Legislator Case Law & Legislation
191/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against lower court ruling on piercing corporate veil due to bad faith.

Case Number 191/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by a merged company and its former directors against a First Instance Court judgment. The lower court had ruled that the defendants' systematic failure to fund the company while controlling it constituted bad faith, justifying the piercing of the corporate veil under Article 281 of the Civil Code. The Court upheld this decision, rejecting the argument that the legal personality of the company should be protected from the defendants' own misconduct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 651, 652, 653, 281 of the Civil Code; The court may pierce the corporate veil when the legal personality is used to evade obligations or constitutes an abuse of rights, provided the defendant proves the company's assets are insufficient to meet liabilities.

Keywords

AI generated
piercing corporate veil bad faith abuse of rights Article 281 Civil Code limited liability corporate veil insufficient assets

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 648 of the Civil Code
Article 651 of the Civil Code
Article 652 of the Civil Code
Article 653 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 191 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 191/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 24η Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Β. Α. Ε. «Ε. που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... λόγω συγχώνευσης της δεύτερης με απορρόφηση από την πρώτη, δυνάμει της υπ' αριθ. 15246/28-12-2016 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Παντελάκη, που εγκρίθηκε με την με αριθμό 33415/30-12-2016 απόφαση της Αντιπεριφερειάρχη Κεντρικού Τομέα Αθηνών, η οποία καταχωρίσθηκε στο ΓΕ.ΜΗ. στις 30-12-2016 με κωδικό αριθμό καταχώρισης 879735, 2)Σ. Τ. του Τ., 3)Α. συζύγου Σ. Τ., το γένος Δ. Μ., 4)Μ. Τ. του Σ. και 5)Α. Τ. του Σ., απάντων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., o οποίος κατέθεσε προτάσεις. Και Β.Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., o οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Β. Α. Ε. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο "Β. Α." που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων, άλλως στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Α. Ε. «Τ., 2)Σ. Τ. του Τ., 3)Α. συζύγου Σ. Τ., 4)Μ. Τ. του Σ., και 5)Α. Τ. του Σ., κατοίκων απάντων ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-6-2014 και από 12-7-2018 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2019 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί οι Α. αναιρεσείοντες με την από 27-9-2023 αίτησή τους και ο Β. αναιρεσείων με την από 27-10-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται για συζήτηση οι υπό στοιχεία (Α) και (Β), από 27.10.2023 (αριθμ. καταθ. 8735/867/27.10.2023) και από 27.9.2023 (αριθμ. καταθ. 8718/861/27.10.2023), αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. .../24.5.2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρο 677 επ.

ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015). Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 5/2024, 367/2020).

Με τις ως άνω αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. .../2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία: Α) η από 24.8.2020 και με αριθμ. 59516/4786/2370/14.5.2021 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Σ.

Π. και Β) η από 18.4.2022 και με αριθμό κατάθ. 3214/466/2022 αντέφεση των εναγομένων - αντεκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων 1. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Β. Α. Ε. «Ε. κλπ (σύν. 5). κατά της υπ' αριθμ. .../2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες οι α) από 20.6.2014 (αριθμ.

εκθ. κατάθ. 77763/2656/2014 και β) από 12.7.2018 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 69486/2032/2018 αγωγές του ενάγοντος Σ. Π. κατά των 1. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Β. Α. Ε. «Ε. κλπ (σύν. 5). και είχαν υποχρεωθεί οι εναγόμενοι (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) να καταβάλλουν τα αναφερόμενα σε αυτή (απόφαση) χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σε αυτή διακρίσεις, επικυρώνοντας ούτω την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Οι αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι αυτές ασκήθηκαν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στις 27.9.2023 (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ των ενδίκων α) από 20.6.2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 77763/2656/ 1.7.2014) και β) από 12.7.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 69486/2032/13.7.2018 αγωγών και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι: Με την πρώτη αγωγή, ο ενάγων [αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος] ισχυρίσθηκε ότι στις 13.10.2004 προσλήφθηκε, με προφορική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Μ.

Α..Ε..", προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού 1.000 ευρώ μικτά. Ότι, την 1.1.2006 μεταφέρθηκε από την ανωτέρω εταιρεία, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Β. Α..Ε.., η οποία αναγνώρισε το σύνολο των εργασιακών δικαιωμάτων του. Ότι, στις 13.11.2013 μεταφέρθηκε από την τελευταία ανώνυμη εταιρεία «Β.

Α..Ε.., στην πρώτη των εναγομένων, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Α. Ε. Τ.", έχουσα ως κύριο καταστατικό σκοπό, τις τηλεπικοινωνιακές δραστηριότητες υπό καθεστώς γενικών και ειδικών αδειών, η οποία, επίσης, αναγνώρισε το σύνολο των εργασιακών δικαιωμάτων του και την προϋπηρεσία του, από την αρχική πρόσληψή του στις 13.10.2004, και ότι, για τη μεταφορά του, από τη μία εταιρεία στην άλλη, οι οποίες όλες ήταν συμφερόντων των δεύτερου, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων, δε μεσολάβησε αποχώρηση ή οικειοθελής παραίτησή του, καθ' ότι οι δεύτερος, τρίτη, τετάρτη και πέμπτη των εναγομένων, ήταν εν τοις πράγμασι εργοδότες και χρησιμοποιούσαν τις ανωτέρω εταιρείες για να καλύψουν την αυτόνομη και αυθύπαρκτη επιχειρηματική δραστηριότητά τους.

Ότι από τον Ιανουάριο έως το Σεπτέμβριο του 2013, η ανώνυμη εταιρεία «Β. Α..Ε.., του επέβαλε μονομερώς σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, απασχολώντας τον, μία εβδομάδα το μήνα, αντί αμοιβής 250 ευρώ μικτά. Ότι, κατά παράβαση του ανωτέρω συστήματος, η εταιρεία "ΒΜΝ Α.Ε." τον απασχόλησε δύο εβδομάδες το μήνα, ήτοι, κατά τους μήνες Απρίλιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2013, χωρίς όμως να του καταβάλει τις αποδοχές του, για τη μία επιπλέον εβδομάδα το μήνα που απασχολήθηκε και συνολικά δεν του κατέβαλε το ποσό των 750 ευρώ.

Ότι, η πρώτη των εναγομένων, του επέβαλε, εκ νέου, σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, από τον Ιανουάριο έως και το Σεπτέμβριο του 2014, απασχολώντας τον δύο εβδομάδες το μήνα, αντί μηνιαίας αμοιβής 500 ευρώ μικτά. Ότι, από τον Οκτώβριο του 2013, δεν του καταβάλλονταν οι δεδουλευμένες αποδοχές του, γεγονός για το οποίο διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένως, στους εναγομένους.

Ότι, στις 4.4.2014, όταν διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, ο δεύτερος των εναγομένων του απάντησε ότι, δεν πρόκειται να του καταβάλει κάποιο ποσό, τον έδιωξε από τα γραφεία της πρώτης των εναγομένων και κατέστησε στον ενάγοντα, σαφή την πρόθεσή του, να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, καθόσον οι εναγόμενοι έπαυσαν να αποδέχονται την εργασία του.

Ότι, στις 24.4.2014 προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, και στις 30.5.2014, κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς, πληροφορήθηκε ότι, στις 14.4.2014, η πρώτη των εναγομένων εταιρεία, είχε υποβάλει μήνυση σε βάρος του, για το αδίκημα της απιστίας, υποβάλλοντας την από 14.4.2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, την οποία η πρώτη των εναγομένων προσκόμισε ενώπιον του ΣΕΠΕ, και η οποία δεν του έχει κοινοποιηθεί.

Ότι, ακολούθως, ο ενάγων, επέδωσε στους εναγομένους, την από 2.6.2014 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία διαμαρτυρόταν, για την αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά τους, καλούμενους αυτούς, να αποδέχονται τις υπηρεσίες του και να του καταβάλουν τις δεδουλευμένες αποδοχές του, χωρίς όμως οι τελευταίοι να ανταποκριθούν στα ανωτέρω αιτήματά του.

Ότι, η υποβληθείσα σε βάρος του, μήνυση, καθώς και η από 14.4.2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ήταν προσχηματικές και συκοφαντικές ενέργειες των εναγομένων, οι οποίες έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να τον εκδικηθούν για τις νόμιμες διεκδικήσεις των εργασιακών δικαιωμάτων του, προκειμένου να τον εξαντλήσουν ηθικά και οικονομικά, αλλά και να τον αποτρέψουν, από τη δικαστική διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.

Ότι, οι δεύτερος, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων, επίσης ευθύνονταν εις ολόκληρον, με την πρώτη των εναγομένων, λόγω άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της τελευταίας, γιατί, επιπρόσθετα, αυτοί αποτελούσαν διαχρονικά, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης των εναγομένων, κατέχουν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας, έχουν συγγενική σχέση μεταξύ τους, ήτοι οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων είναι σύζυγοι και οι τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων είναι αδερφές μεταξύ τους και τέκνα των δευτέρου και τρίτης των εναγομένων, λαμβάνουν όλες τις αποφάσεις για τη λειτουργία και τη δραστηριότητα της πρώτης των εναγόμενων, την εκπροσωπούν σε όλες τις συναλλαγές της, μπορούν να συγκαλέσουν οποτεδήποτε τη γενική συνέλευση των μετόχων της και να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση, οι εργαζόμενοι της πρώτης των εναγομένων λάμβαναν εντολές από τους δεύτερο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων, τους οποίους θεωρούσαν ως εργοδότες τους, αφού αυτοί ασκούσαν το διευθυντικό δικαίωμα, και οι πελάτες συναλλάσσονταν με τους δεύτερο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων, μέσω της πρώτης εναγομένης, τους οποίους θεωρούσαν τους πραγματικούς φορείς της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης των εναγομένων, την οποία όμως οι δεύτερος, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων παρέλειπαν να χρηματοδοτήσουν.

Ότι, οι εναγόμενοι του οφείλουν για δεδουλευμένες αποδοχές και για επιδόματα εορτών και αδείας τα αναγραφόμενα σ' αυτή ποσά συνολικού ύψους 7.932,70 ευρώ. Ότι, η από 4.4.2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, είναι άκυρη, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης άλλως ως καταχρηστική, επειδή έγινε για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, καθόσον διαμαρτυρόταν για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του.

Ότι η από 14.4.2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι ανυπόστατη, άλλως άκυρη λόγω έλλειψης νόμιμης γνωστοποίησής της σε αυτόν (τον ενάγοντα), άλλως άκυρη ως καταχρηστική, επειδή ουδέν αδίκημα τέλεσε, κατά την παροχή των υπηρεσιών του. Ότι, αυτή (καταγγελία) έγινε για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, καθόσον διαμαρτυρόταν για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, άλλως ως καταχρηστική, λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον, σε περίπτωση που κριθεί ότι, έλαβε χώρα αντισυμβατική εκ μέρους του συμπεριφορά, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του θα μπορούσε να αποφευχθεί με τη λήψη ηπιότερων μέτρων, όπως, με μετακίνηση αυτού, σε άλλη θέση εργασίας, με έγγραφη ή προφορική επίπληξή του, είτε ακόμα και με τη θέση του σε διαθεσιμότητα ή σε προσωρινή αργία.

Ότι, λόγω των άκυρων καταγγελιών της σύμβασης εργασίας του και της άρνησης της πρώτης των εναγομένων, να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, για μισθούς υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα, από 5.4.2014 έως 30.4.2014 και των μηνών Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2014 και για επίδομα Χριστουγέννων του 2014 το συνολικό ποσό των 6.941,66 ευρώ.

Ότι, από τις ανωτέρω ενέργειες της πρώτης των εναγομένων, προκλήθηκε σ' αυτόν ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας, αιτείτο να του επιδικαστεί, το ποσό των 10.000 ευρώ. Ότι, επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί πως, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι έγκυρη, του οφείλεται η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, εκ ποσού 5.833,33 ευρώ.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ο ενάγων αιτείτο με την πρώτη κατά σειρά εγερθείσα αγωγή του να αναγνωριστεί: 1) ότι, η από 4.4.2014 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αορίστου χρόνου, είναι άκυρη, 2) ότι, η από 14.4.2014 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αορίστου χρόνου, της οποίας αυτός έλαβε γνώση τις 30.5.2014, είναι ανυπόστατη, άλλως άκυρη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να αποδέχονται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες του ως υπαλλήλου και να του καταβάλουν: 1) το ποσό των 7.932,07 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές, 2) το ποσό των 6.941,66 ευρώ, για αποδοχές υπερημερίας, και 3) το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του, με το νόμιμο τόκο,, και επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ως έγκυρη, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, να του επιδικασθεί το ποσό των 5.833,33 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο.

Περαιτέρω με τη δεύτερη αγωγή του ο ενάγων εκθέτοντας τα ίδια ως άνω περιστατικά και ισχυριζόμενος ότι στις 30-12-2016 καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ η συγχώνευση με απορρόφηση της πρώτης εναγομένης της από 20-6-2014 αγωγής με την ήδη πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Β. Α. Ε. «Ε. και ότι με την υπ'αριθμ. 2727/17.4.2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αθωώθηκε για την αποδιδόμενη για την αποδοθείσα σε βάρος του κατηγορία ότι στις 6.7.2018 στους εναγόμενους απόσπασμα της ως άνω απόφασης, προσφέροντας τις υπηρεσίες του και ότι δεδομένου ότι παρήλθε έκτοτε εύλογος χρόνος χωρίς να του καταβληθεί αποζημίωση απόλυσης και ότι ως εκ τούτου η πρώτη εναγόμενη περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ζήτησε να αναγνωριστεί 1) Ότι, η από 14.4.2014 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αορίστου χρόνου, είναι άκυρη και λόγω της μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσής του, ύστερα από την αθώωσή του, για την κατηγορία που του αποδόθηκε, κατόπιν υποβολής της από 14.4.2014 έγκλησης, της εταιρείας "Τ.

Α. Ε. Τ.", άλλως ότι, αναβίωσε η σύμβαση εργασίας του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να αποδέχονται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες του, ως υπαλλήλου και να του καταβάλουν για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.1.2015 έως 30.11.2018, επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας των ετών 2015, 2016 και 2017 καθώς και για επίδομα Πάσχα του έτους 2018 το συνολικό ποσό των 53.187,47 ευρώ, και επικουρικά το ποσό των δέκα χιλιάδων πεντακοσίων (10.500) ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξέδωσε τη με αριθμό .../2019 οριστική του απόφαση, με την οποία α) έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 20.6.2014 αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι ως ευθυνόμενοι εις ολόκληρο να καταβάλλουν στον ενάγοντα το ποσό των 5.184,54 ευρώ και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή τους να του καταβάλουν το ποσό των 1.152,48 ευρώ με το νόμιμο τόκο (για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από Οκτώβριο του έτους 2013 έως 4.4.2014, επίδομα Χριστουγέννων 2013, αποδοχές και επίδομα αδείας ετών 2013 και 2014 και επίδομα Πάσχα 2014), και β) έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 12.7.2018 αγωγή αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 14.4.2014 καταγγελίας και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, ως ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλλουν στον στον ενάγοντα το ποσό των 1.332,42 ευρώ και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή τους να του καταβάλουν το ποσό των 1.488,1 ευρώ με το νόμιμο τόκο (για μισθούς του χρονικού διαστήματος από 7.7.2018 έως και το Νοέμβριο του έτους2018).

Μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους του ενάγοντος και αντέφεσης εκ μέρους των εναγομένων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, έγιναν τυπικά δεκτές, έφεση και αντέφεση και απορρίφθηκαν αυτές κατ' ουσία, επικυρώνοντας ούτω την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και, επομένως, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζομένου.

Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού, στην περίπτωση αυτή, διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης.

Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία που δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης μετατρέπεται σε αιτιώδη (ΑΠ 1748/2022, 380/2019, 114/2019, 729/2018).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920 και 7 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση εργασίας είχε καταγγελθεί από τον εργοδότη, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απολύσεως, επειδή είχε υποβληθεί εναντίον του εργαζομένου μήνυση, τότε, μετά την απαλλαγή του τελευταίου, αναβιώνει η υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή της αποζημίωσης, ώστε η (χωρίς αποζημίωση) καταγγελία να καταστεί έγκυρη.

Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν επέρχεται αυτοδικαίως αλλά απαιτείται προηγούμενη όχληση από τον εργαζόμενο, η οποία συντελείται με κοινοποίηση στον εργοδότη του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής απόφασης και την ταυτόχρονη δήλωση του εργαζομένου ότι επιθυμεί να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεως.

Για να διατηρήσει το κύρος της καταγγελίας και να αποτρέψει την περιέλευσή του σε υπερημερία, ο εργοδότης πρέπει να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση αμέσως ή πάντως μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την περιέλευση σ' αυτόν της, κατά τα προαναφερόμενα, όχλησης του εργαζομένου, εκτός αν επιθυμεί τη συνέχιση της εργασιακής σύμβασης, με επαναπρόσληψή του (ΑΠ 893/2021, 991/2015).

Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής συμβάσεως έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, όπως από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νόμιμων δικαιωμάτων του, οπότε η απόλυσή του είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο (ΑΠ 893/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν, κατά τη διάταξη του άρθρ. 61 του ΑΚ, να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.

Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ' αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.

Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ' αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

Ωστόσο, ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρ. 83 § 2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας του.

Ειδικότερα, η εταιρεία, ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5 παρ. 1 και 12 παρ. 1, 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειες της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ.

άρθρ. 1 παρ. 3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 3604/2007, 41 παρ. 2 ν. 959/1979, 43α ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρ. 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδια της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτιση τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Περαιτέρω, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ' αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνιση τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης.

Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως, η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (όπως, να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεων του, που δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.

Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ' άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμα της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.

Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλεια της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1152/2023, 801/2020).

Α) Επί της από 27.10.2023 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Σ. Π.:

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 520 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση της αντέφεσης, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να αφορά τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, δηλαδή η άσκησή της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια.

Ως κεφάλαιο κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε και κατά την ταυτόσημη έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ σε σχέση με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης, είναι κάθε οριστική διάταξη της πρωτόδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση (ΑΠ 906/2021, ΑΠ 132/2004).

Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξάλλου, αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που εφεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν ως προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας με αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος αντίθετων ή απλώς ασύμβατων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα εκκληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 359/2023, 906/2021, 657/2019, 270/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, σε σχέση με το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων [ενάγων] άσκησε την από 24.8.2020 έφεση κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης (.../2019), με την οποία προσέβαλε αυτήν ως προς ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του περί ακυρότητας της από 14.4.2014 καταγγελίας λόγω καταχρηστικότητας και την απόρριψη του κεφαλαίου περί χρηματικής ικανοποίησης.

Κατά της ίδιας εκκαλούμενης απόφασης άσκησαν την από 18.4.2022 αντέφεση οι αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες (εναγόμενοι), προσβάλλοντας τη διάταξη αυτής, για άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της 1ης εναγομένης. Με βάση τα προεκτεθέντα η αντέφεση, η οποία δεν μπορούσε να ισχύσει ως αυτοτελής έφεση, καθ' όσον ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας της έφεσης, δεν ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι τα πληττόμενα με την έφεση ως άνω κεφάλαια ταυτίζονται και συνέχονται αναγκαίως με το πληττόμενα με την αντέφεση κεφάλαιο της παθητικής νομιμοποίησης των δεύτερου, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων λόγω άρσης της νομικής αυτοτέλειας της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο δεν απέρριψε την αντέφεση ως απαράδεκτη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 520 και 523 ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά τον νόμο κήρυξης απαραδέκτου. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και, ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 317/2022, 380/2019, 114/2019). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο με την κρίση του ότι η από 14.4.2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δεν έγινε λόγω μίσους και συναισθημάτων εκδίκησης που έτρεφαν οι αναιρεσίβλητοι προς το πρόσωπό του, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Σχετικά με το λόγο αυτό οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έχουν ως εξής: "[....] Ότι ειδικότερα τις 4.4.2014, ο ενάγων [αναιρεσείων] διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του στον δεύτερο των εναγομένων [2ο αναιρεσίβλητο], πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της "Τ. Α. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟlΝΩΝΙΩΝ", ο οποίος δεν είχε, την αρμοδιότητα να την εκπροσωπεί νόμιμα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 9431/7.9.2011 Φ.Ε.Κ. (Τ.Α.Ε.-Ε.Π.Ε.

και ΓΕΜΗ). Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, την ανωτέρω ημερομηνία, ο δεύτερος των εναγομένων του απάντησε πως, δεν πρόκειται να του καταβληθεί κάποιο ποσό, για τις δεδουλευμένες αποδοχές του, καθιστώντας σαφή, την πρόθεσή του να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, Επιπρόσθετα, την ίδια ημερομηνία, ο δεύτερος των εναγομένων, έθεσε για πρώτη φορά θέμα πρόκλησης ζημίας, από τον ενάγοντα στην "Τ..

Α.. Ε. Τ.", κατά την εκτέλεση της εργασίας που του είχε ανατεθεί και ειδικότερα, κατά τη διαχείριση των μηνυμάτων SMS του κωδικού 54871, που η εταιρεία αυτή εκμεταλλευόταν, κατόπιν του από 1.11.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού με την "Μ. Α..Ε..", με αποτέλεσμα, να μειωθούν δραματικά, τα έσοδα από τη δραστηριότητα αυτή. Ωστόσο, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, από κανένα στοιχείο, δεν αποδείχθηκε και δεν προέκυψε ότι, στις 4.4.2014, κατά τη διάρκεια της παραπάνω συνάντησης του ενάγοντος και του δευτέρου των εναγομένων, πράγματι έλαβε χώρα καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, με την "Τ..

Α.. Ε. Τ.", ούτε κάτι τέτοιο προέκυψε και από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Γ. Σ., ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού ο συγκεκριμένος μάρτυρας, δεν έχει ιδία αντίληψη, περί των όσων διαμείφθηκαν κατά την μεταξύ του ενάγοντος και τού δευτέρου των εναγομένων, συνάντηση, αφού αυτός, ναι μεν, βρισκόταν στο ίδιο κτίριο, πλην όμως, σε άλλο όροφο, η δε κατάθεση του, ως προς το ζήτημα αυτό, δεν ενισχύθηκε από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι, ο δεύτερος των εναγομένων δεν εκπροσωπούσε νόμιμα, την "Τ..

Α.. Ε. Τ.", όπως προαναφέρθηκε, και ως εκ τούτου, ακόμα και αληθείς υποτιθέμενοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του ενάγοντος, δεν θα μπορούσε να προβεί σε έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του τελευταίου, που τον συνέδεε με αυτή.

Συνεπώς, ορθά η εκκαλουμέvη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμα κατ' ουσίαν, αφενός μεν, το αίτημα να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη η επικαλούμενη από 4.4.2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας, από την «Τ. Α. Ε. Τ.., λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και μη καταβολής της οφειλόμενη νόμιμης αποζημίωσης, αφετέρου δε, και το αίτημα να αναγνωριστεί ότι, η επικαλούμενη από 4.4.2014 καταγγελία της ένδικης συμβάσης εργασίας είναι άκυρη ως καταχρηστική, καθώς και το επικουρικό αίτημα, περί οφειλής αποζημίωσης απόλυσης ποσού 5.833,33 ευρώ, για την εν λόγω καταγγελία, και ως εκ τούτων, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του, ενάγοντος και νυν εκκαλούντος, με τους λόγους εφέσεως του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά το επόμενο χρονικό διάστημα ο ενάγων δεν προσερχόταν στο χώρο εργασίας του, ήτοι στα γραφεία της "Τ.. Α.. Ε. Τ." επί της οδού, Παπαρηγοπούλου 1, στην Κηφισιά Αττικής και στις 24.4.2014 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας Ν. Ιωνίας, με αίτημα για διενέργεια εργατικής διαφοράς και με καταγγελία της σύμβασης εργασίας του χωρίς έγγραφο και την καταβολή της προβλεπόμενης αποζημίωσης, την οφειλή δεδουλευμένων αποδοχών για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2013, Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο του 2014, αποδοχών και επιδόματος αδείας για τα έτη 2013 και 2014 και επιδόματος Πάσχα του 2014.

Η ως άνω εργατική διαφορά, προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 20.5.2014 και κατόπιν αναβολής στις 30.5.2014, κατά την οποία η εταιρία ισχυρίστηκε ότι, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι έγκυρη, γιατί πριν από αυτή, κατατέθηκε μήνυση σε βάρος του, για το αδίκημα της απιστίας που, κατά τους ισχυρισμούς της, τέλεσε ο ενάγων σε βάρος της κατά την εκτέλεση της εργασίας του, προσκόμισε δε, την από 14.4.2014 έγκλησή της, σε βάρος του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με ΑΒΜ Γ2014/959, καθώς και την από 14.4.2014 καταγγελία της σύμβασής εργασίας του, στην οποία αναφέρεται ως αιτιολογία, η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του ενάγοντος, με βάση την ανωτέρω έγκληση, των οποίων (μήνυσης και καταγγελίας), έλαβε γνώση ο ενάγων την 30.5.2014, αρξαμένωv έτσι, από την ημερομηνία αυτή, των εvvόμων αποτελεσμάτων αυτής (καταγγελίας) ως προς τον ενάγοντα.

Επομένως, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η από 14.4.2014 καταγγελία της συμβάσης εργασίας του είναι άκυρη, λόγω μη κοινοποίησης της καταγγελίας σε αυτόν, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. όπως ορθά έκρινε και η εκκαλούμενη απόφαση, διότι αυτός, έλαβε αντίγραφο της εν λόγω καταγγελίας, στις 30.5.2014, κατά τη συζήτηση της εν λόγω ΣΕΠΕ, το οποίο άλλωστε προσκομίζει.

Επιπλέον, προέκυψε ότι με βάση την από 14.4.2014, και με ΑΒΜ Γ 2014/959 έγκληση, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος, για την αξιόποινη πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα, για τo ότι, στηv Κηφισιά Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από 10.9.2012 έως 25.3-.2014, και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με την ιδιότητα του υπαλλήλου, στην "Τ..

Α.. Ε. «Τ. και το διακριτικό τίτλο «Τ.», η οποία εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής επί των οδών Παπαρρηγοπούλου αριθ. 1 και Δάφνης και αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, την άσκηση δραστηριοτήτων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της ανωτέρω εταιρείας της οποίας είχε τη διαχείριση και πιο συγκεκριμένα, για το ότι, όντας απασχολούμενος στην ανωτέρω εγκαλούσα εταιρεία, ήδη από το έτος 2011;

με αντικείμενο του την επιμέλεια της σύνταξης των περιοδικών ποικίλης ύλης που εξέδιδε η εταιρεία υπολογιστή της ανωτέρω εταιρείας, του είχε ανατεθεί και η διαχείριση μηνυμάτων sms υψηλής χρέωσης, τα οποία λάμβανε η ανωτέρω εγκαλούσα εταιρεία μέσα) κινητών τηλεφώνων των πελατών - αναγνωστών των περιοδικών της.

ειδικότερα δε για το ότι ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την ιδιαίτερη θέση εμπιστοσύνης που του είχε ανατεθεί από την καλούσα εταιρεία, κατά το χρονικό διάστημα από 10- 9-2012 έως 25-3-2014. απαντώντας στα μηνύματα των πελατών της εγκαλούσας, αντί να τους παραπέμπει, όπως όφειλε στην αποστολή μηνύματος τους στο 54871, που ήταν ο αριθμός της εγκαλούσας, τους παρέπεμπε στον αριθμό 54890, ο οποίος ανήκε σε άλλη ανταγωνίστρια εταιρεία με την επωνυμία «Π.

I. - L. A..E..", όπως προκύπτει από την ηλεκτρονική σελίδα της Ε.Ε.Τ.Τ., με αποτέλεσμα όλες οι χρεώσεις να γίνονται προς όφελος της ανωτέρω εταιρείας και με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας, η δε ζημία που υπέστη από τις ανωτέρω ενέργειες του κατηγορουμένου η εγκαλούσα εταιρεία συνίσταται στην απώλεια των κερδών που θα αποκόμιζε εάν ελάμβανε τα μηνύματα των πελατών της.

υπολογιζόμενη αυτή, συγκρίνοντας τα μηνύματα που εστάλησαν από τους πελάτες της εγκαλούσας το έτος 2011. ήτοι πριν από την έναρξη της απασχόλησης του σε αυτή με αυτά που ελήφθησαν από την εγκαλούσα κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησης του υπό την ανωτέρω ειδικότητα του, και όπως ορθά τα επιμέρους ποσά, υπολογίσθηκαν και αναφέρονται σ την εκκαλούμενη απόφαση.

Κατά την εκδίκαση της ως άνω εγκλήσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθ. ΖΜ 2727/17-4-2018 απόφαση του Ζ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. με την οποία ο ενάγουν κηρύχθηκε αθώος λόγο αμφιβολιών, με την αιτιολογία ότι, ναι μεν ανατέθηκε σε αυτόν, από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Α. Ε. Τ..", να απαντά στα μηνύματα που λάμβανε ο κωδικός sms 54871 της εταιρείας αυτής και ότι μέρος των μηνυμάτων που λάμβανε ο κωδικός 54871, όλο το εικοσιτετράωρο, απαντήθηκε με τρόπο ώστε, να προωθείται στον κωδικό 54890, της εταιρείας "Π.

I.-L. Α..Ε.., με την οποία ο ενάγων διατηρούσε παράλληλη συνεργασία προς ενίσχυση του εισοδήματος του, πλην όμως. οι φερόμενες απαντήσεις σε μηνύματα, οι οποίες, δεν αποστέλλονταν συστηματοποιημένα, προέρχονταν από διεύθυνση IΡ των γραφείων της εγκαλούσας εταιρείας και αυτός εργαζόταν μόνο συγκεκριμένες ώρες της ημέρας.

Επομένως, η "Τ. Α. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝ1ΩΝ", διέθετε στοιχεία, κατά την υποβολή της έγκλησης, σε βάρος του ενάγοντος, στις 14-4-2014, τα οποία μπορούσαν να στηρίξουν την ανώτερω κατηγορία, σε βάρος του και συνακόλουθα, δεν αποδείχθηκε ότι, η μήνυση υποβλήθηκε εκ δόλου και ότι ήταν προσχηματική, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση.

Και τούτο διότι, η "Τ. Α. Ε. Τ." πίστευε ότι, ο ενάγων είχε προβεί στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη σε βάρος της και ότι αυτή, είχε υποστεί μεγάλη οικονομική ζημία, για πολλά έτη εξαιτίας του ενάγοντος και συνακόλουθα είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη της, προς το πρόσωπο του. Σε κάθε δε περίπτωση, το μοναδικό μέσο, για να επιτύχει το σκοπό της προστασίας των συμφερόντων της, ήταν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος.

Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι, η ως άνω μήνυση, υποβλήθηκε για λόγους εκδίκησης, προς το πρόσωπο του ενάγοντος, επειδή αυτός διεκδικούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, καθόσον, ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος, τον οποίον επαναφέρει και με τους λόγους εφέσεως του, δεν επιβεβαιώθηκε, ούτε και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Γ.

Σ., ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, Συνεπώς, ορθά η εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμα κατ' ουσίαν, το αίτημα να αναγνωριστεί ότι η από 14-4-2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη ως καταχρηστική, το αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εκ ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των 8.040 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη του, καθώς και το αίτημα, να αναγνωριστεί ότι, οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα, επιπλέον του ανωτέρω ποσού, το ποσό των 1.960 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική, βλάβη, τα οποία (αιτήματα) περιλαμβάνονται στην πρώτη ένδικη αγωγή (77763-2656/1-7-2014).

Συνεπώς, η "Τ. Α. Ε. «Τ., δεν περιήλθε σε υπερημερία, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος και δεν οφείλονται στον τελευταίο, μισθοί υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 5-4-2014 έως 31-12-2014, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορρίπτοντας ως αβάσιμο το σχετικό κονδύλιο. Με βάση τα ανωτέρω, ορθά η εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, και το αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδέχονται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, με, απειλή χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ για κάθε ημέρα τυχόν άρνησης τους να συμμορφωθούν με τη σχετική διάταξη της απόφασης, το οποίο (αίτημα) περιλαμβάνεται στην από 20-6-2014 και με αριθμό κατάθεσης 77763/2656/2014 αγωγή.

Επιπρόσθετα, το επικουρικό αίτημα περί οφειλής αποζημίωσης απόλυσης ποσού 5.833.33 ευρώ στον ενάγοντα για την από 14-4-2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, το οποίο περιλαμβάνεται στην από 20-6-2014 και με αριθμό κατάθεσης 77763/2656/1-7-2014 αγωγή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, καθόσον αυτός, δεν στηρίζει το αίτημα αυτό στην απαλλαγή του από την αξιόποινη πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση με την υπ' αριθ.

ΖΜ 2727/17-4-2018 απόφαση του Ζ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι, η "Τ. Α. Ε. Τ." οφείλει στον ενάγοντα δεδουλευμένες αποδοχές, χρονικού διαστήματος από 1-4-2014 έως 4-4-2014, το οποίο ο ενάγων περιορίζει στο ποσό των 80 ευρω, το ποσό των [(500 ευρώ : 2 = 250 ευρώ Χ 11,75/15 =) 195,83 ευρώ Χ 1/04166=] 203,99 ευρώ για επίδομα Πάσχα του 2014, το ποσό των 500 ευρώ για αποδοχές αδείας 2014 και το ποσό των 250 ευρώ για επίδομα αδείας του 2014.

Επιπλέον, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά παράβαση του συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης που επιβλήθηκε τον Ιανουάριο του 2013 η «Β. Α. Ε. «Ε. τον απασχόλησε δύο εβδομάδες το μήνα κατά τους μήνες Απρίλιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2013, χωρίς να του καταβάλει τις αποδοχές του για τη μία επιπλέον εβδομάδα το μήνα που απασχολήθηκε, ήτοι 250 ευρώ για έκαστο μήνα και συνολικά 750 ευρώ, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον ο ενάγων, πράγματι, δεν επικαλέστηκε και δεν προσκόμισε κάποιο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο.

Επομένως, η "Τ. Α. Ε. «Τ., της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Β. Α. Ε. «Ε., οφείλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (800 + 1.000 + 1.000 + 500 + 500 + 500 + 500 + 250 + 253,03 + 80 + 203,99 + 500 + 250=) 6337,02 ευρώ. Εξάλλου, προέκυψε ότι τα ανωτέρω οφειλόμενα ποσά η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Α. Ε. Τ." αρνήθηκε να καταβάλλει στον ενάγοντα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η "Τ. Α. Ε. «Τ., η οποία είχε προηγουμένως την επωνυμία «W. T. Α. Τ., Ε., Ξ. «Ε. και το διακριτικό τίτλο «W. F. Α..Ε.,, ιδρύθηκε το έτος 2000, ότι το πρώτο διοικητικό συμβούλιο της αποτελείτο από τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων με βάση το υπ' αριθ. 6000/30-6-2000 Φ.Ε.Κ. (Τ.Α.Ε.-Ε.Π.Ε.), εκ των οποίων οι δύο πρώτοι τυγχάνουν σύζυγοι και η τελευταία θυγατέρα τους και ότι το μετοχικό κεφάλαιο της ορίστηκε σε 40.000.000 δραχμές, το οποίο καταβλήθηκε χερώς από τους ανωτέρω ιδρυτές της.

Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 8770/8-8-2005 Φ.Ε.Κ. (T.A.E.-EΠ.E.), το δεύτερο διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας "Τ. Α. Ε. την επωνυμία με Τ." αποτελείτο από τους δεύτερο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων, οι οποίοι ορίστηκαν ως πρόεδρος, αντιπρόεδρος, διευθύνουσα σύμβουλος και μέλος αντίστοιχα, η δε τέταρτη των εναγομένων ορίστηκε ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας αυτής, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η πέμπτη των εναγομένων είναι θυγατέρα του δεύτερου και τρίτης των εναγομένων και αδερφή της τέταρτης των εναγομένων.

Το επόμενο διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Α. Ε. Τ." αποτελείτο από τις τέταρτη, τρίτη και πέμπτη των εναγομένων, οι οποίες ορίστηκαν ως Πρόεδρος-διευθύνουσα σύμβουλος, αντιπρόεδρος και μέλος αντίστοιχα, νόμιμη δε εκπρόσωπος της εταιρείας αυτής ορίστηκε η τέταρτη των εναγομένων και σε περίπτωση κωλύματος της η τρίτη των εναγομένων υπ' αριθ. 9806/19-8-2010 Φ.Ε.Κ. (T.Α.Ε. - Ε.Π.Ε.).

Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 9431/7-9-2011 Φ.Ε.Κ. (T.A.Ε Ε.Π.Ε. ΚΑΙ ΓΕ.Μ.Η.) το νέο διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας με ΕΤΑΙΡΙΑ Τ." την επωνυμία "Τ. Α. αποτελείτο από τους δεύτερο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων, οι οποίοι ορίστηκαν ως πρόεδρος, αντιπρόεδρος-διευθύνουσα σύμβουλος, διευθύνουσα σύμβουλος και μέλος αντίστοιχα, νόμιμη δε εκπρόσωπος της εταιρείας ορίστηκε η τέταρτη των εναγομένων και σε περίπτωση κωλύματος της η τρίτη των εναγομένων.

Συνεπώς η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Α. Ε. Τ." ήταν πάντα ταυτισμένη με την οικογένεια "Τσακανίκα", η οποία ήλεγχε πλήρως τη λειτουργία και τη δραστηριότητα της εταιρείας αυτής, λάμβανε όλες τις αποφάσεις για την εταιρεία μέσω του διοικητικού συμβουλίου της και της γενικής συνέλευσης της και την εκπροσωπούσε σε όλες τις συναλλαγές της με τρίτους δια των προαναφερομένων μελών του διοικητικού συμβουλίου της και οι τρίτοι γνώριζαν, όταν συναλλάσσονταν με την εταιρεία αυτή, ότι ουσιαστικά συναλλάσσονταν με τους λοιπούς εναγομένους στοιχείο το οποίο προέβαλαν συνεχώς όλοι οι εναγόμενοι για να ενισχύσουν τη θέση της εταιρείας αυτής στο χώρο των τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων υπό το καθεστώς γενικών και ειδικών αδειών, που αποτελούσε το αντικείμενο της εταιρείας. Όπως προεκτέθηκε, στις 13-11-2013 μεταφέρθηκε ο ενάγων ως υπάλληλος από την «Β. Α. Ε. «Ε. στην "Τ. Α. Ε. Τ.". Κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Β. Α. Ε. «Ε. αποτελείτο από τους Παναγιώτη Αγγελετόπουλο ως πρόεδρο, την πέμπτη των εναγομένων ως αντιπρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο και τον Στέφανο Σκουρμπή ως μέλος, με νόμιμη εκπρόσωπο την πέμπτη των εναγομένων.

Συνεπώς, η παραπάνω μεταφορά του ενάγοντος πραγματοποιήθηκε λόγω του ότι οι δύο εταιρείες ελέγχονταν πλήρως από τα μέλη της οικογένειας "Τσακανίκα". Τόσο η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Β. Α. Ε. «Ε. όσο και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Α. Ε. Τ." αντιμετώπιζαν μεγάλα οικονομικά προβλήματα και για το λόγο αυτό η πρώτη εξ αυτών είχε θέσει τον ενάγοντα σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας το έτος 2012 και κατά το χρονικά διάστημα από τον Ιανουάριο έως το Σεπτέμβριο του 2013, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ.

Α. Ε. Τ." έθεσε τον ενάγοντα σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας από τον Ιανουάριο έως το Σεπτέμβριο του 2014 και οι δύο εταιρείες καθυστερούσαν την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος, Παρά την κατάστασή στην οποία είχε περιέλθει η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Α. Ε. «Τ., ο ενάγων δέχθηκε να μεταφερθεί ως υπάλληλος σε αυτή λόγω του γεγονότος ότι οι δύο εταιρείες ταυτίζονταν με την οικογένεια "Τσακανίκα" ήτοι τους λοιπούς εναγομένους, οι οποίοι παρουσιάζονταν ως αξιόπιστοι και φερέγγυοι.

Ο ενάγων, όπως και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Α. Ε. «Τ., θεωρούσε ότι εργοδότες του ήταν οι λοιποί εναγόμενοι., οι οποίοι του παρείχαν συνεχώς και αδιαλείπτως εντολές και οδηγίες για την εκτέλεση της εργασίας του και ήλεγχαν την παρασχεθείσα εργασία του. Επομένως οι δεύτερος, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων μετέφεραν αθέμιτα στην ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Τ.

Α. Ε. «Τ., λόγω της διαρκούς ελλιπούς χρηματοδότησης της, τον κίνδυνο από τη δική τους στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα.

Συνεπώς, η επίκληση από τους δεύτερο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων της νομικής προσωπικότητας της "Τ. Α. Ε. «Τ., η οποία δεν καταβάλλει στον ενάγοντα τις δεδουλευμένες αποδοχές του συνιστά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του αντίστοιχου δικαιώματος τους και είναι καταχρηστική (άρθρο 281 του Α.Κ.), ώστε να δικαιολογείται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας της εταιρείας αυτής, προκειμένου η υποχρέωση της προς εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος να επεκταθεί και στους λοιπούς εναγομένους στο πλαίσιο της εις ολόκληρον ευθύνης τους, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση." Με την εν λόγω κρίση του το Μονομελές Εφετείο ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθ' όσον με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές του:

α) ότι ο αναιρεσείων διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών του και προσέφυγε στις 24.4.2014 στην Επιθεώρηση Εργασίας Ν. Ιωνίας, β) ότι κατά το χρονικό διάστημα από 4.4.2014 και μετά ο αναιρεσείων δεν προσερχόταν στο χώρο της εργασίας του, γ) ότι η "Τ. Α. Ε. Τ." [καθολική διάδοχος της οποίας είναι η 1η αναιρεσίβλητη] υπέβαλε έγκληση σε βάρος του αναιρεσείοντος για απιστία, δ) ότι η μήνυση δεν υποβλήθηκε εκ δόλου αλλά προς διασφάλιση και προστασία των συμφερόντων της καθ' όσον είχε υποστεί μεγάλη οικονομική ζημία και ε) ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος αλλά γιατί είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη προς αυτόν, δέχθηκε ότι καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος ουδόλως προήλθε από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας των αναιρεσιβλήτων λόγω της προηγηθείσας διαμαρτυρίας αυτού για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, καθ' όσον ναι μεν η διαμαρτυρία του εργαζόμενου δυνατόν να προκαλεί την ενόχληση και τη δυσαρέσκεια του εργοδότη, δεν επαρκεί όμως μόνο εξ αυτού του λόγου, χωρίς άλλα περιστατικά, να έχει ως αυτόθροο συνέπεια την επακολουθήσασα καταγγελία.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ 'όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εγκυρότητας της καταγγελίας και απόρριψης των αντιθέτων ισχυρισμών αυτού (αναιρεσείοντος) περί ακυρότητας της καταγγελίας ότι έγινε από λόγους εκδίκησης, την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα ότι η από 14.4.2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός δεύτερος ως άνω λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Β) Η από 27.9.2023 και με αριθμό κατάθ. 8718/861/27.10.2023 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Β.

Α. Ε. «Ε. κλπ (σύν. 5):

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 683/2022, 109/2020).

Με τον πρώτο λόγο της από 27.9.2023 αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι ότι η από 14.4.2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσίβλητου ήταν έγκυρη, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης λόγω της υποβολής σε βάρος του μήνυσης και δεν ήταν καταχρηστική και ότι δεδομένου ότι ο αντίδικός τους αθωώθηκε από το ποινικό δικαστήριο λόγω αμφιβολιών και ότι η ως άνω αμετάκλητη αθώωση του αναιρεσίβλητου δεν συνιστά πρόκριμα ως προς τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε ότι εφόσον δεν κατέβαλε η πρώτη αναιρεσείουσα μετά την αθώωση του αναιρεσίβλητου την αποζημίωση απόλυσης αναβίωσε η εργασιακή σχέση και επιδίκασε σ' αυτόν μισθούς υπερημερίας, ενώ ο αναιρεσίβλητος με την κοινοποίηση της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης δεν διατύπωσε δήλωση επιθυμίας καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης και ότι με την ως άνω κρίση της παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 174, 180, 281, 340, 341, 345, 346, 361, 481, 648, 651, 652, 653, 655, 669, 914 και 932 του Α.Κ., του άρθρου 1 παράγρ. 2 του Νόμου 1082/1980 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 2 και 3 της υπ' αριθμ. 19040/1981 Κ.Υ.Α Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 3 παράγρ.16 του Νόμου 4504/1966 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παράγρ. 1, 3 και άρθρου 5 παράγρ. 1, 4, 5 του Α.Ν. 539/1945, όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε από το άρθρο 3 του ν.δ. 3755 της 14/17.09.1957 και το άρθρο 2 παράγρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Νόμου 3302/2004, των άρθρων 3 και 8 παράγρ. 1 του Νόμου 2112/1920, όπως το άρθρο 3 τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ 12 αριθμός 2 του Νόμου 4093/2012, των άρθρων 5 παρ. 1 και 3, 6 παρ. 1 και 2 του Νόμου 3198/1955, του άρθρου 74 παράγρ. 3 του νόμου 3863/2010.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι στις 6.7.2018 επιδόθηκε από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο στους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες απόσπασμα της υπ'αριθμ. ΖΜ 2727/2018 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός αθωώθηκε από την αποδοθείσα με τη μήνυση πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση, γνωστοποιώντας με εξώδικη δήλωση σ' αυτούς ότι προσφέρει εκ νέου τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου, ότι η ανωτέρω δήλωσή του με την οποία ζητούσε την επαναπρόσληψή του στην ίδια θέση από την οποία απολύθηκε ισοδυναμούσε με δήλωση επιθυμίας είσπραξης της οφειλόμενης αποζημίωσης, μετά την απαλλαγή του, εφόσον και η δήλωση αυτή συνιστά όχληση στον εργοδότη προκειμένου να αρθεί η εκκρεμότητα από την καταγγελία και ότι εφόσον δεν καταβλήθηκε η αποζημίωση απόλυσης ύψους 5.833,35 ευρώ μέσα σε εύλογο χρόνο η από 14.4.2014 καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος είναι άκυρη, ότι αναβίωσε η εργατική σχέση μετά την πραγματική και προσήκουσα προσφορά υπηρεσιών του ενάγοντος και ότι ως εκ τούτου η πρώτη εναγόμενη περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ορθά ερμήνευσε και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 5 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920 και 7 του Ν. 3198/1955 τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της ως άνω αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648, 651,652, 653 και 281 ΑΚ, σχετικά με την κρίση της περί άρση της νομικής αυτοτέλειας της πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και της εκ τούτου ευθύνης εις ολόκληρον με αυτήν των δεύτερου, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης από αυτές.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το λόγο αυτό μέρος της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι σχετικά με το επιδικασθέν στον ενάγοντα ποσό το οφείλουν και "οι λοιποί εναγόμενοι λόγω άρσης της περιουσιακής αυτοτέλειας της ανώνυμης εταιρείας «Β. Α.

Ε. «Ε. (πρώτη εναγόμενη της από 12.7.2018 δεύτερης αγωγής και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), προκειμένου η υποχρέωση της προς εξόφληση των μισθών υπερημερίας του ενάγοντος να επεκταθεί και στους λοιπούς εναγόμενους, στο πλαίσιο της εις ολόκληρον ευθύνης τους, καθόσον μετά την συγχώνευση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Β.

Α. Ε. «Ε. με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Α. Ε. Τ." (πρώτη εναγόμενη της από 20.6.2014 πρώτης αγωγής) με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, κατά τα αναλυτικά προαναφερθέντα, ορίστηκε διοικητικό συμβούλιο αποτελούμενο από τους δεύτερο, τρίτη και πέμπτη των εναγόμενων, ως πρόεδρο-διευθύνοντα σύμβουλο, αντιπρόεδρο-αναπληρώτρια διευθύνουσα σύμβουλο και μέλος αντίστοιχα, οι οποίοι μαζί με την τέταρτη των εναγομένων ελέγχουν πλήρως την λειτουργία και δραστηριότητα της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Β.

Α. Ε. «Ε., λαμβάνουν όλες τις αποφάσεις για την εταιρεία αυτή μέσω του διοικητικού συμβουλίου της και της γενικής συνέλευσης της και την εκπροσωπούν σε όλες τις συναλλαγές της με τρίτους, οι δε τρίτοι γνωρίζουν, όταν συναλλάσσονται με την εταιρεία αυτή, ότι ουσιαστικά συναλλάσσονται με τους λοιπούς εναγόμενους, πλην όμως παραλείπουν να τη χρηματοδοτούν με τα αναγκαία κεφάλαια για την λειτουργία της συστηματικά, με αποτέλεσμα η εταιρεία αυτή να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της γενικότερα και ειδικότερα σ' αυτές έναντι του ενάγοντος, να έχουν μεταφέρει αθέμιτα την εταιρεία αυτή τον κίνδυνο από τη δική τους στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα και συνεπώς η επίκληση της νομικής προσωπικότητας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Β.

Α. Ε. «Ε., από τους δεύτερο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων συνιστά υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του αντιστοίχου δικαιώματός τους και είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ)". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, με το να δεχθεί, δηλαδή, ότι η εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσείοντος, τρίτης αναιρεσείουσας, τέταρτης αναιρεσείουσας και πέμπτης αναιρεσείουσας επίκληση της νομικής προσωπικότητας της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας της οποίας ο δεύτερος, η τρίτη και η πέμπτη από αυτούς είναι πρόεδρος-διευθύνων σύμβουλος, αντιπρόεδρος-αναπληρώτρια διευθύνουσα σύμβουλος και μέλος αντίστοιχα και οι οποίοι μαζί με την τέταρτη αναιρεσείουσα ελέγχουν πλήρως την λειτουργία και δραστηριότητα της ανώνυμης εταιρείας, είναι καταχρηστική, καθιστώντας την πρώτη αναιρεσείουσα, πρόσωπο αφερέγγυο και εντεύθεν να καταστήσει αδύνατη την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατ' αυτής, προκαλώντας σ' αυτόν ισόποση ζημία και ότι ενόψει τούτων καταφάσκεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η άρση της νομικής προσωπικότητας της πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 651, 652, 653 και 281 του ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται με τον ως άνω λόγο οι αναιρεσείοντες.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει α) να απορριφθεί η από 27.10.2023 αίτηση αναίρεσης και να μην επιδικασθούν δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσιβλήτων που νίκησαν (που δεν κατέθεσαν προτάσεις) ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτών (ΑΠ 1634/2022, 607/2018) και β) να απορριφθεί η από 27.9.2023 αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 27.10.2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8735/867/27.10.2023) και από 27.9.2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8718/861/27.10.2023) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. .../2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 27.10.2023 αίτηση αναίρεσης.

Απορρίπτει την από 27.9.2023 αίτηση αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ