Supreme Court dismisses appeal against maritime debt release contract ruling due to lack of procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 'Ellinik Western Lines N.E.' against the First Instance Court of Patras. The appellant argued that the lower court distorted a letter regarding a debt release contract, but the court found no such distortion occurred. The court ruled that the First Instance Court correctly interpreted the document and weighed it alongside other evidence, making the appeal groundsless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 74, 566, 558 of the Code of Civil Procedure; Articles 173, 200 of the Civil Code: An appeal against a judgment in a joint suit must be directed against the opposing party who won, not the co-defendant; distortion of evidence exists only if the court misreads the document or relies exclusively on a distorted text without considering it among other evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1916 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1916/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΕΝΙΚ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΛΑΪΝΣ ΝΕ", που εδρεύει στη Ζάκυνθο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Μέριανο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ρ. του Θ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Αλιβιζάτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-9-2009 και 9-4-2010 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10-2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 68, 74, 566 και 558 KΠολΔ προκύπτει ότι επί απλής ομοδικίας, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, που νίκησε, και όχι κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ο οποίος ευθύνεται σε ολόκληρο με αυτόν (Α.Π. 165/2022, Α.Π. 2106/2017, Α.Π. 753/2005), στην περίπτωση δε της από το άρθρο 479 Α.Κ. αγωγής, μεταξύ του μεταβιβάσαντος και του αποκτώντος υφίσταται σχέση απλής ομοδικίας (Α.Π. 1428/2019, Α.Π. 1987/2014, Α.Π. 1228/2014). Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 3 ΚΠολΔ από την εναγόμενη και πρώτη εφεσίβλητη εταιρία "Ελλένικ Γουέστερν Λάινς Ν.Ε." κατά του ενάγοντος-εκκαλούντος Ι. Ρ., χωρίς να απαιτείται να στρέφεται και κατά της εναγόμενης-δεύτερης εφεσίβλητης εταιρίας "Adalia Maritime Corporation Α.Ε.", η οποία είχε εναχθεί από τον αναιρεσίβλητο ως ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την αναιρεσείουσα κατ' άρθρο 479 Α.Κ. και συνεπώς είναι απλή ομόδικος αυτής.
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (Ολ.Α.Π. 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.Α.Π. 26/2004), ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, παρόλο που δέχεται ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 849/2017), ή όταν προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους ως άνω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 852/2023, Α.Π. 70/2022, Α.Π. 66/2022, Α.Π. 341/2021).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (Α.Π. 630/2021, Α.Π. 1399/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 12-10-2016 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 147/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 17-9-2009 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ανέφερε ότι δάνεισε στην εναγόμενη-αναιρεσείουσα ναυτιλιακή εταιρία το χρηματικό ποσό των 25.000 ευρώ και ότι παρήλθε ο συμφωνημένος χρόνος του δανείου, ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτή να του αποδώσει το ανωτέρω ποσό.
Επίσης ο ενάγων, με την από 9-4-2010 αγωγή του κατά της (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) εταιρίας με την επωνυμία "Adalia Maritime Corporation Α.Ε.", ανέφερε ότι η εναγόμενη στην πρώτη αγωγή μεταβίβασε ολόκληρη την περιουσία της στην ανωτέρω εταιρία Adalia, και ζήτησε να υποχρεωθεί και αυτή να της καταβάλει το ποσό του δανείου ως ευθυνόμενη με τους όρους του άρθρου 479 Α.Κ.
Οι αγωγές συνεκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες με την 10/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 147/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε τις αγωγές, δέχτηκε αυτές και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστη, το ποσό των 25.000 ευρώ με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η εναγομένη της πρώτης αγωγής ναυτική εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΕΝΙΚ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΛΑΪΝΣ" [αναιρεσείουσα] είναι θυγατρική της ναυτικής εταιρίας Α.Ν.Ε.Ζ., της οποίας μέτοχος είναι και ο ενάγων [αναιρεσίβλητος].
Περί τον Μάιο του έτους 2005 μεταξύ του ενάγοντος και του τότε Προέδρου του Δ.Σ. και νομίμου εκπροσώπου αυτής, Διονυσίου Τσουκαλά, καταρτίστηκε άτυπη σύμβαση άτοκου δανείου, ποσού 25.000 ευρώ. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε να εκδώσει ο ενάγων δύο μεταχρονολογημένες επιταγές, ποσού 25.000 ευρώ, και να παραδώσει αυτές στην προμηθεύτρια εταιρία "Α.
Β. Ε.Π.Ε.", προς κάλυψη μέρους οφειλής της "ΕΛΛΕΝΙΚ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΛΑΪΝΣ" προς την τελευταία, η οποία μάλιστα είχε εγγράψει την 18-11-2004 συντηρητική κατάσχεση για ποσό 330.000 ευρώ επί του πλοίου Ε/Γ-Ο/Γ "Ο. Φ.", μοναδικού περιουσιακού στοιχείου αυτής. Προς εκπλήρωση της υποσχετικής σύμβασης δανείου ο ενάγων εξέδωσε σε διαταγή του και παρέδωσε στην "Α.
Β. Ε.Π.Ε." δύο μεταχρονολογημένες επιταγές και συγκεκριμένα τις... ποσού 10.000 ευρώ και 15.000 ευρώ... και στη συνέχεια εμφανίσθηκαν προς πληρωμή από την νόμιμη κομίστριά τους ως άνω εταιρία περιορισμένης ευθύνης και πληρώθηκαν... Οι εναγόμενες αμφοτέρων των αγωγών επαναφέρουν νομότυπα... τον προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό τους, με τον οποίο πρότειναν κατά της επίδικης αξίωσης του ενάγοντος την ένσταση άφεσης χρέους και ειδικότερα ισχυρίζονται πως μεταξύ της "ΕΛΛΕΝΙΚ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΛΑΪΝΣ", του ενάγοντος και των δύο τέκνων του καταρτίστηκε η από 24-11-2008 αρνητική αναγνωριστική σύμβαση, με την οποία οι τελευταίοι δήλωσαν πως δεν έχουν άλλη απαίτηση κατά της ανωτέρω πλοιοκτήτριας, πλην αυτής, για την οποία άσκησαν την από 21-7-2008 αίτησή τους ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και πως δέχθηκαν να εισπράξουν το ποσό των 83.334 ευρώ έκαστος (συνολικά 250.000 ευρώ) προς πλήρη και οριστική εξόφληση κάθε απαίτησής τους κατά της πλοιοκτήτριας και των λοιπών καθ' ων η αίτηση, παραιτούμενοι από κάθε άλλη απαίτηση κατ' αυτών, κατ' αυτόν δε τον τρόπο επήλθε η απόσβεση της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος.
Από τα ίδια ως άνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και τα τέκνα του (Θ. Ρ. και Α. Ρ.) με την από 21-7-2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά της "ΕΛΛΕΝΙΚ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΛΑΪΝΣ" και του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Δ.Σ. αυτής... ζητούσαν να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση του πλοίου ιδιοκτησίας της πρώτης "Ο.
Φ." και κάθε περιουσίας των καθ' ων μέχρι του ποσού των 250.000 ευρώ, προς εξασφάλιση απαίτησής τους ποσού 200.000 ευρώ, που αφορούσε τα χρήματα που αυτοί κατέβαλαν για τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης των καθ' ων, η οποία όμως ματαιώθηκε. Κατά τον ίδιο χρόνο κατάθεσης της αίτησης διεξήγοντο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της πλοιοκτήτριας εταιρίας και της ADALIA MARITIME CORPORATION, μεταξύ των οποίων είχε ήδη υπογραφεί (9-6-2008) σχετικό προσύμφωνο αγοραπωλησίας του ανωτέρω πλοίου.
Με το από 12-12-2008 παράρτημα του ανωτέρω προσυμφώνου η πωλήτρια εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στην αγοράστρια μια δήλωση του ενάγοντος και των τέκνων του ότι δεν έχουν άλλη απαίτηση κατά της πωλήτριας πέραν αυτής που εκτίθεται στην από 21-7-2008 αίτησή τους, συνολικού ποσού 250.000 ευρώ. Σε εκτέλεση τούτου η "ΕΛΛΕΝΙΚ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΛΑΪΝΣ" υπέβαλε στον ενάγοντα και τους λοιπούς αιτούντες το από 2411-2008 σχέδιο επιστολής με το ανωτέρω περιεχόμενο, το οποίο αυτοί αποδέχθηκαν και υπέγραψαν...
Έτσι καταρτίστηκε αρνητική αναγνωριστική σύμβαση (άρ. 454 εδ. β' ΑΚ)... Παρά ταύτα, όμως, η απαίτηση του ενάγοντος και των τέκνων του από την ανωτέρω αιτία δεν έχει ικανοποιηθεί μέχρι σήμερα και για το λόγο αυτό τούτοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου την από 28-5-2009 αγωγή τους κατά των νυν εναγομένων, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 30/2013 οριστική απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες να καταβάλουν νομιμοτόκως, εις ολόκληρον η καθεμιά, στον ενάγοντα το ποσό των 100.000 ευρώ και σε καθένα από τα τέκνα του το ποσό των 50.000 ευρώ.
Από την από 24-11-2008 επιστολή του ενάγοντος και των τέκνων του προς την ΕΛΛΕΝΙΚ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΛΑΪΝΣ αποδείχθηκε μεν η κατάρτιση σύμβασης άφεσης χρέους μεταξύ των διαδίκων με την έννοια της αρνητικής αναγνωριστικής σύμβασης,... αφού οι συμβαλλόμενοι συναποδέχθηκαν την ανυπαρξία χρέους, η οποία όμως (σύμβαση) τελεί, κατά τον (γ) όρο αυτής, υπό την αναβλητική αίρεση της καταβολής και της ολοσχερούς αποπληρωμής του συνολικού ποσού των 250.000 ευρώ προς τον ενάγοντα και τα τέκνα του.
Οι ενιστάμενες εναγόμενες αρνούνται την επικουρικώς προβληθείσα πρωτοδίκως και νομίμως επαναφερόμενη με τον τέταρτο λόγο έφεσης αντένσταση του ενάγοντος περί της ύπαρξης αναβλητικής αίρεσης στην συμφωνία άφεσης χρέους, ισχυριζόμενες ειδικότερα ότι υπό αίρεση τελεί μόνον ο υπό στοιχείο (β) όρος της σύμβασης, δηλαδή ο αναφερόμενος στην απαίτηση του ενάγοντος και των τέκνων του, συνολικού ποσού 250.000 ευρώ, από την ματαίωση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της πωλήτριας, ενώ ο πρώτος όρος της σύμβασης αποτελεί εξώδικη ομολογία του ενάγοντος περί ανυπαρξίας άλλης απαίτησης πλην της ανωτέρω και δεν τελεί υπό όρο.
Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από το κείμενο της από 28-11-2008 επιστολής, με την οποία καταρτίστηκε η αναγνωριστική αρνητική σύμβαση, προκύπτει με σαφήνεια ότι τα διάδικα μέρη απέβλεψαν στην οριστική διευθέτηση των υφιστάμενων μεταξύ τους διαφορών, προκειμένου να καταστεί δυνατή η πώληση του πλοίου, από την είσπραξη του τιμήματος του οποίου θα ικανοποιούνταν και οι απαιτήσεις του ενάγοντος.
Αν ο ενάγων και τα τέκνα του δεν ελάμβαναν το ποσό που συμφωνήθηκε (250.000 ευρώ) δεν είχε κανένα λόγο να παραιτηθεί από οποιαδήποτε απαίτησή του με την συμβατική αναγνώριση της ανυπαρξίας της (κατάρτιση αρνητικής αναγνωριστικής σύμβασης). Άλλωστε στον υπό στοιχείο (γ) όρο της σύμβασης αναφέρεται ρητά ότι ο ενάγων μετά την καταβολή του πιο πάνω ποσού (250.000 ευρώ) δηλώνει ότι εξοφλήθηκε πλήρως, οριστικά και αμετάκλητα και δεν διατηρεί πλέον οποιαδήποτε απαίτηση κατά της πλοιοκτήτριας κλπ., ούτε κατά της αγοράστριας και των διαδόχων αυτής από οποιαδήποτε αιτία οποιασδήποτε φύσεως.
Όμως η απαίτηση των 250.000 ευρώ ήταν συγκεκριμένη και αφορούσε αποκλειστικά στην αξίωση της πλευράς του ενάγοντος να τους επιστραφούν όσα κατέβαλαν για την ματαιωθείσα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της πλοιοκτήτριας εταιρίας.
Συνεπώς, υπό τον όρο καταβολής των 250.000 ευρώ τελεί το σύνολο της σύμβασης, δηλαδή όλες οι τυχόν απαιτήσεις που διατηρεί ο ενάγων κατά της πλοιοκτήτριας και της αγοράστριας του πλοίου και για τις οποίες από την υπογραφή της επιστολής (24-11-2008) και εντεύθεν δηλώνει πως αναγνωρίζει την ανυπαρξία τους. Κατόπιν τούτων, η προβληθείσα από τις εναγόμενες, ένσταση άφεσης χρέους, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της προταθείσας από τον ενάγοντα αντένστασης περί ύπαρξης αναβλητικής αίρεσης, καθόσον από την προαναφερόμενη συμφωνία, αποδείχθηκε μεν η κατάρτιση σύμβασης άφεσης χρέους μεταξύ των διαδίκων, όμως αυτή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της καταβολής του συνολικού ποσού των 250.000 ευρώ στον ενάγοντα και στα τέκνα του.
Επομένως και με δεδομένο ότι, όπως προεκτέθηκε, η ΕΛΛΕΝΙΚ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΛΑΪΝΣ δεν έχει τηρήσει τους όρους της από 28-11-2008 συμφωνίας και δεν έχει ακόμη καταβάλει αυτό το ποσό, δεν έχει επέλθει ακόμη το αποτέλεσμα της σύμβασης άφεσης χρέους, αφού εξακολουθεί να εκκρεμεί το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός που συνιστά την αίρεση, ήτοι η ολοσχερής εξόφληση του συμφωνηθέντος ποσού [άρθρο 201 ΑΚ]." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και δέχτηκε ότι η σύμβαση άφεσης του επίδικου χρέους, που συνήψαν οι διάδικοι, τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της καταβολής από την εναγόμενη-αναιρεσείουσα στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, και τα τέκνα του, του συνολικού ποσού των 250.000 ευρώ, η οποία (αίρεση) δεν πληρώθηκε, και για το λόγο αυτό δεν επήλθαν τα αποτελέσματα της άφεσης χρέους, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί παραδοχής της αντένστασης αναβλητικής αίρεσης του ενάγοντος και απόρριψης της ένστασης άφεσης χρέους της εναγόμενης.
Ειδικότερα, η αναφορά του Εφετείου ότι ο ενάγων δεν είχε λόγο να παραιτηθεί από οποιαδήποτε απαίτησή του με την κατάρτιση σύμβασης άφεσης χρέους, αν αυτός και τα τέκνα του δεν λάμβαναν το ποσό των 250.000 ευρώ για την απαίτησή τους από τη συμμετοχή στη ματαιωθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης, γίνεται για την απόκρουση του αρνητικού της αντένστασης ισχυρισμού της εναγόμενης, ότι η αναβλητική αίρεση δεν αφορά την άφεση χρέους για την επίδικη απαίτηση των 25.000 ευρώ, αλλά μόνο γι' αυτήν των 250.000 ευρώ, και δεν έχει την έννοια της διαπίστωσης κενού ή ασάφειας στο περιεχόμενο της συμφωνίας περί άφεσης χρέους υπό αναβλητική αίρεση, ο δε όρος της αναβλητικής αίρεσης αναφέρεται και παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τρόπο επαρκή, που επιτρέπει την κατανόηση του περιεχομένου του και τον έλεγχο περί ορθής ή μη εφαρμογής του.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 550 ΚΠολΔ για παράβαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. με τις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, καθόσον με αυτόν η αναιρεσείουσα παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν προέβη στην εφαρμογή τους, και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σε αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π. 1004/2020, Α.Π. 867/2019, Α.Π. 1665/2018).
Ο λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 842/2021, Α.Π. 15/2021). Επίσης, παραμόρφωση κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα.
Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 464/2019, Α.Π. 296/2019, Α.Π. 595/2016).
Αν το δικαστήριο εκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει την αποδεικτική του αξία, ο λόγος είναι αβάσιμος (Α.Π. 1416/2017, Α.Π. 595/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου της από 24-11-2008 επιστολής του ενάγοντος και των τέκνων του, από την οποία εντελώς εσφαλμένα εξήγαγε το συμπέρασμα και προέβη στη διαπίστωση ότι με αυτή συνήφθη σύμβαση άφεσης χρέους υπό αναβλητική αίρεση δήθεν ως προς την επίδικη απαίτηση, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για εξώδικη ομολογία μη ύπαρξης άλλων χρεών, πλην αυτού των 250.000 ευρώ, και παραίτησης, σε περίπτωση εξόφλησης, από περαιτέρω τόκους αυτής, καθώς και για σύναψη σύμβασης υπέρ της αγοράστριας του πλοίου εταιρίας Adalia περί μη προβολής έναντι αυτής οποιασδήποτε απαίτησης του ενάγοντος κατά της εναγόμενης. Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι με την αναφερόμενη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε ως προς το έγγραφο αυτό σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος που ανάγεται στην ανάγνωσή του, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πραγματικά το έγγραφο αυτό περιλαμβάνει, αλλά από το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο ορθά ανέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού αιτήματος, που αυτός υπέβαλε προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2016 αίτηση της εταιρίας "Ελλένικ Γουέστερν Λάινς Ν.Ε." για αναίρεση της 147/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ