Legislator Case Law & Legislation
1907/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final civil court decision regarding voluntary jurisdiction debt restructuring. Appeal rejected for lack of grounds and procedural defects.

Case Number 1907/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final civil court decision concerning a debt restructuring procedure. The appellant, a legal entity, argued the lower court's ruling violated constitutional provisions regarding debt relief, but the court found the appeal inadmissible as the core arguments were raised by the opposing party during the original trial. Consequently, the appeal was rejected because the appellant failed to demonstrate that the lower court erred in applying the specific statutory framework governing voluntary jurisdiction cases.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only if it challenges a substantive error in the application of law or facts, and arguments not properly raised in the original proceedings are inadmissible unless they concern public order.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment voluntary jurisdiction procedure debt restructuring inadmissible appeal public order defense

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1907 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1907/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "...", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ε. Ι..

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. συζ. Σ. Π., το γένος Γ. Λ. και 2) Σ. Π. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευγενία Δελημήτσου, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ' αριθμ. 69/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στις: 1) Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ....και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", 3) εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", εδρεύουσας στο ... και νόμιμα εκπροσωπούμενης, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", 4) Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (ΔΟΥ) Α' Πειραιά, που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως αρμόδιας υπηρεσίας στην οποία εντάσσεται το κατάστημα ΔΕΗ ΑΕ ... Δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2018 αίτηση του 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 29-9-2020 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 42/2021 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-11-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των τελεσίδικων αποφάσεων, δηλαδή εκείνων που, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Η τελεσιδικία, της οποίας η ύπαρξη ερευνάται αυτεπάγγελτα, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που ασκείται η αναίρεση, δηλ. κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση. Οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που υπόκειται, κατ' αρχήν, σε έφεση μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης από εκείνον τον διάδικο που έχασε το δικαίωμα να ασκήσει έφεση, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη, μετά την επίδοση, η προθεσμία για άσκηση έφεσης κατ' αυτής, είτε γιατί παραιτήθηκε, έστω και σιωπηρά, από αυτό.

Τέτοια παραίτηση, με εξαίρεση τις διαφορές του άρθρου 592 του νέου ΚΠολΔ, ενέχει η άσκηση εκ μέρους του αναίρεσης, ενώ διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, υπό την προϋπόθεση ότι ο δικηγόρος που υπογράφει την αναίρεση έχει σχετική ειδική πληρεξουσιότητα ή ότι εκ των υστέρων εγκρίθηκε, κατά διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 544 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, η άσκηση αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα, όπως συμβαίνει όταν ο τελευταίος παρίσταται αυτοπροσώπως στον Άρειο Πάγο για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή παρέχει πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο για τη συζήτησή της, δεδομένου ότι η σιωπηρή αυτή παραίτηση είναι επιτρεπτή και χωρίς τη τήρηση του κατά το άρθρο 297 του ΚΠολΔ τύπου, αφού ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά τη παραίτηση από το δικόγραφο ή από το δικαίωμα ένδικου μέσου που έχει ήδη ασκηθεί.

Το αποτέλεσμα της παραίτησης, δηλαδή η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης, ανατρέχει στο χρόνο άσκησης της αναίρεσης, έστω και αν η επίδοση του δικογράφου της έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο (Ολ.ΑΠ 17/2013, ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1147/2021, ΑΠ 221/2020, ΑΠ 470/2017, ΑΠ 318/2017). Υπό τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση, από 24-11-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1/2021), αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η με αριθ. 42/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 739 έως 741 επ.

του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ασκήθηκε παραδεκτά, παρά το ότι δεν προκύπτει ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης, καθόσον από την απευθείας άσκηση της αναίρεσης συνάγεται (σιωπηρή) παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικαίωμά του να ασκήσει έφεση.

Η παραίτησή του αυτή, για την οποία δεν παρασχέθηκε στο πληρεξούσιο δικηγόρο του Ε. Ι. η απαιτούμενη, κατ' άρθρ. 98 περ. β' του ΚΠολΔ, ειδική πληρεξουσιότητα, εγκρίθηκε σιωπηρά από αυτό και έτσι θεραπεύτηκε η έλλειψη, όπως αυτό προκύπτει από τη μεταγενέστερη, με το προσκομιζόμενο με αριθ. 37.../3-7-2023 έγγραφο του συμβολαιογράφου ...

Π.Α., πληρεξουσιότητα που παρασχέθηκε, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, στον πιο πάνω δικηγόρο να το εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου. Η έγκριση, ενεργώντας αναδρομικά, ισχυροποίησε τη παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης κατά τα προαναφερόμενα. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του (μοναδικού) λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η αίτηση αναίρεσης κοινοποιήθηκε και στους αναγκαίους ομοδίκους του αναιρεσείοντος, προς γνώση τους, αφού στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β`του ΚΠολΔ (ΑΠ 692/2024, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:

Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με τις ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., από 27-12-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 45/2018) και από 29-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2/2020), αιτήσεις, κατά των καθών πιστωτών τους, μεταξύ των οποίων και το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)", ως καθολικού διαδόχου του τ.

Ο.Α.Ε.Ε. και τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, έχοντας μετονομασθεί πλέον ο Ε.Φ.Κ.Α. σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)" και ήδη αναιρεσείον, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους πιστωτές τους, ζήτησαν τη ρύθμιση των χρεών τους, με βάση τη περιουσιακή και οικογενειακή τους κατάσταση, με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης κύριας κατοικίας του αιτούντος-δεύτερου αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλαν, άλλως τη δικαστική ρύθμιση των χρεών τους, με το καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 1, 2 του ν. 3869/2010, καθώς και το καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, προς το σκοπό διάσωσης της κύριας κατοικίας του ως άνω δεύτερου αναιρεσίβλητου, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής τους κατάστασης, με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή τους από αυτά.

Επί των αιτήσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθ. 42/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία, κρίνοντας ότι η διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ. β' περ. γ' του ν. 3869/2010, με την οποία υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου αυτού και οι ασφαλιστικές εισφορές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης δεν είναι αντισυνταγματική, έγιναν εν μέρει δεκτές οι αιτήσεις ως βάσιμες και κατ' ουσία, ρυθμίστηκαν τα χρέη τους, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, ενώ εξαιρέθηκε από την εκποίηση η κύρια κατοικία του ως άνω αιτούντος και επιβλήθηκε η καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθορίστηκαν προς διάσωση της κύριας κατοικίας.

Με τις διατάξεις του ν. 4336/2015 [άρθρ. 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με τη παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του), 4346/2015 και 4549/2018 [οι διατάξεις του οποίου καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς αιτήσεις (άρθρ.68)], που τροποποίησαν αυτές του ν. 3869/2010 όπως ίσχυε, δίνεται πλέον η δυνατότητα στους οφειλέτες να υπαγάγουν στο νόμο 3869/2010, μεταξύ άλλων και τις οφειλές τους προς το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους Ο.Τ.Α., με τη προϋπόθεση ότι οι οφειλές αυτές, όπως και οι υπόλοιπες:

α) δεν έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν τη κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, β) δεν δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαριά αμέλεια, γ) δεν συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές και δ) δεν αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανήλικου τέκνου.

Μάλιστα ο νομοθέτης αποκλίνοντας από το συλλογικό χαρακτήρα της διαδικασίας που διέπεται από την αρχή της υποχρεωτικής καθολικότητας δίνει στο δανειολήπτη τη δυνατότητα επιλογής της ρύθμισης που θα ακολουθήσει, θεσπίζοντας όμως παράλληλα την αρχή του ασυμβίβαστου αναφορικά με τα θεσμικά πλαίσια διευθέτησης οφειλών σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης, για να υπαχθεί στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, πρέπει να εγκαταλείψει τυχόν ρύθμιση οφειλών του σε άλλο θεσμικό πλαίσιο.

Κατ` αυτό το τρόπο δεν καθιστά τον περιορισμό των αξιώσεων του Δημοσίου υποχρεωτικό από το νόμο, τηρώντας έτσι το αναγκαίο μέτρο ως προς τον περιορισμό που θεσπίζει, εφόσον πρόκειται για αξιώσεις του Δημοσίου και όχι ιδιωτών και πιστωτικών ιδρυμάτων. Η επέκταση επομένως του πεδίου εφαρμογής του ν. 3869/2010 στις παραπάνω κατηγορίες οφειλών προς το Δημόσιο προάγει το προστατευτικό σκοπό του νόμου που είναι η επάνοδος του υπερχρεωμένου οφειλέτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή και η οποία δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί αν στερείται της δυνατότητας ενιαίας ρύθμισης, παραμένοντας βεβαρημένος με τις απαιτήσεις που εξαιρούνται.

Συν τοις άλλοις, η εξαίρεση των απαιτήσεων του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, που ερείδεται στο γεγονός ότι αυτές γεννώνται εκτός αγοράς και επομένως ο δανειστής (Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία) δε μπορεί να επιλέξει το πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου του, ενώ η είσπραξή τους ως φόρων και δημοσίων βαρών, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, διασφαλίζει μεν την πλεονεκτικότερη θέση τους έναντι των απαιτήσεων των υπόλοιπων πιστωτών που εντάσσονται στη συλλογική διαδικασία του νόμου, καθόσον με την εξαίρεσή τους διατηρούν την ακεραιότητά τους (free riding), όμως ο περιορισμός που επέρχεται με την ένταξή τους, δεν αποβαίνει απαραίτητα εις βάρος των συμφερόντων του Δημοσίου.

Η επί μακρόν διατήρηση των απαιτήσεων για τα ανεξόφλητα χρέη έχει περιορισμένη οικονομική αξία, όταν η αβεβαιότητα σε σχέση με τη δυνατότητα εξόφλησής τους είναι υψηλή, καθόσον το Δημόσιο και τα ισοδύναμα προς αυτό νομικά πρόσωπα αναγκάζονται να επιδιώκουν την είσπραξη του συνόλου ή του μεγαλύτερου μέρους των απαιτήσεών τους από έναν οφειλέτη που βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης, διαρκούς και καθολικής αδυναμίας πληρωμών.

Επιπρόσθετα, με την ένταξη στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και των εν λόγω οφειλών, το Δημόσιο, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και οι Ο.Τ.Α. θα επωφεληθούν από τη σύμμετρη διανομή των μηνιαίων δόσεων του άρθρου 8 παρ. 2, από τις μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, εφόσον κατά ρητή αναφορά στο άρθ. 9 παρ. 2 εδ.

ιε του ν. 3869/2010 οι καταβολές αυτές γίνονται κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 974 επ. του ΚΠολΔ και συνεπώς, οι ενέγγυοι και προνομιούχοι πιστωτές, όπως το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και οι Ο.Τ.Α. (άρθρο 975 παρ. 3 και 5) ικανοποιούνται πρώτα με τις αναλογίες μεταξύ τους, όπως ορίζονται στις διατάξεις του ΚΠολΔ και μετά ικανοποιούνται σύμμετρα οι ανέγγυοι ανασφάλιστοι πιστωτές και τέλος από τη προνομιακή διανομή του προϊόντος ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του νόμου σε συνδυασμό με τα άρθρα 15 του ν. 3869/2010, 153-154 επ.

ΠτωχΚ και 974 επ. του ΚΠολΔ, ικανοποιώντας ένα μέρος τουλάχιστον των απαιτήσεών τους. Η ένταξή τους λοιπόν στη συλλογική διαδικασία του ν. 3869/2010 λειτουργεί προστατευτικά για τα συμφέροντά τους, τα οποία δεν θα μπορούσαν να προστατευτούν επαρκώς με τους κοινούς κανόνες ικανοποίησης των απαιτήσεων των δανειστών, καθόσον μέχρι να επιτευχθεί ο σκοπός της συλλογικής διαδικασίας των άρθρων 5 επ.

του νόμου δεν νοείται επιστροφή στην ατομική διαδικασία ικανοποίησης, παρά μόνο εάν δεν υφίστανται πλέον οι δικαιολογητικοί λόγοι της συλλογικής διαδικασίας. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, λόγοι ιδιαιτέρως έντονου δημόσιου συμφέροντος επιβάλλουν την ευρύτερη νομοθετική διαχείριση της διόγκωσης του φαινομένου της υπερχρέωσης φυσικών προσώπων στην ελληνική πραγματικότητα, τη στιγμή που συντελείται η σοβαρότερη κρίση δημόσιου χρέους στην ιστορία της χώρας, εκφάνσεις της οποίας είναι η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, η διαρκώς επιτεινόμενη ανεργία, ιδίως στις παραγωγικές ηλικίες και η ολοένα αυξανόμενη αδυναμία των φυσικών προσώπων να ανταποκριθούν στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Η συνταγματικότητα της νομοθετικής παρέμβασης στις αξιώσεις του Δημοσίου και των ισοδύναμων προς αυτό νομικών προσώπων, πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα της προστασίας του αδύνατου και εγκλωβισμένου οικονομικά και κοινωνικά υπερχρεωμένου πολίτη και της εξασφάλισης θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων του, όπως της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, της προστασίας της προσωπικότητας από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, του δικαιώματος προστασίας της οικογένειας, του γάμου και της παιδικής ηλικίας, της οικογενειακής στέγης από το άρθρο 21 του Συντάγματος αλλά και της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου από το άρθρο 25 παρ. 1 α' του Συντάγματος.

Η υπό όρους απαλλαγή (μερική ή ολική) από το σύνολο των χρεών του δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως "εισφοροδοτική αμνηστεία" προς "κακοπληρωτές" και ως παραβίαση της ισότιμης μεταχείρισης των συνεπών φορολογούμενων και ασφαλισμένων, αλλά ως υποχρέωση σεβασμού της αξίας του "αδύναμου" οφειλέτη ως ατόμου, η κοινωνική και οικονομική εξόντωση του οποίου δεν προάγει το δημόσιο συμφέρον, καθώς τον εμποδίζει να επανενταχθεί στη κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα και να συμβάλλει στην οικονομική ανόρθωση της χώρας σύμφωνα με την επιταγή της διάταξης του άρθρου 106 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 7/2018, ΑΠ 288/2000).

Υπό αυτή την έννοια, περιορισμοί των αξιώσεων του Δημοσίου και των ισοδύναμων με αυτό νομικών προσώπων στο νομοθετικό πλαίσιο του ν. 3869/2010 κρίνονται συνταγματικοί, καθόσον είναι πρόσφοροι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, πληρούν το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του απαραίτητου αποτελέσματος και πληρούν το όριο αναλογικότητας σε σχέση με την ανάγκη να τεθεί ο συγκεκριμένος περιορισμός.

Ειδικότερα, σε ότι αφορά τις ασφαλιστικές εισφορές, ο υποχρεωτικός και εκ του νόμου χαρακτήρας της κοινωνικής ασφάλισης συνεπάγεται ότι τα ασφάλιστρα συνιστούν μία αμιγώς δημοσίου δικαίου επιβάρυνση. Οι ασφαλιστικές εισφορές δεν αποτελούν μεν φόρους κατά τη έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελούν ωστόσο δημόσια βάρη κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, τα οποία επιβάλλονται κατ' αρχήν σε όλους τους ασφαλισμένους ανάλογα με τις δυνάμεις τους, δηλαδή τις αποδοχές τους.

Η υποχρέωση καταβολής εισφορών επιβάλλεται ως εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης κατά το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος και τούτο με δύο έννοιες. Καταρχάς, με την έννοια της αναδιανομής εισοδήματος, δεδομένου ότι, ενώ οι παροχές είναι κατ` αρχήν ίδιες για όλα τα μέλη της οικείας ασφαλιστικής κοινότητας, το ασφαλιστικό κεφάλαιο από το οποίο οι παροχές χρηματοδοτούνται σχηματίζεται από διαφορετικού ύψους εισφορές, ανάλογα με τις αποδοχές του κάθε ασφαλισμένου.

Και περαιτέρω, με την έννοια της διαγενεακής αλληλεγγύης, στο βαθμό που εφαρμόζεται το διανεμητικό αντί του κεφαλαιοποιητικού συστήματος χρηματοδότησης, δηλαδή οι εισφορές που καταβάλλουν οι οικονομικά ενεργοί ασφαλισμένοι χρηματοδοτούν τις παροχές προς τους συνταξιούχους της προηγούμενης γενιάς.

Οι ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών επιμερίζονται μεταξύ των ιδίων και των εργοδοτών τους. Αντίθετα, οι αυτοαπασχολούμενοι βαρύνονται με το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών τους. Και στη μία περίπτωση και στην άλλη, οι εισφορές καθορίζονται με νόμο ή βάσει νόμου ως ποσοστό επί των αποδοχών των ασφαλισμένων.

Ενώ όμως οι εισφορές που καταβάλλουν οι μισθωτοί υπολογίζονται επί των πραγματικών αποδοχών τους, οι εισφορές που καταβάλλουν οι αυτοαπασχολούμενοι υπολογίζονται επί τεκμαρτών αποδοχών, χρησιμοποιείται δηλαδή μία πλασματική βάση υπολογισμού. Στην περίπτωση των αυτοαπασχολούμενων οι ασφαλιστικές εισφορές παραμένουν καταρχήν αμετάβλητες και ανεξάρτητες προς οποιεσδήποτε μεταβολές στις αποδοχές τους.

Έτσι όμως δεν διασφαλίζεται η αναλογικότητα μεταξύ αποδοχών και εισφορών, με αποτέλεσμα να αυξάνει η πιθανότητα, οι επιβαλλόμενες εισφορές να μην ανταποκρίνονται στη πραγματική εισφοροδοτική ικανότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή να μη τηρείται η απαίτηση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος για συνεισφορά του καθενός στα κοινωνικοασφαλιστικά βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Ακριβώς προκειμένου να διασφαλιστεί η απαίτηση αυτή, σε συνδυασμό με την εγγύηση της ισότιμης και καθολικής πρόσβασης στη κοινωνική ασφάλιση που απορρέει από το κοινωνικό δικαίωμα του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, έχει προβλεφθεί ένα σύστημα κανονιστικής αναπροσαρμογής των ποσών των ασφαλιστικών κατηγοριών, δηλαδή των τεκμαρτών μέσων αποδοχών των αυτοαπασχολούμενων επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές.

Η επιβολή σε βάρος των ασφαλισμένων του ΟΑΕΕ δυσανάλογα υψηλών, σε σχέση με τις πραγματικές αποδοχές τους, ασφαλιστικών εισφορών συνεπάγεται ότι αυτοί δεν συνεισφέρουν στα δημόσια ασφαλιστικά βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους, όπως απαιτεί το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, και ούτε προστατεύονται ως ισότιμοι φορείς του κοινωνικού δικαιώματος του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Για τους παραπάνω λόγους και για τη δημιουργία ενός πλαισίου προστασίας, πριν την ως άνω τροποποίηση του ν. 3869/2010, με βάση το άρθρο 30 του ν. 4321/2015 εισήχθη εξαίρεση ως προς το χαρακτηρισμό του ποινικού αδικήματος για συγκεκριμένες περιπτώσεις χρεών, όπως αυτά με αφορμή ατομικές ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων στον ΟΑΕΕ και στο ΕΤΑΑ.

Κατά συνέπεια η μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών ως προς τους ανωτέρω οργανισμούς δεν θεωρείται πλέον ποινικό αδίκημα. Επίσης, στα πλαίσια αυτά σε ότι αφορά τα χρέη επαγγελματιών προς το Δημόσιο και Φ.Κ.Α., οι οποίοι ταυτόχρονα οφείλουν σε χρηματοδοτικούς φορείς, εκτός της μεταρρύθμισης του ν. 3869/2010 με το ν. 4336/2015, υπήρξε κρατική παρέμβαση με ειδικό νόμο (άρθρο 10 του ν. 4374/2016 ΦΕΚ Α`50/1-4-2016), που περιλαμβάνει στο άρθρο 8 τις επερχόμενες στο Κώδικα φορολογίας εισοδήματος μεταβολές, παρατάθηκε η προθεσμία του άρθρου 60 παρ. 2 εδ.

γ` του ν. 4307/2014, με τον οποίο θεσπίζονται έκτακτα προσωρινά μέτρα για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους, ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), καθώς και έκτακτες διαδικασίες για την εξυγίανση ή εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων.

Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του ν. 4336/2015 και την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πλαίσιο του ν. 3869/2010 και των ασφαλιστικών εισφορών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, διασφαλίζεται η αναλογικότητα μεταξύ της πραγματικής εισοδηματικής κατάστασης του υπερχρεωμένου οφειλέτη και των εισφορών, με αποτέλεσμα οι επιβαλλόμενες μετά τη ρύθμιση του Δικαστηρίου εισφορές να ανταποκρίνονται στη πραγματική εισφοροδοτική ικανότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή να τηρείται η απαίτηση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος για συνεισφορά του καθενός στα δημόσια βάση ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Κατά συνέπεια, είναι εν προκειμένω κοινωνικά και οικονομικά απόλυτα δικαιολογημένη και συνταγματικά επιβεβλημένη (άρθρα 22 παρ. 5 και 4 παρ. 5 Συντ.) και επί πλέον επιτακτική λόγω των εξαιρετικών συνθηκών της κρίσης η ένταξη στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και των εν λόγω οφειλών, αφού εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 424/2024, ΑΠ 692/2024, ΑΠ 997/2023).

Όσον αφορά το μεγάλο ζήτημα της μείωσης των ασφαλιστικών εσόδων και του κινδύνου "χρεοκοπίας των ασφαλιστικών ταμείων" που αντιμετωπίζει η χώρα, δεν είναι η ένταξη των ασφαλιστικών εισφορών των υπερχρεωμένων ιδιωτών στο ρυθμιστικό πεδίο του νόμου, αυτή που επιτείνει τον κίνδυνο, αλλά πέρα από τους πολλούς άλλους λόγους, είναι το δημογραφικό πρόβλημα, η ανεργία, η αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία, η μείωση των εισοδημάτων πολλών επαγγελματικών ομάδων, το κλείσιμο μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, η διαρροή ελληνικών επιχειρήσεων σε φορολογικούς παραδείσους κλπ.

Τέλος, τα ζητήματα που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι κοινωνικό ασφαλιστικοί φορείς από την υλοποίηση του επικυρωμένου από το Δικαστήριο στο πλαίσιο του ν. 3869/2010 σχεδίου διευθέτησης οφειλών, σχετικά με την απόλαυση του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος μετά την προβλεπόμενη κατά το νόμο ωρίμανσή του, με το ύψος της συνταξιοδότησης, με τον ασφαλιστικό χρόνο, δεν μπορούν να επιλυθούν στο πλαίσιο του ν. 3869/2010, καθώς ο προγραμματικός σκοπός του εν λόγω νομοθετήματος εστιάζει στη διαχείριση του κοινωνικού φαινομένου της υπερχρέωσης φυσικών προσώπων και τα ζητήματα αυτά χρήζουν ειδικής νομοθετικής ρύθμισης στο πλαίσιο της γενικότερης αναδιάρθρωσης του κοινωνικοασφαλιστικού ζητήματος.

Εξάλλου, οι ασφαλιστικές παροχές δεν απαιτείται να τελούν σε σχέση ευθείας ανταποδοτικότητας προς τις καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, καθόσον η αρχή της ανταποδοτικότητας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών δεν είναι συνταγματικώς κατοχυρωμένη. Περαιτέρω, δεν αποτελεί συνταγματικώς κατοχυρωμένο κανόνα η αναλογία ασφαλιστικών εισφορών και ασφαλιστικών παροχών (Ολ.ΣτΕ 3487/2008, ΣτΕ 545/2022).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ορίζεται, ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 4/2023, Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 4/2023, Ολ.ΑΠ 3/2022, Ολ.ΑΠ 4/2021, Ολ.ΑΠ 1/2021, ΑΠ 424/2024).

Με το μοναδικό αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον (ως πιστωτής των αιτούντων), ισχυρίζεται ότι, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. β` περ. γ` του ν. 3869/2010, απέρριψε την ένσταση αντισυνταγματικότητας και υπήγαγε σε ρύθμιση τις οφειλές των αιτούντων και ως προς αυτό το Ν.Π.Δ.Δ., ενώ έπρεπε να απορρίψει, ως προς τις οφειλές αυτές, τις αιτήσεις ως μη νόμιμες, κρίνοντας την ανωτέρω διάταξη αντισυνταγματική, επειδή παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 78 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την αρχή της ισότητας, το θεσμό της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων, τη προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την οικονομική βιωσιμότητα των φορέων κοινωνικής ασφάλιση, ενώ έρχεται σε αντίθεση και με το δημόσιο συμφέρον, αποδίδοντας με τις ως άνω αιτιάσεις, στη προσβαλλόμενη απόφαση, τη πλημμέλεια, ορθώς μόνον από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ.

Από τη παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε τα εξής: ''.... από την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 Συντ. συνάγεται ότι οι φορολογικοί νόμοι δεν μπορούν να προβαίνουν σε αδικαιολόγητες διακρίσεις ή να επιβαρύνουν δυσανάλογα και υπέρμετρα ορισμένους πολίτες ή κατηγορίες πολιτών.

Η αρχή της φορολογικής ισότητας, που καθιερώνεται στο ανωτέρω άρθρο, επιβάλλει την όμοια φορολογική μεταχείριση ατόμων που βρίσκονται κάτω από τις ίδιες οικονομικές συνθήκες (οριζόντια φορολογική ισότητα) και την ανόμοια μεταχείριση εκείνων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες (κάθετη φορολογική ισότητα), έτσι ώστε να μην είναι συνταγματικά ανεκτή ούτε η άνιση μεταχείριση όμοιων περιπτώσεων ούτε η ίση μεταχείριση ανόμοιων (....).

Η ίδια ως άνω διάταξη προσδιορίζει τι μπορεί, αλλά και τι πρέπει να αποτελεί κριτήριο διαφορετικής μεταχείρισης και τούτο είναι οι δυνάμεις, δηλαδή οι οικονομικές δυνατότητες του πολίτη. Αξίζει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι το Σύνταγμα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 δεν απαγορεύει οποιεσδήποτε διακρίσεις, αλλά μόνο τις αυθαίρετες, ως τέτοιες δε νοούνται:

α) αυτές που στηρίζονται σε απαγορευμένες από το Σύνταγμα διαφοροποιήσεις, π.χ. το φύλο, τη φυλή, τη γλώσσα, τις θρησκευτικές ή πολιτικές πεποιθήσεις, β) αυτές που επιφέρουν δυσμενείς έννομες συνέπειες σε άτομα, ιδιότητες ή καταστάσεις που τελούν κατά το Σύνταγμα υπό την προστασία, μέριμνα ή ειδική φροντίδα του Κράτους, γ) αυτές που έχουν χαριστικό χαρακτήρα εις όφελος ορισμένων προσώπων ή ομάδων, δε νοούνται δε ως τέτοιες οι φορολογικές απαλλαγές και εξαιρέσεις που αποτελούν μέσα άσκησης οικονομικής πολιτικής.

Πρέπει εν προκειμένω να επισημανθεί ότι η κατά το ν. 3869/2010 απαλλαγή του οφειλέτη από μέρος των χρεών του με τη ταυτόχρονη διάσωση της κύριας κατοικίας του δεν πραγματοποιείται αναίμακτα για τον οφειλέτη, καθώς υποχρεούται να αποδώσει στους πιστωτές του το ποσό που αντιστοιχεί, κατά τις τελευταίες τροποποιήσεις, στο ποσό που αυτοί θα ελάμβαναν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμού της τελευταίας.

Με δεδομένο, μάλιστα, ότι γίνεται πλέον ρητή παραπομπή από το νόμο 3869/2010 στις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας όσον αφορά την κατάταξη των πιστωτών του αιτούντος και διατηρούνται κατ' αυτόν τον τρόπο τα γενικά προνόμια του Δημοσίου, αφού δεν προβλέπεται σύμμετρη ικανοποίηση όλων των δανειστών, διασφαλίζεται ότι κανένας εκ των πιστωτών δεν θα περιέλθει σε θέση δυσμενέστερη της θέσης στην οποία θα ήταν σε περίπτωση μη υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση.

Εξάλλου, η υπαγωγή ενός οφειλέτη στο νόμο υπόκειται σε πλήθος αντικειμενικών προϋποθέσεων, που αφορούν την εισοδηματική και περιουσιακή του κατάσταση και τη σχέση της παροντικής του ρευστότητας με τις οφειλές του, αλλά και στην υποκειμενική προϋπόθεση της μη δόλιας περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμών, η επιβαλλόμενη δε από το Δικαστήριο ρύθμιση πρέπει κατά το νόμο να εξαντλεί τις δυνατότητες αποπληρωμής του οφειλέτη, γεγονός που τρόπον τινά εγγυάται ότι επί του πρακτέου δεν θα διαφοροποιούταν η κατάσταση, ακόμα και αν ο οφειλέτης δεν υπαγόταν στις διατάξεις του νόμου.

Μοναδική διαφοροποίηση αποτελεί το γεγονός ότι πλέον παρέχεται στον οφειλέτη η δυνατότητα μίας μακρόχρονης και βιώσιμης ρύθμισης, που του επιτρέπει να συμμετέχει ενεργά στην κοινωνική και οικονομική ζωή χωρίς να απειλείται από την αιφνίδια αναγκαστική εκτέλεση της περιουσίας του και την απώλεια της κύριας κατοικίας του.

Ως εκ τούτου, είναι κατά τη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου απορριπτέα ως αβάσιμη η σχετική ένσταση αντισυνταγματικότητας....''. Κρίνοντας η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. β` περ. γ' του ν. 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, με την οποία προβλέπεται η υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου και των οφειλών των υπερχρεωμένων οφειλετών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), είναι συμβατή με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 4, 22 παρ. 5 και 78 του Συντάγματος, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη. Και αυτό διότι, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ.

β` περ. γ' του ν. 3869/2010 όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, με την οποία προβλέπεται η υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου και των οφειλών των υπερχρεωμένων οφειλετών προς Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με συνέπεια το περιορισμό των σχετικών αξιώσεων του τελευταίου, είναι συμβατή με τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος επειδή θεσπίσθηκε με βάση αντικειμενικά κριτήρια και ο τιθέμενος περιορισμός των αξιώσεων του αναιρεσείοντος δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους όχι μόνο γενικότερου κοινωνικού, αλλά και δημόσιου συμφέροντος, είναι πρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλ.

την επανένταξη του υπερχρεωμένου οφειλέτη, στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, από την οποία ωφελείται η κοινωνία και η οικονομία, πληροί το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του απαραίτητου αποτελέσματος, καθώς και το όριο αναλογικότητας σε σχέση με την ανάγκη να τεθεί ο συγκεκριμένος περιορισμός (ΑΠ 424/2024, ΑΠ 692/2024, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 997/2023).

Επομένως, ο αναιρετικός λόγος, ορθώς μόνο από τον αριθ. 1α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι, κατά τους ορισμούς του άρθρου 562 παρ. 2 περ. γ` του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, όπως η έννοια αυτής οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 του ΑΚ, 323 αρ. 5, 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ και αναφέρεται στην αποτροπή επέλευσης έννομης συνέπειας, μη ανεκτής από την κρατούσα στην Χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο ισχυρισμός συνδέεται με νομοθετική ρύθμιση ουσιαστικού ή δικονομικού χαρακτήρα κανόνα δικαίου, η οποία προβάλλεται ως αντικείμενη στο Σύνταγμα, και παράλληλα τα θεμελιωτικά αυτού περιστατικά τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας ή προκύπτουν από την ίδια την απόφαση (Ολ.ΑΠ 4/2012, Ολ.ΑΠ 20/2011), στη δε παρούσα περίπτωση ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης, περί αντίθεσης της ρύθμισης του άρθρου 1 παρ. 2 εδ.

β` περ. γ' του ν. 3869/2010 στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 78 του Συντάγματος, προβλήθηκε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου από αναγκαίο ομόδικο του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ και ειδικότερα από την Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) Α' Πειραιά, από δε το αναιρεσείον προβάλλεται για πρώτη φορά με το αναιρετήριο στην αναιρετική δίκη.

Παρά ταύτα παραδεκτά προτείνεται με την ερευνώμενη αίτηση αναίρεσης εφόσον πρόκειται για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη και παράλληλα τα θεμελιωτικά αυτού πραγματικά περιστατικά τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας και επιπρόσθετα προκύπτουν από τις αιτιολογίες της απόφασης (Ολ.ΑΠ 4/2012). Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β`του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 1513/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 24-11-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 42/2021 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ