Legislator Case Law & Legislation
842/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment on mortgage dispute, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 842/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Single Member Court of Appeal in Thessaloniki. The appellant argued that the appellate court erred in fact-finding regarding the repayment of housing loans and the validity of a maritime pledge, claiming the lower court ignored specific documents. The court ruled that the appellate decision was legally sound, noting that the appellant's arguments were merely conclusions drawn from evidence rather than independent facts, and that the lower court had properly considered all submitted documents without contradiction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the challenged judgment contains no errors in the assessment of evidence or facts, and that arguments based on the evaluation of proof lack independent legal standing.

Keywords

AI generated
cassation appeal evidence assessment mortgage dispute maritime pledge code of civil procedure fact-finding error legal standing

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 842 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 842/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Γιωγιό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιάντο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Ξυπνητού και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 5/3/2014 προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 29/9/2014 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1828/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/7/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 9-7-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1828/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων (εναγομένης και προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ αυτής αντίστοιχα) κατά της υπ' αριθ. 90/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία, εκτός των άλλων, είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 1-11-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος, έκανε δεκτές τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας, εκτός της άλλης, την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε την πρώτη και έκανε δεκτή τη δεύτερη. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 3/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1100/2020, ΑΠ 390/2020, ΑΠ 59/2020).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να ανεύρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 778/2020, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 420/2020, ΑΠ 855/2019, ΑΠ 660/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο κυρίως ενάγων είναι επαγγελματίας αλιέας, από το έτος 1987, και είναι κάτοχος ιδιόκτητου σκάφους, μήκους 12,50 μ., περίπου, με το οποίο ασκούσε αλιεία, με παραγάδια και δίχτυα όλων των ειδών, αλιεύοντας όλα τα είδη ψαριών, τα οποία πωλούσε σε διάφορους εμπόρους.

Με τη με αριθμ. …-……..-…-…/….10.2005 σύμβαση, μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε." (κατάστημα Κασσανδρείας), και του ενάγοντος, η πρώτη χορήγησε στον δεύτερο, πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, μέχρι το ποσό των 27.000,00 ευρώ, με τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους, και με τον 6° όρο, μεταξύ άλλων, ορίστηκε ότι ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος, αυτοδικαίως, με μόνη την πάροδο της ημέρας καταβολής, και η τράπεζα έχει το δικαίωμα να περιορίζει και να κλείνει οριστικά τον ανοικτό λογαριασμό, οπότε ο πιστούχος, χωρίς ειδοποίηση ή όχληση, καθίσταται υπερήμερος σε σχέση με το απομένον ανεξόφλητο υπόλοιπο, με όλες τις συνέπειες υπερημερίας.

Για την εξασφάλιση της απαίτησης αυτής εγγράφηκε ναυτική υποθήκη, στα βιβλία υποθηκών Ιερισσού, στο σκάφος "ΠΑΝΑΓΙΑ", με αριθμό νηολογίου ..., μήκους 12,56 μ., ιδιοκτησίας ενάγοντος, για το ποσό των 40.500,00 ευρώ. Με τη με αριθμ. …-… …/….07.2006 σύμβαση τοκοχρεολυτικού στεγαστικού δανείου, που υπογράφηκε μεταξύ, αφενός, της αυτής παραπάνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας και, αφετέρου, της Α.

Ε. του Γ., συζύγου του ενάγοντος, η πρώτη τραπεζική α.ε. χορήγησε στους ανωτέρω εις ολόκληρον συνοφειλέτες δάνειο ποσού 250.000,00 ευρώ, για να χρησιμοποιηθεί για ανέγερση πρώτης κατοικίας στο δ.δ. ... του Δήμου …, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους, που περιλαμβάνονται στη σύμβαση αυτή. Κατά τον 6° όρο αυτής, ορίστηκε η αποπληρωμή του σε 420 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, καταβλητέες την 30η ημέρα κάθε μήνα.

Η ημερομηνία έναρξης πληρωμής ήταν η 31η.08.2006. Μετά από σχετική αίτηση των ανωτέρω πιστούχων, και με λογιστικό υπόλοιπο την 28.01.2011, ύψους 235.920,61 ευρώ, με την αυθημερόν πρόσθετη πράξη, της ανωτέρω με αριθμό …/….07.2006 σύμβασης, παρασχέθηκε περίοδος χάριτος διάρκειας έξι (6) μηνών από την 01.11.2010, με πρώτη τοκοχρεολυτική δόση την 30η.04.2011, και με τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους.

Με τη με αριθ. …-…-…-…/...06.2007 σύμβαση τοκοχρεολυτικού στεγαστικού δανείου, η αυτή παραπάνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία χορήγησε στον ενάγοντα και στην Π. χήρα Κ. Λ., το γένος Χ. Λ., ως εις ολόκληρον οφειλέτες, με την εγγύηση της Α. Ε. του Γ., σύζυγο του ενάγοντος, πίστωση, ποσού 50.000,00 ευρώ, για την αποπεράτωση ανοικοδόμησης ακινήτου, με τους ειδικότερους όρους που περιλαμβάνονται στη σύμβαση αυτή.

Κατά τον 8° όρο της σύμβασης, το δάνειο ορίστηκε αποπληρωτέο σε 240 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις καταβλητέες την 30η ημέρα κάθε μήνα, με την πρώτη δόση να είναι καταβλητέα την 31η.07.2007. Μετά από σχετική αίτηση των ανωτέρω πιστούχων, και με λογιστικό υπόλοιπο, την 28.01.2011, ύψους 44.828,41 ευρώ, με την αυθημερόν πρόσθετη πράξη, της ανωτέρω με αριθμό …/….06.2007 σύμβασης, παρασχέθηκε περίοδος χάριτος διάρκειας έξι (6) μηνών από την 01.11.2010, με πρώτη τοκοχρεολυτική δόση την 30η.04.2011, και με τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους.

Με τον 7° όρο αμφοτέρων των ανωτέρω τοκοχρεολυτικών στεγαστικών δανείων, ορίστηκε ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης δόσης ή τμήματός της, ή δεδουλευμένων τόκων, θα γίνεται καταλογισμός του αναφερόμενου τόκου υπερημερίας, που θα προστίθενται στη ληξιπρόθεσμη δόση ανά εξάμηνο και θα ανατοκίζονται, καθώς και ότι, η τράπεζα έχει το δικαίωμα, μετά πάροδο τριών (3) μηνών από την υπερημερία του οφειλέτη, να καταγγείλει τη σύμβαση και να αναζητήσει το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού του δανείου, το οποίο καθίσταται από την καταγγελία ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, επιβαρυνόμενο με το αναφερόμενο επιτόκιο υπερημερίας.

Η γενική επαγγελματική δραστηριότητα του ενάγοντος και της συζύγου ήταν μέτρια σε σχέση με τον ανωτέρω υπερδανεισμό του. Ο ενάγων, το χρονικό διάστημα από 01.01.2009 έως 31.12.2009 πραγματοποίησε καθαρό εισόδημα 14.017,58 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 3.395,00 προερχόταν από ακίνητα και το ποσό των 10.622,58 ευρώ από γεωργικές επιχειρήσεις, ενώ η σύζυγός του, Α.

Ε. είχε καθαρό εισόδημα 8.332,68 ευρώ. Το χρονικό διάστημα από 01.01.2010 έως 31.10.2010, ο ενάγων πραγματοποίησε καθαρό εισόδημα 13.157,57 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 5.335,08 προερχόταν από ακίνητα, και το ποσό των 19.049,05 ευρώ από γεωργικές επιχειρήσεις, με σημείωση ζημιών, ύψους 11.226,56 ευρώ, ενώ η σύζυγός του, Α. Ε. είχε καθαρό εισόδημα 4.383,99 ευρώ.

Το ίδιο έτος (2010), ο ενάγων αποφάσισε να ενταχθεί, ως επαγγελματίας ψαράς και ιδιοκτήτης του ανωτέρω αλιευτικού σκάφους, στις διατάξεις των με αριθμ. 71/2010 και 123/2010 Κ.Υ.Α., οι οποίες ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο μέτρο "II. Μόνιμη παύση αλιευτικών δραστηριοτήτων του 'Αξονα Προτεραιότητας Προσαρμογή της αλιευτικής προσπάθειας του επιχειρησιακού προγράμματος αλιείας 2007-2013".

Με το πρόγραμμα αυτό προβλεπόταν η χορήγηση δημόσιας ενίσχυσης για όσους επιθυμούσαν τη διάλυση συγκεκριμένων τύπων επαγγελματικών αλιευτικών σκαφών. Το πρόγραμμα αυτό θεσπίστηκε για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, που βλάπτεται με την αλιεία με τους τύπους αυτών αλιευτικών σκαφών, και να ενισχύσει την αντικατάστασή τους με νέα σκάφη, των οποίων η δομή και ο μηχανολογικός και λοιπός εν γένει εξοπλισμός διασφαλίζουν αλιεία με φιλικότερους τρόπους προς το θαλάσσιο περιβάλλον και τα αλιεύματα.

Το χρονικό διάστημα από 01.01.2011 έως 31.12.2011, ο ενάγων πραγματοποίησε καθαρό εισόδημα από αλιευτική δραστηριότητα για επτά μήνες, 12.456,29 ευρώ, αγροτικές δραστηριότητες (κρεμμύδια, ελιές κλπ) 3.027,70 ευρώ, και από ακίνητα 5.000,00 ευρώ. Όμως, ο ενάγων αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, για να εξυπηρετήσει τον ανωτέρω υπερδανεισμό του.

Για το λόγο αυτό, τον Ιανουάριο 2011 υπέβαλε αίτηση στην Αγροτική Τράπεζα, για την παρασχεθείσα κατά τα ως άνω περίοδο χάριτος. Το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 31.12.2012, και από 01.01.2013 έως 31.12.2013 ο ενάγων πραγματοποίησε έσοδα 411,94 ευρώ και 0,00 αντίστοιχα, ενώ είχε αντίστοιχες ζημίες έτους 6.175,44 ευρώ και 29.329,40 ευρώ.

Παράλληλα, η προαναφερθείσα Αγροτική Τράπεζα, είχε αποφασίσει να συμμετάσχει στο ανωτέρω πρόγραμμα, με διασφάλιση, όμως, των θεμιτών συμφερόντων της. Ειδικότερα, αποφάσισε με την ευκαιρία του προγράμματος αυτού, να ρευστοποιήσει ένα σημαντικό μέρος του χαρτοφυλακίου της, που προερχόταν από δάνεια του τομέα της αλιείας, και, ειδικότερα, από εκμετάλλευση αλιευτικών σκαφών, όπως και του ενάγοντος, μέσω της είσπραξης της σχετικής ενίσχυσης από τους δικαιούχους που εντάσσονται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα.

Για τη διάλυση του σκάφους και τη διαγραφή του από το νηολόγιο απαιτείτο και το πιστοποιητικό ότι το σκάφος είναι ελεύθερο βαρών. Όμως, η συναίνεση της Αγροτικής Τράπεζας για άρση της ναυτικής υποθήκης, πριν από την είσπραξη της ενίσχυσης του δικαιούχου εγκυμονούσε κινδύνους, από την απώλεια της εμπράγματης διασφάλισης και συνέστησε, στους προστηθέντες της, την επίδειξη ιδιαίτερης προσοχής για κάθε περίπτωση, προκειμένου να διασφαλίζονται τα συμφέροντα αυτής καθώς και τον έλεγχο αν με την προβλεπόμενη, προς είσπραξη, ενίσχυση εξοφλούνται, ολοσχερώς ή όχι, οι οφειλές του δικαιούχου-πελάτη προς την τράπεζα, από κάθε φύσης δάνεια, ανεξάρτητα αν διασφαλίζονται με ναυτική υποθήκη ή όχι.

Ειδικότερα, ως προς την είσπραξη της ενίσχυσης, οι οδηγίες της τράπεζας προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, άνοιγμα ειδικού ατομικού λογαριασμού του δικαιούχου στην Αγροτική Τράπεζα, για την κατάθεση της επιδότησης από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ανέκκλητη εντολή του δικαιούχου προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ, για την κατάθεση ολόκληρου του ποσού της ενίσχυσης, αποκλειστικά στο συγκεκριμένο λογαριασμό, επίδοση της εντολής αυτής στον ΟΠΕΚΕΠΕ με δικαστικό επιμελητή, και υπογραφή μεταξύ της τράπεζας, και του οφειλέτη σύμβασης παροχής ενεχύρου επί του παραπάνω λογαριασμού, με ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα στην τράπεζα να εισπράττει από το λογαριασμό ολόκληρο το κατατιθέμενο ποσό σε ισόποση πίστωση των οφειλών, με μνεία της δυνατότητας εξόφλησης του συνόλου των οφειλών της προς αυτήν, και με μνεία όλων των συμβάσεων που έχει συνάψει ο οφειλέτης με την τράπεζα, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα να εξοφλεί το σύνολο των οφειλών του σ' αυτήν, πλέον της υπογραφής σύμβασης εκχώρησης απαίτησης, λόγω ενεχύρου, για την παραπάνω ενίσχυση.

Ο ενάγων πληροφορήθηκε, προφορικά, από την Αγροτική Τράπεζα τους όρους και τη διαδικασία χορήγησης του πιστοποιητικού άρσης της ανωτέρω ναυτικής υποθήκης, και ότι μεταξύ αυτών περιλαμβανόταν η δέσμευση του καταθετικού λογαριασμού, με σύμβαση ενεχυρίασης, άλλως θα έπρεπε να εξοφληθεί η ασφαλισμένη με τη ναυτική υποθήκη απαίτηση της τράπεζας, για να χορηγηθεί η ανωτέρω συναίνεση.

Η Αγροτική Τράπεζα κατάρτισε τα έντυπα που θα χρησιμοποιούσαν οι δικαιούχοι για την παραπάνω ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ, με επίδοσή του σ' αυτήν με δικαστικό επιμελητή, το έντυπο έγγραφης συναίνεσης άρσης ναυτικής υποθήκης, με την προϋπόθεση προσκόμισης πρακτικού διάλυσης του σκάφους, και πιστοποιητικό βαρών ότι το σκάφος δεν έχει άλλα βάρη πλην της ναυτικής υποθήκης υπέρ της ΑΤΕ, το έντυπο σύμβασης παροχής ενεχύρου επί λογαριασμού χρηματικής κατάθεσης, και έντυπο σύμβασης εκχώρησης απαίτησης λόγω ενεχύρου.

Την ανωτέρω απόφασή της γνωστοποίησε σ' όλα τα υποκαταστήματά της, μεταξύ των οποίων και αυτό της Κασσάνδρας Χαλκιδικής, το οποίο ενημέρωσε τους υποψήφιους δικαιούχους απόσυρσης, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων. Η προαναφερθείσα απόφαση της Αγροτικής Τράπεζας αφορούσε όλες τις περιπτώσεις δικαιούχων απόσυρσης αλιευτικού σκάφους, προβλέποντας, μεταξύ άλλων, και την εξασφάλιση με την ενεχυριακή σύμβαση επί καταθετικού δεσμευμένου λογαριασμού όλων των οφειλών της προς αυτήν, και τέθηκε σε εφαρμογή, ήδη, περί τα τέλη του έτους 2011.

Το γεγονός ότι η εγκύκλιος σχηματοποιήθηκε τον Μάρτιο 2012, δεν αναιρεί την παραπάνω προγενέστερη εφαρμογή της απόφασης, με προφορικές οδηγίες της κεντρικής αρμόδιας υπηρεσίας, προς όλα τα υποκαταστήματα και αποστολή προς αυτά των σχετικών εντύπων της. Η επιδίωξη αυτή της Αγροτικής Τράπεζας, να εξασφαλίσει όλες τις οφειλές της, επειδή συνέτρεχαν και εξαιρετικοί λόγοι χρηματοοικονομικού συμφέροντος, σε περίοδο πλήξης της ημεδαπής οικονομίας από βαθειά και παρατεταμένη κρίση, δεν αποτελεί παράνομη επιδίωξη οφέλους, ενώ υπήρχε η επιλογή της απόσβεσης της ασφαλισμένης οφειλής από τον ενάγοντα. 'Αλλωστε ενδεχόμενες εμπράγματες εξασφαλίσεις επί ακινήτων, που καταρτίστηκαν, μάλιστα, σε εποχή γενικής επικράτησης της υπεραξίας του ακινήτου, απαγόρευσης πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, δεν αποδίδουν πραγματική ασφάλεια, κατά την ένδικη περίοδο οικονομικής κρίσης, κατά την οποία η αξία των ακινήτων μειώθηκε δραματικά, ενώ υπήρχε, ήδη, γενική απροθυμία εμφάνισης πλειοδοτών ή υποψηφίων αγοραστών ακινήτων.

Αλλά και τα οικονομικά δεδομένα της Αγροτικής Τράπεζας δεν ήταν ευνοϊκά, γεγονός που επιβεβαιώθηκε, με την κατωτέρω, θέση της σε ειδική εκκαθάριση, ενώ η χρηματοοικονομική θέση και λοιπών ημεδαπών πιστωτικών οργανισμών ήταν δυσχερής. Έτσι, καθορίστηκαν, θεμιτώς, από την Αγροτική Τράπεζα οι όροι συμμετοχής στο ανωτέρω πρόγραμμα, και ήταν σύμφωνες με τις συναλλαγές και των λοιπών ανώνυμων τραπεζικών εταιριών με τις πιστωτές τους.

Μετά από σχετική αίτηση του ενάγοντος, με τη με αριθμ. 1646/01.08.2011 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, εγκρίθηκε η απόσυρση του ανωτέρου σκάφους ιδιοκτησίας του ενάγοντος, και η δημόσια ενίσχυση για τον σκοπό αυτό, ύψους 142.948,75 ευρώ, καταβλητέα από τον αρμόδιο φορέα, τον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων, Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ).

Σύμφωνα με την απόφαση ένταξης, απαιτείτο, για τη λήψη της ανωτέρω ενίσχυσης, η προηγούμενη διάλυση του παλαιού σκάφους, ενώπιον των Οργάνων της Επιτόπιας Επαλήθευσης του Τμήματος Αλιείας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, αποδεικνυόμενη με σχετική έκθεσή τους. Όπως προαναφέρθηκε, για να γίνει η διάλυση του σκάφους απαιτείτο η προσκόμιση, στην Επιτροπή αυτή, πιστοποιητικού βαρών από το Λιμεναρχείο Νηολόγησης του σκάφους, από το οποίο να προκύπτει ότι το σκάφος δεν βαρύνεται με ναυτική υποθήκη ή άλλο βάρος.

Η διαδικασία ανέλκυσης απαιτούσε ειδικές άδειες και είχε πρακτικές δυσκολίες. Ενδεικτικά, η προαναφερθείσα υπουργική απόφαση παραλήφθηκε, την 24η.08.2011, από τον ενάγοντα και εκδόθηκε η με αριθ. …/….10.2011 άδεια ανέλκυσης, και έτσι, ο ενάγων ανέλκυσε το ανωτέρω σκάφος. Επειδή δεν είχε περαιωθεί η διαδικασία μέχρι την καταληκτική ημερομηνία της 15ης.10.2011, μετά από σχετική αίτηση του ενάγοντος, χορηγήθηκε παράταση της προθεσμίας κατά έξι μήνες από την αρχική ημερομηνία έγκρισης, που ήταν η 01η.8.2011, δηλαδή μέχρι την 01η.2.2012.

Για την καταληκτική αυτή ημερομηνία εκδόθηκε η με αριθμ. 15/2012 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης. Εντωμεταξύ ο ενάγων, από τον Ιανουάριο του 2012, κατέστη υπερήμερος και του ασφαλιζόμενου, με τη ναυτική υποθήκη, δανείου, ενώ, προς την αυτή τράπεζα, είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές των ανωτέρω στεγαστικών δανείων του, από την 30η.l1.2011, όπως είχαν αυτές ρυθμιστεί με τις πρόσθετες πράξεις.

Έτσι, ο ενάγων βαρυνόταν με υπερδανεισμό, που αποτελούσε επιχειρηματική επιλογή του. Γνωρίζοντας την όλη διαδικασία, στην οποία περιλαμβανόταν και η υπογραφή σύμβασης ενεχυρίασης του άνω καταθετικού λογαριασμού, με πρόβλεψη εξασφάλισης όλων των οφειλών του προς την Αγροτική Τράπεζα, ασφαλιζόμενα ή μη, με τη ναυτική υποθήκη, και δέσμευσης του ως άνω καταθετικού λογαριασμού, αποφάσισε να προχωρήσει τη διαδικασία και την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων και εγγράφων.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ενάγων παρείχε την, από 30.01.2012, ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ, για την κατάθεση της ενίσχυσής του στο συγκεκριμένο, με αριθμ. … … ….-… λογαριασμό, τον οποίο άνοιξε στην Αγροτική Τράπεζα. Γνωρίζοντας όλους τους όρους, μεταξύ των οποίων και του δικαιώματος της Αγροτικής Τράπεζας να εισπράξει το σύνολο της ενίσχυσης για όλα τα δάνειά του, ασφαλιζόμενα ή μη, ληξιπρόθεσμα ή μη, και με απαγόρευση κίνησης του λογαριασμού, ο ενάγων, ως ενεχυράζων, συμβλήθηκε με την τράπεζα αυτή στην κατάρτιση της από 30.01.2012 σύμβασης ενεχυρίασης χρηματικής απαίτησής του με αριθμ.

… …. … - … λογαριασμού, όπως αναλύεται παραπάνω. Στον 1° όρο, της ως άνω σύμβασης ενεχυρίασης, περιγράφηκαν και οι τρεις παραπάνω συμβάσεις και στον 2° όρο ορίστηκε ότι ο ενάγων, για την εξασφάλιση κάθε απαίτησης της τράπεζας από τις παραπάνω συμβάσεις (κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, προμήθειες, ασφάλιστρα κλπ) ενεχυριάζει τον προαναφερθέντα λογαριασμό κατάθεσης ταμιευτηρίου, ποσού 142.948,75 ευρώ, για την κάλυψη των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων καθ' όλη την έκταση, και ότι το ποσό του λογαριασμού θα παραμείνει δεσμευμένο και στη διάθεση της τράπεζας, χωρίς να "κινείται" μέχρι την ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων της τράπεζας, ενώ παρείχε την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα στην τράπεζα, όπως και από μόνη της, ενεργούσα και χωρίς τη μεσολάβησή του να προβαίνει σε αναλήψεις, από την ενεχυριαζόμενη χρηματική κατάθεση, οποτεδήποτε και να ασκήσει όλα τα δικαιώματά του, επί του ενεχύρου αυτού σε εξόφληση της απαίτησής της.

Κατόπιν τούτου, η Αγροτική Τράπεζα χορήγησε στον ενάγοντα την από 27.01.2012 έγγραφη συναίνεση ναυτικής υποθήκης, με υποχρέωση του ενάγοντος να προσκομίσει το πρακτικό διάλυσης του σκάφους, πιστοποιητικό ότι το σκάφος δεν έχει άλλα βάρη εκτός της ναυτικής υποθήκης υπέρ A.T.E. και βεβαίωση ότι όλα τα άλλα απαραίτητα έγγραφα που απαιτούνται για τη διαγραφή του σκάφους από τα νηολόγια και για την πληρότητα του σχετικού φακέλου πληρωμής της οικονομικής ενίσχυσης.

Το ανωτέρω έγγραφο υπογράφεται από την αναπληρώτρια διευθύντρια του υποκαταστήματος Κασσάνδρας, Α. Χ.. Οι προστηθέντες της Αγροτικής Τράπεζας ενήργησαν σύμφωνα με τις εντολές αυτής, και τη γενική απόφαση αυτής, διασφάλισης όλων των συμβάσεων του ενάγοντος προς αυτήν, κρίνοντας, βάσιμα, αυτές ως επισφαλείς.

Εκδόθηκε το με αριθμ. πρωτ. Δ.Υ./31.01.2012 πιστοποιητικό βαρών του Λιμεναρχείου Ιερισσού, με το οποίο βεβαιώθηκε η γραπτή συναίνεση της Αγροτικής Τράπεζας και εξάλειψη της ναυτικής υποθήκης και η ταυτόχρονη διαγραφή του προς απόσυρση σκάφους, που δεν βαρυνόταν με άλλα βάρη. Επίσης, εκδόθηκε η με αριθμ. πρωτ.

…….01.2012 άδεια διάλυσης του ανωτέρω σκάφους, και η διάλυση αυτού πιστοποιήθηκε, με το από 01.02.2012 πρακτικό του Οργάνου Επιτόπιας Επαλήθευσης (Ο.Ε.Ε.). Στις 24.07.2012 κατατέθηκε, από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, στον παραπάνω καταθετικό λογαριασμό το ποσό των 139.948,75 ευρώ, ως ενίσχυση για την απόσυρση του αλιευτικού σκάφους, το οποίο παρέμενε δεσμευμένο, για την εξασφάλιση της απαίτησης της τράπεζας, και ανήλθε, την 25.07.2013, μετά από τον εκτοκισμό του, στο ποσό των 140.441,50 ευρώ.

Η παραπάνω σύμβαση ενεχυρίασης τραπεζικού λογαριασμού είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39 και 47 του ν.δ. 17.7/13.8.1923, που, κατ' άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 εδ. α', στην αρχή, και β' ΑΚ, συνταχθείσα, με ιδιωτικό έγγραφο, για την εξασφάλιση απαιτήσεών της, προερχόμενων από τοκοχρεολυτικά στεγαστικά δάνεια και ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, και επειδή τυχαίνει να προέρχεται από τη σύμβαση κατάθεσης από εκείνον σ' αυτήν χρημάτων σε λογαριασμό ταμιευτηρίου, η τράπεζα έχει δικαίωμα να εισπράξει την ενεχυρασμένη απαίτηση για το ποσό που απαιτείται για την ικανοποίησή της, ενώ για το έγκυρο αυτής της είσπραξης δεν απαιτείται ούτε σχετική συναίνεση, έστω υπό τη μορφή σύμπραξης του ενεχυραστή κατά την είσπραξη, ή σε προγενέστερο χρόνο, ούτε έκδοση εκ μέρους της τράπεζας κάποιου παραστατικού της είσπραξης στο όνομα του ενεχυραστή....

Έτσι, η Αγροτική Τράπεζα είχε τη διττή ιδιότητα του ενεχυρούχου δανειστή και του οφειλέτη και ο ενάγων την του ενεχυραστή. Στη δήλωση βούλησής του, για κατάρτιση της σύμβασης αυτής, δεν οδηγήθηκε από συμπεριφορά της Αγροτικής Τράπεζας, και των προστηθέντων αυτής, αντιβαίνουσα τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών που διέπουν τις συναλλακτικές σχέσεις πιστωτικού οργανισμού, όπως της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, και πιστωτών, ούτε δημιούργησαν, πριν ή κατά την κατάρτιση αυτής, την εντύπωση στον ενάγοντα ελεύθερης συναίνεσης ή συναίνεσης κατά το δοκούν του ενάγοντος, και χωρίς εξόφληση της ασφαλισμένης με ναυτική υποθήκη απαίτησης ούτε χωρίς εξασφάλιση και των λοιπών επισφαλών συμβάσεων (άρθρ. 288 και 178 Α.Κ.).

Η δήλωση βούλησης του ενάγοντος, όπως αποτυπώθηκε στην ανωτέρω σύμβαση, δεν υπήρξε απότοκος εκβιαστικής συμπεριφοράς των προστηθέντων της Αγροτικής Τράπεζας, ούτε η τελευταία αποκόμισε παράνομα ωφελήματα, όπως αναλύεται παραπάνω. Η εξασφάλιση και των άληκτων δόσεων των συμβάσεων τοκοχρεολυτικών δανείων και αλληλόχρεου λογαριασμού, τις οποίες υπονοεί ο ενάγων, ως παράνομες, με τον ενεχυριαζόμενο δεσμευμένο καταθετικό λογαριασμό, είναι συνήθης στις τραπεζικές συναλλακτικές σχέσεις, όταν υπάρχει υπερδανεισμός δεν είναι ασφαλής η εξυπηρέτηση των συμβάσεων, και προβλέπεται η καταγγελία της δανειακής σύμβασης ή έχει συμφωνηθεί μονομερής καταγγελία αυτής, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Έτσι, θεωρείται σύμφωνη με τις ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου η εξασφάλιση της δανείστριας τράπεζας για την αποπληρωμή των δανεισμάτων της, σύμφωνα με συμβατικούς όρους των αντίστοιχων συμβάσεων τοκοχρεολυτικών στεγαστικών δανείου και αλληλόχρεου λογαριασμού.

Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν γνωστός στον ενάγοντα ο υπερδανεισμός του, και οι δυσμενείς γενικές οικονομικές προβλέψεις, που βάρυναν οποιονδήποτε πιστούχο, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων. Ο τελευταίος δεν αμφισβήτησε τους συμβατικούς όρους και ρήτρες των τοκοχρεωλυτικών δανείων και αλληλόχρεου λογαριασμού.

Ειδικότερα, στον 7° όρο των τοκοχρεολυτικών δανείων προβλέφθηκε ότι η τράπεζα έχει το δικαίωμα, μετά πάροδο τριών (3) μηνών από την υπερημερία του οφειλέτη, να καταγγείλει τη σύμβαση και να αναζητήσει το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού του δανείου, το οποίο καθίσταται από την καταγγελία ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, επιβαρυνόμενο με το αναφερόμενο επιτόκιο υπερημερίας και στον 6° όρο της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού προβλέφθηκε ότι, όταν δεν τηρείται η εμπρόθεσμη καταβολή των δόσεων, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος, αυτοδικαίως, με μόνη την πάροδο της προθεσμίας και η τράπεζα έχει το δικαίωμα, από μόνη της, μεταξύ άλλων, να κλείνει οριστικά τον ανοικτό λογαριασμό, οπότε ο πιστούχος, χωρίς ειδοποίηση ή όχληση, καθίσταται υπερήμερος σε σχέση με το απομένον ανεξόφλητο υπόλοιπο που έχει κλείσει, ενώ παράλληλα υπόκειται, σε ό,τι αφορά το ποσό αυτό σ' όλες τις συνέπειες της υπερημερίας.

Με βάση τους όρους αυτούς, την προαναφερθείσα υπερημερία του ενάγοντος και τη δήλωση απ' αυτόν προγενέστερων ζημιών, συμβλήθηκε στην κατάρτιση της παραπάνω ένδικης σύμβασης ενεχυρίασης καταθετικού λογαριασμού, πλέον της από 30.01.2012 καταρτισθείσας σύμβασης εκχώρησης της ανωτέρω απαίτησής του είσπραξης ενίσχυσης από την απόσυρση του σκάφους του.

Περαιτέρω, αβάσιμα, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι εξαναγκάστηκε, στην υπογραφή της ανωτέρω σύμβασης ενεχυρίασης καταθετικού λογαριασμού, με εκβιασμό, ή έστω απειλές απώλειας της ανωτέρω καταληκτικής προθεσμίας διάλυσης του σκάφους, και με κίνδυνο την περιουσία και το επάγγελμά του, από τους προστηθέντες της Αγροτικής Τράπεζας.

Οι τελευταίοι δεν εκμεταλλεύτηκαν την ανάγκη του ιδίου και της εξαμελούς οικογένειάς του να μην απωλέσει, την 01.02.2012, οριστικά το δικαίωμά του για απόσυρση του παλαιού σκάφους του. Οι όροι συναίνεσης άρσης της ναυτικής υποθήκης, σε χρόνο προγενέστερο της είσπραξης της οφειλής, είχαν τεθεί από την Αγροτική Τράπεζα, ευθύς, εξαρχής, όπως αναλύεται παραπάνω, και είχαν ανακοινωθεί στον ενάγοντα από τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο 2011, ενώ δεν του δημιούργησαν εντύπωση ότι δεν θα ισχύσουν στην προκείμενη περίπτωση.

Παρεμφερείς όροι και διασφαλίσεις είναι συνήθεις στις τραπεζικές συναλλαγές και με άλλες τραπεζικές ανώνυμες εταιρίες. Δεν αποδείχθηκε εξαναγκασμός του ενάγοντος, ούτε προέκυψε παράνομο όφελος της δανείστριας τράπεζας, ούτε η τελευταία επεδίωξε την υπερημερία του ενάγοντος, ούτε υπέδειξε τη μη καταβολή από τον ενάγοντα των ληξιπρόθεσμων δόσεων, που μόνη οδήγησε σε οριστικό κλείσιμο των ανωτέρω συμβάσεων.

Αντίθετα, ο ενάγων και μετά τη συμβατική περίοδο χάριτος, κατέστη, πριν την κατάρτιση της ενεχυρίασης του καταθετικού λογαριασμού, υπερήμερος των προαναφερθέντων μηνιαίων δόσεων, ενώ ούτε μεταγενέστερα επεδίωξε την άρση της υπερημερίας με καταβολή των ληξιπρόθεσμων δόσεων των δανείων του. Αβάσιμα, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι η παρανομία έγκειται στην επίτευξη εξασφάλισης των στεγαστικών δανείωντα οποία ήδη ήταν ασφαλισμένα με εμπράγματες ασφάλειες.

Συγκεκριμένα, υπήρχε ασφάλεια υποθήκης υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας, επί ενός καταστήματος, και ενός οικοπέδου, έκτασης 346 τ.μ., στη ..., για τα με αριθμ. ../….07.2006 και …/….06.2007 στεγαστικά δάνεια, επί των ως άνω ακινήτων, ύψους 312.500,00 ευρώ και 62.000,00 ευρώ, αντίστοιχα. Όπως προαναφέρθηκε, η αξία των ακινήτων, κατά τον αντίστοιχο χρόνο της εγγραφής 2006 και 2007, ήταν υπερεκτιμημένη, και η πραγματική εμπορική αξία τους, στις 30-1-2007, λόγω της γνωστής ημεδαπής οικονομικής κρίσης, με τη δραματική μείωση της αξίας τους, δεν κάλυπτε ούτε τις απομειωμένες, παραπάνω, μετά από καταβολές, απαιτήσεις της τράπεζας.

Γνωστή, σ' όλους, και στον ενάγοντα ήταν η απαγόρευση πλειστηριασμού πρώτης κατοικίας, και, κυρίως γνωστή ήταν η απροθυμία εμφάνισης υποψηφίων αγοραστών ακινήτων, επειδή, σε καιρό ύφεσης, δεν θεωρούν αυτήν άμεσα αποδοτική επένδυση. Λόγω της επαγγελματικής του ενασχόλησης, και των προηγούμενων ως άνω συναλλαγών του, ο ενάγων γνώριζε για τις τραπεζικές δανειακές συμβάσεις και συμβάσεις ενεχυρίασης και τους δεσμευτικούς λογαριασμούς, που είναι συνήθεις και στον κύκλο των αγροτών και αλιέων, απ' όλες τις τραπεζικές α.ε., ενώ παρασχέθηκε σ' αυτήν και επιπλέον της συνήθους δυνατότητα πλήρους μελέτης και εμβάθυνσης του περιεχομένου όλων των εγγράφων και συμβάσεων, που υπέγραψε.

Το γεγονός ότι ο ενάγων ήταν για έξι (6) μήνες άνεργος, λόγω απόσυρσης του αλιευτικού σκάφους του, δεν αποκλείει, επιπλέον, τη δανείστρια τράπεζα να εκτιμήσει και την όλη οικονομική του κατάσταση και δυνατότητα να εξυπηρετεί τα ήδη ληξιπρόθεσμα δάνειά του και την αδυναμία ανάκαμψής του. Έτσι, γνωρίζοντας τους όρους της ανωτέρω ενεχυρίασης, προέβη ο ενάγων στην κατάρτιση αυτής, μετά από στάθμιση των γεγονότων και των συμφερόντων του.

Ο ενάγων μεταμελήθηκε της υπογραφής της ένδικης σύμβασης ενεχυρίασης καταθετικού λογαριασμού, και επεδίωξε να καταρτίσει νέα συμφωνία με την Αγροτική Τράπεζα. Για το λόγο αυτό, μετά την ως άνω ενεχυρίαση του καταθετικού λογαριασμού, πρότεινε στην Αγροτική Τράπεζα την αποδέσμευση αυτού, με την παροχή εμπράγματης ασφάλειας σε ελεύθερο ακίνητό του, και, επικουρικά, να καταβάλει από την ενίσχυση το ασφαλιζόμενο με ναυτική υποθήκη δάνειο και τις ληξιπρόθεσμες δόσεις των τοκοχρεολυτικών δανείων, προκειμένου να αποπληρώσει το τίμημα του αλιευτικού σκάφους, που θα αγόραζε, και θα ήταν σύμφωνο με τις προδιαγραφές προστασίας του περιβάλλοντος.

Ο ενάγων σχεδιάζοντας ότι θα προχωρήσει σε αποδέσμευση του λογαριασμού αναζήτησε και ανεύρε, τον Ιούλιο 2010, αλιευτικό σκάφος, φιλικό προς το περιβάλλον, προκειμένου να το αγοράσει για να ασκήσει εκ νέου το βιοποριστικό επάγγελμα του αλιέα. Η Αγροτική Τράπεζα αλλά και, μεταγενέστερα, η παρακάτω ειδική διάδοχος αυτής απέρριψαν προτάσεις του ενάγοντος για αποδέσμευση του ανωτέρω καταθετικού λογαριασμού με παροχή νέας εμπράγματης ασφάλειας σε ελεύθερο ακίνητο.

Και τούτο επειδή στις τραπεζικές συναλλαγές δεν θεωρείται, πλέον, η παροχή εμπράγματης ασφάλειας εξασφαλιστική. Την 27η Ιουλίου 2012 η Αγροτική Τράπεζα τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, κατ' άρθρο 68 του ν. 3601/2007 και περιουσιακά της στοιχεία μεταβιβάστηκαν, αυθημερόν, στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", εναγόμενη.

Ο ενάγων συνέχισε να μην είναι ενήμερος των δανείων του. Με τη με αριθμ. 40/27.07.2012 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (συνεδρίαση 4/27.07.2012, ΦΕΚ Β' 2209/27.07.2012) ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση κατά τα άρθρα 5, 8 και 68 του ν. 3601/2007, ενώ ορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής αυτής ο Ν.

Μ. και ήδη με τη με αριθμ. 182/1/04.04.2016 (ΦΕΚ Β/925/05.04.2016) απόφαση της ανωτέρω Επιτροπής ορίστηκε εκκαθαριστής η εταιρία με την επωνυμία "ΡΟΗ Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Α.Ε.". Από την αυτή επιτροπή, αποφασίστηκε να προβεί ο προαναφερθείς ειδικός εκκαθαριστής στην παραχρήμα μεταβίβαση προς την ανωτέρω ειδική διάδοχο των, αναφερόμενων στο Παράρτημα της ως άνω απόφασης, περιουσιακών στοιχείων της υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας.

Η μεταβίβαση έλαβε χώρα με την, μεταξύ της Τράπεζας Πειραιώς και του ειδικού εκκαθαριστή, υπογραφή της σχετικής σύμβασης μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων. Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, και το Παράρτημα αυτής, δεν μεταβιβάστηκαν προς την Τράπεζα Πειραιώς απαιτήσεις ευρισκόμενες σε οριστική καθυστέρηση άνω των 90 ημερών (περ. iv), δικαιώματα και έννομες σχέσεις που σχετίζονται με τη λειτουργία ή την εξασφάλιση μη μεταβιβαζόμενων στοιχείων του ενεργητικού, (ιστ), ενώ μεταβιβάστηκαν, μεταξύ άλλων, οι έννομες σχέσεις της Αγροτικής έναντι πελατών της, που πηγάζουν ή σχετίζονται με δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις, με εξαίρεση των έννομων σχέσεων που σχετίζονται με μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία (στ), οι έννομες σχέσεις που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις ανοίγματος τραπεζικών λογαριασμών και οι υποχρεώσεις της Αγροτικής από κάθε είδους καταθέσεις πελατών της σ' αυτήν (ιγ).

Έτσι, στα περιουσιακά στοιχεία που δεν μεταβιβάστηκαν και παρέμειναν δικαιοκτησία της ανωτέρω υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, συγκαταλέγονται και οι με αριθμ. …/2006 και …/2007 συμβάσεις στεγαστικών δανείων και οι πρόσθετες πράξεις αυτών λόγω της προγενέστερης πολύμηνης καθυστέρησής τους (περ. iv ), με την αντίστοιχη εξασφάλιση ενεχυρίασης.

Ακόμη, στην εναγόμενη, ειδική διάδοχο, μεταβιβάστηκε και ο προαναφερθείς λογαριασμός ταμιευτηρίου του ενάγοντος, στον οποίο είχε κατατεθεί, από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το ποσό των 139.948,75 ευρώ, με όλες τις έννομες σχέσεις, μεταξύ των οποίων η επιβάρυνσή του, με ενέχυρο απαίτησης. Έτσι, κατά το μέρος που οι απαιτήσεις παρέμειναν στην Αγροτική Τράπεζα, η διμερής έννομη σχέση κατέστη τριμερής, με ενεχυρούχο δανειστή την Αγροτική Τράπεζα α.ε., οφειλέτη την Τράπεζα Πειραιώς και ενεχυραστή τον ενάγοντα.

Η συσταθείσα σύμβαση ενεχυρίασης επί της ως άνω χρηματικής κατάθεσης είναι έγκυρη και δεσμεύει την Τράπεζα Πειραιώς, διότι αυτό υπήρχε και είχε συσταθεί νόμιμα και έγκυρα επί του ανωτέρω τραπεζικού καταθετικού λογαριασμού. Ενώ ο ενεχυρασμένος καταθετικός λογαριασμός του ενάγοντος μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη, το νομικό βάρος που είχε συσταθεί υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας, συνέχισε να διασφαλίζει την απαίτηση της εναγόμενης, που απέρρεε από τη με αριθμ.

…/….10.2005 σύμβαση πίστωσης και την απαίτηση από τις δύο τοκοχρεολυτικές συμβάσεις της υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτικής Τράπεζας. Η εναγόμενη, με την από 24.08.2012 εξώδικη δήλωσή της, που περιήλθε στον ενάγοντα, περί το τέλος Αυγούστου 2012, γνωστοποίησε στον τελευταίο, την απόφασή της, για κλείσιμο, οριστικά, του ανοικτού λογαριασμού, οπότε, κατά τη σύμβαση, κατέστη υπερήμερος σε σχέση με το απομένον ανεξόφλητο υπόλοιπο, και την ικανοποίηση της απαίτησης από τον ενεχυριαζόμενο καταθετικό λογαριασμό, αιτιολογώντας την απόφασή της, με την υπερημερία του αλλά και τα δυσμενή οικονομικά στοιχεία.

Ο ενάγων, με την από 07.09.2012 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε, την 07η.09.2012, στην εναγόμενη, απέκρουσε την παραπάνω καταγγελία και ισχυρίστηκε, αβασίμως, ότι η ενεχυρίαση του καταθετικού λογαριασμού ήταν άκυρη, ως καταρτισθείσα εξαναγκαστικώς από εκβιαστική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της δικαιοπαρόχου της.

Όπως αναλύεται παραπάνω, η ανωτέρω σύμβαση δεν είναι άκυρη, αφού κρινόμενη από το περιεχόμενό της, την αιτία που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν, το σκοπό στον οποίο αυτοί αποβλέπουν αλλά και από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν, δεν αντιβαίνει στα οικεία συναλλακτικά χρηστά ήθη, όπως αντιλαμβάνεται αυτά ο μέσος κοινωνικός άνθρωπος συναλλασσόμενος με την τράπεζα ούτε σκοπήθηκε η απόκτηση παράνομου οφέλους από την Αγροτική Τράπεζα.

Η υπό ειδική αυτή εκκαθάριση τραπεζική εταιρία, με την από 14.12.2012 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε, την 14η.1.2013, στον ενάγοντα και τους λοιπούς, εις ολόκληρον, συνοφειλέτες, κατήγγειλε τις προαναφερθείσες δύο συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, εξαιτίας της ως άνω υπερημερίας, με συνολικές καταβολές από την χορήγηση μέχρι την καταγγελία συνολικού ποσού 49.218,41 ευρώ και 14.523,02 ευρώ, και με συνολική οφειλή 242.187,42 ευρώ και 45.854,16 ευρώ, από τις με αριθμ.

…/2006 και …/2007, αντίστοιχα, συμβάσεις. Ο ενάγων, με την από 27.01.2013 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε, την 14η.02.2013, στην Αγροτική Τράπεζα, απέκρουσε την παραπάνω καταγγελία και ισχυρίστηκε, αβασίμως, ότι η ενεχυρίαση του καταθετικού λογαριασμού ήταν άκυρη, ως καταρτισθείσα εκβιαστικώς από τους προστηθέντες,, υπαλλήλους αυτής.

Η υπό ειδική εκκαθάριση τραπεζική ανώνυμη εταιρία, με σχετική δήλωσή της, γνωστοποίησε, την 18η.1.2013, στην εναγόμενη ότι οι ασφαλισμένες, με την ανωτέρω σύμβαση ενεχυρίασης καταθετικού λογαριασμού, απαιτήσεις της κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και ζήτησε την πληρωμή του ποσού των 120.382,34 ευρώ. Η εναγόμενη, την 25η.07.2013, κατέβαλε, το προαναφερθέν ποσό στην Αγροτική Τράπεζα, εκπληρώνοντας νόμιμη υποχρέωσή της.

Το υπόλοιπο ποσό του ανωτέρω καταθετικού λογαριασμού, ύψους 20.059,16 ευρώ, ασκώντας νόμιμο δικαίωμά της, συμψήφισε προς εξόφληση της απαίτησης που είχε μεταβιβαστεί στην ίδια από τη με αριθμό …/2005 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία, οριστικά, κλείστηκε, σύμφωνα με τους όρους αυτής.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, δεν αποδείχθηκε, η επικαλούμενη από τον ενάγοντα αδικοπρακτική συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της εναγόμενης, συνιστάμενη στην κατάρτιση της από 30.1.2012 σύμβαση ενεχυρίασης του ως άνω καταθετικού λογαριασμού υπό συνθήκες εκβιασμού ή έστω απειλών, προς το σκοπό πορισμού, υπέρ αυτής, παράνομων ωφελημάτων.

Η ανωτέρω σύμβαση ενεχυρίασης καταθετικού λογαριασμού, η οποία περιήλθε και στην εναγόμενη, είναι έγκυρη, διότι δεν καταρτίστηκε, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ούτε υπό καθεστώς εκβιασμού ή, έστω οποιωνδήποτε απειλών των συμφερόντων του ενάγοντος, όπως αναλύεται παραπάνω.

Επομένως, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγόμενης. Λόγω απόρριψης της κύριας αγωγής παρέλκει η εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της παρεμπίπτουσας αγωγής, η οποία ασκήθηκε υπό την αίρεση της ευδοκίμησης της κύριας αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και υποχρέωσε την κυρίως εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικό ποσό των 213.348,08 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, από το οποίο το ποσό των 142.948,75 ευρώ ως θετική ζημία, το ποσό των 69.399,33 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη, για το διάστημα από 01.11.2011 έως και τον Φεβρουάριο 2015, και το ποσό των 1.000,00 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, και απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και όλοι οι σχετικοί λόγοι της εκκαλούσας - εναγόμενης και της εκκαλούσας-προσθέτως υπέρ της εναγόμενης παρεμβαίνουσας, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι".

Με βάση δε τα παραπάνω το Εφετείο έκανε δεκτές τις εφέσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας , εκτός των άλλων, και την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτήν, δεχόμενο την πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης υπέρ της πρώτης αυτών (εναγομένης). 'Ηδη δε ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με τη μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις επικαλούμενες απ' αυτόν διατάξεις των άρθρων 174, 178, 179, 297, 298, 300, 914 ΑΚ και 385 παρ. 1 στοιχ.

γ' του ΠΚ, δεδομένου ότι αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά οδηγήθηκε στις αναφερόμενες εντελώς εσφαλμένες επιμέρους κρίσεις του σχετικά : α) με την τήρηση των συναλλακτικών και χρηστών ηθών εκ μέρους της τράπεζας κατά την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων ενεχυρίασης και εκχώρησης, β) με τον εξαναγκασμό του σε υπογραφή σύμβασης με συγκεκριμένο περιεχόμενο, γ) με την επιθυμία του για αγορά νέου σκάφους και την άρνηση των τραπεζών να συναινέσουν, δ) με τη διαδικασία που ακολούθησε η ΑΤΕ κατά την κατάρτιση των επιδίκων συμβάσεων και τα κίνητρά της, ε) με τα δήθεν κίνητρα της ΑΤΕ που την οδήγησαν στην απαίτηση για ενεχυρίαση του συνόλου της επιχορήγησης.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε: 1) το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι η απόσυρση του παλαιάς τεχνολογίας σκάφους του έγινε προκειμένου να αποκτήσει νεότερο, σύγχρονης τεχνολογίας και φιλικότερο προς το περιβάλλον, 2) τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, τα οποία προφανώς δεν μπορούν να οδηγήσουν σε χαρακτηρισμό ως "θεμιτής" της προσπάθειας της Τράπεζας να χρησιμοποιήσει την ενίσχυση για σκοπούς άσχετους με το Πρόγραμμα, 3) τα διδάγματα της κοινής πείρας που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η οικονομική του αδυναμία κατά τα έτη 2011 και 2012 δεν ήταν "επιλογή" του, αλλά αποτέλεσμα της αντιμετώπισής του από την Τράπεζα μετά την ένταξή του στο Πρόγραμμα, 4) τα διδάγματα της κοινής πείρας από τα οποία θα γινόταν αντιληπτό ότι ουδέποτε θα οδηγούσε στην καταστροφή το απαραίτητο και μόνο μέσο της εργασίας του ως αλιέα για να εξοφλήσει μη ληξιπρόθεσμες δόσεις στεγαστικού δανείου, αλλά το έπραξε εξαιτίας εκβίασης και απάτης που διέπραξαν σε βάρος του οι εκπρόσωποι της ΑΤΕ, 5) τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η Τράπεζα του έθεσε το αναφερόμενο δίλημμα, 5) τα διδάγματα της κοινής πείρας υπό την έννοια ότι η Τράπεζα δεν νοείται να "ικανοποιείται" και να χορηγεί τη συναίνεσή της διαζευκτικά, ή με εφάπαξ καταβολή 17.600 ευρώ ή με δέσμευση του συνόλου της επιχορήγησης, 7) το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι, αν είχε πράγματι να διαλέξει ανάμεσα στην εφάπαξ καταβολή ποσού 17.600 ευρώ και τη δέσμευση του συνόλου της επιχορήγησης, προφανώς θα φρόντιζε να συγκεντρώσει το απαιτούμενο ως άνω ποσό, ώστε να απεμπλακεί άμεσα από την τράπεζα και θα το επέστρεφε, όταν λάμβανε την επιχορήγηση, 8) το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι ο αγράμματος αλιέας θα διάβαζε μόνο τα έντονα γράμματα της σύμβασης και όχι τα "ψιλά", όπως και πράγματι συνέβη στην κρινόμενη περίπτωση και βρέθηκε "παγιδευμένος", 9) τα χρηστά συναλλακτικά ήθη μη δεχόμενο την εξόφθαλμα απατηλή συμπεριφορά των υπαλλήλων της Τράπεζας, η οποία είχε σκοπό να τον παρασύρει να προσέξει μόνο το αναφερόμενο με έντονη γραφή αλιευτικό δάνειο και να παραβλέψει όσα αναφέρονταν με άτονη γραφή και είχαν το κρίσιμο περιεχόμενο που τον δέσμευσε υπέρμετρα, 10) το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι, εάν η ΑΤΕ κατά τη χορήγηση των στεγαστικών δανείων θεωρούσε ότι δεν καλύπτονταν από τις εμπράγματες ασφάλειες επί ακινήτων του, τα οποία της παρείχε, ή θα ζητούσε περισσότερες, ή θα ζητούσε νέα ναυτική υποθήκη για ασφάλειά τους, διαφορετικά δεν θα χορηγούσε τα δάνεια, 11) το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι, σε αντίθεση με όσα δέχεται το Εφετείο, οι εμπράγματες εξασφαλίσεις επί ακινήτων θεωρούνται το σημαντικότερο και πιο αξιόπιστο μέσο παροχής ασφάλειας από δανειακές συμβάσεις, 12) τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι, αν αυτός κατά την υπογραφή των συμβάσεων γνώριζε ότι η Τράπεζα θα του έπαιρνε όλο το ποσό για να εξοφλήσει και δάνεια που θα έληγαν μετά από 20 χρόνια, δεν θα δήλωνε στον ΟΠΕΚΕΠΕ λογαριασμό κατάθεσης της επιχορήγησης, της συγκεκριμένης Τράπεζας, αλλά θα έδινε λογαριασμό του σε άλλη Τράπεζα και 13) το δίδαγμα της κοινής πείρας και παγιωμένη συναλλακτική πρακτική των τραπεζικών ιδρυμάτων ότι οι οδηγίες της Διοίκησης προς τα καταστήματα και τους υπαλλήλους δεν δίνονται ποτέ προφορικά, αλλά με έγγραφες εγκυκλίους.

Επιπλέον, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, εάν εφάρμοζε ορθά τα ως άνω διδάγματα της κοινής πείρας, υπό το πρίσμα μάλιστα των χρηστών συναλλακτικών ηθών, θα οδηγούνταν σε συμπέρασμα και διαπιστώσεις αντίθετες απ' αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον τα παρατιθέμενα παραπάνω συμπεράσματα δεν έχουν το χαρακτήρα διδαγμάτων της κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος και δεν αφορούν στην ερμηνεία των προαναφερόμενων ουσιαστικών κανόνων ούτε χρησιμοποιήθηκαν κατά τη μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες αυτούς, αλλά ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με τις ίδιες παραδοχές παραβίασε ευθέως τις πιο πάνω διατάξεις είναι επίσης απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή των συγκεκριμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

ΙΙΙ. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης.

Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, παρά το ότι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ.

Εξάλλου, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτήν, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (ΑΠ 755/2020, ΑΠ 652/2020, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 497/2019).

Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ και όταν, από όσα το δικαστήριο δέχθηκε, δεν διευκρινίζεται αν στην δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια της παραπάνω φύσης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, προσδιορίζεται η εφαρμογή ή όχι των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 355/2020, ΑΠ 898/2019, ΑΠ 867/2018, ΑΠ 846/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης του αναιρεσείοντος και του νομίμως εκπροσωπούμενου νομικού προσώπου της ΑΤΕ ΑΕ κατά την κατάρτιση μεταξύ τους των από 30-1-2012 συμβάσεων εκχώρησης απαίτησης λόγω ενεχύρου καθώς και παροχής ενεχύρου επί χρηματικής κατάθεσης ταμιευτηρίου, ούτε και διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά τις ανωτέρω δηλώσεις βούλησης του αναιρεσείοντος και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου περί μη ακυρότητας της ένδικης σύμβασης για το λόγο ότι αυτή, κρινόμενη από το περιεχόμενό της, την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν, το σκοπό στον οποίο αυτοί απέβλεψαν, αλλά και από το σύνολο των συνθηκών και των περιστάσεων που τη συνοδεύουν, δεν αντιβαίνει στα οικεία συναλλακτικά χρηστά ήθη, ούτε σκοπήθηκε η απόκτηση παράνομου οφέλους από την ΑΤΕ ΑΕ, πρέπει να σημειωθεί ότι απ' αυτές (παραδοχές) δεν συνάγεται ότι το πιο πάνω Δικαστήριο διέγνωσε εμμέσως κενό και ασάφεια στη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων.

Τούτο δε διότι τα παραπάνω αποτελούν μια πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης και ειδικότερα αυτής του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα έμμεσης αναγνώρισης κενού ή ασάφειας.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενόψει του ότι δεν διαπίστωσε ότι υπήρχε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βούλησης των ως άνω δικαιοπρακτούντων, αλλά ότι αυτές είναι σαφείς και πλήρεις και ως εκ τούτου δεν έχουν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

ΙV. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 807/2020, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 573/2018).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 344/2020, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τους αριθ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι χωρίς αποδείξεις θεμελίωσε την κρίση του περί έλλειψης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων τραπεζών σε βάρος του, δεχόμενο και τους πιο κάτω ισχυρισμούς, που ουδόλως προτάθηκαν και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο απόδειξης, αλλά έγιναν δεκτοί εντελώς αναπόδεικτα και ειδικότερα:

α) ότι είχε μέτρια επαγγελματική δραστηριότητα σε σχέση με τον υπερδανεισμό του και αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, β) ότι η Διοίκηση της ΑΤΕ δεν απέβλεψε μόνο στην εξασφάλιση των δανείων που ασφαλίζονταν με ναυτική υποθήκη αλλά και άλλων προϊόντων του χαρτοφυλακίου της, γ) ότι η ΑΤΕ είχε γνωστοποιήσει την ως άνω απόφασή της στα υποκαταστήματά της μήνες πριν την αποστολή σχετικής εγκυκλίου το Μάρτιο του 2012, δ) ότι ενημερώθηκε προφορικά εγκαίρως και γνώριζε τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί και όλους τους όρους της, ε) ότι οι απαιτήσεις από τα άληκτα στεγαστικά του δάνεια δεν ασφαλίζονταν επαρκώς από τις εμπράγματες ασφάλειες υπέρ της ΑΤΕ επί της ακίνητης περιουσίας του και στ) ότι την ίδια πρακτική εφάρμοζαν και οι υπόλοιπες τράπεζες που συμμετείχαν στο πρόγραμμα.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 8 είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα ως άνω αναφερόμενα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ως άνω έννοια, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά επιχειρήματα του Δικαστηρίου που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πιο πάνω λόγος αναίρεσης (δεύτερος) κατά το πρώτο σκέλος του.

Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος, που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθώς και την υπ' αριθ. …/…-1-2017 ένορκη βεβαίωση της Β.

Σ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κασσάνδρας, που λήφθηκε με επιμέλεια της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, και από τα οποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

V. α) Κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και ενόρκων βεβαιώσεων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα έγγραφα, τα οποία προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό, εάν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Στην περίπτωση αυτή, της προσαγωγής δηλαδή στο Εφετείο νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται το δικαίωμα της αναίρεσης, κατ' άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, μόνον εάν το Εφετείο αποκρούσει και δεν εκτιμήσει αυτά, χωρίς όμως να κρίνει ως απαράδεκτη την όψιμη προσαγωγή τους για κάποια από τις ως άνω αιτίες, καθόσον παρά το νόμο δεν λαμβάνει υπόψη αυτά τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 670/2015, ΑΠ 1352/2012, ΑΠ 133/2012, ΑΠ 12940/2010, ΑΠ 1212/2007).

Επομένως, είναι απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 14 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το εφετείο δέχτηκε την επίκληση και προσκόμιση από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, το πρώτον ενώπιόν του, της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, την οποία έλαβε υπόψη και δεν απέκρουσε ως απαράδεκτη, παρά το ότι δεν προσκομίστηκε στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας και βαριά αμέλεια αυτής.

Και β) Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" νοείται και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας, για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης.

Τέτοιες "αιτήσεις" είναι και οι διαδικαστικές, εφόσον όμως είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία (ΑΠ 835/2013, ΑΠ 1022/2013). Έτσι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο δεν απάντησε σε αίτημα για τη διενέργεια αυτοψίας ή για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, κατ' άρθρο 415 παρ.1 ΚΠολΔ ή για επανεμφάνιση των μαρτύρων στο ακροατήριο προς συμπλήρωση ή διευκρίνηση των καταθέσεων τους, κατ' άρθρο 411 ΚΠολΔ ή για εξέταση από το Εφετείο των πρωτοδίκως εξετασθέντων ή νέων μαρτύρων ή για αναβολή (αναστολή) της δίκης κατ' άρθρο 249 και 250 ΚΠολΔ ή στο αίτημα για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, εκτός της περίπτωσης που αυτή κατά το άρθρο 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ είναι υποχρεωτική, ήτοι εάν το ζήτησε ο διάδικος και το δικαστήριο έχει δεχθεί με την απόφασή του ότι χρειάζονται "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία (ΑΠ 1701/2018, ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 835/2013, ΑΠ 1022/2013ΑΠ 87/2013).

Επιπλέον, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος επί αγνόησης αιτήματος να μη ληφθεί υπόψη ως απαράδεκτο κατ' άρθρ. 529 παρ. 2 ΚΠολΔ αποδεικτικό μέσο που προσκομίστηκε για πρώτη φορά σ' αυτό, ενόψει του ότι κατά τα ως άνω τούτο δεν είναι υποχρεωτικό, αλλά υπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου. Επομένως, είναι απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 9γ' ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτησή του, που πρότεινε νόμιμα σ' αυτό, να μη ληφθεί υπόψη ως απαράδεκτο το ως άνω αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι τούτο δεν είναι υποχρεωτικό, αλλά υπόκειται κατά τα ως άνω στην κυριαρχική εξουσία και αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου αυτού.

VI. α) Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Ειδικότερα, παράνομη είναι συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος (ΑΠ 495/2020, ΑΠ 360/2020, ΑΠ 12/2020).

Περαιτέρω, αδικοπραξία κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 914 ΑΚ αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση κινητού ξένου πράγματος, που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 του ΠΚ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και την θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του (ΑΠ 466/2020 Ποιν, ΑΠ 335/2020 Ποιν, ΑΠ 1628/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, ενόψει της αναφερόμενης καταβολής από την πρώτη αναιρεσίβλητη στη δεύτερη του ποσού των 120.382,34 προς εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσής της και τον κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματός της συμψηφισμό από την πρώτη αναιρεσίβλητη του υπολοίπου του ανωτέρω καταθετικού λογαριασμού ύψους 20.059,16 ευρώ, δεν συνέτρεχαν οι πιο πάνω προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς (υπεξαίρεσης) της τελευταίας.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. β) Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρότεινε στο εφετείο ως εφεσίβλητος προς υπεράσπιση κατά των εφέσεων των αντιδίκων του και θεμελίωση της σχετικής βάσης της αγωγής του ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο η πρώτη αυτών έλαβε γνώση της επικαλούμενης εκχώρησης της ενίσχυσης (18-1-2013 κατά την επικαλούμενη ομολογία της πρώτης αναιρεσίβλητης), ώστε να κριθεί αν και για ποιο διάστημα αυτή δεν του απέδιδε το επίδικο ποσό δικαιολογημένα ή παρανομούσε σε βάρος του με τη συμπεριφορά της, τελώντας την αποδιδόμενη σ' αυτήν υπεξαίρεση, αφού αφαίρεσε το ποσόν της επιχορήγησης από τη σφαίρα επιρροής του.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (πέμπτος) κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του παραθέτει με ειδικότερη αναφορά των αντίστοιχων χρόνων το σύνολο των αποδειχθέντων περιστατικών σχετικά με τη σύναψη των ενδίκων συμβάσεων μεταξύ του αναιρεσείοντος και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τη μεταβίβαση προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ειδική διάδοχο των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων της δεύτερης, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενες απαιτήσεις αυτής, ενώ αναλύονται με σαφήνεια και ειδικότερο χρονικό προσδιορισμό όλες οι ενέργειες της πρώτης αναιρεσίβλητης ως προς τις ένδικες συμβάσεις και υφιστάμενες απαιτήσεις.

Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι το Εφετείο, ενόψει της αναφερόμενης καταβολής από την πρώτη αναιρεσίβλητη στη δεύτερη του ποσού των 120.382,34 προς εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσής της και τον κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματός της συμψηφισμό από την πρώτη αναιρεσίβλητη του υπολοίπου του ανωτέρω καταθετικού λογαριασμού ύψους 20.059,16 ευρώ, δέχεται ρητά ότι δεν στοιχειοθετείται η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά (υπεξαίρεση) της πρώτης αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας έτσι εκ του πράγματος ως αβάσιμο και τον πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.

Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, εφόσον από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ουδόλως προκύπτει η ύπαρξη της ως άνω επικαλούμενης ομολογίας εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης. γ) Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 965/2020, ΑΠ 347/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).

Επίσης ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, την οποία είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του ΚΠολΔ, δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που αποσκοπεί στην αποδοχή αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξής του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 967/2020, ΑΠ 336/2020, ΑΠ 133/2019, ΑΠ 1014/2018, ΑΠ 532/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερόμενη κρίση του περί δήθεν νόμιμης παρακράτησης των χρημάτων του από την πρώτη αναιρεσίβλητη, δεν έλαβε υπόψη του τη σχετική ομολογία των αντιδίκων του που περιλαμβάνεται στις εφέσεις τους, στις οποίες αναφέρεται ότι η δεύτερη ανήγγειλε στην πρώτη τις ένδικες συμβάσεις με την από 18-1-2013 εξώδικη δήλωσή της, με συνέπεια να καταρρίπτεται ο βασικός ισχυρισμός αυτών περί δήθεν νόμιμης αιτίας παρακράτησης των χρημάτων και να καταδεικνύεται η αληθής πρόθεσή τους περί της τέλεσης της υπεξαίρεσης εις βάρος του από την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των εφέσεων των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι στο ιστορικό αυτών αναφέρεται απλώς το ως άνω γεγονός, σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη ειδική διαδοχή επί των συγκεκριμένων απαιτήσεων και την απ' αυτή δέσμευση των αναιρεσιβλήτων, χωρίς από κανένα στοιχείο να συνάγεται ομολογία αυτών, με την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, ως προς το ζήτημα της επικαλούμενης υπεξαίρεσης σε βάρος του αναιρεσείοντος.

δ) Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα εξής έγγραφα: 1) την από 18-1-2013 εξώδικη δήλωση της ΑΤΕ προς την Τράπεζα Πειραιώς, 2) την από 7-9-2012 εξώδικη δήλωση του αναιρεσείοντος προς την Τράπεζα Πειραιώς και 3) την με αριθ.

πρωτ. …/….-8-2012 επιστολή της Τράπεζας Πειραιώς προς τον αναιρεσείοντα. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται ρητή μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως αποδεικτικό του πόρισμα και την παραδοχή των εφέσεων των αντιδίκων του και ακολούθως την απόρριψη της αγωγής του ίδιου.

Και ε) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 728/2020, ΑΠ 304/2020, ΑΠ 181/2019, ΑΠ 22/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το πέμπτο σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου του με α.π. …/…-8-2012 εγγράφου της Τράπεζας Πειραιώς, το οποίο "μεταμορφώνει" σε εξώδικη καταγγελία, με σκοπό να νομιμοποιήσει την παρακράτηση του συνόλου της επιχορήγησης από την Τράπεζα ήδη από τον Αύγουστο του 2012.

Όμως από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το ως άνω έγγραφο, στο οποίο γίνεται ρητά μνεία περί του ότι το συνολικό ποσό της ενίσχυσης θα "αχθεί" σε πίστωση των οφειλών του αναιρεσείοντος, ληξιπρόθεσμων και άληκτων, εκτίμησε δε τούτο κατά τα ως άνω αναφερόμενα διαφορετικά από τον αναιρεσείοντα, ενώ δεν έχει στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα στο εν λόγω έγγραφο, το οποίο απλώς συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο ως άνω πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.

VΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 982 παρ. 2 περ. ε' του ΚΠολΔ, εξαιρούνται από την κατάσχεση κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. ως τρίτου, μέχρι την κατάθεσή τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του ν. 3614/2007 "περί αναπτυξιακών παρεμβάσεων", οι προκαταβολές και οι ενδιάμεσες πληρωμές των δικαιούχων για την υλοποίηση των πράξεων που συγχρηματοδοτούνται από τα Επιχειρησιακά Προγράμματα του ΕΣΠΑ, το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αλιείας και το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης, δεν κατάσχονται, δεν υπόκεινται σε κανενός είδους παρακράτηση και δεν συμψηφίζονται με τυχόν οφειλές του δικαιούχου προς το Ελληνικό Δημόσιο ή τα ασφαλιστικά ταμεία.

Στην περίπτωση αυτή παραμένουν σε ισχύ οι γενικές διατάξεις περί φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων, χωρίς όμως τον όρο της παρακράτησης. Οι τελικές πληρωμές των ανωτέρω δικαιούχων, μετά την ολοκλήρωση του έργου, δύνανται να κατάσχονται, συμψηφίζονται, παρακρατούνται ή να αποδίδονται για λογαριασμό του δικαιούχου και καταβάλλονται με την υποχρεωτική προσκόμιση αποδεικτικών φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας.

Επιπλέον, κατά το άρθρο 11 παρ. 2 της Υ.Α. 71/2010 "Διαδικασία υπαγωγής πράξεων-καταβολής οικονομικών ενισχύσεων του μέτρου για μόνιμη παύση αλιευτικών δραστηριοτήτων" ορίζεται ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ, μετά το διοικητικό έλεγχο της πληρότητας του φακέλου, την επιβεβαίωση της έγκρισης πληρωμής και τους απαραίτητους λογιστικούς ελέγχους, εκδίδει εντολή πληρωμής προς το τραπεζικό ίδρυμα που τηρείται ο Ειδικός Λογαριασμός Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων (εκτέλεση πληρωμής).

Η δημόσια ενίσχυση δεν εκχωρείται. Περαιτέρω, κατά τη υπ' αριθ. 1646/1-8-2011 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (Κεφ. Ε'παρ. 3) ορίζεται ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ εκδίδει εντολή πληρωμής προς το τραπεζικό ίδρυμα που τηρείται ο Ειδικός Λογαριασμός Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων, για την εκτέλεση της πληρωμής στο ακέραιο και αποκλειστικά στην ατομικό λογαριασμό του δικαιούχου, χωρίς κανένα ποσό να αφαιρείται, ούτε να παρακρατείται, ούτε να εκχωρείται, ούτε να εισπράττεται, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των ποσών της δημόσιας οικονομικής ενίσχυσης, όπως αυτή έχει εγκριθεί με τις σχετικές αποφάσεις.

Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων συνάγεται ότι, οι πιο πάνω προβλεπόμενοι περιορισμοί και απαγορεύσεις ως προς την ένδικη οικονομική ενίσχυση για τη μόνιμη παύση αλιευτικών δραστηριοτήτων και καθ' όσον αφορά την κατάσχεση αυτής εις χείρας του ΟΠΕΚΕΠΕ ως τρίτου και το συμψηφισμό της με οφειλές του δικαιούχου, ισχύουν μέχρι την κατάθεσή της στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου και όχι μετά απ' αυτήν (κατάθεση).

Επίσης, καθόσον αφορά την ως άνω προβλεπόμενη απαγόρευση εκχώρησης, είναι σαφές ότι αυτή αναφέρεται σε εκχώρηση εκ μέρους του δικαιούχου προς το Δημόσιο ή τους φορείς του, ούτως ώστε να μην επέρχεται μείωση του ποσού της εν λόγω οικονομικής ενίσχυσης πριν την κατάθεσή του στο σχετικό τραπεζικό λογαριασμό, και δεν αναφέρεται στην εκχώρηση αυτής ως μελλοντικής απαίτησης εκ μέρους του δικαιούχου προς τρίτους, η οποία, ενεργοποιούμενη μετά την ως άνω κατάθεση του σχετικού ποσού, δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωσή της πριν από το ως άνω χρονικό σημείο.

Τούτο άλλωστε είναι σύμφωνο και προς την καθιερούμενη με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεχόμενο ως νόμιμη την ενεχυρίαση και εκχώρηση του ποσού της επιχορήγησης με τις ένδικες συμβάσεις, παρά το ότι αυτή είναι ακατάσχετη, ανεκχώρητη και δεν μπορεί να συμψηφιστεί με οφειλές του δικαιούχου, ενώ δεν έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό του και τα σχετικά με αυτόν θεμελιωτικά της αγωγής του περιστατικά.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε κατά τα ως άνω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Τούτο δε διότι ο πιο πάνω προβλεπόμενος περιορισμός και απαγόρευση συμψηφισμού της ένδικης οικονομικής ενίσχυσης για τη μόνιμη παύση αλιευτικών δραστηριοτήτων ισχύει μέχρι την κατάθεσή της στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, ενώ στην προκείμενη περίπτωση ο επικαλούμενος συμψηφισμός αυτής με αναφερόμενες απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων έγινε μετά την κατάθεση στο λογαριασμό αυτό του ανωτέρω ποσού των 142.948,75 ευρώ.

Επιπλέον, ο πιο πάνω προβλεπόμενος περιορισμός και απαγόρευση εκχώρησης ως προς την ένδικη οικονομική ενίσχυση αναφέρεται σε εκχώρηση εκ μέρους του δικαιούχου προς το Δημόσιο ή τους φορείς του, και όχι στην περίπτωση εκχώρησης της απαίτησης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εκ μέρους του δικαιούχου προς τρίτους, η οποία υλοποιούμενη μετά την ως άνω κατάθεση του ποσού δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωσή της πριν από το ως άνω χρονικό σημείο.

Επίσης, με βάση τα παραπάνω και τις προαναφερόμενες παραδοχές είναι σαφές ότι το Εφετείο δέχεται τη νομιμότητα, εγκυρότητα και έλλειψη λόγων ακυρότητας των ένδικων συμβάσεων εκχώρησης απαίτησης λόγω ενεχύρου και παροχής ενεχύρου επί χρηματικής κατάθεσης ταμιευτηρίου, απορρίπτοντας έτσι εκ του πράγματος ως αβάσιμο και τον πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο έκτος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.

VΙΙΙ. Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου των πιο κάτω εγγράφων, ήτοι: α) της από 7-9-2012 εξώδικης δήλωσής του προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, από την οποία εντελώς εσφαλμένα εξήγαγε το συμπέρασμα και προέβη στη διαπίστωση ότι δήθεν αυτός πρότεινε την παροχή ασφάλειας επί ελευθέρου ακινήτου του προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της Τράπεζας απ' όλα τα δάνεια που υπήρχαν στο όνομά του και όχι μόνο του αλιευτικού, ακριβώς για να θεμελιώσει γνώση και συναίνεσή του στην κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων και β) της από 30-3-2012 εσωτερικής εγκυκλίου της ΑΤΕ για την οποία δέχεται ότι αυτή "σχηματοποιεί" και περιλαμβάνει τις δήθεν προφορικές οδηγίες της ΑΤΕ προς τα υποκαταστήματά της για τα αναφερόμενα ζητήματα και ειδικότερα τη πρόβλεψη εξασφάλισης με την ενεχυριακή σύμβαση επί καταθετικού δεσμευμένου λογαριασμού όλων των οφειλών της προς αυτήν.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι με την ως άνω κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε ως προς τα έγγραφα αυτά σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση αυτών, με την παραδοχή ότι περιέχουν περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πραγματικά το έγγραφα αυτά περιλαμβάνουν, αλλά από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, τα οποία ορθά ανέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος θεωρεί σαν ορθό.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.

ΙΧ. Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' και 8 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του το από 25-7-2013 παραστατικό, με το οποίο η Τράπεζα Πειραιώς αποδίδει στην ΑΤΕ το ποσό των 120.332,34 ευρώ με αιτιολογία καταβολής "ΑΠΟΔΟΣΗ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΕΝΕΧΥΡΟΥ", καθώς επίσης και το σχετικό ισχυρισμό του ότι και οι δύο αναιρεσίβλητες γνώριζαν ότι η εξόφληση των στεγαστικών δανείων ήταν παράνομη και γι' αυτό προσπάθησαν να τη νομιμοποιήσουν συνδέοντάς την με το ναυτικό δάνειο, το οποίο ήταν το μόνο που μπορούσε να ασφαλιστεί με ναυτικό ενέχυρο.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 11γ' είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται ρητή μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως αποδεικτικό του πόρισμα και την παραδοχή των εφέσεων των αντιδίκων του και ακολούθως την απόρριψη της αγωγής του ίδιου.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην παρούσα περίπτωση κρίνεται ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι το Εφετείο δεν κάνει ειδική μνεία του εν λόγω εγγράφου και της ως άνω αιτιολογίας του, ενόψει της συναγόμενης από το σύνολο των παραδοχών της προφανούς παραδρομής ως προς την αιτιολογία αυτή του ως άνω εγγράφου (απόδοση ναυτικού ενεχύρου) που είχε το ορθό νόημα της απόδοσης των στεγαστικών δανείων.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 8 είναι απαράδεκτος, καθόσον τα ως άνω αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα αυτού, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν αυτοτέλεια. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), να επιδικαστούν όμως σ' αυτούς κατ' ίσα μέρη και όχι χωριστά για καθεμία, καθόσον αυτές είχαν κοινό συμφέρον ως ομόδικοι και μπορούσαν και όφειλαν να εκπροσωπηθούν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι διαφορετικούς (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 467/2019), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-7-2019 αίτηση του Σ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1828/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τoν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατ' ίσα μέρη, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)