Supreme Court dismisses appeal in labor dispute for inadmissibility due to lack of specific legal provision citation and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn a final labor court decision regarding salary disputes. The appellant argued that the lower court incorrectly applied collective agreements and statutory provisions concerning bonuses, but failed to cite specific articles from the relevant collective agreements or laws. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant did not identify the exact legal provisions violated and because a new ground of appeal was filed without a separate document, violating procedural requirements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 569 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a labor court decision is inadmissible if the appellant fails to specify the exact substantive law provisions violated and if new grounds are raised without a separate pleading.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 873 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 873/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Λ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κομπλιώνα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας (με αριθμό κατάθεσης ...), που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαμίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 737/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/9/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Πιτταράς ανέγνωσε την έκθεσή του (που κατατέθηκε στις 26/9/2017), με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 22.9.2015 αίτηση προσβάλλεται η 110/2015 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 737/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε απορριφθεί η αναφερόμενη κατωτέρω αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας με αντικείμενο διαφορές αποδοχών από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η αίτηση στρέφεται κατ’ απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση ( άρθρα 552 , 553 παρ. 1 , 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Επομένως , πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και περαιτέρω να ερευνηθούν οι λόγοι που περιέχονται σ’ αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 1 και 3
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ιδίου Κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται-μεταξύ των άλλων περιπτώσεων-και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013 ).
Για το ορισμένο δε του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό.
Ο προσδιορισμός της διάταξης ουσιαστικού δικαίου πρέπει να γίνεται ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 113/2011), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 120/2017 , ΑΠ 1040/2010, ΑΠ 651/2010, ΑΠ 649/2005).Ο παραπάνω πάντως λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αν υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του, πλήττεται η μη ελεγχόμενη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.
ΑΠ 1/1995 και Α.Π. 384/2017 , ΑΠ 600/2016 ).
Στην προκείμενη υπόθεση, η ενάγουσα και τώρα αναιρεσείουσα με την από 14.7.2011 και με αριθμ. κατάθεσης ... αγωγή της, την οποία άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαμίας, αφού επικαλέστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάση την οποία προσλήφθηκε από το εναγόμενο και τώρα αναιρεσίβλητο Κέντρο Ν.
Φθιώτιδος το 1977 και προσέφερε έκτοτε σ’ αυτό τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου με συμβατικές μηνιαίες κατά τα τελευταία έτη αποδοχές 2.511,65 ευρώ, ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι το εναγόμενο από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 2011 περιέκοψε αυθαίρετα κατά 729,65 ευρώ μηνιαίως τις ως άνω συμβατικές αποδοχές της.
Με βάση δε το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για διαφορές αποδοχών του ανωτέρω διαστήματος και επιδόματος Πάσχα 2011 συνολικά 4.742,72 ευρώ. Το Ειρηνοδικείο με την 737/2013 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία. Ακολούθως το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, που δίκασε ως εφετείο, κρίνοντας επί εφέσεως της ενάγουσας, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση με το σκεπτικό ότι, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα από 11.6.2001, οπότε απέκτησε άδεια άσκησης επαγγέλματος λογιστή-φοροτεχνικού Γ’ τάξης, ελάμβανε τις αποδοχές (μισθό και επιδόματα) που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις (ΣΣΕ/ΔΑ) που αφορούν τους λογιστές, ότι κατά το επίδικο όμως εδώ διάστημα για τους αναφερόμενος εκεί λόγους δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις χορήγησης σ’ αυτήν ορισμένων επιδομάτων (τέκνων, προϊσταμένης λογιστηρίου, διαχειριστικών λαθών κλπ ), τα οποία προέβλεπαν οι παραπάνω ΣΣΕ/ΔΑ και το άθροισμα των οποίων αποτελεί την αιτούμενη μηνιαία διαφορά των 729,65 ευρώ, και συνεπώς ότι δεν δικαιούται το αιτούμενο ποσό με βάση τις εν λόγω ΣΣΕ/ΔΑ.
Τον ισχυρισμό δε της ενάγουσας ότι υπήρχε συμβατική δέσμευση του εναγομένου να της καταβάλλει τα ανωτέρω επιδόματα τον απέρριψε ως αβάσιμο. Ήδη δε η αναιρεσείουσα-ενάγουσα με τον μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση ότι, με το να δεχθεί η προσβαλλομένη ότι οι καταβαλλόμενες μέχρι 31.12.2010 αποδοχές της, τις οποίες περιέκοψε το εναγόμενο από τον Ιανουάριο 2011, ήταν οι νόμιμες, δηλαδή οι προβλεπόμενες από τις ως άνω ΣΣΕ/ΔΑ, και όχι, όπως η ίδια υποστηρίζει , οι συμφωνημένες μεταξύ των διαδίκων αποδοχές της, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα επίμαχα επιδόματα και τις οποίες δεν μπορούσε το εναγόμενο να περικόψει μονομερώς, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, δηλαδή με ψευδή ερμηνεία α)τις " προαναφερόμενες διατάξεις" των εν λόγω ΣΣΕ/ΔΑ καθώς και β) εκείνες των άρθρων 648,649,655 ΑΚ , 7 παρ. 2 του ν.1876/1990 , 1 της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας και της Υ.Α. 19040/1981.
Στην πρώτη ωστόσο (υπό στοιχ. α’ ) περίπτωση δεν προσδιορίζονται οι διατάξεις των ΣΣΕ/ΔΑ των λογιστών, που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, και συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το πρώτο ως άνω σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως του ότι και στις δυο ως άνω (υπό στοιχ.
α’ και β’ ) περιπτώσεις παραβίασης δεν αναφέρεται επίσης το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας νομικό, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας, σε κάθε περίπτωση ο παραπάνω λόγος αναίρεσης και κατά τα δυο του σκέλη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, για το αν δηλαδή είναι βάσιμος ή όχι ο θεμελιωτικός της αγωγής ισχυρισμός της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων να λαμβάνει η ενάγουσα τα επίδικα επιδόματα, ανεξάρτητα αν συνέτρεχαν οι οριζόμενες από τις ανωτέρω ΣΣΕ/ΔΑ προϋποθέσεις, ισχυρισμό τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, η προσβαλλομένη απέρριψε ως αβάσιμο.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η αναιρεσείουσα με τις από 1.2.2018 προτάσεις που υπέβαλε στον Άρειο Πάγο προβάλλει νέο-πρόσθετο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, ο οποίος όμως είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, διότι δεν ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρο 569 ΚΠολΔ), ανεξαρτήτως του ότι κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης (8 Οκτωβρίου 2015) δεν προβλεπόταν τέτοιος λόγος κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, προβλέφθηκε δε για πρώτη φορά με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, ο οποίος όμως άρχισε να ισχύει για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016 και εφεξής.
Μετά τις ανωτέρω σκέψεις και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 22.9.2015 αίτηση της Β. Λ. για αναίρεση της 110/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου , τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια ( 1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ