Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim due to lack of admissible factual premises.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Single Member Court of Appeals' decision rejecting a loan claim. The appellant argued the creditor abused their right by failing to release a property lien, yet the court found the lower court correctly rejected this based on the creditor's explicit refusal to waive the claim and the existence of a valid mortgage. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to the absence of specific factual premises required to substantiate the abuse of right argument.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 577 of the Code of Civil Procedure: The abuse of right defense is inadmissible if the appellate court has already found the underlying facts insufficient to establish the claim, rendering the appeal unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1918 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1918/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Μιχαήλ Αποστολάκη, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μουρλούκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Αθανασόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05-06-2012 αγωγή του Γ. Χ., δικαιοπάροχου του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7058/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 5271/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-02-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12.2.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 5271/2023 τελεσίδικη απόφαση του Mονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την από 10.2.2022 έφεση του ηττηθέντος ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 7058/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 5.6.2012 αγωγή δανείου του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, διακράτησε την υπόθεση και έκανε την αγωγή δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ήδη αναιρεσίβλητο, το συνολικό ποσό των 32.134,99 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση ενός μηνός από την επίδοση της καταγγελίας των επιδίκων δανειακών συμβάσεων. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο η υπέρβαση δε αυτή να είναι "προφανής" υπό την έννοια ότι προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 158/2012).
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 83/2023, ΑΠ 711/2017, ΑΠ 2024/2009).
Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος, ενώ το ζήτημα αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του, για τη δε κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να αποτελεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001 ΑΠ 628/2025, ΑΠ 1871/2014, ΑΠ 1504/2013, ΑΠ 1623/2012, ΑΠ 1130/2011).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δανειστής άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή, ότι δηλαδή, ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 35/2025, ΑΠ 636/2024, ΑΠ 83/2023, ΑΠ 267/2021).
Κατά τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003).
Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ως άνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 35/2025, ΑΠ 1142/2019).
Τέλος, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 35/2025).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 555/2023, ΑΠ 522/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 182/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο αρχικώς ενάγων Γ. Χ. διατηρούσε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών στον Βύρωνα Αττικής από το 1952 έως το έτος 2004. Ο εναγόμενος Δ.
Π. ήταν πελάτης του καταστήματος αυτού και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ιδιαίτερα φιλική σχέση επί σειρά ετών... Στα πλαίσια της μακροχρόνιας γνωριμίας των διαδίκων και του φιλικού τους δεσμού καταρτίστηκαν ατύπως (προφορικά) μεταξύ τους τρείς συμβάσεις ατόκου δανείου, τον Μάρτιο 1992, τον Νοέμβριο 1992 και τον Φεβρουάριο 1995 αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων ο αρχικώς ενάγων μεταβίβασε προς τον εναγόμενο κατά κυριότητα...
το συνολικό χρηματικό ποσό των 10.950.000 δραχμών και ήδη 32.135 ευρώ... Ο ενάγων κατέθεσε αίτηση προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου με τη συναίνεση του εναγομένου να διαταχθεί εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας του τελευταίου και δη ενός διαμερίσματος με στοιχεία Β1 του δευτέρου υπέρ του ισογείου ορόφου, επιφανείας 68 τ.μ.
που βρίσκεται στη Χαλκίδα...η οποία διατάχθηκε δυνάμει της με αριθμό 17608/16.11.1992 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ενεγράφη στις 20.11.1992 στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας...προς ασφάλεια μέχρι του ποσού των 8.000.000 δραχμών, που αποτελούσε το σύνολο του κεφαλαίου του δανεισθέντος ποσού έως την χρονική εκείνη στιγμή.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η προσημείωση υποθήκης σε ακίνητό του ήταν εικονική, επιχειρούμενος να στηριχθεί στο άρθρο 138 του ΑΚ και ότι ουδόλως έγινε προς εξασφάλιση των ποσών των δανείων που έλαβε, αλλά ότι προέβη σε αυτή (συναινετική προσημείωση του ακινήτου του) λόγω της καλής φιλικής σχέσης την οποία είχε με τον αρχικώς ενάγοντα, προκειμένου να προστατευθεί το ακίνητο του εναγομένου από τυχόν προσβολές του (ακινήτου) από τρίτους...ουδόλως αποδεικνύεται βάσιμος.
Επί πλέον ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ότι τα ποσά των δανείων εξοφλήθηκαν με επιταγές πελατών των εταιρειών συνολικού ποσού 13.036.502 δραχμών... Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός προτεινόμενος ως ένσταση εξόφλησης της ένδικης απαίτησης εκ μέρους του εναγομένου, επιχειρούμενος να στηριχθεί στα άρθρα 416,419,421 του ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...Τέλος, ο εναγόμενος προβάλλει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ισχυριζόμενος ότι το δικαίωμα του ενάγοντος ασκείται καταχρηστικά, καθώς, σύμφωνα με την επί λέξει αναφορά του "...Δεν είναι μόνον η μακροχρόνια αδράνεια, αλλά η όλη συμπεριφορά και γνώση του δικαιούχου για την ανυπαρξία του δικαιώματος που δεν δικαιολογεί την άσκησή της (όπως λ.χ.
όταν ο ενάγων τον παρότρυνε να το μεταγράψει στα παιδιά του, ή ότι ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να υλοποιήσει την διαδικασία που ορίζει η νομοθεσία για το κτηματολόγιο, με αποτέλεσμα το δικαίωμά του να μην εμφανίζεται στις καταχωρήσεις του ακινήτου, προφανώς αναγνωρίζοντας πως ηθικά δεν είχε καμία επί της ουσίας αξίωση επ' αυτού.
Η προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο παρέμενε αδρανής, θεωρώντας ο εναγόμενος εύλογα, ότι δύναται οποτεδήποτε να ανακληθεί". Ο ισχυρισμός αυτός του εφεσιβλήτου, επιχειρούμενος να στηριχθεί στο άρθρο 281 του ΑΚ έχοντας το ως άνω περιεχόμενο, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον δεν μνημονεύονται, πέραν της καθυστέρησης του ενάγοντος να ασκήσει την ένδικη αξίωσή του, πρόσθετα πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν κατάχρηση δικαιώματος, και ιδίως ότι εξ αιτίας της προηγηθείσας συμπεριφοράς του ενάγοντος, ή της πραγματικής κατάστασης που δημιουργήθηκε ή των περιστάσεων που μεσολάβησαν ή άλλων περιστατικών, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του αγωγικού δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τέτοια δε, περιστατικά δεν συνιστούν, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθή, η παρότρυνση του ενάγοντος προς τον εναγόμενο να μεταβιβάσει το ακίνητο στα παιδιά του, καθώς τούτο δεν επάγεται την άρση της προσημείωσης υποθήκης στο εν λόγω ακίνητο. Συγκεκριμένα, από τις διατάξεις των άρθρων 1276,1277,1278 του ΑΚ και 28 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι η προσημείωση υποθήκης αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, που πληρούται με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης, και ότι η πλήρωση της αίρεσης δεν εμποδίζεται από το ότι το ακίνητο στο οποίο έχει εγγραφεί η προσημείωση περιήλθε στην κυριότητα άλλου (ΑΠ 1093/2013, ΑΠ 31/2009).
Συνεπώς, ουδέν δικαίωμα επί του ακινήτου απεμπόλησε ο αρχικώς ενάγων με την μεταβίβαση του ακινήτου για οποιαδήποτε αιτία σε τρίτον, συνακόλουθα δε, η τοιαύτη επίκληση δεν συνιστά περιστατικό, που να δημιουργεί εύλογη και καλόπιστη πεποίθηση στον εναγόμενο ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει τα δικαιώματά του.
Ούτε όμως και το γεγονός ότι ο αρχικώς ενάγων δεν επιμελήθηκε εισέτι της καταχώρησης στο Κτηματολογικό Γραφείο Χαλκίδος της προσημείωσης υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου συνιστά περιστατικό που να δημιουργεί εύλογη και καλόπιστη πεποίθηση στον εναγόμενο ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει τα δικαιώματά του.
Αντιθέτως, ο ενάγων με την (η) διατήρηση της εγγραφής στα οικεία βιβλία μεταγραφών της προσημείωσης υποθήκης επί του άνω ακινήτου, η οποία προσημείωση συνιστά ασφαλιστικό μέτρο, με το οποίο δεσμεύεται ακίνητο του εναγομένου προκειμένου να εξασφαλιστεί με αναγκαστική εκτέλεση επ' αυτού η προνομιακή απαίτηση του ενάγοντος όταν στο μέλλον εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, ρυθμιζόμενο σαφώς από τα άρθρα 1274-1280, 1323,1330 του ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για τη προσημείωση υποθήκης, η οποία στο πλαίσιο αυτό αποτελεί ειδικότερα υποθήκη εξαρτημένη από την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, η οποία ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1272, 1277,1323 αρ. 2 ΑΚ (ΑΠ 16/2016) και η μη άρση αυτού, συνιστά περιστατικό, εκ του οποίου συνάγεται ότι ο αρχικώς ενάγων ήθελε να διασφαλίσει τοιουτοτρόπως την αποπληρωμή των προαναφερομένων δανείων.
Επί πλέον, ο ίδιος ο αρχικώς ενάγων ουδέποτε παραιτήθηκε από το δικαίωμά του για τη διεκδίκηση των οφειλομένων, όπως προκύπτει και από τη με αριθμό ....2018 ένορκη βεβαίωση του Ν. Σ., που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ο. Λ., στην οποία αναφέρει ότι ο αρχικώς ενάγων Γ. Χ. "... είναι άνθρωπος ήπιος, πίεζε τον Π.
να πάρει πίσω τα δανεικά του χωρίς αποτέλεσμα. Τα επόμενα χρόνια ο Γ. Χ. δεν κυνήγησε δικαστικά τον Δ. Π., γιατί αρρώστησε, είναι μεγάλης ηλικίας, είναι γεννημένος το 1930, έχει και βαρηκοΐα και αυτό από μόνο του δημιουργεί μια απόσυρση. Δεν ήταν όμως ποτέ διατεθειμένος να παραιτηθεί των δικαιωμάτων του και να χαρίσει τα δανεικά στον Δ.
Π., αυτό το γνωρίζω καλά, μου το έλεγε. Γνωρίζω πως κατέθεσε την αγωγή εναντίον του Δ. Π. κοντά στην 20ετία, αυτό έγινε ώστε να μην παραγραφεί το δικαίωμά του, γιατί τότε θα πήγαινε χαμένη και η προσημείωση υποθήκης που έχει γραφτεί και έχοντας φθάσει στην απόγνωση από την αρνητική στάση του Δ. Π.". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή, κάνοντας δεκτή την ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, ως ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στο άρθρο 281 του ΑΚ και ακολούθως ως ουσία βάσιμη, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου έφεσης...".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,ισχυριζόμενος, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα", δηλαδή, ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και συγκεκριμένα, την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος που παραδεκτά και νόμιμα είχε προβάλει πρωτοδίκως, αλλά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης το Εφετείο έκρινε, ότι τα απαρτίζοντα την εν λόγω ένσταση περιστατικά δεν ήσαν ικανά, και αληθή υποτιθέμενα, να θεμελιώσουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο υπόψη αναιρετικός λόγος στη περίπτωση νόμω αβασίμου ισχυρισμού, αλλά και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, καθόσον με επάλληλη αιτιολογία η προσβαλλομένη έλαβε αυτόν υπόψη και τον απέρριψε και από ουσιαστική άποψη κατά τα ανωτέρω.
Περαιτέρω, με όσα παραπάνω διέλαβε η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή (αρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως δικαστήριο ουσίας, δικαιολογείται η κρίση του, ότι η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να αξιώσει την επιστροφή των δανεισθέντων ποσών από τον αναιρεσείοντα δεν υπήρξε καταχρηστική, μη υπερβαίνουσα προφανώς τα αντικειμενικά όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, δεδομένου ότι δέχθηκε, ότι ουδέν δικαίωμα επί του ακινήτου απεμπόλησε ο αρχικώς ενάγων, ο οποίος προέβη προς εξασφάλιση των υπόψη δανείων σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου του αναιρεσείοντος, δεσμεύοντας αυτό, ενώ παρά την παρέλευση χρόνου που πλησίαζε το διάστημα της παραγραφής της σχετικής αξίωσης, εν τούτοις δήλωνε, ότι ουδέποτε παραιτήθηκε από το δικαίωμα διεκδίκησης των δανεισθέντων ποσών.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εξ αιτίας της μη παράθεσης σ'αυτόν των κρισίμων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης, των πραγματικών δηλαδή περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία φέρεται να συντελέστηκε η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 873/2018), σε κάθε δε περίπτωση, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα, κατ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, εις βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (αρθ. 106,176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.2.2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 5271/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ