Supreme Court dismisses appeal on false premise regarding employee status under Washington Convention.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against a final labor court decision regarding expense reimbursement. The appellant argued the lower court incorrectly classified employees as managers under the Washington Convention, but the court found this premise false. The court determined the expenses were merely incentives for official duties, not proof of managerial status, thus upholding the original judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a false premise is inadmissible when the appealed decision did not establish the alleged legal status or apply the cited law to the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1935 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1935/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Δημαρέλλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννου Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-09 -2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 658/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1251/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-1-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 10.01.2024 και με αριθμό κατάθεσης 642/55/18.01.2024, αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 1251/10.03.2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 23.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης 108681/2864/2019 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία ΟΤΕ Α.Ε ως μόνιμος διοικητικός υπάλληλος και τοποθετήθηκε στις 25.11.2011 Προϊστάμενος Τεχνικού Προσωπικού και στις 02.06.2014 Υποδιευθυντής Υλοποίησης -Υποστήριξης Υπηρεσιών Μεγάλων Πελατών σταθερής και κινητής τηλεφωνίας και ότι κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2014 έως και τον μήνα Μάρτιο του έτους 2017, λάμβανε έξοδα κίνησης και παράστασης, όπως αναλυτικά αναφέρονται και τα οποία δεν αποτελούσαν τακτικές αποδοχές αλλά του χορηγούνταν αποκλειστικά για την πραγματοποίηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων ως Προϊστάμενος και Υποδιευθυντής ως κατ' αποκοπήν αποζημίωση για την κάλυψη των εξόδων κίνησης και παράστασης (όπως για την αντιμετώπιση εξόδων φιλοξενίας επισκεπτών συνεργατών, για τη συμμετοχή του ως εκπροσώπου της εναγομένης σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις κ.λπ.) και επομένως δεν υπόκειντο σε φόρο εισοδήματος και σε ασφαλιστικές κρατήσεις' εντούτοις η εναγομένη, αντισυμβατικώς και κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης προέβαινε σε παρακράτηση φόρου εισοδήματος και ασφαλιστικών εισφορών υπέρ κλάδου ασθένειας ΤΑΠ- ΟΤΕ επί των καταβαλλόμενων σε αυτόν εν λόγω ποσών έναντι εξόδων κίνησης και παράστασης με αποτέλεσμα να ζημιωθεί κατά τα αντίστοιχα ποσά, όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται, που παρακρατήθηκαν αχρεωστήτως.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, τα αναφερόμενα ποσά νομιμοτόκως, για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2014 έως και Μάρτιο 2017, ως αποζημίωση λόγω της απομείωσης των εξόδων παράστασης και κίνησης κατά τα παρακρατηθέντα από την εναγομένη ποσά που αντιστοιχούσαν σε φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές υπέρ κλάδου ασθένειας του ΤΑΠ- ΟΤΕ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 658/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο ενάγων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την από 23.01.2022 (αριθμό κατάθεσης 23074/1325/2022) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη (1251/2023) απόφαση η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) είχε προσληφθεί από την εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί σε αυτήν ως υπάλληλος.
Με τη με αρ. 423/Δ.1466/24.11.2011 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού του ΟΤΕ τοποθετήθηκε την 25/11/2011, Προϊστάμενος Τεχνικού Προσωπικού στο Συγκρότημα Υλοποίησης, Υποστήριξης Έργων & Υπηρεσιών Πελατών στη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια, με τη με αρ. ...-2014 απόφαση Οργάνωσης Εταιρίας της Γενικής Διευθύντριας Ανθρωπίνου Δυναμικού Ομίλου ΟΤΕ τοποθετήθηκε την 02/06/2014, Υποδιευθυντής Υλοποίησης - Υποστήριξης Υπηρεσιών Μεγάλων Πελατών Σταθερής & Κινητής με έδρα και πάλι στη Θεσσαλονίκη.
Από τον ορισμό του ως προϊσταμένου και εν συνεχεία ως υποδιευθυντή μέχρι και το Μάρτιο του 2017 ο εκκαλών λάμβανε μηνιαίως χρηματικά ποσά για έξοδα παραστάσεως και κινήσεως. Συγκεκριμένα από το Μάρτιο του 2017 (εννοεί μέχρι τον Μάρτιο του 2014), η εφεσίβλητη χορηγούσε στον εκκαλούντα για έξοδα παράστασης και κίνησης τα ακόλουθα ποσά:
Τον Ιανουάριο 2014, 1.957,47 ευρώ, Φεβρουάριο 2014, 1.957,47 ευρώ, Μάρτιο 2014, 1.957,47 ευρώ, Απρίλιο 2014, 1.957,47 ευρώ, Μάιο 2014, 1.957,47 ευρώ, Ιούνιο 2014, 1.957,47 ευρώ, Ιούλιο 2014, 1.957,47 ευρώ, Αύγουστο 2014 1.957,47 ευρώ, Σεπτέμβριο 2014, 1.957,47 ευρώ, Οκτώβριο 2014, 1.892,22 ευρώ, Νοέμβριο 2014, 1.892,22 ευρώ, Δεκέμβριο 2014, 1.892,22 ευρώ. Τον Ιανουάριο 2015, 1892,22 ευρώ, Φεβρουάριο 2015, 2.087,97 ευρώ, Μάρτιο 2015, 1.892,22 ευρώ, Απρίλιο 2015, 1.957,47 ευρώ, Μάιο 2015, 2.022,72 ευρώ, Ιούνιο 2015, 1957,47 ευρώ, Ιούλιο 2015, 1.892,22, Αύγουστο 2.022,72 ευρώ, Σεπτέμβριο 2015, 1.957,47 ευρώ, Οκτώβριο 2015, 1.826,07 ευρώ, Νοέμβριο 2015, 2.087,97 ευρώ Δεκέμβριο 2015, 1.892,22 ευρώ.
Τον Ιανουάριο 2016, 2.022,72 ευρώ, Φεβρουάριο 2016, 1.957,47 ευρώ, Μάρτιο 2016, 1.892,22 ευρώ, Απρίλιο 2016, 1.826,97 ευρώ, Μάιο 2016, 2.153,22 ευρώ, Ιούνιο 1.892,22 ευρώ, Ιούλιο 2016, 2.022,72 ευρώ, Αύγουστο 2016, 1.957,47 ευρώ, Σεπτέμβριο 2016, 1.826,97 ευρώ, Οκτώβριο 2016, 2.087,97 ευρώ, Νοέμβριο 2016, 1.957,47 ευρώ, Δεκέμβριο 2016, 1.696,47 ευρώ. Τον Ιανουάριο 1.957,47, Φεβρουάριο 2017, 1957,47 ευρώ, Μάρτιο 2017, 1.957,97 ευρώ.
Συνολικά για το έτος 2014, τα έξοδα κίνησης που είχε καταβάλει ο εφεσίβλητος οργανισμός στον εκκαλούντα είχαν ανέλθει σε 23.032,99 ευρώ, για το έτος 2015 τα έξοδα κίνησης είχαν ανέλθει σε 23.489,64 ευρώ, για το έτος 2016 τα συνολικά έξοδα κίνησης είχαν ανέλθει σε 23.239,89 ευρώ και για το έτος 2017 τα έξοδα κίνησης σε 5.872,41 ευρώ ...
Η εφεσίβλητη όμως απέδιδε τα ποσά αυτά στον εκκαλούντα απομειωμένα, καθώς προέβαινε επ' αυτών σε παρακράτηση φόρου εισοδήματος και σε επιβολή ασφαλιστικών εισφορών υπέρ ΤΑΠ- ΟΤΕ. Συγκεκριμένα είχε αυτή προβεί σε παρακράτηση φόρου εισοδήματος επί των ανωτέρω εξόδων κίνησης και παράστασης, ποσού 9.673,82 ευρώ, για το 2014, ποσού 9.865,65 ευρώ για το 2015, ποσού 10.482,25 ευρώ για το 2016 και ποσού 2.642,58 ευρώ για το 2017.
Συνολικά δε είχε παρακρατήσει ποσό 26.683 ευρώ. Λάμβανε δε αυτή ως βάση υπολογισμού των κρατήσεων ασφαλιστικών εισφορών υπέρ κλάδου ασθένειας ΤΑΠ- ΟΤΕ του εκκαλούντος το σύνολο των καταβαλλόμενων σε αυτόν ποσών, στα οποία περιλαμβάνονταν τα έξοδα κίνησης και παράστασης, με αποτέλεσμα την απομείωσή τους κατά το ποσοστό στο οποίο ανέρχονταν οι ανωτέρω κρατήσεις.
Είχε δε παρακρατήσει υπέρ του κλάδου ασθένειας ποσοστό ... Όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω ο ν. 4172/2013 (ΑΙ 167) "Φορολογία εισοδήματος, επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012, του ν. 4093/2012 και του ν. 4127/2013 και άλλες διατάξεις", οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 71 του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ. 1 αυτού, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται, κατά περίπτωση, στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουάριου 2014 και μετά, και συνεπώς καταλαμβάνουν την μία από τις ένδικες χρήσεις 2014, ορίζει δε στο άρθρο 7 ότι: "1.
Φορολογητέο εισόδημα είναι το εισόδημα που απομένει μετά την αφαίρεση των δαπανών που εκπίπτουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Φ.Ε. από το ακαθάριστο εισόδημα. 2. Ο Κ.Φ.Ε. διακρίνει τις ακόλουθες κατηγορίες ακαθάριστων εισοδημάτων: α) εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις, β)..., γ) ... και δ)....", στην παρ. 1 του άρθρου 12 ότι: "1.
Το ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις περιλαμβάνει τα πάσης φύσεως εισοδήματα σε χρήμα ή σε είδος που αποκτώνται στο πλαίσιο υφιστάμενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης." και στο άρθρο 14, όπως η περ. β' αυτού συμπληρώθηκε με την παρ. 2 α του άρθρου 48 του ν. 4305/2014 (Α' 237/31.10.2014), ότι: "1.
Από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις εξαιρούνται: α)..., β) η αποζημίωση για έξοδα κίνησης που καταβάλλονται από τον εργοδότη για υπηρεσιακούς λόγους, εφόσον αφορούν έξοδα κίνησης που πραγματοποιήθηκαν από τον εργαζόμενο κατά την εκτέλεση της. Εξάλλου, με την από 16.5.1995 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΣΣΕ) μεταξύ της Διοικήσεως της ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ καταργήθηκε από της ισχύος αυτής (1.6.1995), το επίδομα ευθύνης θέσης και η αποζημίωση παράστασης που καταβαλλόταν στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης Τομέα και άνω, ως οικειοθελής και πρόσθετη παροχή, σύμφωνα με αποφάσεις του ΔΣ του ΟΤΕ και τον όρο 25 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, και συμφωνήθηκε η μηνιαία καταβολή, από την ημερομηνία αυτή, στους προϊσταμένους συγκεκριμένων Υπηρεσιακών Λειτουργιών της εταιρείας, εξόδων κίνησης και παράστασης, που ορίζονται, ανάλογα με τη θέση ευθύνης των εν λόγω προϊσταμένων, σε πάγια χρηματικά ποσά.
Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω ΕΣΣΕ, τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά α) δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές, αλλά είναι οικειοθελής παροχή, για την οποία ο ΟΤΕ επιφυλάσσει ρητά δικαίωμα ανάκλησής τους, β) δεν υπολογίζονται στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και στο επίδομα αδείας, γ) χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων των προϊσταμένων προς αντιμετώπιση των εξόδων φιλοξενίας των επισκεπτών, συμμετοχής τους ως εκπροσώπων του ΟΤΕ στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, των εξόδων κίνησής τους κ.λπ.
και δ) για κάθε ημέρα απουσίας για οποιοδήποτε λόγο ή αποχής δικαιούχου προϊσταμένου από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, περικόπτεται το 1/30 των ανωτέρω εξόδων και χορηγούνται στο νόμιμο αναπληρωτή του. Οι διατάξεις της ως άνω ΕΣΣΕ, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις από 10.6.1999 ΕΣΣΕ (όρος 12, με τον οποίο (ορίστηκαν τα έξοδα κίνησης και παράστασης σε ποσοστό από 15 μέχρι 40% υπολογιζόμενο στην 17η μισθολογική βαθμίδα της κατηγορίας Εξειδικευμένου Προσωπικού προσαυξημένο με το μεγαλύτερο ποσοστό χρονοεπιδόματος), από 17.11.2000 ΕΣΣΕ (όροι 2 και 3), από 7.8.2002 ΕΣΣΕ (όρος 1), από 30.6.2003 ΕΣΣΕ (όρος 7, με τον οποίο προβλέπεται η χορήγηση της παροχής και σε περίπτωση κανονικής αδείας του δικαιούχου προϊσταμένου), από 22.9.2006 ΕΣΣΕ (όρος 6), καθώς και από την υπ' αριθ. 265/281/9.3.2006 απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας, συγκεντρώθηκαν ως ενιαίο κείμενο στην 265/19/4.10.2006 βασική εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της Υποδιεύθυνσης Εργατικών Θεμάτων του ΟΤΕ ΑΕ, όπου ορίζεται (Β. 1.) ότι: "Τα έξοδα κίνησης και παράστασης Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος και στις προβλεπόμενες ασφαλιστικές κρατήσεις".
Ως εκ τούτου, η ως άνω οικονομική παροχή, που καταβάλλεται κάθε μήνα και υπολογίζεται σε πάγιο ποσοστό επί των αποδοχών των δικαιούχων προϊσταμένων του ΟΤΕ, ούτε από το νόμο ούτε από τη φύση της χορηγείται για την κάλυψη δαπανών στις οποίες οι προϊστάμενοι αυτοί υποβάλλονται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, αλλά, αντιθέτως, χορηγείται ως ενίσχυση και ως κίνητρο για την αποτελεσματικότερη προώθηση των στόχων του ΟΤΕ, που αποτελεί βασικό καθήκον τους, λόγω της ιδιότητας αυτών ως προϊσταμένων, όπως ορθά και νόμιμα εφαρμόζοντας το νόμο δέχθηκε και η εκκαλουμένη.
Κατά συνέπεια, η μηνιαίως καταβαλλόμενη από την εφεσίβλητη σε όλους τους προϊσταμένους αλλά και στον εκκαλούντα, παροχή εξόδων κίνησης, η οποία μάλιστα υπολογίζεται σε πάγιο ποσοστό επί των αποδοχών των δικαιούχων προϊσταμένων του ΟΤΕ, ούτε από το νόμο ούτε από τη φύση της χορηγείται για την κάλυψη δαπανών στις οποίες οι προϊστάμενοι αυτοί υποβάλλονται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, αλλά, συνιστά ενίσχυση και κίνητρο για την αποτελεσματικότερη προώθηση των στόχων του ΟΤΕ, κάτι που αποτελεί ένα από τα βασικότερα καθήκοντα τους, λόγω της ιδιότητάς τους ως προϊσταμένων, όπως και εν προκειμένω ορθά έκρινε εφαρμόζοντας το νόμο η εκκαλουμένη.
Συνεπώς, η εν λόγω οικειοθελής παροχή, αποτελεί πρόσθετη αμοιβή των προσώπων αυτών, η οποία, προσαυξάνουσα το μισθό τους, υπόκειται σε φόρο εισοδήματος και σε ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες μάλιστα αν δεν καταβληθούν δεν επιτρέπεται έκπτωση των οικείων ποσών από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης. Κατά συνέπεια η εκκαλουμένη ορθά και νόμιμα εφάρμοσε το νόμο, εξέλαβε και αξιολόγησε τα πραγματικό περιστατικά και τα έγγραφα που τέθηκαν στην κρίση του πρωτοβαθμίου αλλά και του δικάζοντος δικαστηρίου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του εκκαλούντος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται στη μεν παράγραφο 1 ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", στη δε παράγραφο 5 ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους" και στο άρθρο 78 στη μεν παράγραφο. 1 ότι "Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος", στη δε παράγραφο 4 ότι "Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία και η απονομή συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης...".
Με τον ν. 4172/2013 "Φορολογία εισοδήματος, επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012, του ν. 4093/2012 και του ν. 4127/2013 και άλλες διατάξεις", όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ν. 4223/2013 (ΦΕΚ Α' 287/31.12.2013) και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, καθώς οι διατάξεις των άρθρων του 1 έως και 71, σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ. 1 αυτού, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται, κατά περίπτωση, στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουάριου 2014 και μετά, και συνεπώς καταλαμβάνουν και τις επίδικες χρήσεις θεσπίστηκε (νέος) Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος [από την έναρξη ισχύος του οποίου παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του ν. 2238/1994 (προϊσχύσαντος ΚΦΕ), συμπεριλαμβανομένων και όλων των κανονιστικών πράξεων και εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού (παράγραφο 22 του άρθρου 72 του νόμου αυτού -ν. 4172/2013-, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 11 του ν. 4223/2013 (Α' 287/31.12.2013) και στη συνέχεια αναριθμήθηκε σε παράγραφο 23 και, τελικά, σε παράγραφο 25 με τις παραγράφους 12 και 13, αντίστοιχα, του άρθρου 26 του ν. 4223/2013)], στον οποίο ορίζεται:
Στο άρθρο 1 ότι "1. Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε.) ρυθμίζει τη φορολογία του εισοδήματος: α) των φυσικών προσώπων, β) των νομικών προσώπων και των κάθε είδους νομικών οντοτήτων. 2. Ο Κ.Φ.Ε. ρυθμίζει τον τρόπο φορολόγησης για τις κατηγορίες εισοδημάτων, όπως ορίζονται στον Κ.Φ.Ε., καθώς και τον τρόπο απόδοσης των φόρων με την υποβολή της δήλωσης, την προκαταβολή του φόρου και την παρακράτησή του.".
Στο άρθρο 2 (όπως η περίπτωση δ τροποποιήθηκε με την παρ. 1 άρθρου 21 ν. 4223/2013), ότι "Οι όροι που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε. έχουν την έννοια που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, εκτός εάν ο Κ.Φ.Ε. ορίζει διαφορετικά. Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως: α) "φορολογούμενος": κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., β) "πρόσωπο":
κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε είδους νομική οντότητα, γ)..., δ)... ε)... και ζ)...". Στο άρθρο 5 παρ. 1 εδαφ. α, όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε από 01.01.2015 με το άρθρο 117 παρ. 2 του ν. 4387/2016. ότι "Εισόδημα που προκύπτει στην ημεδαπή είναι κάθε εισόδημα πηγής Ελλάδας και ιδίως: "α) το εισόδημα από μισθωτή εργασία που ασκείται στην ημεδαπή, καθώς και το εισόδημα από μισθωτή εργασία που ασκείται στην αλλοδαπή και καταβάλλεται από το Ελληνικό Δημόσιο".
Στο άρθρο 7 παρ. 1 και 2 ότι "1. Φορολογητέο εισόδημα είναι το εισόδημα που απομένει μετά την αφαίρεση των δαπανών που εκπίπτουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Φ.Ε. από το ακαθάριστο εισόδημα. 2. Ο Κ.Φ.Ε. διακρίνει τις ακόλουθες κατηγορίες ακαθάριστων εισοδημάτων: α) εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις, β)...
γ)... δ)...". Στο άρθρο 10 ότι "Φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων είναι ο φόρος που επιβάλλεται ετησίως στο εισόδημα που αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα". Στο άρθρο 12 παρ. 1, 2 και 3 ότι " 1. Το ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις περιλαμβάνει τα πάσης φύσεως εισοδήματα σε χρήμα ή σε είδος που αποκτώνται στο πλαίσιο υφιστάμενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης. 2.
Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες: α) στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με το εργατικό δίκαιο, β) βάσει σύμβασης, προφορικής ή έγγραφης, με την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτημένης εργασίας με άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωμα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών, γ) οι οποίες ρυθμίζονται από τη νομοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, δ)...
ε)... στ)... 3. Ως ακαθάριστα εισοδήματα από μισθωτή εργασία και συντάξεις θεωρούνται τα εξής: α) ημερομίσθιο, μισθός, επίδομα αδείας, επίδομα ασθενείας, επίδομα εορτών, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, αμοιβές, προμήθειες, επιμίσθια και φιλοδωρήματα, β) επιδόματα περιλαμβανομένων του επιδόματος κόστους διαβίωσης, του επιδόματος ενοικίου, της αποζημίωσης εξόδων φιλοξενίας ή ταξιδίου, γ) αποζημίωση εξόδων στα οποία έχει υποβληθεί ο εργαζόμενος ή συγγενικό πρόσωπο του εργαζομένου, δ) παροχή οποιασδήποτε μορφής που λαμβάνει ο εργαζόμενος πριν την έναρξη της εργασιακής σχέσης, ε) αποζημιώσεις για τη λύση ή καταγγελία της εργασιακής σχέσης, στ) συντάξεις που χορηγούνται από κύριο και επικουρικό φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και από επαγγελματικά ταμεία που έχουν συσταθεί με νόμο, ζ) το ασφάλισμα που καταβάλλεται εφάπαξ ή με τη μορφή περιοδικής παροχής στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων, η) κάθε άλλη παροχή που εισπράττεται έναντι υφιστάμενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης, θ) ποσοστό έως 35% των κερδών προ φόρων, το οποίο καταβάλλεται από τους Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας στους εργαζομένους τους.".
Στο άρθρο 14, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 6 του ν. 4710/2020, ότι "1. Από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις εξαιρούνται: α) η αποζημίωση εξόδων διαμονής και σίτισης και η ημερήσια αποζημίωση που έχουν καταβληθεί από τον εργαζόμενο αποκλειστικά για σκοπούς της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη, β) η αποζημίωση για έξοδα κίνησης που καταβάλλονται από τον εργοδότη για υπηρεσιακούς λόγους, εφόσον αφορούν έξοδα κίνησης που πραγματοποιήθηκαν από τον εργαζόμενο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του και αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά, γ)...
έως κ)... 2...". Στο άρθρο 59 παρ. 1 περίπτωση α ότι κάθε φυσικό πρόσωπο που αποκτά κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που διενεργεί πληρωμές ή δίνει παροχές σε είδος σε εργαζομένους ή υπαλλήλους του υποχρεούται να παρακρατεί φόρο σύμφωνα με το σύστημα φορολόγησης στην πηγή, στη δε παράγραφο 2 εδαφ.
α του ιδίου άρθρου ότι "το πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το οποίο καταβάλλει εισόδημα για κάθε μισθωτή εργασία σύμφωνα με το άρθρο 12, φέρει την ευθύνη παρακράτησης του φόρου και απόδοσής του στο κράτος" (ΑΠ 659/2025, 658/2025, ΣτΕ 2017/2023).
Εξάλλου το άρθρο 5 παρ. 1 ν. 4225/2014 (ΦΕΚ Α' 2/7-1-2014), ορίζει ότι "1. Από 1.12.2013 το ποσό της εισφοράς στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ) όλων των μισθωτών, ασφαλισμένων πριν και μετά την 1.1.1993, υπολογίζεται σε ποσοστό 3% για τον ασφαλισμένο και σε ποσοστό 3% για τον εργοδότη επί των πάσης φύσεως αποδοχών του εργαζόμενου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 2084/1992, όπως ισχύει, και με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 (Α' 226)", το δε άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α' 85/12-5-2016), ορίζει ότι "1.
Το συνολικό ποσοστό εισφοράς κύριας σύνταξης ασφαλισμένου μισθωτού και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων με εξαίρεση τις κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων, θανάτου και βαριάς αναπηρίας. Το ανωτέρω ποσοστό κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος των ασφαλισμένων και κατά 13,33% σε βάρος των εργοδοτών, συμπεριλαμβανομένων από την 1.1.2017 και του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος" και το άρθρο 25 παρ. 4 του α.ν. 1846/1951, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 825/1978, ορίζει ότι "4.
Ως ημερήσιος μισθός εφ' ου υπολογίζονται αι εισφοραί νοούνται αι πάσης φύσεως αποδοχαί τούτων αποτιμημένων είς χρήμα δι' αποφάσεως του Δ.Σ. του ΙΚΑ. Ως αποδοχαί νοούνται αι πάσης φύσεως παροχαί του εργοδότου προς τον ησφαλισμένον, πλήν ωρισμένων εκτάκτων παροχών κοινωνικού χαρακτήρος, ορισθησομένων δια Κανονισμού.
Τα δώρα λόγω εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ως και το επίδομα αδείας υπόκεινται εις εισφοράν αυτοτελώς μέχρι του ποσού πάντως του τεκμαρτού ημερομισθίου της ανωτάτης κατά την παρ. 2 του παρόντος άρθρου μισθολογικής κλάσεως". Επίσης, με τον, κατ' εξουσιοδότηση της ως άνω διάταξης και εκείνης του άρθρου 16 του ιδίου ως άνω νόμου, εκδοθέντα με την με αρ. 55575/Ι.479/18-11-1965 απόφαση Υπουργού Εργασίας, Κανονισμό Ασφαλίσεως του ΙΚΑ (ΦΕΚ Β' 816/7-12-1965) ορίζεται στο άρθρο 17 παρ. 1 εδ.
α, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με την με αρ. 38173/Ι.191/26-5-1967 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 399/16-6-1967) ότι, "1. Ως μισθός, επί του οποίου υπολογίζεται η εισφορά λογίζεται ο εις χρήμα συμπεφωνημένος τοιούτος προσαυξανόμενος: α) Κατά τα τυχόν παρά του εργοδότου χορηγούμενα εις τον μισθωτόν ποσοστά ή άλλας προσθέτους χρηματικάς αμοιβάς, πλην των κάτωθι εκτάκτων παροχών κοινωνικού χαρακτήρος. 1.
Δια δώρα λόγω α) γάμου του ησφαλισμένου ή των τέκνων του, β) γεννήσεως τέκνων του ησφαλισμένου και 2. Δια βοήθημα εις οικογένειαν θανόντος ησφαλισμένου" (ΑΠ 659/2025, 658/2025).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις της από 16.05.1995 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε., που έχει κανονιστική ισχύ και επομένως έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 1876/1990 και άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 2257/1994) μεταξύ του "Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.) και της "Ομοσπονδίας Εργαζομένων Ο.Τ.Ε." (Ο.Μ.Ε.-Ο.Τ.Ε.), καταργήθηκε από της ισχύος αυτής την 01η.06.1995, το επίδομα ευθύνης θέσεως και η αποζημίωση παράστασης που καταβάλλονταν στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης τομέα και άνω, ως οικειοθελής και πρόσθετη παροχή, σύμφωνα με αποφάσεις του Δ.Σ.
του Ο.Τ.Ε. και τον όρο 25 της από 07.03.1990 Ε.Σ.Σ.Ε., και ορίστηκε ότι από την ημερομηνία αυτή (01.06.1995) στους προϊσταμένους των αναφερομένων σε αυτήν λειτουργιών χορηγούνται έξοδα κίνησης και παράστασης, κλιμακούμενα, όπως ορίζεται κατά βαθμό και θέση, στα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά. Τα έξοδα αυτά, κατά τους όρους της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε., "2...
είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές και ο Ο.Τ.Ε. επιφυλάσσει σ' αυτόν ρητά το δικαίωμα ανακλήσεώς τους. 3. Δεν υπολογίζονται στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και στο επίδομα αδείας. 4. Χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων προς αντιμετώπιση των εξόδων φιλοξενίας των επισκεπτών, συμμετοχής τους ως εκπροσώπων του Ο.Τ.Ε.
στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, των εξόδων κίνησής τους κ.λπ.. 5. Για κάθε ημέρα απουσίας για οποιοδήποτε λόγο ή αποχής δικαιούχου προϊσταμένου από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, περικόπτεται το 1/30 των ανωτέρω εξόδων και χορηγούνται στο νόμιμο αναπληρωτή του...". Η ανωτέρω σύμβαση τροποποιήθηκε με τις από 10.06.1999, 17.11.2000, 07.08.2002, 30.06.2003, 22.09.2006 συλλογικές συμβάσεις (ΣτΕ 2017/2023).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι: σε φόρο υπόκειται κάθε εν γένει παροχή σε χρήμα ή σε είδος, τακτική ή έκτακτη, εφόσον δίδεται σε αντάλλαγμα της εργασίας και όχι αυτή που δίδεται για την κάλυψη δαπανών στις οποίες υπεβλήθη ο μισθωτός προς το συμφέρον του εργοδότη για την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν εργασίας (ΑΠ 659/2025, 658/2025, ΟλΣτΕ 1840/2013, ΣτΕ 2017/2023).
Στην περίπτωση δε που προβλέπεται σε σύμβαση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη ορισμένη παροχή, για να εξαιρεθεί αυτή από τον φόρο εισοδήματος, πρέπει να προκύπτει ότι, κατά τη σχετική συμφωνία αυτού με τον εργοδότη, το σχετικό ποσό δίδεται στον μισθωτό για την αιτία αυτή, δηλαδή για την κάλυψη δαπανών για την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί.
Για την εξαίρεση, μιας τέτοιας παροχής, αυτής δηλαδή που χορηγείται για την κάλυψη δαπανών για τη διεκπεραίωση της υπηρεσίας που έχει ανατεθεί στο μισθωτό, πρέπει να αποδεικνύεται από νόμιμα παραστατικά ότι αυτή αντιπροσωπεύει πράγματι δαπάνες για την εκτέλεση της ανατεθείσας στο μισθωτό υπηρεσίας (όπως ρητά ορίζει η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 εδαφ.
β του ν. 4172/2013) και δεν αποτελεί συγκεκαλυμμένο πρόσθετο αντάλλαγμα της εργασίας του και συνάμα το ύψος της παροχής αυτής να μην υπερβαίνει το κατά την κοινή πείρα εύλογο μέτρο. Ουδεμία δε συνέπεια έχει για την εξαίρεση της παροχής αυτής από το φόρο εισοδήματος, ο υπό των συμβαλλομένων μερών χαρακτηρισμός αυτής ως οικειοθελούς παροχής, αφού κατά τον ΚΦΕ, στο ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτή εργασία περιλαμβάνονται τα πάσης φύσεως εισοδήματα σε χρήμα ή σε είδος που αποκτώνται στα πλαίσια υφιστάμενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης, θεωρουμένου ως τέτοιου και της αποζημίωσης εξόδων στα οποία έχει υποβληθεί ο μισθωτός ή ότι η παροχή αυτή έχει συμβατικό χαρακτήρα, καθόσον η απαλλαγή ή η εξαίρεση από φόρο μπορεί να γίνει μόνο με διάταξη τυπικού νόμου (ΑΠ 659/2025, 658/2025.
ΣτΕ 2017/2023,). Τα έξοδα κίνησης και παράστασης που καταβάλλονται, εν προκειμένω, στους προϊσταμένους του Ο.Τ.Ε., όπως αναφέρεται στις ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε. (με τις οποίες, μπορούν να ρυθμίζονται μόνο εργασιακά θέματα, αφού με το άρθρο 78 παρ. 4 του Συντάγματος η επιβολή φόρου ή η απαλλαγή από φόρο μπορεί να γίνει μόνο με διάταξη τυπικού νόμου) χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων προς αντιμετώπιση των εξόδων φιλοξενίας των επισκεπτών, συμμετοχής τους ως εκπροσώπων του Ο.Τ.Ε.
στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, των εξόδων κίνησής τους κ.λπ. Ως εκ τούτου προκύπτει ότι σκοπός τους είναι, κατ' αρχήν, η κάλυψη δαπανών. Η εν λόγω παροχή έχει από τη φύση της έκτακτο χαρακτήρα, οπότε προσιδιάζει με κατ' αποκοπήν αποζημίωση, κατά την ως άνω έννοια. Ωστόσο, η ένδικη παροχή καταβάλλεται παγίως και περιοδικώς (μηνιαίως) στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών, σε ποσοστό υπολογιζόμενο στο ποσό που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη μισθολογική βαθμίδα του προσωπικού και ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση ή μη των σχετικών δαπανών, αφού δεν προβλέπεται από την σχετική επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας η υποβολή παραστατικών δαπανών αποδόσεως λογαριασμού και, συνεπώς, δεν προκύπτει ότι αντικατοπτρίζει πραγματικές δαπάνες, δεν είναι δε αναμενόμενες και άρρηκτα συνδεδεμένες με την υπηρεσία οι εν λόγω δαπάνες έτσι ώστε να δικαιολογείται η χορήγησή τους ακόμη και χωρίς την προσκόμιση δικαιολογητικών.
Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι και το ότι τα ποσά που αντιστοιχούν στα εν λόγω έξοδα κατά κανόνα ανέρχονται σε ποσά (που εν προκειμένω κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, κατά τα επίδικα έτη υπερβαίνουν τις 23.000 ευρώ ετησίως) που είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδιαιτέρως υψηλά για την αντιμετώπιση των προβλεπόμενων στην προαναφερθείσα ΕΣΣΕ σκοπών και, συνεπώς, υπερβαίνουν, το κατά την κοινή πείρα, εύλογο μέτρο.
Ενόψει τούτων, βασίμως συνάγεται ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για υποκρυπτόμενη πρόσθετη μισθολογική παροχή, η οποία δεν συναρτάται προς τον σκοπό για τον οποίο συμφωνήθηκε, δηλαδή για την κάλυψη πραγματικών δαπανών κίνησης και παράστασης των άνω προϊσταμένων.
Εξάλλου η αυτή ως άνω παροχή, εμπίπτει στην έννοια των αποδοχών του εργαζομένου κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του ν. 4225/2014, 38 παρ. 1 του ν. 4387/2016 και 25 παρ. 4 του α.ν 1846/1951, επί των οποίων υπολογίζεται το ποσοστό εισφοράς του μισθωτού, παρακρατείται από τον εργοδότη και αποδίδεται στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, καθότι δεν συνιστά έκτακτη παροχή κοινωνικού χαρακτήρα που απαλλάσσεται των πιο πάνω ασφαλιστικών εισφορών.
Επομένως, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων η εν λόγω παροχή αποτελεί φορολογητέο εισόδημα και υπόκειται σε παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών (ΣτΕ 2017/2023, ΑΠ 659/2025, 658/2025). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023). Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΟλΑΠ 5/2023, 4/2022, 2/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι η μηνιαίως καταβαλλόμενη από τον αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Ε. (εργοδότη - εναγόμενο) σε όλους τους προϊσταμένους αλλά και στον ίδιο (αναιρεσείοντα -ενάγοντα), παροχή εξόδων κίνησης και παράστασης, η οποία υπολογίζεται σε πάγιο ποσοστό επί των αποδοχών των δικαιούχων προϊσταμένων του ΟΤΕ και χωρίς να προσκομίζουν στον πρώτο (εργοδότη τους) συναφή παραστατικά πραγματοποίησης τέτοιων δαπανών, ούτε από το νόμο ούτε από τη φύση της χορηγείται για την κάλυψη δαπανών στις οποίες οι προϊστάμενοι αυτοί υποβάλλονται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους και επομένως η εν λόγω οικειοθελής παροχή, αποτελεί πρόσθετη αμοιβή των προσώπων αυτών, η οποία, προσαυξάνουσα το μισθό τους, υπόκειται σε φόρο εισοδήματος και σε ασφαλιστικές εισφορές, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία, και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1 και 4 εδ.
α' και 18 παρ. 2 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ/μα. 186/1992), 45 παρ. 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος που κυρώθηκε με το ν. 2238/1994, 25 παρ. 2 εδ. α' και παρ. 4 του α.ν. 1846/1951 και 24 παρ. 2 του Κανονισμού Περίθαλψης Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε. που κυρώθηκε με το β.δ. 244/1966, 12 και 14 παρ. 1 περ. β' του ν. 4172/2013 σε συνδυασμό με την από 16.05.1995 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ της Διοικήσεως του ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, αφού τα καταβαλλόμενα από 01.06.1995 και εφεξής στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών του Ο.Τ.Ε.
έξοδα κίνησης και παράστασης δεν αποτελούν μισθολογική παροχή (και άρα φορολογητέο εισόδημα) που καταβάλλεται σε αυτούς ανεξαρτήτως της άσκησης των καθηκόντων τους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, αλλά συνιστούσαν αποζημίωση για την κάλυψη των δαπανών και δεν υποβάλλονται σε φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές κρατήσεις υπέρ κλάδου ασθενείας του Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, όπως αναφέρεται στην προπαρατιθέμενη νομική σκέψη, η ένδικη παροχή "εξόδων κίνησης και παράστασης" που καταβάλλεται στους προϊσταμένους του Ο.Τ.Ε., εφόσον καταβάλλεται παγίως και περιοδικώς (μηνιαίως) στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών, σε ποσοστό υπολογιζόμενο στο ποσό που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη μισθολογική βαθμίδα του προσωπικού και ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση ή μη των σχετικών δαπανών, αφού δεν προβλέπεται από την σχετική επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας η υποβολή παραστατικών δαπανών αποδόσεως λογαριασμού και, συνεπώς, δεν αντικατοπτρίζει πραγματικές δαπάνες, δεν είναι δε αναμενόμενες και άρρηκτα συνδεδεμένες με την υπηρεσία οι εν λόγω δαπάνες έτσι ώστε να δικαιολογείται η χορήγησή τους ακόμη και χωρίς την προσκόμιση δικαιολογητικών, και κατά δε τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά και κατά τους ισχυρισμούς της αγωγής, τα ποσά που αντιστοιχούν στα εν λόγω έξοδα τα επίδικα έτη ανέρχονται για τον ενάγοντα σε 1.957,42, 1.892,22, 2.087,97, 2.022,72, 1.826,97, 1.696,47 ευρώ μηνιαίως, κατά τις εκεί διακρίσεις, υπερβαίνουν δε τις 23.000 ευρώ ετησίως είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδιαιτέρως υψηλά για την αντιμετώπιση των προβλεπόμενων στην προαναφερθείσα ΕΣΣΕ σκοπών και, συνεπώς, υπερβαίνουν, το κατά την κοινή πείρα, εύλογο μέτρο, πρόκειται στην πραγματικότητα για υποκρυπτόμενη πρόσθετη μισθολογική παροχή, η οποία δεν συναρτάται προς τον σκοπό για τον οποίο συμφωνήθηκε, δηλαδή για την κάλυψη πραγματικών δαπανών κίνησης και παράστασης.
Επίσης η παροχή αυτή, εμπίπτει στην έννοια των αποδοχών του εργαζομένου κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του ν. 4225/2014, 38 παρ. 1 του ν. 4387/2016 και 25 παρ. 4 του α.ν 1846/1951, επί των οποίων υπολογίζεται το ποσοστό εισφοράς του μισθωτού, παρακρατείται από τον εργοδότη και αποδίδεται στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, καθότι δεν συνιστά έκτακτη παροχή κοινωνικού χαρακτήρα που απαλλάσσεται των πιο πάνω ασφαλιστικών εισφορών.
Συνακόλουθα, η παροχή αυτή αποτελεί φορολογητέο εισόδημα και υπόκειται σε παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών. Επομένως το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις νόμου, πλην εκείνης του άρθρου 45 παρ. 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος που κυρώθηκε με τον ν. 2238/1994, την οποία ορθώς δεν εφήρμοσε καθώς ο νόμος αυτός δεν ήταν εφαρμοστέος στην ένδικη περίπτωση, ενόψει του ότι , όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, με την έναρξη ισχύος ν. 4172/2013 (νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), που καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση, έπαυσαν να ισχύουν οι διατάξεις του νόμου αυτού (ν. 2238/1994 - προϊσχύσαντος ΚΦΕ), συμπεριλαμβανομένων και όλων των κανονιστικών πράξεων και εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στην διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΟλΑΠ 23/2008) Πρέπει όμως η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων, που δεν προσκομίστηκαν νομίμως και παραδεκτώς ενώπιόν του, να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως. Δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, για το οποίο δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (ΑΠ 952/2022, 935/2021, 1348/2017, 220/2014, 996/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεσή του λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων και στηρίζοντας τον δικανικό συλλογισμό στην με αριθμό 265/19/4.10.2006 βασική εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού της Υποδιεύθυνσης Εργατικών Θεμάτων του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος ΟΤΕ ΑΕ, σύμφωνα με την οποία ορίστηκε ότι τα έξοδα κίνησης και παράστασης των Προϊσταμένων Υπηρεσιακής Λειτουργίας υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος και στις προβλεπόμενες ασφαλιστικές κρατήσεις, παρά το ότι ο εναγόμενος δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε την εν λόγω εγκύκλιο, και έτσι υπέπεσε στην ανωτέρω παραβίαση.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ότι τα έξοδα κίνησης και παράστασης του Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας αποτελούν πρόσθετη αμοιβή των προσώπων αυτών, η οποία, προσαυξάνουσα το μισθό τους, υπόκειται σε φόρο εισοδήματος και σε ασφαλιστικές εισφορές και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των οποίων και την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων που προσκόμισαν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και την βάσισε στις διατάξεις των άρθρων 7, 12 παρ. 1, 14 (όπως η περ.
β' αυτού συμπληρώθηκε με την παρ. 2 α του άρθρου 48 του ν. 4305/2014), του ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος) και τις διατάξεις της από 16.5.1995 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΣΣΕ) μεταξύ της Διοικήσεως της ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, οι οποίες στη συνέχεια τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις από 10.6.1999 ΕΣΣΕ (όρος 12), από 17.11.2000 ΕΣΣΕ (όροι 2 και 3), από 7.8.2002 ΕΣΣΕ (όρος 1), από 30.6.2003 ΕΣΣΕ (όρος 7), από 22.9.2006 ΕΣΣΕ (όρος 6), και στην ορθή ερμηνεία που προσέδωσε σ' αυτές σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη (και κατά την απόρριψη του πρώτου λόγου αναίρεσης) και δεν στήριξε την κρίση του στην ανωτέρω εγκύκλιο, η μνεία της οποίας από το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, περιορίζεται στην αναφορά σ' αυτή στις διατάξεις των άνω ΕΣΣΕ, καθόσον αναφέρει ότι αυτές συγκεντρώθηκαν ως ενιαίο κείμενο στην εγκύκλιο αυτή, με την επιπλέον αναφορά ότι σ' αυτή ορίζεται (Β.1.) ότι: "Τα έξοδα κίνησης και παράστασης Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος και στις προβλεπόμενες ασφαλιστικές κρατήσεις" και χωρίς τούτο να σημαίνει ότι η εγκύκλιος αυτής λήφθηκε υπόψη, ως αποδεικτικό μέσο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.
Ο αναιρεσείων με τον τρίτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος και 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990, διότι στήριξε τον δικανικό συλλογισμό της σε μία άνευ δεσμευτικής ισχύος εσωτερική εγκύκλιο, ήτοι την 265/19/4.10.2006 βασική εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της Υποδιεύθυνσης Εργατικών Θεμάτων του εναγομένου ΟΤΕ ΑΕ, όπου ορίζεται ότι τα έξοδα κίνησης και παράστασης Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος και στις προβλεπόμενες ασφαλιστικές κρατήσεις και η οποία μάλιστα εκδόθηκε υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς του ν. 2238/1994 για τη φορολογία εισοδήματος (ΚΦΕ), ο οποίος εν τω μεταξύ καταργήθηκε και στην ένδικη περίπτωση ίσχυε ο ν. 4172/2013 (νέος ΚΦΕ), σε αντίθεση προς τις διατάξεις της από 16.9.1995 ΕΣΣΕ, οι οποίες θεσπίστηκαν σε αρμονία προς τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη συλλογική αυτονομία και έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ενόψει του ότι, όπως αναφέρεται στην αμέσως προηγηθείσα αιτιολογία της απόρριψης του δεύτερου λόγου αναίρεσης, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι τα έξοδα κίνησης και παράστασης των Προϊσταμένων του ΟΤΕ ΑΕ υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος και στις ασφαλιστικές κρατήσεις, στην ανωτέρω εγκύκλιο, αλλά στα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και την βάσισε στις διατάξεις των άρθρων 7, 12 παρ. 1, 14 (όπως η περ.
β' αυτού συμπληρώθηκε με την παρ. 2 α του άρθρου 48 του ν. 4305/2014), του ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος) και στις διατάξεις της ανωτέρω από 16.5.1995 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΣΣΕ) μεταξύ της Διοικήσεως της ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, οι οποίες στη συνέχεια τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις από 10.6.1999 ΕΣΣΕ (όρος 12), από 17.11.2000 ΕΣΣΕ (όροι 2 και 3), από 7.8.2002 ΕΣΣΕ (όρος 1), από 30.6.2003 ΕΣΣΕ (όρος 7), από 22.9.2006 ΕΣΣΕ (όρος 6), και στην ορθή ερμηνεία που προσέδωσε σ' αυτές και συνάδει προς την νομική σκέψη που παρατίθεται ανωτέρω.
Ειδικότερα και ως προς την αιτίαση ότι οι διατάξεις της άνω Ε.Σ.Σ.Ε. έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ο λόγος αναίρεσης είναι επίσης αβάσιμος, ενόψει του ότι οι διατάξεις των ως άνω τυπικών νόμων, ως εκ του σκοπού θέσπισής τους, που προδήλως έγκειται στη οικονομική ενίσχυση αφενός μεν του Δημοσίου, με την καταβολή φόρου εισοδήματος εκ μέρους των πολιτών και αφετέρου των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης με την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών εκ μέρους ων εργοδοτών και εργαζομένων, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών και υπερισχύουν γι' αυτό των τυχόν ευνοϊκότερων όρων των ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990.
Λόγος αναίρεσης που στηρίζεται επί εσφαλμένης (αναληθούς) προϋπόθεσης, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 191/2024, 1366/2023, 982/2022, 1081/2018, 175/2018, 58/2018).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2269/1920 "περί κυρώσεως της συμβάσεως της Ουασιγκτώνος" και της νομολογιακά διαμορφωθείσας έννοιας του διευθύνοντος υπαλλήλου με το να δεχτεί ότι τα έξοδα κίνησης και παράστασης των προϊσταμένων καταβάλλονται ως ενίσχυση και κίνητρο για την αποτελεσματικότερη προώθηση των στόχων του ΟΤΕ (ήτοι του εναγομένου), αποδίδοντας έτσι ερμηνευτικά εσφαλμένως στους προϊσταμένους του εναγομένου την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, αφού τα καθήκοντα αποτελεσματικότερης προώθησης των συμφερόντων του εργοδότη συνιστούν καθήκοντα ενός διευθύνοντος υπαλλήλου και όχι ενός προϊσταμένου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως βασιζόμενος επί της αναληθούς προϋπόθεσης ότι το Εφετείο έκρινε τους προϊσταμένους της εναγομένης ως διευθύνοντες υπαλλήλους και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 2269/1920 "περί κυρώσεως της συμβάσεως της Ουασιγκτώνος", ενώ ορθώς δεν εφήρμοσε αυτή, που δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω, από δε τις ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι αυτή αποδίδει στους προϊσταμένους του εναγομένου την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου κατά την έννοια της σύμβασης της Ουάσιγκτον, μόνη δε η αναφορά στην αναιρεσιβαλλομένη ότι τα έξοδα κίνησης και παράστασης καταβάλλονται ως ενίσχυση και κίνητρο για την αποτελεσματικότερη προώθηση των στόχων του ΟΤΕ, έχει την έννοια ότι αυτά συνδέονται με την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων των προϊσταμένων (όπως φιλοξενίας επισκεπτών, συμμετοχής τους ως εκπροσώπων του ΟΤΕ στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις κ.λπ.), όπως αμέσως πιο πάνω αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη στα πλαίσια της από 06.05.1995 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΣΣΕ) και όχι ότι οι υπάλληλοι αυτοί φέρουν την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου.
Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 179, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 10.01.2024 και με αριθμό κατάθεσης 642/55/18.01.2024, αίτηση για αναίρεση της 1251/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ