Legislator Case Law & Legislation
1928/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil judgment regarding equal pay for public servants with fixed-term contracts.

Case Number 1928/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a First Instance Court judgment awarding equal pay to three female public servants with fixed-term contracts. The lower court ruled that these employees, despite their temporary status, were entitled to the same special allowance as their permanent colleagues under specific laws. The Court found the appeal's argument regarding procedural errors to be unfounded because the substantive legal provisions supporting the award were correctly interpreted and applied.

Legislator headnote

AI generated

Articles 440, 438, 104 of the Code of Civil Procedure; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellate court finds that the lower court correctly interpreted and applied substantive laws granting rights to the appellant, rendering the procedural complaint baseless.

Keywords

AI generated
public servants equal pay fixed-term contract discrimination special allowance entitlement appeal dismissal procedural error claim

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 143(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 440, 438 and 104 of the Code of Civil Procedure
Article 24(2) of Law 3205/2003
Article 2(3) of Law 3336/2005
Article 4(1) of the Constitution
Article 13(1) and (2) of Law 2738/1999
Article 14 of Law 3016/2002
Article 28(4) of Law 3205/2003
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1928 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1928/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της Μαρίας Βέργου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Κ. του Β., 2) Σ. Γ.-Κ. του Π. και 3) Α. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1103/25-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 2085/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 20084/2010 μη οριστική και η 27602/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 101/2025, 1087/2023, 1308/2022, 1357/2021, 110/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 101/2025, 992/2022, 306/2020). Περαιτέρω, με το άρθρο 143 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση αγωγής ή ενδίκου μέσου και επομένως και της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος (ΑΠ 1083/2020, 638/2018), εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1276/2021).

Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παραστάθηκε ο αναφερόμενος σ' αυτήν πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για τον διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του συγκεκριμένου διαδίκου, δεδομένου ότι η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1170/2021, 1305/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 26-11-2015 με αριθ. έκθ. κατάθ. 4037/2015 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Από την υπ' αριθ. ...-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, Θ. Μ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια αυτού, στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ανδρέα Μαυραγάνη, ως πληρεξούσιο δικηγόρο όλων των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 27602/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της από 31-5-2009 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 2085/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ανωτέρω δικηγόρος παραστάθηκε ως πληρεξούσιος όλων των εφεσιβλήτων (συνολικά οκτώ, μεταξύ των οποίων οι πέμπτη, έκτη και όγδοη τούτων και ήδη αναιρεσίβλητες) στη δευτεροβάθμια δίκη, ενώ δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τις αναιρεσίβλητες προς το αναιρεσείον η αντικατάσταση αυτού.

Συνακόλουθα, εφόσον οι τελευταίες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση από 26-11-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4037/30-11-2015) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 27602/3-12-2012 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αφορά τις πέμπτη, έκτη και όγδοη των εφεσιβλήτων - εναγόντων, ήδη αναιρεσίβλητες.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ως εκ τούτου, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση που διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή, όμως, αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από τον δικαστή κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α') εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Στο άρθρο 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α. α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια, με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους..... 5..... 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις, που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1.1.2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του".

Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου Ν. 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό, δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι ".....ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου..... Μετά την 31.12.2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις.....".

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1.1.2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31.12.2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά, για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005", που ορίζει ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1.1.2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1.1.2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 6/2023, 1131/2022, 1619/2022, 601/2019).

Τέλος, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, που εκδόθηκε στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο που συνήψαν, στις 18-3-1999, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα, ήτοι η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (CES, στην οποία μετέχει η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος), η Ένωση των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών (UNICE, στην οποία μετέχει ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών) και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Επιχειρήσεων (CEEP), καταλαμβάνει και τον δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Η ρήτρα 4 της ως άνω συμφωνίας - πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης", προβλέπει στο σημείο 1 τα εξής: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους" (ΑΠ 89/2022, 1169/2020,1098/2018).

Τη ρήτρα 4 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ μετέφερε στο ελληνικό δίκαιο, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα, το άρθρο 4 του Π.Δ. 164/2004, το οποίο προβλέπει ότι: "Όσον αφορά στους όρους και στις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβασή τους είναι ορισμένου χρόνου, να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ήτοι πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την από 25-1-2008 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1103/2008) αγωγή (από κοινού με πέντε ακόμη πρόσωπα, μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη), με την οποία ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου προσλήφθηκαν από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο, την 1-2-2006, 1-2-2006 και 1-3-2006 αντίστοιχα, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο Υπουργείο Πολιτισμού, ως καθαρίστριες οι δύο πρώτες και ως συντηρήτρια έργων τέχνης η τελευταία, άπασες δε υπήχθησαν, για το χρονικό διάστημα που συνδέονταν με το εναγόμενο με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως καθιερώθηκε και ισχύει από 1-1-1997 και εντεύθεν με το Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 με το Ν. 3205/2003.

Ωστόσο, το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε την ένδικη μισθολογική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, την οποία ελάμβαναν οι συνάδελφοί τους, που απασχολούνταν στην ίδια υπηρεσία, είτε ως μόνιμοι υπάλληλοι είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δυνάμει της Κ.Υ.Α. 2/40326/0022 (ΦΕΚ Β' 1242/23-9-2002), κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Σ) και της αρχής της μη διάκρισης (άρθρο 4 του Π.Δ. 164/2004).

Ζήτησαν δε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, με βάση τις παραπάνω αρχές και επικουρικά κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, μεταξύ άλλων που δεν αποτελούν αντικείμενο της αναιρετικής δίκης, και την ειδική παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 1-2-2006 έως 31-12-2007 όσον αφορά τις δύο πρώτες και από 1-3-2006 έως 31-12-2007 όσον αφορά την τελευταία, με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 2085/2009 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες τα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό της, στα οποία περιλαμβάνεται και η ένδικη ειδική παροχή των 176 ευρώ. Την ως άνω απόφαση προσέβαλε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με την από 31-5-2009 έφεση, εκδόθηκαν δε επ' αυτής α) η υπ' αριθ. 20084/2010 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστούν τα έγγραφα που αναφέρονται στο διατακτικό της, και β) η υπ' αριθ. 27602/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την ειδική παροχή των 176 ευρώ και μόνον ως προς τις πέμπτη, έκτη και όγδοη ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες (ενώ απορρίφθηκε ως προς τους λοιπούς), υποχρεώθηκε δε το εναγόμενο να καταβάλει στην 5η ενάγουσα (ήδη 1η αναιρεσίβλητη) 244,19 ευρώ, στην 6η ενάγουσα (ήδη 2η αναιρεσίβλητη) 244,19 ευρώ και στην 8η ενάγουσα (ήδη 3η αναιρεσίβλητη) 1.166,91 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες δικαιούνται την επίδικη παροχή, την οποία νόμιμα λαμβάνουν οι συνάδελφοί τους στην ίδια υπηρεσία, υπό τις προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος (άρθρ. 24 παρ. 2 Ν. 3205/2003), ήτοι μετά την αφαίρεση, από το ποσό των 176 ευρώ, των κάθε είδους πρόσθετων μισθολογικών παροχών που αυτές ελάμβαναν.

Έτσι όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 13 παρ. 1 και 2 Ν. 2738/1999, 14 Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 και 28 παρ. 4 Ν.3205/2003, καθόσον: α) η ένδικη μισθολογική παροχή είχε νόμιμα χορηγηθεί στους συναδέλφους των αναιρεσιβλήτων, που απασχολούνταν στην ίδια υπηρεσία, είτε ως μόνιμοι υπάλληλοι είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δυνάμει της υπ' αριθ. 2/40326/0022 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ Β' 1242/23.9.2002), β) οι ίδιες εξαιρέθηκαν κατά παράβαση της αρχής της ισότητας από τη χορήγηση της ως άνω παροχής, καίτοι απασχολούνταν υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια καθήκοντα με τους συγκρίσιμους συναδέλφους τους, χωρίς η διαφορετική μισθολογική τους μεταχείριση να υπαγορεύεται από κάποιον αντικειμενικό λόγο, αλλά μόνο εξαιτίας του γεγονότος ότι οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν ορισμένου χρόνου, γ) το γεγονός της πρόσληψής τους μετά την 1-1-2004 ουδεμία επιρροή ασκεί στην ένδικη αξίωσή τους, καθόσον, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, ως υπάλληλοι που προσλήφθηκαν μετά την 1-1-2004 και απασχολήθηκαν σε υπηρεσία, στους υπαλλήλους της οποίας χορηγείται η εν λόγω παροχή ως προσωπική διαφορά, με τις προϋποθέσεις του Ν. 3205/2003, δικαιούνται και αυτές την καταβολή της (προσωπική διαφοράς) με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι της Υπηρεσίας τους.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, συνακόλουθα δε, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, αφού οι αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν και, ως εκ τούτου, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-11-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 27602/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ