδεμίας ένστασης ή αντίρρησης "παρά νομιμοποιημένου ειδικώς πολίτου".

Στη συνέχεια, από το Γραφείο του Νομομηχανικού ..... υποβάλλεται μελέτη προς το αρμόδιο Υπουργείο Συγκοινωνιών, συνεδριάζει το αρμόδιο Συμβούλιο Οικισμού που αποφασίζει την επέκταση του σχεδίου πόλεως και αποστέλλει το σχετικό φάκελο στο Δήμο ..., ο οποίος με τη σειρά του, με την υπ' αριθ. 30/3-6-1957 απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου, αποφασίζει την έγκριση της επέκτασης και καλεί τους ενδιαφερομένους για την υποβολή ενστάσεων.

Κατά της απόφασης αυτής υποβλήθηκαν ενστάσεις από ιδιοκτήτες ενός τμήματος της περιοχής, μακράν της επίδικης, κατά του χαρακτηρισμού ως χώρου πρασίνου (πάρκου) ενός τμήματος αυτής. Οι ενστάσεις αυτές γίνονται δεκτές τόσο από το Δήμο όσο και από το αρμόδιο Υπουργείο και στη συνέχεια εκδίδεται το από 2-5-1959 Β.Δ. (ΦΕΚ 90 τευχ.

Α' της 16-6-1959) "Περί τροποποιήσεως και επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως ..., σε συνδυασμό με το προηγούμενο από 29-4-1954 Β.Δ. (ΦΕΚ 107 τευχ. Α731-5-1954). Από το ίδιο το κείμενο του από 25-1959 β. δτος, με το οποίο εγκρίθηκε η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου, αποδεικνύεται ότι η Διοίκηση έλαβε υπόψη της, εκτός των άλλων, την υπ' αριθ. 1/1959 γνωμοδότηση της Επιτροπής της παραγράφου 8 του άρθρου 1 του ν.δ. 690/1948.

Εάν δεν είχαν υποβάλει όλοι οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες αίτηση επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου, έπρεπε σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 1 του ν.δ. 690/48 να ορισθεί από την ως άνω πολεοδομική Επιτροπή τρόπος εξασφάλισης τήρησης των υποχρεώσεων της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου από τους συγκεκριμένους επισπεύδοντες ιδιοκτήτες.

Καμία υποχρέωση και κανένας όρος δεν επιβλήθηκε στους επισπεύδοντες από την Επιτροπή του άρθρ. 1 παρ. 8 του ν.δ. 690/48 και σύμφωνα και με την απόφαση του ΔΣ ... και σύμφωνα με την 161/1957 γνωμοδότηση πράξη του Συμβουλίου Οικισμού του ανωτέρω Υπουργείου (που όφειλε να ερευνήσει σχετικώς ότι την αίτηση για την επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου είχαν υποβάλει όλοι οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες από περιοχή Μ.

μέχρι ... και ..., με αποτέλεσμα να συνάγεται ασφαλώς ότι είχε εξασφαλιστεί πλήρως η άνευ αποζημιώσεων διάνοιξη των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων. Ενισχυτικό αυτού αποτελεί και το γεγονός ότι η επέκταση αυτή αφορούσε μια πολύ μεγάλη περιοχή (το σχέδιο πόλης του ... σχεδόν διπλασιάστηκε) και δεν υπήρχε άμεση ανάγκη να γίνει τότε, σε τόσο ευρεία έκταση, αν δεν αποτελούσε επιδίωξη όλων των εμπλεκομένων και ιδίως των ενδιαφερομένων ιδιοκτητών, που επιθυμούσαν την οικονομική αξιοποίηση διά της οικοπεδοποίησης των, άλλως μικρής αξίας, αγροτικών ακινήτων τους.

Μεταξύ αυτών που υπέβαλαν την αίτηση είναι τόσο ο απώτερος δικαιοπάροχος των αιτούντων όσο και ο δικαιοπάροχος του ανταιτούντος, οι οποίοι περιλαμβάνονται στους ιδιοκτήτες, τα στοιχεία των οποίων παραλείπονται στην ανωτέρω 26/1956 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ... για λόγους συντομίας, οι οποίοι είχαν ιδιοκτησίες μεταξύ της οδού Μ. (που ήταν το όριο του έως τότε σχεδίου πόλεως) και του κτήματος ...

και του .... Το συμπέρασμα δε τούτο ενισχύεται πλην των προαναφερθέντων, και από το γεγονός ότι αυτοί καμία ένσταση δεν προέβαλαν. Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι η επέκταση του σχεδίου πόλεως το 1959 έγινε μετά από πρωτοβουλία όλων των ιδιοκτητών που αφορούσε, έγινε δεκτό και με την 581/2001 απόφαση του Εφετείου ..., που αφορά βέβαια άλλους διαδίκους, η οποία έγινε αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την προαναφερθείσα 1459/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ομοίως, με την ίδια αιτιολογία απορρίφθηκε με την 339/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., αίτηση του 2ου των καθ' ων Α. Σ. - ανταιτούντος, περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος, στρεφόμενη κατά των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση και κατά των 1ης και 3ου των αιτούντων, υπέρ του οποίου άσκησαν παραδεκτά πρόσθετη παρέμβαση η 2η και 4ος των αιτούντων, αφορώσα την επίδικη με αρ.

πρωτ. 4807/11/13-02-2011 πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημιώσεων λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών στο ... μεταξύ των Ο.Τ. 377, 373α και 373β. Επομένως, κατόπιν όλων των ανωτέρω, αφού αποδεικνύεται ότι η επέκταση του σχεδίου πόλεως το έτος 1959 έγινε με αίτηση τόσο του απώτερου δικαιοπαρόχου των αιτούντων όσο και του δικαιοπαρόχου του ανταιτούντος, που ήταν ιδιοκτήτες και των επίδικου ακινήτων και ότι τμήμα αυτών εμβαδού 520,94 τ.μ. (τμήμα 6α της ιδιοκτησίας 6), 171,69 τ.μ. (τμήμα 7α της ιδιοκτησίας 7) και 740,44 τ.μ. (τμήμα 8α της ιδιοκτησίας 8) καθιερώθηκε με το σχετικό διάταγμα ως κοινόχρηστος χώρος για δημιουργία δημοτικής οδού (ήδη οδού ...), παιδικής χαράς-πλατείας και πεζοδρόμου, συνάγεται ότι θεωρείται, κατ' αμάχητο τεκμήριο, ότι τόσο απώτερος δικαιοπάροχος των αιτούντων όσο και ο δικαιοπάροχος του ανταιτούντος παραιτήθηκαν από την κυριότητά τους στα τμήματα αυτά και συνεπώς, αφού έπαυσαν να είναι κύριοι, γιατί κύριος έγινε ο Δήμος ..., δεν έγιναν κύριοι αυτών ούτε οι Π.

και Κ. Κ. (δικαιοπάροχοι αιτούντων) και ακολούθως οι αιτούντες, ούτε ο ανταιτών, αφού απέκτησαν παρά μη κυρίου και συνεπώς αυτοί δεν έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος...". Δηλαδή, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχτηκε: 1) ότι στις 6-7-1956 συνήλθε το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ..., το οποίο, με την υπ' αριθμ. 26/1956 απόφασή του, αποφάσισε την επέκταση του σχεδίου πόλεως στην περιοχή ... ..., 2) ότι η απόφαση αυτή ελήφθη μετά από αιτήσεις όλων των ενδιαφερομένων ιδιοκτητών, της περιοχής από τη ...

μέχρι την ιδιοκτησία ..., 3) ότι μετά την ανωτέρω απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, ο Δήμαρχος ... προσκάλεσε τους ενδιαφερομένους να καταθέσουν τυχόν ενστάσεις ή αντιρρήσεις κατά της αποφάσεως, πλην όμως δεν υποβλήθηκε καμία ένσταση κατ' αυτής, 4) ότι ο προϊστάμενος της ΤΥΔΚ της Νομαρχίας ...., συνέταξε έκθεση, με την οποία δήλωσε τη συμφωνία του για την εν λόγω επέκταση, στη συνέχεια δε, μετά από υποβολή μελέτης, από το Γραφείο του Νομομηχανικού ......, προς το αρμόδιο Υπουργείο Συγκοινωνιών, συνεδρίασε το αρμόδιο Συμβούλιο Οικισμού που αποφάσισε την επέκταση του σχεδίου πόλεως και απέστειλε το σχετικό φάκελο στο Δήμο ..., ο οποίος, με την υπ' αριθμ. 30/3-6-1957 απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου, αποφάσισε την έγκριση της επέκτασης και κάλεσε τους ενδιαφερομένους για την υποβολή ενστάσεων, 5) ότι κατά της αποφάσεως αυτής υποβλήθηκαν ενστάσεις μόνο από ιδιοκτήτες ενός τμήματος της περιοχής, μακράν της επίδικης (όχι όμως της επίδικης), οι οποίες έγιναν δεκτές τόσο από το Δήμο όσο και από το αρμόδιο Υπουργείο, 6) ότι στη συνέχεια εκδόθηκε το από 2-5-1959 Β.Δ. (ΦΕΚ 90 τευχ.

Α' της 16-6-1959) "Περί τροποποιήσεως και επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου ... και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτού", με το οποίο τροποποιήθηκε και επεκτάθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως ... από τη ..., η οποία ήταν το όριο του προηγούμενου σχεδίου πόλεως του έτους 1954, μέχρι και το κτήμα ...

και ..., 7) ότι καμία υποχρέωση και κανένας όρος δεν επιβλήθηκε από την πολεοδομική επιτροπή του άρθρου 1 παρ. 8 του ν.δ. 690/48, στους επισπεύσαντες την έγκριση του σχεδίου ιδιοκτήτες, γεγονός από το οποίο συνάγεται με ασφάλεια ότι είχε εξασφαλιστεί πλήρως η άνευ αποζημιώσεων διάνοιξη των κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων, 8) ότι με το προαναφερόμενο βασιλικό διάταγμα καθιερώθηκε ως κοινόχρηστος χώρος, για δημιουργία δημοτικής οδού (ήδη οδού ...), παιδικής χαράς-πλατείας και πεζοδρόμου, το επίδικο τμήμα της ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου του ανταιτούντος- ήδη αναιρεσείοντος και 9) ότι η επέκταση του σχεδίου πόλεως το έτος 1959, έγινε με αίτηση και του δικαιοπαρόχου του ανταιτούντος, ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, δεν υπέβαλε ένσταση κατά της υπ' αριθμ. 26/1956 αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου, γεγονός από το οποίο συνάγεται, κατ' αμάχητο τεκμήριο, παραίτηση αυτού από την κυριότητά του στο τμήμα αυτό του ακινήτου του.

Κατόπιν τούτου, αφού κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ήδη αναιρεσείων δεν έγινε κύριος του επιδίκου τμήματος, ως αποκτήσας παρά μη κυρίου, απέρριψε την ένδικη ανταίτηση αυτού, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 8 του άρθρου 1 του ν.δ/τος 690/1948, καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω σαφούς αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος προς άσκηση αιτήσεως καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης.

Η εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ/τος 690/1948, συμπορεύεται με την επιταγή του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος, που απαιτεί ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό, δεν αντίκειται δε στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στη συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού με αυτή δεν επιβάλλεται αναγκαστική στέρηση της ιδιοκτησίας, αλλά η απώλειά της είναι απόρροια της ελεύθερης βουλήσεως των ιδιοκτητών των εκτός σχεδίου ακινήτων, οι οποίοι επεδίωξαν την ένταξή τους στο σχέδιο και το συνακόλουθο χαρακτηρισμό τμημάτων των ακινήτων τους ως κοινοχρήστων χώρων, αποσκοπώντας στο να αποκτήσουν μεγαλύτερη αξία τα απομένοντα τμήματα των ακινήτων τους, τα οποία, με την ένταξη αυτή, αποκτούν μεγαλύτερη οικοπεδική αξία, ενώ, παράλληλα, ο ιδιοκτήτης, που δεν επισπεύδει την έγκριση του σχεδίου, έχει όλα τα δικαιώματα και κάθε ευχέρεια εναντίωσης στην έγκριση του σχεδίου που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις, ώστε να μπορεί να υπερασπίσει τα έννομα συμφέροντά του, αν νομίζει ότι δεν συντρέχει λόγος για την απαλλοτρίωση της περιουσίας του.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενος, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε εν προκειμένω τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ/τος 690/1948, η οποία αντίκειται, κατ' αυτόν, στην επιταγή του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος και στο συνταγματικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας, σε συνδυασμό με την αρχή της ισότητας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και το δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, κατά το οικείο σκέλος του, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενος ότι το Εφετείο, παρότι οι εκτάσεις, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, καθορίστηκαν ως κοινόχρηστες, δυνάμει του από 16-5-1959 βασιλικού διατάγματος, δηλαδή μετά την 7/8 Μαίου 1948, οπότε τέθηκε σε ισχύ το ν.δ. 690/1948, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2 και 8 του ως άνω ν.δ/τος, οι οποίες εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία οι εκτάσεις καθορίστηκαν ως κοινόχρηστες με ρυμοτομικό σχέδιο συνοικισμού, που εγκρίθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω ν.δ/τος.

Η αιτίαση όμως αυτή είναι απορριπτέα ω αβάσιμη, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ/τος 69/1948, εφαρμόζονται και στο μέλλον, μετά την έναρξη ισχύος αυτού, επί επεκτάσεων εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, με την επίσπευση οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου.

Με τους ίδιους ως άνω λόγους, καθώς και το οικείο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και τον τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής, κατά τα οικεία σκέλη τους, όπως αυτοί εκτιμώνται, ο αναιρεσείων, αιτιάται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

και με ελλιπείς αιτιολογίες, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος απώλεσε την κυριότητά του επί του επιδίκου τμήματος της ιδιοκτησίας του, λόγω παραιτήσεώς του από αυτήν, ενόψει του ότι: α) αναζήτησε τη βούληση του αμέσου δικαιοπαρόχου του Κ. Κ. και όχι του απώτερου δικαιοπαρόχου του Α.

Κ., ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης της επίδικης ιδιοκτησίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της υποβολής του αιτήματος για ένταξη στο σχέδιο πόλεως και β) αναζητώντας την αληθή βούληση του δικαιοπαρόχου του, με ελλιπείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτός περιλαμβάνεται μεταξύ των αιτηθέντων ή έστω σιωπηρά αποδεχθέντων την ένταξη στο σχέδιο πόλεως ιδιοκτητών.

Η αιτίαση, όμως, αυτή, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη απόφασή του προκύπτει, δεν δέχθηκε, και δη ούτε αμέσως ούτε εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο της βουλήσεως του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, ώστε να τίθεται θέμα προσφυγής του στις διατάξεις αυτές.

Στους ίδιους ως άνω λόγους περιέχονται οι περαιτέρω αιτιάσεις, της πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγω του ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση 1) δέχτηκε ότι ο δικαιοπάροχος αυτού (αναιρεσείοντος), κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1, 2 και 8 του ν.δ/τος 690/1948, παραιτήθηκε από την κυριότητά του επί του επιδίκου ακινήτου, με την υποβολή και εκ μέρους του, της αιτήσεως για επέκταση του σχεδίου πόλεως, χωρίς να παραθέτει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι οι εκτάσεις, που καθορίστηκαν ως κοινόχρηστες, είχαν καθορισθεί από σχέδιο ρυμοτομίας συνοικισμού που εγκρίθηκε ή τροποποιήθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.δ/τος 690/1948, 2) δεν περιγράφει αρκούντως, κατά είδος, όρια και θέση, την προς ρυμοτομία ευρύτερη έκταση, οι ιδιοκτήτες της οποίας (μεταξύ των οποίων και ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος) υπέβαλαν την αίτηση επέκτασης του σχεδίου πόλεως του ...

ή συναίνεσαν σιωπηρά σ' αυτή και 3) με ελλιπείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι ιδιοκτήτης της επίδικης εκτάσεως κατά το χρόνο επίσπευσης της ένταξης στο σχέδιο πόλεως του ..., ήταν ο άμεσος δικαιοπάροχός του Κ. Κ., παρότι ιδιοκτήτης αυτής, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν ο απώτερος δικαιοπάροχός του Α. Κ.. Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως και τους τρίτο, πέμπτο και έβδομο πρόσθετους λόγους αυτής, κατά τα οικεία σκέλη καθενός, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο χωρίς αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι, μεταξύ των αιτηθέντων την επίσπευση της ένταξης στο σχέδιο ιδιοκτητών, ήταν και ο άμεσος δικαιοπάροχός αυτού Κ.

Κ., παρότι πραγματικός ιδιοκτήτης της επίδικης εκτάσεως, κατά το χρόνο εκείνο, ήταν ο απώτερος δικαιοπάροχός του, Α. Κ.. Η ανωτέρω, υπό τον αριθμό 1, αιτίαση, προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ/τος 690/1948, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία οι εκτάσεις καθορίστηκαν ως κοινόχρηστες με ρυμοτομικό σχέδιο συνοικισμού, που εγκρίθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω ν.δ/τος, ενώ, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κατά τη διερεύνηση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως και του δευτέρου πρόσθετου λόγου αυτής, κατά το οικείο σκέλος του, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και στο μέλλον, μετά την έναρξη ισχύος αυτού, όπως εν προκειμένω.

Περαιτέρω, στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως το περιεχόμενο αυτής προπαρατέθηκε, αναφέρεται ότι η επέκταση του σχεδίου πόλεως έγινε στην περιοχή ..... της πόλεως του ..., η ρυμοτομούμενη δε έκταση περιλαμβάνεται μεταξύ της οδού Μ. (που ήταν το όριο του έως τότε σχεδίου πόλεως) και του κτήματος ... και του ..., οριοθετείται δηλαδή πλήρως και σαφώς η επίμαχη περιοχή, στην οποία περιλαμβάνεται η επίδικη έκταση.

Συνεπώς, η ανωτέρω, υπό τον αριθμό 2 αιτίαση, είναι αβάσιμη. Σε σχέση δε με τον ιδιοκτήτη του επιδίκου ακινήτου, κατά το χρόνο επίσπευσης της ένταξης στο σχέδιο πόλεως του ..., είναι μεν αληθές ότι το Εφετείο αναφέρει, εσφαλμένα και από παραδρομή, ότι η επέκταση του σχεδίου πόλεως έγινε με αίτηση και του άμεσου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, Κ.

Κ., παρότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής της αιτήσεως, ιδιοκτήτης αυτού ήταν ο απώτερος δικαιοπάροχός του Α. Κ.. Εν συνεχεία, όμως, με επάλληλη αιτιολογία, δέχτηκε περαιτέρω, ότι κανένας από τους ιδιοκτήτες ακινήτων στην ανωτέρω περιοχή (κατά λογική ακολουθία ούτε και ο ως άνω απώτερος δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος Α.

Κ.), δεν υπέβαλε ένσταση κατά της υπ' αριθμ. 30/3-6-1957 αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου, γεγονός από το οποίο συνάγεται, κατ' αμάχητο τεκμήριο, παραίτηση αυτού από την κυριότητά του στο τμήμα αυτό του ακινήτου του. Δηλαδή, το ως άνω δικαστήριο, δέχθηκε ότι η παραίτηση του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος από την κυριότητά του επί του επιδίκου τμήματος, έγινε με την υπογραφή της αιτήσεως για επέκταση του σχεδίου πόλεως, σε κάθε όμως περίπτωση (επικουρικά), με τη μη υποβολή εκ μέρους του, ενστάσεως, κατά της υπ' αριθμ. 26/1956 αποφάσεως το Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., με την οποία αποφασίστηκε η επέκταση του σχεδίου πόλεως.

Η επικουρική αυτή αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως.

Συνεπώς, οι περιεχόμενες στους ανωτέρω λόγους αιτιάσεις, που πλήττουν την ως άνω κύρια αιτιολογία, για πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 (ανωτέρω, υπό τον αριθμό 3) και 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες προεχόντως ως αλυσιτελείς, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 1909/2023, Α.Π. 242/2023, Α.Π. 34/2023, Α.Π. 814/2021), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 114/2024, Α.Π. 1370/2023, Α.Π. 242/2023), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 242/2023, Α.Π. 1909/2022, Α.Π. 1858/2022, Α.Π. 87/2021). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (Α.Π. 1206/2022, Α.Π. 242/2022, Α.Π. 671/2021, Α.Π. 407/2020).

Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ, από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.

Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1469/2023, Α.Π. 1345/2023, Α.Π. 242/2023).

Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 182/2023, Α.Π. 124/2023, Α.Π. 2057/2022, Α.Π. 422/2022). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 182/2023, Α.Π. 45/2023, Α.Π. 2057/2022, Α.Π. 1050/2022).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην περίπτωση αυτή, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Α.Π. 182/2023, Α.Π. 2057/2022, Α.Π. 1964/2022, Α.Π. 1050/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και τους πρώτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους αυτής, κατά τα οικεία σκέλη τους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι ο ίδιος δεν είναι κύριος της επίδικης εδαφικής εκτάσεως και συνεπώς δεν έχει έννομο συμφέρον στην άσκηση της ένδικης ανταιτήσεως, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκομίστηκαν με επίκληση, και δη α) το φύλλο αρχικής εγγραφής του ακινήτου του που ρυμοτομείται, με ΚΑΕΚ 020491603028, από το οποίο προκύπτει η κυριότητά του επ' αυτού και β) την υπ' αριθμ. 31559/3-6-2011 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου ...

Γ. Σ. Π., από την οποία αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο επίσπευσης για την ένταξη της επίμαχης περιοχής στο σχέδιο, ιδιοκτήτης αυτής δεν ήταν ο άμεσος δικαιοπάροχός του Κ. Κ., ο οποίος φέρεται ότι παραιτήθηκε από την κυριότητά του επί του επιδίκου, αλλά ο απώτερος δικαιοπάροχός του Α. Κ.. Επίσης, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως και τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αυτής, κατά τα οικεία σκέλη τους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχθέν ότι κατά το χρόνο επίσπευσης για την ένταξη της επίμαχης περιοχής στο σχέδιο, ιδιοκτήτης αυτής ήταν ο άμεσος δικαιοπάροχός του Κ. Κ., παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 31559/3-6-2011 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου ... Γ. Π., από την οποία προέκυπτε ότι ιδιοκτήτης αυτής, κατά το χρόνο εκείνο, ήταν ο Α.

Κ.. Οι λόγοι αυτοί προβάλλονται αλυσιτελώς και είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, κατά τη διερεύνηση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και των τρίτου και πέμπτου πρόσθετων λόγων αυτής, ελλείψει εννόμου συμφέροντος για την επίκλησή τους. Και τούτο διότι, η προβαλλόμενη με αυτούς πλημμέλεια, δεν επιδρά στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, λόγω της, μη προσβαλλόμενης με λόγο αναιρέσεως, επικουρικής αιτιολογίας της αποφάσεως, ότι δεν υποβλήθηκε ένσταση από κανένα ιδιοκτήτη, κατά λογική δε ακολουθία ούτε και από τον απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος, Α.

Κ., ο οποίος, κατ' αυτό τον τρόπο, παραιτήθηκε από την κυριότητά του. Επιπλέον, καθόσον αφορά τους από τον αριθμό 559 αρ. 11γ', λόγους αναιρέσεως, τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία μάλιστα, το δεύτερο από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (δήλωση αποδοχής κληρονομίας), ρητά αναφέρεται (βλ. 14η σελίδα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω, αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από τον αναιρεσείοντα, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, ως αναγόμενη στην περί των πραγμάτων κρίση του.

Καθόσον δε αφορά τους από τον αριθμό 559 αρ. 20, λόγους αναιρέσεως, οι λόγοι αυτοί είναι και αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν στηρίχθηκε, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο περιεχόμενο του εν λόγω, φερόμενου ως παραμορφωθέντος, εγγράφου, το οποίο εκτίμησε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει τη σημασία του, σε σχέση με το αποδεικτικό του πόρισμα για την έλλειψη εννόμου συμφέροντος του ήδη αναιρεσείοντος προς άσκηση της ένδικης ανταιτήσεως αυτού.

Επομένως οι ως άνω ερευνώμενοι λόγοι, κατά τα προαναφερθέντα οικεία σκέλη τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και ως αβάσιμοι, υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως η έννοια των "πραγμάτων" αναλύθηκε ανωτέρω, κατά τη διερεύνηση των από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

λόγων αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση των διαδίκων (άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ.), η παράβαση των οποίων αφορά ουσιαστικό απαράδεκτο και ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενο λόγο (Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 1290/2022, Α.Π. 248/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και τους δεύτερο και τέταρτο πρόσθετους λόγους αυτής, κατά τα οικεία σκέλη τους και κατά την ορθή νοηματική εκτίμησή τους, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενος ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση α) κατά παράβαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα εκ μέρους του ουσιώδη ισχυρισμό, ότι είναι καταχρηστική η εκ μέρους του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Δήμου ...

επίκληση ιδίας κυριότητας επί της επίδικης εκτάσεως και β) με την παραδοχή ως βασίμου του ανωτέρω ισχυρισμού του Δήμου ..., κατά παράβαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., απέρριψε ως απαράδεκτη την ανταίτησή του, ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Ο ανωτέρω, υπό στοιχείο β, λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ενόψει του ότι αναφέρεται στην ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ένδικης ανταιτήσεως, δηλαδή σε ουσιαστικό απαράδεκτο, και όχι σε απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο, ώστε να ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Επιπλέον, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως (αν ο ανωτέρω, υπό στοιχείο β' εξ αυτών, ήθελε εκτιμηθεί ότι επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.), είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απαραδέκτου της ένδικης ανταιτήσεως, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του ήδη αναιρεσείοντος προς άσκησή της, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα της νομιμοποίησής του, και όχι μετ' αποδοχή ενστάσεως ιδίας κυριότητας, προβληθείσας εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων.

Τα αναφερόμενα δε στους ως άνω λόγους αναιρέσεως, ως επικληθέντα ενώπιον του Εφετείου, περιστατικά, δεν συνιστούν περιεχόμενο ενστάσεως του ήδη αναιρεσείοντος, περί καταχρηστικότητας της προβληθείσας εκ μέρους του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενστάσεως απαραδέκτου της αιτήσεως ελλείψει εννόμου συμφέροντος, όπως εσφαλμένα (ο αναιρεσείων) εκλαμβάνει, αλλά επιχειρήματα αυτού, προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του προς άσκηση της αιτήσεως.

Στους ίδιους ως άνω λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται περαιτέρω: Α. ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δ. Ν., α) προς εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως του ..., εξέδωσε την υπ' αριθμ. 4807/11/13-2-2012 πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης, β) δεν έχει εκδώσει σε βάρος του πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, αλλά, αντιθέτως, επί σειρά ετών, εισέπραττε φόρους (κληρονομίας, μεταβιβάσεως, ΦΑΠ και ΕΝΦΙΑ), γ) ουδεμία αντίρρηση προέβαλε κατά της καταχώρησης της επίδικης ιδιοκτησίας του στο Εθνικό Κτηματολόγιο και Β.

ότι έχουν εκδοθεί α) η υπ' αριθμ. 342/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., δυνάμει της οποίας κρίθηκε ότι το ν.δ. 690/1948 δεν εφαρμόζεται επί επεκτάσεως ρυμοτομικού σχεδίου μετά την έναρξη ισχύος του και β) η υπ' αριθμ. 221/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... για καθορισμό τιμής μονάδας, η οποία εκδόθηκε με πρωτοβουλία του Δήμου ..., ο οποίος δεν προέβαλε δικαίωμα κυριότητάς του επί κοινοχρήστων χώρων.

Οι αιτιάσεις όμως αυτές, στις οποίες ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., απαραδέκτως, επίσης, προβάλλονται και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όπως αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αλλά επιχειρήματα αυτού υπέρ της άποψής του ότι ο ίδιος είναι κύριος του ενδίκου ακινήτου και, συνεπώς, έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την υπό κρίση ανταίτηση καθορισμού οριστικής τιμής αποζημίωσης.

Συνεπώς, οι πιο πάνω, τρίτος λόγος αναιρέσεως και δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής, κατά το οικείο σκέλος του, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Κατά τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 του Κ.Πολ.Δ, βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση, στον απαιτούμενο βαθμό, της αποδείξεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος, προσδιορίζει το διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του -φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας- διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει, όταν το δικαστήριο, από τις προσαχθείσες αποδείξεις, δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ., και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (Α.Π. 651/2024, Α.Π. 1414/2023, Α.Π. 571/2023, Α.Π. 148/2016). Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (Α.Π. 1693/2017), και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (Α.Π. 579/2024, Α.Π. 1640/2014, Α.Π. 54/2014, Α.Π. 1270/2013).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος (και συνεπώς παραδεκτός) ο από την άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος αποδείξεως, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το αποδεικτικό βάρος (Α.Π. 1551/2022, Α.Π. 1453/2021, ΑΠ 892/2020, ΑΠ 1052/2019, ΑΠ 924/2018, ΑΠ 1965/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, ενώ ο ίδιος, ως ανταιτών, όφειλε να αποδείξει ότι είναι κύριος της επίδικης εκτάσεως και συνεπώς έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την υπό κρίση ανταίτηση για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, γεγονός που αποδείχτηκε πλήρως από τα προσκομισθέντα εκ μέρους του αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και α) το φύλλο εγγραφής του ακινήτου στο Εθνικό Κτηματολόγιο, β) η υπ' αριθμ. 4807/11/13-2-2012 πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημιώσεων λόγω ρυμοτομίας του Δήμου ...

και γ) η υπ' αριθμ. πρωτ. 54200/12/20-5-2013 απόφαση του Περιφερειάρχη Πελοποννήσου, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε την ανταίτησή του, ελλείψει εννόμου συμφέροντος για την άσκησή της, με την αιτιολογία ότι δεν είναι κύριος αυτής, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε απόφαση περί αποδείξεως, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, αλλά το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, κατέληξε στην κρίση του ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ανταιτών, ήδη αναιρεσείων, είναι κύριος της επίδικης εδαφικής εκτάσεως, συνακόλουθα δε, ότι δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την ένδικη ανταίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης.

Ο ίδιος λόγος, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι με αυτόν προβάλλεται (και) αιτίαση περί εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι οι αποδείξεις, που προσκόμισε ο ανταιτών, ήδη αναιρεσείων, ο οποίος έφερε και το σχετικό βάρος αποδείξεως του εννόμου συμφέροντός του προς άσκηση της ανταιτήσεως, είναι ανεπαρκείς για την απόδειξη αυτού, κρίση με την οποία το Εφετείο, ορθά κατένειμε και δεν παραβίασε το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η παράβαση του νόμου, δηλαδή η ψευδής ερμηνεία ή η εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.

Για να ιδρυθεί ο ως άνω λόγος αναιρέσεως απαιτείται να περιέχει η προσβαλλομένη απόφαση θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (Α.Π. 592/2023, Α.Π. 2115/2022, Α.Π. 509/2022, Α.Π. 210/2022) και, συνεπώς, δεν ιδρύεται, αν η προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου, δηλαδή αν προκύπτει από το περιεχόμενό της ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απασχολήθηκε με την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου (Ολ.Α.Π. 1339/1985, Α.Π. 1185/2022, Α.Π. 110/2022, Α.Π. 2115/2022, Α.Π. 1485/2021).

Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (Α.Π. 492/2020, Α.Π. 1241/2019, Α.Π. 1449/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως και τον έβδομο πρόσθετο λόγο αυτής, κατά τα οικεία σκέλη τους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, που απορρέει από τις υπ' αριθμ. 581/2001 και 1449/2003 αποφάσεις, του Εφετείου ...

η πρώτη και του Αρείου Πάγου η δεύτερη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν περιέχεται σ' αυτή θετική ή αρνητική κρίση ως προς την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, που απορρέει από τις εν λόγω αποφάσεις.

Επί του ζητήματος τούτου το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως το περιεχόμενο αυτής προπαρατέθηκε, δέχθηκε ότι "...Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι η επέκταση του σχεδίου πόλεως το 1959 έγινε μετά από πρωτοβουλία όλων των ιδιοκτητών που αφορούσε, έγινε δεκτό και με την 581/2001 απόφαση του Εφετείου ..., που αφορά βέβαια άλλους διαδίκους, η οποία έγινε αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την προαναφερθείσα 1459/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ομοίως, με την ίδια αιτιολογία απορρίφθηκε με την 339/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., αίτηση του 2ου των καθ' ων Α.Σ. - ανταιτούντος, περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος, στρεφόμενη κατά των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση και κατά των 1ης και 3ου των αιτούντων, υπέρ του οποίου άσκησαν παραδεκτά πρόσθετη παρέμβαση η 2η και ο 4ος των αιτούντων, αφορώσα την επίδικη με αρ.

πρωτ. 4807/11/13-02-2011 πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημιώσεων λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών στο ... μεταξύ των Ο.Τ. 377, 373α και 373β...". Με την ως άνω κρίση του, το Εφετείο, δεν αποφάνθηκε, ως προς την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, που να απορρέει από τις υπ' αριθμ. 581/2001 και 1449/2003 αποφάσεις, του Εφετείου ...

και του Αρείου Πάγου αντιστοίχως, ως προς την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή της, ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος περιλαμβάνεται μεταξύ των ιδιοκτητών που υπέβαλαν αίτηση επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως του ... και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετική πλημμέλεια. Η αναφορά σ' αυτήν, της εκδόσεως και του περιεχομένου των ως άνω αποφάσεων, επιπλέον δε και της υπ' αριθμ. 339/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ..., συνιστά επιχείρημα του Εφετείου, από την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, υποστηρικτικό και ενισχυτικό της ανωτέρω κρίσης του, που στηρίζει πλήρως το διατακτικό της.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 5 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν υπάρχει σφάλμα, αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι, παρότι περιεχόμενο της δίκης ήταν ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, και όχι η αναγνώριση της ύπαρξης ή μη κυριότητας, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς να λάβει υπόψη τον προβληθέντα εκ μέρους του, περί αναρμοδιότητάς του, ισχυρισμό (παράβαση του αριθμού 8 του Κ.Πολ.Δ.), αναρμοδίως (παράβαση του αριθμού 5 του Κ.Πολ.Δ.) και παρά το νόμο (παράβαση του αριθμού 1 του Κ.Πολ.Δ.), αποφάνθηκε επί της κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου.

Πλην όμως, το Εφετείο, δεν δίκασε επί της κυριότητας του ήδη αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου, αλλά, στο πλαίσιο της διερεύνησης των προϋποθέσεων νομιμοποίησης αυτού στην άσκηση της ένδικης ανταιτήσεώς του, αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ.), νομίμως ερεύνησε, παρεμπιπτόντως, το προβληθέν από αυτόν δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου και, αφού κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ήδη αναιρεσείων δεν έγινε κύριος του επιδίκου εδαφικού τμήματος, ως αποκτήσας παρά μη κυρίου, απέρριψε την ένδικη αίτηση αυτού, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

Κατ' ακολουθίαν, ο με το προαναφερθέν περιεχόμενο έκτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που νικήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, Δήμου ... ΟΤΑ και Ή. Κ., που παρέστησαν με διαφορετικό δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, καθώς και Χ. Δ., Δ. Μ. και Ν.Χ., που παρέστησαν με τον ίδιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176 , 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως, ως προς τον πρώτο τούτων, Δήμο ..., κατ` άρθρο 281 παρ. 2 Ν. 3463/2008 - Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 (Α.Π. 1097/2023, ΑΠ 189/2021, Α.Π. 124/2021, Α.Π. 682/2020), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-2-2023 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 13/13-2-2023 αίτηση και τους από 10-1-2024 και με αριθμό καταθέσεως 9/11-1-2024 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ....

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, Δήμου ... ΟΤΑ, Ή.Κ., Χ.Δ., Δ.Μ. και Ν.Χ., το ύψος των οποίων καθορίζει, στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για το Δήμο ..., στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για την Ή.Κ. και στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για τους Χ. Δ., Δ. Μ. και Ν. Χ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ