Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for traffic accident victim's death.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' appeal against the First Instance Court's finding of contributory negligence by the deceased. The court held that the appellants' arguments regarding the victim's loss of control and steering wheel position merely supported the insurer's claim of contributory negligence rather than constituting new evidence. Consequently, the appeal was dismissed as baseless, and the appellants were ordered to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8 and 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal where the appellant's arguments merely reinforce the lower court's findings of contributory negligence without presenting new, independent evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1919 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1919/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Π. του Π., 2) Μ. Α. του Ν., συζ. Δ. Π., 3) Π. Π. του Δ., κατοίκων ..., 4) Μ. χας Π. Π., το γένος Δ. Β., κατοίκου Σ. Α. Ο., 5) Ν. Α. του Χ. και 6) Α. συζ. Ν. Α., το γένος Θ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γούναρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 971/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 425/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-5-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 83/2021, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες έκθεση επιδόσεως υπ' αριθμ. 10.578 /13.12.2020, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Γ. Μ., προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, Κ.
Μ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 29-05-2020 και με αριθμό δικογραφίας 741/18-09-2020 αιτήσεως αναιρέσεως της υπ'αρ. 425/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Ο προαναφερόμενος πρώτος των αναιρεσιβλήτων, όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία της αναιρετικής δίκης (άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επομένως, εφόσον αυτός κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Η κρινόμενη από 29-5-2020, με αριθμό δικογραφίας 741/2020 και με Αριθμό Κατάθεσης στο Εφετείο Πατρών 26/25-6-2020 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ'αριθμ. 425/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 ΚΠολΔ. όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) διετούς προθεσμίας από την γενόμενη στις 13-9-2019 δημοσίευση της περατώνουσας τη δίκη προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας δεν έχει λάβει χώρα επίδοση. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019).
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 88/2019).
Υπαιτιότητα, η οποία προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό (ΑΠ 550/2021), είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Η υπαιτιότητα του υπόχρεου υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα [ΑΠ 306/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018].
Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος [ΑΠ 270/2018].
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς [ΑΠ 270/2018]. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.O.K. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 270/2018].
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013].
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014].
Ειδικότερα κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018, ΑΠ 1136/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 118/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 325/2020). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).
Περαιτέρω, με το άρθρα 12 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι οδηγοί, ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα οχημάτων και πεζών (ΑΠ 121/2021). Ειδικότερα κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου ατυχήματος "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή....".
Στην προκείμενη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα της υπαιτιότητας για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα: "Εν προκειμένω από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται και ειδικότερα από την καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου, τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων οι φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, την από 22-6-2016 ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ των Θ.
Χ. και Ν. Κ. Μηχανολόγων Μηχανικών, που διορίστηκαν στα πλαίσια της σχετικής προανακρίσεως της ποινικής δικογραφίας από τον Υπαστυνόμο Δ. Φ., αποδεικνύονται σε σχέση με τους λόγους της εφέσεως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την …-6-2015 και περί ώρα 19.15 μ.μ. η Α. Π. του Δ. και της Μ. επέβαινε στο υπ' αρ. κυκλοφορίας AAA ...
δίκυκλο μοτοποδήλατο, το οποίο οδηγούσε ο φίλος αυτής Η. Τ. του Δ., κάτοικος .... Το μοτοποδήλατο αυτό εκινείτο εντός του χωριού ... και πιο συγκεκριμένα επί της οδού Α. Κ. με κατεύθυνση προς Ο. εντός κατοικημένης περιοχής και με πλάτος οδοστρώματος 6,30 μ. (βλ. το από …-6-2015 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Πατρών και την ιδίας ημερομηνίας έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος).
Αμέσως μετά το κοιμητήριο Μ., ο ως άνω οδηγός του δικύκλου οχήματος, στάθμευσε το όχημα αυτό στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος ακριβώς δίπλα στο ρείθρο του δεξιού πεζοδρομίου στηρίζοντας το μοτοποδήλατο με τη χρήση μονού ορθοστάτη (σταντ) προκειμένου να κόψει ένα τριαντάφυλλο από το παρακείμενο οικόπεδο για να της το προσφέρει.
Η ως άνω επιβαίνουσα στο μοτοποδήλατο παρέμεινε καθήμενη σε αυτό με τα πόδια της να ακουμπούν στο πεζοδρόμιο και το οδόστρωμα. Κατά τον ίδιο χρόνο και στιγμή ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αρ. κυκλοφορίας ΥΧΕ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας TOYOTA τύπου ... ερυθρού χρώματος, το οποίο ανήκε στην δική του πλήρη κυριότητα και ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγομένη για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, στην προσπάθεια του να επιχειρήσει προσπέραση του ανωτέρω σταθμευμένου δικύκλου οχήματος, συγκρούστηκε με την καθήμενη στο ανωτέρω δίκυκλο όχημα Α.
Π., η οποία την ώρα της προσπεράσεως του δικύκλου από το αυτοκίνητο έκανε κίνηση ξαφνικά προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο με σφοδρότητα να την χτυπήσει στο αριστερό μέρος του σώματός της με το ανώτερο μέρος της εμπρόσθιας θύρας της πλευράς του συνοδηγού του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.
Αποτέλεσμα της ως άνω συγκρούσεως ήταν η απόσπαση του δεξιού πλαστικού ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, ενώ η Α. Π. υπέστη βαρύτατες σωματικές βλάβες, ήτοι δύο εκδορές μεγίστης διαμέτρου 1,4 και 1,9 εκ. περίπου, κατά την αριστερή μετωπιαία χώρα, διάσπαρτες εκδορές αριστερός βραχιονίου χώρας, αριστερού αντιβραχίου και αριστερής ποδοκνημικής, κάταγμα αριστερού βραχιονίου οστού (κάτω τριτημορίου αυτού), αιμορραγικές διηθήσεις αριστερής κροταφοβρεγματικής και ινιακής περιοχής, εγκεφαλική αιμορραγία ημισφαιρίων και παρεγκεφαλίδος, αιμορραγικές θλάσεις αριστερού κροταφικού και αριστερού β ρευματικού λοβού, θλάσεις στελέχους και ελεύθερο αίμα εντός των πλαγίων κοιλιών, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατος της σύμφωνα με την υπ' αρ. 849/8-10-2015 ιατροδικαστική έρευνα νεκροψίας - νεκροτομής της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Πατρών.
Το ανωτέρω ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του οδηγού του ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκινήτου αρ. κυκλοφορίας ΥΧΕ ... πρώτου εναγομένου και της άνω αποβιωσάσης, κατά 40% του πρώτου εναγομένου και κατά 60% της αποβιωσάσης γενομένης έτσι εν μέρει δεκτής της προσβληθείσας παραδεκτώς πρωτοδίκως της σχετικής ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας της αποβιωσάσης και υπάρχοντος σχετικού λόγου εφέσεως.
Ήτοι ο πρώτος εναγόμενος κατά παράβαση της υποχρεώσεως που είχε από νόμο (άρθρο 17 παρ. 5 Ν. 2696/1999) και από την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια (άρθρο 330 παρ.2 Α.Κ.), εντούτοις αυτός κατά παράβαση των προαναφερόμενων κανόνων που ρυθμίζουν την οδική κυκλοφορία προσπέρασε το ανωτέρω δίκυκλο μοτοποδήλατο το οποίο ήταν σταθμεύον στην δεξιά άκρη του οδοστρώματος χωρίς να αφήσει στο όχημα αυτό (δίκυκλο μοτοποδήλατο) αρκετό χώρο παραπλεύρως.
Η υπαιτιότητα της αποβιωσάσης συνίσταται στο ότι αυτή κατά παράβαση της υποχρεώσεως που είχε από νόμο (άρθρο 12 παρ.1 Ν. 2696/1999) και από την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια (άρθρο 330 παρ.2 Α.Κ.) εντούτοις αυτή κατά παράβαση των προαναφερόμενων κανόνων που ρυθμίζουν την οδική κυκλοφορία με την κίνηση της προς τα αριστερά παρεμβλήθη αιφνιδίως στην πορεία του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.
Εξάλλου η θανούσα επιβαίνουσα επί του σταθμευμένου δικύκλου, κατά τη στιγμή της μοιραίας σύγκρουσης δεν έφερε προστατευτικό κράνος, με αποτέλεσμα την πρόκληση των κακώσεων κεφαλής που υπέστη, δηλαδή μιας από τις αιτίες του θανάτου της. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε αυτός οφείλεται σε μια επιπλέον αιτία, τις κακώσεις άνω αριστερού άκρου, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι χωρίς την πρόκληση των κακώσεων κεφαλής, οι λοιπές σωματικές βλάβες δεν ήταν επαρκείς ώστε να επιφέρουν το θανατηφόρο αποτέλεσμα.....
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε που με την εκκαλουμένη δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου........Κατ' ακολουθία λοιπόν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αντέφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστούν οι αντεκκαλούντες λόγω της ήττας τους να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα των αντεφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
Επίσης πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, να δικαστεί κατ' ουσίαν η αγωγή, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.......". Με τις προαναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων την από 4-2-2019 και με αρ.
κατάθ. 47/2019 έφεση των τώρα αναιρεσιβλήτων και την από 4-4-2019 και με αριθ. καταχ. 21/2019 αντέφεση των τώρα αναιρεσειόντων, δέχθηκε τυπικά αυτές, απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμη την αντέφεση των τώρα αναιρεσειόντων, δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την έφεση των τώρα αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος είχε κριθεί αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τον κατ' αυτό θάνατο της Α.
Π., κόρης του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδελφής της τρίτης και εγγονής της τέταρτης, του πέμπτου και της έκτης των εναγόντων, διακράτησε και δίκασε την από 8-2-2018 και με αριθ. κατάθ. 375/2018 αγωγή και στην συνέχεια, αφού δέχθηκε ως μερικά κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση περί συνυπαιτιότητας της αποβιωσάσης που είχαν προτείνει οι εναγόμενοι - εκκαλούντες (τώρα αναιρεσίβλητοι), έκρινε πως το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αφενός και κατά ποσοστό 40% του εναγόμενου (τώρα πρώτου αναιρεσίβλητου) οδηγού του με αρ.
κυκλοφορίας ΥΧΕ ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην εναγομένη- εκκαλούσα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία, αφετέρου και κατά ποσοστό 60% σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα της ως άνω αποβιωσάσης, συνεπιβάτιδος του σταθμευμένου με αρ. κυκλοφ. AAA ... δίκυκλου μοτοποδήλατου, υποχρέωσε τους εναγομένους (ήδη αναιρεσιβλήτους) να καταβάλλουν στον μεν 1° των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά για αποζημίωσή του, στους 2η,3η,4η,5° και 6η των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο της συγγενούς τους Α.
Π., αναγνώρισε δε την υποχρέωση των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) να καταβάλλουν τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο της κόρης τους Α. Π. αφενός στον 1° των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) πατέρα της, αφετέρου (και επί πλέον των καταψηφιστικά σε αυτήν επιδικασθέντων) στην 2η των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) μητέρα της.
Ήδη με τον επιγραφόμενο τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως ή μη υπαιτιότητας της συγγενούς των αναιρεσειόντων Α.
Π., συνεπιβάτιδος του σταθμευμένου με αρ.κυκλ. AAA ... δίκυκλου μοτοποδήλατου, ως προς το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον κατ' αυτό θανατηφόρο τραυματισμό της, την οποία (Α. Π.) η προσβαλλόμενη έκρινε συνυπαίτια για το ένδικο τροχαίο ατύχημα κατά ποσοστό 60%. Ειδικότερα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης "..
δεν προκύπτουν τα εξής κρίσιμα πραγματικά δεδομένα τα οποία είναι αναγκαία για την σαφήνεια του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με το κρίσιμο πραγματικό ζήτημα της διάγνωσης συνυπαιτιότητας της θανούσας στην πρόκληση του ατυχήματος και συγκεκριμένα : α)Εάν η κίνηση, στην οποία γίνεται δεκτό ότι προέβη η θανούσα ήταν μετατόπιση του σώματός της από την καθήμενη στάση επί του δικύκλου, σε όρθια στάση εκτός δικύκλου ή εάν απλώς ήταν πλάγια ανακίνηση του κορμού του σώματός της χωρίς να μεταβληθεί η καθήμενη στάση της επ'αυτού και σε αυτή την περίπτωση σε ποίο εύρος απόκλισης από την αρχική στάση που είχε, β) σε περίπτωση κατά την οποία η αναφερόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη "κίνηση" της θανούσας ήταν αποβίβαση από το δίκυκλο, εάν συνοδεύθηκε από μετακίνηση- μετατόπιση της επί του οδοστρώματος και σε καταφατική περίπτωση εάν αυτή ήταν παράλληλη προς το δίκυκλο ή κάθετη προς αυτό, άρα προς την πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και σε κάθε περίπτωση ποιο μήκος διένυσε και σε ποιο σημείο της οδού βρισκόταν κατά τη χρονική στιγμή που χτυπήθηκε στο αριστερό μέρος του σώματός της και γ) ποια ήταν η απόσταση που τη χώριζε από το διερχόμενο αυτοκίνητο κατά τη στιγμή της κίνησής της...", οι δε ελλείψεις αυτές καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν.2696/1999 και των άρθρων 914,297,298,300,330 παρ. 2 Α.Κ.
τους οποίους το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου στερώντας έτσι την απόφασή του από νομική βάση. Ο προαναφερθείς τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι από το ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήτοι των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν.2696/1999 και των άρθρων 914,297,298,300,330 Α.Κ., επαρκώς και σαφώς προσδιορίζονται οι συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, αιτιολογείται δε με σαφήνεια και πληρότητα η κρίση του δικαστηρίου περί συγκλίνουσας υπαιτιότητας της θανούσας συνεπιβάτιδος του σταθμευμένου με αρ.κυκλ.
AAA ... δίκυκλου μοτοποδήλατου ως προς το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον κατ' αυτό θανατηφόρο τραυματισμό της, καθόσον για την στοιχειοθέτηση της υπό της θανούσης παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 12 παρ.1 Ν. 2696/1999 και των άρθρων 914,297,298,300,330 Α.Κ. αρκούσε η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η θανούσα "...με την κίνηση της προς τα αριστερά παρεμβλήθη αιφνιδίως στην πορεία του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος...", σε συνδυασμό και με την παραδοχή της προσβαλλόμενης περί της έλλειψης προστατευτικού κράνους της αποβιωσάσης, ενώ δεν απαιτείται για την σαφήνεια και πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης ο προσδιορισμός των ανωτέρω, αποδιδόμενων στην προσβαλλόμενη ελλείψεων, που αφορούν την ανάλυση, στάθμιση και γενικώς την εκτίμηση των αποδείξεων, οι οποίες δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το εκτιθέμενο με σαφήνεια και πληρότητα αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα, ασάφεια ή ανεπάρκεια, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα.
Περαιτέρω με τον επιγραφόμενο τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ισχυριζόμενοι ειδικότερα κατά τα στην υπό κρίση αναίρεση αναγραφόμενα, (σελίδα 17 αυτής) και αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα ότι με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο ως προς την συγκλίνουσα υπαιτιότητα της θανούσας συνεπιβάτιδος του σταθμευμένου με αρ.κυκλ.
AAA ... δίκυκλου μοτοποδήλατου ως προς το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον κατ' αυτό θανατηφόρο τραυματισμό της, "παρά τον Νόμο το Εφετείο δέχθηκε συγκλίνουσα υπαιτιότητα της θανούσας στην πρόκληση του ατυχήματος και σε ποσοστό 60 %, αφού η κίνηση του κορμού του σώματός της, στην οποία προέβη, καθήμενη ούσα επί του μοτοποδηλάτου, με τα πόδια της να ακουμπούν στο πεζοδρόμιο και το οδόστρωμα, όπως ανελέγκτως δέχεται η προσβαλλόμενη, δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 12 παρ. 1 Ν2696/1999, αφού δεν ήταν ικανή να προσδώσει σε αυτήν την ιδιότητα του πεζού χρήστη της οδού, η συμπεριφορά του οποίου καταλαμβάνεται από το ρυθμιστικό πεδίο της εφαρμοσθείσας διάταξης και η απόφαση είναι αναιρετέα για πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ.".
Εν όψει του προαναφερόμενου περιεχομένου του και λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, η κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν, ο προαναφερόμενος τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και τούτο Α) αφενός διότι με το, φερόμενο ως παραβιασθέν από την προσβαλλόμενη, άρθρο 12 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι χρήστες των οδών γενικότερα και όχι μόνο οι πεζοί, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, Β) αφετέρου διότι, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται με την προσβαλλόμενη το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, η θανάσιμα τραυματισθείσα κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα ήταν χρήστης της οδού, και τούτο διότι α) το δίκυκλο μοτοποδήλατο (στο οποίο επέβαινε η θανάσιμα τραυματισθείσα κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα) δεν βρισκόταν στο πεζοδρόμιο, αλλά στο οδόστρωμα, (βλ.
σελίδα 10, στίχος 23ος και 24ος της προσβαλλόμενης, όπου γίνεται δεκτό ότι το μοτοποδήλατο "....ήταν σταθμεύον στην δεξιά άκρη του οδοστρώματος..."), β) η επιβαίνουσα σ' αυτό θανάσιμα τραυματισθείσα κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα ακουμπούσε με τα πόδια της όχι μόνο στο πεζοδρόμιο, αλλά και στο οδόστρωμα (βλ. φύλλο 6 στίχος 21ος επ.
της προσβαλλόμενης, όπου γίνεται δεκτό ότι "Η ως άνω επιβαίνουσα στο μοτοποδήλατο παρέμεινε καθήμενη σε αυτό με τα πόδια της να ακουμπούν στο πεζοδρόμιο και το οδόστρωμα.", γ) η δε, θανάσιμα τραυματισθείσα κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, συνεπιβάτης του κείμενου επί του οδοστρώματος δίκυκλου μοτοποδήλατου, κινηθείσα προς τα αριστερά, παρενεβλήθη αιφνιδίως στην πορεία του κινούμενου επί του οδοστρώματος ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος - ήδη 1ος αναιρεσίβλητος (βλ. 6° φύλλο, στίχος 26ος της προσβαλλόμενης, όπου γίνεται δεκτό ότι "κατά παράβαση των προαναφερόμενων κανόνων που ρυθμίζουν την οδική κυκλοφορία με την κίνηση της προς τα αριστερά παρεμβλήθη αιφνιδίως στην πορεία του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.", σε συνδυασμό και με την 10η σελίδα, στίχο 27ος επ.
της προσβαλλόμενης, όπου γίνεται δεκτό ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος "στην προσπάθεια του να επιχειρήσει προσπέραση του ανωτέρω σταθμευμένου δικύκλου οχήματος, συγκρούστηκε με την καθήμενη στο ανωτέρω δίκυκλο όχημα Α. Π., η οποία την ώρα της προσπεράσεως του δικύκλου από το αυτοκίνητο έκανε κίνηση ξαφνικά προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο με σφοδρότητα να την χτυπήσει στο αριστερό μέρος του σώματός της με το ανώτερο μέρος της εμπρόσθιας θύρας της πλευράς του συνοδηγού του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.
Αποτέλεσμα της ως άνω συγκρούσεως ήταν η απόσπαση του δεξιού πλαστικού ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, ενώ η Α. Π. υπέστη βαρύτατες σωματικές βλάβες, ήτοι...). Επομένως, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, τα όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, με τα οποία αποδίδονται στην προβαλλόμενη απόφαση, κατά τα προαναφερθέντα, οι πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, σύμφωνα με τα αναλυτικά ανωτέρω εκτεθέντα.
Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (βλ. και ΑΠ 353/2020, ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 119/2014).
Για τη θεμελίωση αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση να είχε υποχρέωση από τον νόμο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση, όταν δε το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ισχυρισμό που είχε προταθεί κατά τρόπο απαράδεκτο, θεμελιώνονται παράλληλα οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1545/2017).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 322/2020, βλ.
και ΑΠ 26/2022, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 26/2022, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1106/2019, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015).
Τέλος, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ των αριθμών αρ. 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ειδικότερα: Α) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένσταση της συνυπαιτιότητας της θανούσας, κατά ποσοστό 95%, λόγω της κίνησής της προς τα αριστερά, που πρότειναν οι εναγόμενοι - τώρα αναιρεσίβλητοι, αλλά, παρά τη μη επαρκή έκθεση των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης αυτής, έκρινε την εν λόγω ένσταση ορισμένη και στην συνέχεια δέχθηκε αυτή και ως κατ'ουσία βάσιμη, ενώ έπρεπε να την είχε απορρίψει ως αόριστη (άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ) και Β) με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα (άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ) συγκεκριμένα δε ότι ενώ οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) α) πρόβαλαν πρωτοδίκως ένσταση συνυπαιτιότητας της θανούσας επιβάτιδας του δικύκλου, σε ποσοστό 95% λόγω της κίνησής της προς τα αριστερά, β) με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους παραπονέθηκαν για εσφαλμένη απόρριψη της ένστασής τους αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ότι γ) με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους (κατά τα αναφερόμενα στην σελίδα 9 της αίτησης αναίρεσης και στη συνέχεια αυτολεξεί παρατιθέμενα) "επανέφεραν τις πρωτόδικες προτάσεις τους, στις οποίες εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της ένστασης.
Με τις προτάσεις τους αυτές, οι αντίδικοι επικαλούνται, αναπτύσσοντας την ένστασή τους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "...Τα ως άνω ευρήματα, συνηγορούν στο ότι η θανούσα απώλεσε τον έλεγχο- ισορροπίας της σταθμευμένης μοτοσικλέτας, η οποία πήρε κλίση προς τα αριστερά και αφού ήλθε σε επαφή το άνω μέρος του σώματος της θανούσης με το δεξιό ανεμοθώρακα του οχήματός μας, επέπεσε μαζί με τη μοτοσικλέτα επί του οδοστρώματος...", ενώ σε άλλο σημείο των προτάσεών τους στη σελίδα 10 αναφέρουν "...
Με την ως άνω κατάθεση, ο οδηγός του δικύκλου επιβεβαιώνει ότι δεν υπήρξε επαφή της μοτοσικλέτας με το παρ ημίν ασφαλισμένο όχημα ενώ προσθέτει μία νέα παράμετρο, εκδοχή που συνάδει με τα ως άνω ευρήματα της τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, που επιβεβαιώνει τη μη επαφή των δύο οχημάτων καθώς και το γεγονός ότι υπάρχει επαφή με το άνω μέρος της θύρας του συνοδηγού του παρ' ημίν ασφαλισμένου οχήματος, είναι δηλαδή πολύ πιθανόν η συνεπιβάτης του δικύκλου να απώλεσε τον έλεγχο του σώματός της που εκείνη την ώρα επέβαινε στη δίκυκλη μοτοσικλέτα, να έγειρε προς τα αριστερά και να χτύπησε το κεφάλι της στου ανεμοθώρακα της πόρτας του συνοδηγού του παρ'ημίν ασφαλισμένου οχήματος, γεγονός που εξηγεί την απουσία ιχνών σύγκρουσης μεταξύ των δύο οχημάτων καθώς και ότι το μόνο εύρημα επί του οχήματός μου ήταν η απόσπαση του δεξιού πλαστικού ανεμοθώρακα">>, εντούτοις (ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες) η προσβαλλόμενη, με τις αυτολεξεί παρατιθέμενες στην αίτηση αναίρεσης παραδοχές της, που αναφέρθηκαν αυτολεξεί και ανωτέρω, στο οικείο κεφάλαιο της παρούσας, έκρινε συνυπαίτια την θανούσα για τον ένδικο τραυματισμό της, δεχόμενη ως αποδειχθέντα πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους εναγόμενους προς στοιχειοθέτηση της ένστασης συνυπαιτιότητας της θανούσας και συγκεκριμένα ηθελημένη προς τα αριστερά κίνησή της.
Ωστόσο οι αναφερόμενοι στην αίτηση αναίρεσης ισχυρισμοί των εναγομένων - ήδη αναιρεσιβλήτων ότι η θανούσα "απώλεσε τον έλεγχο- ισορροπίας της σταθμευμένης μοτοσικλέτας,", καθώς και ότι "είναι δηλαδή πολύ πιθανόν η συνεπιβάτης του δικύκλου να απώλεσε τον έλεγχο του σώματός της που εκείνη την ώρα επέβαινε στη δίκυκλη μοτοσικλέτα, να έγειρε προς τα αριστερά και να χτύπησε το κεφάλι της στον ανεμοθώρακα της πόρτας του συνοδηγού του παρ' ημίν ασφαλισμένου οχήματος, γεγονός που εξηγεί την απουσία ιχνών σύγκρουσης μεταξύ των δύο οχημάτων καθώς και ότι το μόνο εύρημα επί του οχήματός μου ήταν η απόσπαση του δεξιού πλαστικού ανεμοθώρακα", αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα, που δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνουν απλώς σε επίρρωση της απόδειξης του ισχυρισμού των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων περί της συνυπαιτιότητας της εναγομένης, και κατά συνέπεια δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης αλλά και (σε κάθε περίπτωση) ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (που πλήττουν αμφότεροι την περί συνυπαιτιότητας της θανούσας, λόγω της κίνησής της προς τα αριστερά και της εκ του λόγου τούτου παρεμβολής της στην πορεία του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ΙΧΕ αυτοκινήτου, κρίση της προσβαλλόμενης) αλυσιτελώς προβάλλονται, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε, σύμφωνα με το προπαρατιθέμενο περιεχόμενό της, την κρίση της περί συνυπαιτιότητας της θανούσας σε ποσοστό 60 % για τον κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμό της και συνακόλουθα το διατακτικό της, σε δύο αιτιολογίες, από τις οποίες η μεν πρώτη, αναφερόμενη στην παρεμβολή της θανούσας στην κίνηση του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ΙΧΕ αυτοκινήτου πλήττεται με τους ως άνω λόγους αναίρεσης, η δεύτερη αιτιολογία όμως, η οποία αναφέρεται στην παράληψη της θανούσας να φέρει προστατευτικό κράνος και η οποία επίσης στηρίζει την περί της συνυπαιτιότητας της θανούσας κρίση της προσβαλλόμενης και το διατακτικό της, δεν πλήττεται με τους ως άνω πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης.
Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.?
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-5-2020, με αριθμό δικογραφίας 741/2020 και με Αριθμό Κατάθεσης στο Εφετείο Πατρών 26/25-6-2020 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 425/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο. ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη, η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ