Legislator Case Law & Legislation
1934/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance property ownership judgment due to inadmissible evidence and vague legal error grounds.

Case Number 1934/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the second ground of the appeal against the First Instance Court's property ownership judgment, finding it based on inadmissible sworn witness statements. The court ruled that these statements were not valid evidence because the appellant failed to appear for their deposition, rendering them irrelevant to the trial. Conversely, the court rejected the fifth ground of the appeal as inadmissible because it vaguely described a legal error without specifying the actual facts or precise statutory provisions violated. Consequently, the case was remanded for retrial before a different judge to resolve the property dispute.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must independently examine the legality of evidence, and inadmissible evidence cannot be considered for judicial findings. Furthermore, an appeal ground alleging a legal error is inadmissible if it fails to clearly identify the specific facts and legal provisions constituting the error.

Keywords

AI generated
inadmissible evidence sworn witness statements property ownership dispute vague legal error remand for retrial Code of Civil Procedure appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 179(b) of the Code of Civil Procedure
Article 1045 of the Civil Code
Articles 974-983 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1934 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1934/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καθ' ης η κλήση: Γ. συζ. Δ. Μ., το γένος Ν. Π. και της Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Φιλιππόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: Μ. χήρας Ι. Μ., το γένος Ν. Π. και της Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρωξάνη Κατόπη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 404/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 27-2-2019 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας κατά τη δικάσιμο της 3-2-2021 ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση στο παρόν δικαστήριο με την από 24-1-2022 κλήση της αναιρεσίβλητης, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο 1-3-2023 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 29-3-2016 (υπ' αριθ. κατ. 28/29-3-2016) έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 404/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε απορριφθεί η από 18-12-2013 (υπ' αριθ.

κατ. 1072/19-12-2013) αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της κατά της εναγομένης-εφεσίβλητης, ήδη αναιρεσείουσας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε επί της αγωγής, την οποία έκανε δεκτή και αναγνώρισε ότι η ενάγουσα έχει δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου μετά του επ' αυτού κτίσματος στη θέση ...

του οικισμού ... δήμου ... νομού ...). Η από 27-2-2019 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με την κατάθεση, την 1-3-2019 (υπ' αριθ. 14/1-3-2019 έκθεση κατάθεσης), του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μέσα στην οριζόμενη προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση, την 31-1-2019 (υπ' αριθ. ...-2019 έκθεση επίδοσης δικαστικού επιμελητή περιφέρειας Εφετείου Πειραιά Λ.

Φ.), αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Ο λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που περιλαμβάνεται μεν στα περιοριστικώς απαριθμούμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που αναφέρονται ρητά στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ.

Ένορκη βεβαίωση, είναι το αποδεικτικό μέσο, με το οποίο πρόσωπο, που έχει την ιδιότητα του μάρτυρα και υπό τις ίδιες με τους μάρτυρες νόμιμες προϋποθέσεις, βεβαιώνει ενόρκως, αλλά εγγράφως, την γνώση του επί πραγματικών περιστατικών. Οι ένορκες βεβαιώσεις προβλέφθηκαν αρχικά από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ήδη διέπονται από τα άρθρα 421-424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με τον Ν. 4335/2015 και με τον Ν. 4842/2021 και αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα.

Κατά το άρθρο 340 αριθμός 1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.

Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία (ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1721/2014, ΑΠ 1423/2012, ΑΠ 1757/2011, ΑΠ 1707/2009).

Επομένως, αν το δικαστήριο συνεκτιμήσει ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε χωρίς την τήρηση των οριζόμενων διατυπώσεων, λαμβάνει υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ (ΑΠ 704/2022,1034/2019, ΑΠ 1910/2006). Με την διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.

γ' και δ' ΚΠολΔ εισήχθη στην τακτική διαδικασία ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκε η οριζόμενη από τη διάταξη αυτή προϋπόθεση για την έγκυρη λήψη τους, Ειδικότερα, από τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.

γ' και δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μετά το Ν. 2915/2001, αλλά και το Ν. 3994/2011 (και πριν το άρθρο τούτο καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 Ν. 4335/2015 από 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 4 αυτού) και εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη, προκύπτει ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις (3) για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στις προθεσμίες της παραγράφου 3 του άρθρου 237 και του γ` εδαφίου του άρθρου 238 (όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το άρθρο δεύτερο Ν. 4335/2015) πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες. Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ερμηνευόμενες στα πλαίσια και της διάταξης του άρθρου 116 του ίδιου Κώδικα, που επιβάλλει την τήρηση των κανόνων της καλής πίστης κατά την επιχείρηση των διαδικαστικών πράξεων, προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι η ένορκη βεβαίωση, δίδεται κατά την ώρα που αναγράφεται στην κλήση, εκτός αν εμφιλοχωρεί άλλη υπηρεσιακή απασχόληση του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, της οποίας το πέρας πρέπει να αναμένει ο κλητευθείς και περί αυτού να γίνεται μνεία στην βεβαίωση.

Εάν δεν παρασταθεί κατά την λήψη της ένορκης βεβαίωσης ο κληθείς αντίδικος του διαδίκου που επιμελήθηκε την λήψη της ένορκης βεβαίωσης και δεν αναφέρεται καθόλου η ώρα προσέλευσης του μάρτυρά του ενώπιον της συμβολαιογράφου, ούτε και η ακριβής ώρα λήψης της κατάθεσης του μάρτυρα, το γεγονός αυτό επηρεάζει το κύρος της ένορκης βεβαίωσης.

Τούτο σαφώς συνάγεται από το σκοπό στον οποίο αποβλέπει η υποχρέωση κλήτευσης του αντιδίκου, που συνίσταται στην παροχή της δυνατότητας στον τελευταίο να παραστεί στην εξέταση, ώστε να ασκήσει τα παρεχόμενα σ' αυτόν δικαιώματα και να προβάλει ενστάσεις και αιτήσεις (λ.χ. εξαίρεσης του μάρτυρα), που καταχωρίζονται στην ένορκη βεβαίωση και θα κριθούν από το δικαστήριο, αλλά, επίσης, γνωρίζοντας αυτός το περιεχόμενο της κατάθεσης, να μπορεί να την αντικρούσει με νέες ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 87/2022, ΑΠ 453/2019).

Επομένως, η αναγραφή της ώρας λήψης της κατάθεσης του μάρτυρα, είναι αναγκαίο στοιχείο της ένορκης βεβαίωσης, καθόσον μόνο με αυτήν μπορεί να αποδειχθεί η παροχή των δυνατοτήτων που παρέχει ο νόμος στον αντίδικο εκείνου που επισπεύδει την κατάθεση. Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει, όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 87/2022, ΑΠ 453/2019).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται από την αναιρεσείουσα η πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση του λόγου, από τον αριθμό 11α' (όχι από τον αριθμό 11β') του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει το πρώτον από αυτή, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τις ένορκες βεβαιώσεις, που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης για τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, η οποία τις προσκόμισε με επίκληση, υπ' αριθ. ...-2014, ...-2014, ...-2014 και ...-2014 των μαρτύρων Γ. Μ. του Ν., Σ. Μ. του Μ., Ε. συζύγου Η. Α. το γένος Ν. Μ. και Ζ. χήρας Ξ. Α. το γένος Π. Σ., που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής Ν. Μ., με την αιτίαση ότι δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο, διότι δεν αναφέρουν την ώρα λήψης αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έλαβε υπ' όψη, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συνεκτίμησε για την αλήθεια ή αναλήθεια, κατά περίπτωση, των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δόθηκαν παραδεκτά κατά τις νόμιμες διατυπώσεις με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης - εκκαλούσας - ενάγουσας, ότι προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από αυτή και ότι αφορούσαν την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ανεξαρτήτως του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν τις έλαβε υπόψη, διότι δέχθηκε, αντιθέτως, ότι δεν δόθηκαν παραδεκτά κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης).

Όπως προκύπτει, περαιτέρω, από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα ή μη του λόγου αναίρεσης, η αναιρεσίβλητη (εκκαλούσα - ενάγουσα), προτιθέμενη να εξετάσει τους προαναφερόμενους μάρτυρές της ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα (εφεσίβλητη - εναγομένη) κλήση, με την σχετική υπ' αριθ. ...-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.

Ρ. και την κάλεσε να παρασταθεί κατά την εξέταση αυτών στον αναφερόμενο τόπο την 16 Σεπτεμβρίου 2014 και ώρα 19:00' μ.μ. (όπως δεν αμφισβητείται από τις διαδίκους η κλήση για εξέταση των μαρτύρων αυτών κατά την συγκεκριμένη ώρα). Από τις ένορκες βεβαιώσεις των προαναφερόμενων τεσσάρων (4) μαρτύρων προκύπτει ότι εμφανίστηκαν αυτοί στο γραφείο της συμβολαιογράφου (επί της οδού ...

στη Νέα Ιωνία Αττικής), όπου είχε οριστεί ως τόπος για την εξέτασή τους, "στις δέκα έξι (16) του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους δύο χιλιάδες δέκα τέσσερα (2014) ημέρα της εβδομάδας Τρίτη" και κατέθεσαν ενόρκως όσα αναφέρονται στο κείμενο των σχετικών ισάριθμων συμβολαιογραφικών πράξεων. Οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν απολιπομένης της κληθείσας αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στις ένορκες βεβαιώσεις εμφάνιση αυτής (όπως επίσης η απουσία της αναιρεσείουσας κατά την εξέταση των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους).

Ωστόσο, στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες νόμιμα προσκομίστηκαν από την αναιρεσίβλητη, ως ενάγουσα, με επίκληση στις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοδικείου (σελ. 9) και ομοίως επαναπροσκομίστηκαν από αυτή, ως εκκαλούσα) με επίκληση στις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της ενώπιον εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου (σελ. 4), δεν αναγράφεται η ώρα κατά την οποία κατέθεσαν οι μάρτυρές της και συντάχθηκαν οι σχετικές εκθέσεις ένορκων βεβαιώσεων.

Όπως προκύπτει επίσης από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της πρωτόδικης απόφασης, το Πρωτοδικείο ως προς τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις δέχθηκε τα εξής: " ... χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη Α) οι ένορκες βεβαιώσεις των 1) Γ. Μ. του Ν., 2) Σ. Μ. του Μ., 3) Ε., συζύγου Η. Α., το γένος Ν. Μ. και 4) Ζ., χήρας Ξ. Α., το γένος Π.

Σ., ... καθόσον πρόκειται για ανύπαρκτα αποδεικτικά μέσα, ... διότι δεν αναγράφεται στις σχετικές εκθέσεις τους η ώρα εξέτασης των παραπάνω προσώπων, ώστε να προκύψει ότι ταυτίζεται με την ώρα που αναφέρεται στην κλήση που επιδόθηκε στην ενάγουσα, για να παραστεί κατά την δόση τους, ενόψει του ότι η τελευταία δεν παρέστη κατά την εξέτασή τους, ... ".

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, δέχθηκε ως προς τις ίδιες ένορκες βεβαιώσεις τα εξής: "... και από όλες τις ένορκες βεβαιώσεις τρίτων που δόθηκαν νομότυπα ενώπιον συμβολαιογράφου μετά από προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων των διαδίκων και προσκομίζονται νόμιμα (άρθρο 270 παρ. 2 εδ.

γ' ΚΠολΔ) αποδεικνύονται τα εξής: ... Η μάρτυρας Ζ. Σ. του Π. χήρα Ξ. Α., κάτοικος ..., στην υπ' αριθ. ...-2014 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής. Ν. Μ., που δόθηκε νομότυπα, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ... (για όλα τα παραπάνω βλ. και τις υπ' αριθ. ...-2014, ...-2014 και ...-2014 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Γ.

Μ. του Ν., Σ. Μ. του Μ. και Ε. συζύγου Η. Α. το γένος Ν. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής Ν. Μ., οι οποίες ελήφθησαν νομότυπα και προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση). Οι μάρτυρες που προαναφέρθηκαν επιβεβαιώνουν ότι ... ". Οι συγκεκριμένες ένορκες βεβαιώσεις, που ρυθμίζονται και διέπονται από το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.

γ' ΚΠολΔ, εφόσον δόθηκαν πριν την ισχύ του Ν. 4335/2015, δεν ήταν νόμιμες, λόγω αυτής της έλλειψης, διότι δεν ήταν εφικτό, με δεδομένη την παράλειψη αναγραφής στις σχετικές εκθέσεις ένορκων βεβαιώσεων από την συντάξασα αυτές συμβολαιογράφο της ώρας κατάθεσης έκαστου μάρτυρα, να διαπιστωθεί αν δόθηκε την οριζόμενη στην ανωτέρω κλήση ώρα ή σε άλλη, που ενδεχομένως να απείχε κατά πολύ από την ορισθείσα με την κλήση αυτή ώρα, καθώς και ο τυχόν χρόνος απόστασης, ούτε αν η διαφορετική ώρα λήψης οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης ή των μαρτύρων της ή σε λόγο που την δικαιολογεί και τελικά, αν η μη εμφάνιση της αναιρεσείουσας κατά την κατάθεση των μαρτύρων οφείλεται σε υπαιτιότητα της ιδίας.

Ως εκ τούτου οι δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης, ανεξαρτήτως βλάβης της μη παρισταμένης κατά την λήψη τους αναιρεσείουσας, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, στην οποία αυτές αφορούν, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο είχε υποχρέωση να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα του προσκομισθέντος αποδεικτικού αυτού μέσου, με τη λήψη υπόψη, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, των ως άνω ένορκων βεβαιώσεων, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.

α' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού δεν πρόκειται για νόμιμο αποδεικτικό μέσο και ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ περί έκτακτης χρησικτησίας, σε συνδυασμό με τις περί νομής διατάξεις των άρθρων 974 - 983 ΑΚ, χωρίς όμως το αναιρετήριο να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον λόγο αναίρεσης και να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, στοιχειοθετούν την συγκεκριμένη πλημμέλεια (ΑΠ 882/2009, ΑΠ 350/2003).

Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, διότι δεν καθορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων (ΑΠ 1226/2022) και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης παρέλκει η εξέταση των λοιπών διατυπούμενων με την αίτηση αναίρεσης λόγων από τους αριθμούς 8, 10, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 438/2018).

Πρέπει δε, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από τον εκδόσαντα την απόφαση αυτή. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτή, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες είναι αδελφές, λόγω της συγγενικής τους σχέσης (άρθρο 179 εδ. β' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει ο δικαστής, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στην αναιρεσείουσα.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου