Legislator Case Law & Legislation
692/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt discharge decision due to procedural error in applying debt relief law.

Case Number 692/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final judgment granting debt discharge to a natural person. The appellant, a social security fund, argued the lower court erred in applying the debt relief law, while the respondent, who did not appear, was absent from the hearing. The court found a substantive violation because the first-instance judge applied the wrong legal provision, necessitating a re-examination under the correct law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: When a lower court applies the wrong legal provision in a debt discharge case, the Supreme Court must allow the appeal and remand the case for retrial under the correct law.

Keywords

AI generated
debt discharge procedure natural person debt relief substantive legal error remand for retrial inquisitorial system social security fund appeal procedural violation

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 560 paragraph 1 letter a of the Code of Civil Procedure
Article 744 and 759 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 letter b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 692 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 692/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)" (πρώην "Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ), Περ/κή Δ/νση ΚΕΑΟ Στερεάς Ελλάδας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ζωγράφου.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-5-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 10-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 12/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων της παρούσας δίκης, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"). Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείoν Ν.Π.Δ.Δ. επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει o νόμος κάποιος από τους διαδίκους. ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος o οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, o Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσκομιζόμενη, από το αναιρεσείον, με αριθ. 3356/7-10-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Λαμίας Α. Λ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 10-5-2022, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι από τις με αριθ. 6828/6-10-2022, 6822/4-10-2022 και 6821/4-10-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Δ. Σ., που προσκομίζει, με επίκληση, το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφα της ως άνω αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτά πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν, προς γνώση τους, στους αναγκαίους ομοδίκους του αναιρεσείοντος κατά τη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη:

α) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ)", πρώην "ΟΑΕΔ", β) ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ" και γ) ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank ΑΕ", αφού στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β`του ΚΠολΔ (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017)..

Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαμίας, από 13-10-2017 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 233/2017), αίτηση, κατά των καθών πιστωτών του, μεταξύ των οποίων και το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)", ως καθολικού διαδόχου του τ. Ο.Α.Ε.Ε. και τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, έχοντας μετονομασθεί πλέον ο Ε.Φ.Κ.Α. σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)" και ήδη αναιρεσείον, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους πιστωτές του, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του, με βάση τη περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης σ' αυτή κύριας κατοικίας του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του, με το καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 1, 2 του ν. 3869/2010, καθώς και το καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, προς το σκοπό διάσωσης της κύριας κατοικίας του, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής του κατάστασης, με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή του από αυτά.

Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. 181/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως μη νόμιμη ως προς το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)", καθώς έκρινε αντισυνταγματική τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. β' περ. γ' του ν. 3869/2010 αναφορικά με την ένταξη των ασφαλιστικών εισφορών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης στην ως άνω διάταξη και ως ουσία αβάσιμη στο σύνολό της (ως προς τους λοιπούς πιστωτές).

Ακολούθως, ο ηττηθείς αιτών, άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την, από 21-11-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 135/2019), έφεση, με την οποία, επικαλούμενος εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 εδ. β'περ.γ' του ν. 3869/2010 και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης και τη παραδοχή της έφεσής του.

Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, δικάστηκε εκ νέου η ως άνω από 13-10-2017 αίτηση, έγινε αυτή δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη και κατ' ουσία, κρίνοντας ότι η διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.

β' περ. γ' του ν. 3869/2010, με την οποία υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου αυτού και οι ασφαλιστικές εισφορές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης δεν είναι αντισυνταγματική, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της. Με τις διατάξεις του ν. 4336/2015 [άρθρ. 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με τη παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του), 4346/2015 και 4549/2018 [οι διατάξεις του οποίου καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς αιτήσεις (άρθρ.68)], που τροποποίησαν αυτές του ν. 3869/2010 όπως ίσχυε, δίνεται πλέον η δυνατότητα στους οφειλέτες να υπαγάγουν στο νόμο 3869/2010, μεταξύ άλλων και τις οφειλές τους προς το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους Ο.Τ.Α., με τη προϋπόθεση ότι οι οφειλές αυτές, όπως και οι υπόλοιπες:

α) δεν έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν τη κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, β) δεν δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαριά αμέλεια, γ) δεν συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές και δ) δεν αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανήλικου τέκνου.

Μάλιστα ο νομοθέτης αποκλίνοντας από το συλλογικό χαρακτήρα της διαδικασίας που διέπεται από την αρχή της υποχρεωτικής καθολικότητας δίνει στο δανειολήπτη τη δυνατότητα επιλογής της ρύθμισης που θα ακολουθήσει, θεσπίζοντας όμως παράλληλα την αρχή του ασυμβίβαστου αναφορικά με τα θεσμικά πλαίσια διευθέτησης οφειλών σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης, για να υπαχθεί στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, πρέπει να εγκαταλείψει τυχόν ρύθμιση οφειλών του σε άλλο θεσμικό πλαίσιο.

Κατ` αυτό το τρόπο δεν καθιστά το περιορισμό των αξιώσεων του Δημοσίου υποχρεωτικό από το νόμο, τηρώντας έτσι το αναγκαίο μέτρο ως προς το περιορισμό που θεσπίζει, εφόσον πρόκειται για αξιώσεις του Δημοσίου και όχι ιδιωτών και πιστωτικών ιδρυμάτων. Η επέκταση επομένως του πεδίου εφαρμογής του ν. 3869/2010 στις παραπάνω κατηγορίες οφειλών προς το Δημόσιο προάγει το προστατευτικό σκοπό του νόμου που είναι η επάνοδος του υπερχρεωμένου οφειλέτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή και η οποία δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί αν στερείται της δυνατότητας ενιαίας ρύθμισης, παραμένοντας βεβαρημένος με τις απαιτήσεις που εξαιρούνται.

Συν τοις άλλοις, η εξαίρεση των απαιτήσεων του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, που ερείδεται στο γεγονός ότι αυτές γεννώνται εκτός αγοράς και επομένως ο δανειστής (Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία) δε μπορεί να επιλέξει το πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου του, ενώ η είσπραξή τους ως φόρων και δημοσίων βαρών, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, διασφαλίζει μεν τη πλεονεκτικότερη θέση τους έναντι των απαιτήσεων των υπόλοιπων πιστωτών που εντάσσονται στη συλλογική διαδικασία του νόμου, καθόσον με την εξαίρεσή τους διατηρούν την ακεραιότητά τους (free riding), όμως ο περιορισμός που επέρχεται με την ένταξή τους, δεν αποβαίνει απαραίτητα εις βάρος των συμφερόντων του Δημοσίου.

Η επί μακρόν διατήρηση των απαιτήσεων για τα ανεξόφλητα χρέη έχει περιορισμένη οικονομική αξία, όταν η αβεβαιότητα σε σχέση με τη δυνατότητα εξόφλησής τους είναι υψηλή, καθόσον το Δημόσιο και τα ισοδύναμα προς αυτό νομικά πρόσωπα αναγκάζονται να επιδιώκουν την είσπραξη του συνόλου ή του μεγαλύτερου μέρους των απαιτήσεών τους από έναν οφειλέτη που βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης, διαρκούς και καθολικής αδυναμίας πληρωμών.

Επιπρόσθετα, με την ένταξη στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και των εν λόγω οφειλών, το Δημόσιο, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και οι Ο.Τ.Α. θα επωφεληθούν από τη σύμμετρη διανομή των μηνιαίων δόσεων του άρθρου 8 παρ. 2, από τις μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, εφόσον κατά ρητή αναφορά στο άρθ. 9 παρ. 2 εδ.

ιε του ν. 3869/2010 οι καταβολές αυτές γίνονται κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 974 επ. του ΚΠολΔ και συνεπώς, οι ενέγγυοι και προνομιούχοι πιστωτές, όπως το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και οι Ο.Τ.Α. (άρθρο 975 παρ. 3 και 5) ικανοποιούνται πρώτα με τις αναλογίες μεταξύ τους, όπως ορίζονται στις διατάξεις του ΚΠολΔ και μετά ικανοποιούνται σύμμετρα οι ανέγγυοι ανασφάλιστοι πιστωτές και τέλος από τη προνομιακή διανομή του προϊόντος ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του νόμου σε συνδυασμό με τα άρθρα 15 του ν. 3869/2010, 153-154 επ.

ΠτωχΚ και 974 επ. του ΚΠολΔ, ικανοποιώντας ένα μέρος τουλάχιστον των απαιτήσεών τους. Η ένταξή τους λοιπόν στη συλλογική διαδικασία του ν. 3869/2010 λειτουργεί προστατευτικά για τα συμφέροντά τους, τα οποία δεν θα μπορούσαν να προστατευτούν επαρκώς με τους κοινούς κανόνες ικανοποίησης των απαιτήσεων των δανειστών, καθόσον μέχρι να επιτευχθεί ο σκοπός της συλλογικής διαδικασίας των άρθρων 5 επ.

του νόμου δεν νοείται επιστροφή στην ατομική διαδικασία ικανοποίησης, παρά μόνο εάν δεν υφίστανται πλέον οι δικαιολογητικοί λόγοι της συλλογικής διαδικασίας. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, λόγοι ιδιαιτέρως έντονου δημόσιου συμφέροντος επιβάλλουν την ευρύτερη νομοθετική διαχείριση της διόγκωσης του φαινομένου της υπερχρέωσης φυσικών προσώπων στην ελληνική πραγματικότητα, τη στιγμή που συντελείται η σοβαρότερη κρίση δημόσιου χρέους στην ιστορία της χώρας, εκφάνσεις της οποίας είναι η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, η διαρκώς επιτεινόμενη ανεργία, ιδίως στις παραγωγικές ηλικίες και η ολοένα αυξανόμενη αδυναμία των φυσικών προσώπων να ανταποκριθούν στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Η συνταγματικότητα της νομοθετικής παρέμβασης στις αξιώσεις του Δημοσίου και των ισοδύναμων προς αυτό νομικών προσώπων, πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα της προστασίας του αδύνατου και εγκλωβισμένου οικονομικά και κοινωνικά υπερχρεωμένου πολίτη και της εξασφάλισης θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων του, όπως της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, της προστασίας της προσωπικότητας από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, του δικαιώματος προστασίας της οικογένειας, του γάμου και της παιδικής ηλικίας, της οικογενειακής στέγης από το άρθρο 21 του Συντάγματος αλλά και της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου από το άρθρο 25 παρ. 1 α' του Συντάγματος.

Η υπό όρους απαλλαγή (μερική ή ολική) από το σύνολο των χρεών του δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως "εισφοροδοτική αμνηστεία" προς "κακοπληρωτές" και ως παραβίαση της ισότιμης μεταχείρισης των συνεπών φορολογούμενων και ασφαλισμένων, αλλά ως υποχρέωση σεβασμού της αξίας του "αδύνατου" οφειλέτη ως ατόμου, η κοινωνική και οικονομική εξόντωση του οποίου δεν προάγει το δημόσιο συμφέρον, καθώς τον εμποδίζει να επανενταχθεί στη κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα και να συμβάλλει στην οικονομική ανόρθωση της χώρας σύμφωνα με την επιταγή της διάταξης του άρθρου 106 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 7/2018, ΑΠ 288/2000).

Υπό αυτή την έννοια, περιορισμοί των αξιώσεων του Δημοσίου και των ισοδύναμων με αυτό νομικών προσώπων στο νομοθετικό πλαίσιο του ν. 3869/2010 κρίνονται συνταγματικοί, καθόσον είναι πρόσφοροι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, πληρούν το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του απαραίτητου αποτελέσματος και πληρούν το όριο αναλογικότητας σε σχέση με την ανάγκη να τεθεί ο συγκεκριμένος περιορισμός.

Ειδικότερα, σε ότι αφορά τις ασφαλιστικές εισφορές, ο υποχρεωτικός και εκ του νόμου χαρακτήρας της κοινωνικής ασφάλισης συνεπάγεται ότι τα ασφάλιστρα συνιστούν μία αμιγώς δημοσίου δικαίου επιβάρυνση. Οι ασφαλιστικές εισφορές δεν αποτελούν μεν φόρους κατά τη έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελούν ωστόσο δημόσια βάρη κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, τα οποία επιβάλλονται κατ' αρχήν σε όλους τους ασφαλισμένους ανάλογα με τις δυνάμεις τους, δηλαδή τις αποδοχές τους.

Η υποχρέωση καταβολής εισφορών επιβάλλεται ως εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης κατά το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος και τούτο με δύο έννοιες. Καταρχάς, με την έννοια της αναδιανομής εισοδήματος, δεδομένου ότι ενώ οι παροχές είναι κατ` αρχήν ίδιες για όλα τα μέλη της οικείας ασφαλιστικής κοινότητας, το ασφαλιστικό κεφάλαιο από το οποίο οι παροχές χρηματοδοτούνται σχηματίζεται από διαφορετικού ύψους εισφορές, ανάλογα με τις αποδοχές του κάθε ασφαλισμένου.

Και περαιτέρω, με την έννοια της διαγενεακής αλληλεγγύης, στο βαθμό που εφαρμόζεται το διανεμητικό αντί του κεφαλαιοποιητικού συστήματος χρηματοδότησης, δηλαδή οι εισφορές που καταβάλλουν οι οικονομικά ενεργοί ασφαλισμένοι χρηματοδοτούν τις παροχές προς τους συνταξιούχους της προηγούμενης γενιάς.

Οι ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών επιμερίζονται μεταξύ των ιδίων και των εργοδοτών τους. Αντίθετα, οι αυτοαπασχολούμενοι βαρύνονται με το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών τους. Και στη μία περίπτωση και στην άλλη, οι εισφορές καθορίζονται με νόμο ή βάσει νόμου ως ποσοστό επί των αποδοχών των ασφαλισμένων.

Ενώ όμως οι εισφορές που καταβάλλουν οι μισθωτοί υπολογίζονται επί των πραγματικών αποδοχών τους, οι εισφορές που καταβάλλουν οι αυτοαπασχολούμενοι υπολογίζονται επί τεκμαρτών αποδοχών, χρησιμοποιείται δηλαδή μία πλασματική βάση υπολογισμού. Στη περίπτωση των αυτοαπασχολούμενων οι ασφαλιστικές εισφορές παραμένουν καταρχήν αμετάβλητες και ανεξάρτητες προς οποιεσδήποτε μεταβολές στις αποδοχές τους.

Έτσι όμως δεν διασφαλίζεται η αναλογικότητα μεταξύ αποδοχών και εισφορών, με αποτέλεσμα να αυξάνει η πιθανότητα, οι επιβαλλόμενες εισφορές να μην ανταποκρίνονται στη πραγματική εισφοροδοτική ικανότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή να μη τηρείται η απαίτηση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος για συνεισφορά του καθενός στα κοινωνικοασφαλιστικά βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Ακριβώς προκειμένου να διασφαλιστεί η απαίτηση αυτή, σε συνδυασμό με την εγγύηση της ισότιμης και καθολικής πρόσβασης στη κοινωνική ασφάλιση που απορρέει από το κοινωνικό δικαίωμα του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, έχει προβλεφθεί ένα σύστημα κανονιστικής αναπροσαρμογής των ποσών των ασφαλιστικών κατηγοριών, δηλαδή των τεκμαρτών μέσων αποδοχών των αυτοαπασχολούμενων επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές.

Η επιβολή σε βάρος των ασφαλισμένων του ΟΑΕΕ δυσανάλογα υψηλών, σε σχέση με τις πραγματικές αποδοχές τους, ασφαλιστικών εισφορών συνεπάγεται ότι αυτοί δεν συνεισφέρουν στα δημόσια ασφαλιστικά βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους, όπως απαιτεί το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, και ούτε προστατεύονται ως ισότιμοι φορείς του κοινωνικού δικαιώματος του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Για τους παραπάνω λόγους και για τη δημιουργία ενός πλαισίου προστασίας, πριν την ως άνω τροποποίηση του ν. 3869/2010, με βάση το άρθρο 30 του ν. 4321/2015 εισήχθη εξαίρεση ως προς το χαρακτηρισμό του ποινικού αδικήματος για συγκεκριμένες περιπτώσεις χρεών, όπως αυτά με αφορμή ατομικές ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων στον ΟΑΕΕ και στο ΕΤΑΑ.

Κατά συνέπεια η μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών ως προς τους ανωτέρω οργανισμούς δεν θεωρείται πλέον ποινικό αδίκημα. Επίσης, στα πλαίσια αυτά σε ότι αφορά τα χρέη επαγγελματιών προς το Δημόσιο και Φ.Κ.Α., οι οποίοι ταυτόχρονα οφείλουν σε χρηματοδοτικούς φορείς, εκτός της μεταρρύθμισης του ν. 3869/2010 με το ν. 4336/2015, υπήρξε κρατική παρέμβαση με ειδικό νόμο (άρθρο 10 του ν. 4374/2016 ΦΕΚ Α`50/1-4-2016), που περιλαμβάνει στο άρθρο 8 τις επερχόμενες στο Κώδικα φορολογίας εισοδήματος μεταβολές, παρατάθηκε η προθεσμία του άρθρου 60 παρ. 2 εδ.

γ` του ν. 4307/2014, με τον οποίο θεσπίζονται έκτακτα προσωρινά μέτρα για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους, ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), καθώς και έκτακτες διαδικασίες για την εξυγίανση ή εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων.

Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του ν. 4336/2015 και την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πλαίσιο του ν. 3869/2010 και των ασφαλιστικών εισφορών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, διασφαλίζεται η αναλογικότητα μεταξύ της πραγματικής εισοδηματικής κατάστασης του υπερχρεωμένου οφειλέτη και των εισφορών, με αποτέλεσμα οι επιβαλλόμενες μετά τη ρύθμιση του Δικαστηρίου εισφορές να ανταποκρίνονται στη πραγματική εισφοροδοτική ικανότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή να τηρείται η απαίτηση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος για συνεισφορά του καθενός στα δημόσια βάση ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Κατά συνέπεια, είναι εν προκειμένω κοινωνικά και οικονομικά απόλυτα δικαιολογημένη και συνταγματικά επιβεβλημένη (άρθρα 22 παρ. 5 και 4 παρ. 5 Συντ.) και επί πλέον επιτακτική λόγω των εξαιρετικών συνθηκών της κρίσης η ένταξη στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και των εν λόγω οφειλών, αφού εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 424/2024, ΑΠ 997/2023).

Όσον αφορά το μεγάλο ζήτημα της μείωσης των ασφαλιστικών εσόδων και του κινδύνου "χρεοκοπίας των ασφαλιστικών ταμείων" που αντιμετωπίζει η χώρα, δεν είναι η ένταξη των ασφαλιστικών εισφορών των υπερχρεωμένων ιδιωτών στο ρυθμιστικό πεδίο του νόμου, αυτή που επιτείνει τον κίνδυνο, αλλά πέρα από τους πολλούς άλλους λόγους, είναι το δημογραφικό πρόβλημα, η ανεργία, η αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία, η μείωση των εισοδημάτων πολλών επαγγελματικών ομάδων, το κλείσιμο μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, η διαρροή ελληνικών επιχειρήσεων σε φορολογικούς παραδείσους κλπ.

Τέλος, τα ζητήματα που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι κοινωνικό ασφαλιστικοί φορείς από την υλοποίηση του επικυρωμένου από το Δικαστήριο στο πλαίσιο του ν. 3869/2010 σχεδίου διευθέτησης οφειλών, σχετικά με την απόλαυση του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος μετά την προβλεπόμενη κατά το νόμο ωρίμανσή του, με το ύψος της συνταξιοδότησης, με τον ασφαλιστικό χρόνο, δεν μπορούν να επιλυθούν στο πλαίσιο του ν. 3869/2010, καθώς ο προγραμματικός σκοπός του εν λόγω νομοθετήματος εστιάζει στη διαχείριση του κοινωνικού φαινομένου της υπερχρέωσης φυσικών προσώπων και τα ζητήματα αυτά χρήζουν ειδικής νομοθετικής ρύθμισης στο πλαίσιο της γενικότερης αναδιάρθρωσης του κοινωνικοασφαλιστικού ζητήματος.

Εξάλλου, οι ασφαλιστικές παροχές δεν απαιτείται να τελούν σε σχέση ευθείας ανταποδοτικότητας προς τις καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, καθόσον η αρχή της ανταποδοτικότητας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών δεν είναι συνταγματικώς κατοχυρωμένη. Περαιτέρω, δεν αποτελεί συνταγματικώς κατοχυρωμένο κανόνα η αναλογία ασφαλιστικών εισφορών και ασφαλιστικών παροχών (Ολ.ΣτΕ 3487/2008, ΣτΕ 545/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ορίζεται, ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 4/2023, Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 4/2023, Ολ.ΑΠ 3/2022, Ολ.ΑΠ 4/2021, Ολ.ΑΠ 1/2021, ΑΠ 424/2024).

Με το πρώτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον (ως τέταρτο μετέχων στην αίτηση του αιτούντος), ισχυρίζεται ότι, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. β` περ. γ` του ν. 3869/2010, απέρριψε την ένσταση αντισυνταγματικότητας και υπήγαγε σε ρύθμιση τις οφειλές του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και ως προς αυτό το Ν.Π.Δ.Δ., ενώ έπρεπε να απορρίψει, ως προς τις οφειλές αυτές, την αίτηση ως μη νόμιμη, κρίνοντας την ανωτέρω διάταξη αντισυνταγματική, επειδή παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 78 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την αρχή της ισότητας, το θεσμό της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων, τη προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την οικονομική βιωσιμότητα των φορέων κοινωνικής ασφάλιση, ενώ έρχεται σε αντίθεση και με το δημόσιο συμφέρον.

Κρίνοντας όμως, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, ότι η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. β` περ. γ' του ν. 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, με την οποία προβλέπεται η υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου και των οφειλών των υπερχρεωμένων οφειλετών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), είναι συμβατή με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 4, 22 παρ. 5 και 78 του Συντάγματος, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη. Και αυτό διότι, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ.

β` περ. γ' του ν. 3869/2010 όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, με την οποία προβλέπεται η υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου και των οφειλών των υπερχρεωμένων οφειλετών προς Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με συνέπεια το περιορισμό των σχετικών αξιώσεων του τελευταίου, είναι συμβατή με τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος επειδή θεσπίσθηκε με βάση αντικειμενικά κριτήρια και ο τιθέμενος περιορισμός των αξιώσεων του αναιρεσείοντος δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους όχι μόνο γενικότερου κοινωνικού, αλλά και δημόσιου συμφέροντος, είναι πρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλ.

την επανένταξη του υπερχρεωμένου, κατά τους ισχυρισμούς του στην αίτηση, αιτούντος-αναιρεσίβλητου στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, από την οποία ωφελείται η κοινωνία και η οικονομία, πληροί το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του απαραίτητου αποτελέσματος, καθώς και το όριο αναλογικότητας σε σχέση με την ανάγκη να τεθεί ο συγκεκριμένος περιορισμός (ΑΠ 424/2024, ΑΠ 997/2023).

Επομένως, ο σχετικός αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την αρχική έκδοση αυτής, ορίζεται ότι "[...] 2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στη περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο [...]". Με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 4161/2013, που ισχύει από 14-6-2013 (2η έκδοση του άρθρου 9 παρ. 2) ΦΕΚ Α`, 143/14-6-2013, τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη και ορίζεται ότι "2.

Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στη περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας". Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων, που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.

Η ρύθμιση μάλιστα αυτή, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου καταλάμβανε και τις εκκρεμείς αιτήσεις, δηλ. αυτές που είχαν κατατεθεί έως 13-6-2013. Ακολούθησε ο νόμος 4336/2015 (3η έκδοση του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010), που ισχύει από 14-8-2015 (ΦΕΚ Α`, 94/14-8-2015), ο οποίος διατήρησε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2, όπως είχε τροποποιηθεί με το ν. 4161/2013 (2η έκδοση).

Στη συνέχεια η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 τροποποιήθηκε εκ νέου με το ν. 4346/2015 (4η έκδοση), που ισχύει από 1-1-2016 (ΦΕΚ Α`, 152/1-1-2016). Η ισχύς της 4ης ως άνω έκδοσης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 11 του ν. 4346/2015, από 1-1-2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31-12-2015.

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως αυτό ίσχυσε μετά από τη τροποποίησή του με το άρθρο 62 παρ. 2 του ν. 4549/2018 (ΦΕΚ Α'105/14.6.2018), το οποίο εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, δεδομένου ότι η υπό κρίση αίτηση κατατέθηκε μετά την 1η-1-2016 (βλ. μεταβατική διάταξη του ν. 4346/2015 στο άρθρο 14 παρ. 11 αυτού) και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε μετά τη 14η-6-2018 (βλ.

μεταβατική διάταξη του ν. 4549/2018 στο άρθρο 68 παρ. 11 αυτού), "Μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2019", ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης και σχέδιο διευθέτησης οφειλών ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, εφόσον, στο πρόσωπο του οφειλέτη, πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) το συγκεκριμένο ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, β) το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα δεν υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του παρόντος, προσαυξημένες κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%), γ) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά σαράντα χιλιάδες ευρώ (40.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία (3) τέκνα και δ) ο οφειλέτης είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, όπου αυτός εφαρμόζεται.

Το σχέδιο διευθέτησης οφειλών θα προβλέπει ότι ο οφειλέτης θα καταβάλλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και ότι καταβάλλει ποσό τέτοιο ώστε οι πιστωτές του δεν θα βρεθούν, χωρίς τη συναίνεσή τους, σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος [η οποία θα εκδοθεί εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος] ορίζονται η διαδικασία και τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη και τον προσδιορισμό του ποσού το οποίο θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και για τον προσδιορισμό της ενδεχόμενης ζημίας των πιστωτών. "Μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2019", στις περιπτώσεις κατά τις οποίες στο πρόσωπο του οφειλέτη πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) το συγκεκριμένο ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, β) το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα υπολείπεται ή είναι ίσο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του παρόντος, γ) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία τέκνα, δ) είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, όπου αυτός εφαρμόζεται και ε) βρίσκεται σε πραγματική αδυναμία πληρωμής των μηνιαίων καταβολών, όπως αυτές ορίζονται στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών της προηγούμενης παραγράφου, διασφαλίζεται, ότι οι πιστωτές δεν θα βρεθούν, χωρίς τη συναίνεσή τους, σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, με τον ακόλουθο τρόπο. "Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Ελληνικό Δημόσιο για τη μερική κάλυψη του ποσού της μηνιαίας καταβολής του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου, το οποίο ορίζει η δικαστική απόφαση, ενημερώνοντας σχετικά τους πιστωτές.

Η απόφαση του δικαστηρίου επισημαίνει τη δυνατότητα αυτή στον οφειλέτη. Μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης, οποιοσδήποτε πιστωτής μπορεί να υποβάλει την αίτηση του πέμπτου εδαφίου για λογαριασμό του οφειλέτη, ενημερώνοντάς τον εγγράφως. Ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και σε κάθε περίπτωση υποχρεούται στην καταβολή ελάχιστης συνεισφοράς.

Η συνεισφορά του Ελληνικού Δημοσίου στο παραπάνω σχέδιο διευθέτησης οφειλών δεν μπορεί να υπερβαίνει σε διάρκεια τα τρία (3) έτη και καταβάλλεται στους πιστωτές υπό την προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης παραμένει συνεπής στην καταβολή της ελάχιστης συνεισφοράς. Αν ο οφειλέτης δεν καταβάλει εγκαίρως τη συνεισφορά του, ο θιγόμενος πιστωτής υποχρεούται να ενημερώσει εγγράφως, περιλαμβανομένου του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το αργότερο μέσα σε έναν (1) μήνα την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.

Αν ο πιστωτής παραλείψει την ενημέρωση του προηγούμενου εδαφίου και ο οφειλέτης εκπέσει κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 11, τότε ο πιστωτής υποχρεούται να επιστρέψει στο Ελληνικό Δημόσιο με το νόμιμο τόκο της παρ. 1 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α` 170) τα ποσά που αυτό κατέβαλε μετά την ασυνέπεια του οφειλέτη. Καθυστέρηση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει την εγκριθείσα συνεισφορά του ουδέποτε μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση του οφειλέτη κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 11.

Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών καθορίζονται τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους της συνεισφοράς του Δημοσίου, της ελάχιστης συνεισφοράς του οφειλέτη, καθώς και οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας".....

Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος και χωρίς ανατοκισμό.

Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ύψος της οφειλής και η οικονομική δυνατότητα του οφειλέτη. Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν οι πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι (20) ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε (35) έτη.

Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 974 επ. ΚΠολΔ... Η έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου ορίζεται από 1-1-2016". Η νέα διάταξη διαφέρει ουσιωδώς από την αντίστοιχη διάταξη έτσι όπως ίσχυσε προηγουμένως (ν. 4336/2015), αφού, σε αντίθεση με αντίστοιχες, ισχύσασες κατά το παρελθόν, διατάξεις για την εξαίρεση από την εκποίηση της πρώτης κατοικίας πρέπει να συντρέχουν, μεταξύ άλλων, εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.

Οι διαφοροποιήσεις της νέας ρύθμισης εντοπίζονται: α) στα κριτήρια που θέτει για την ένταξη του οφειλέτη στη ρύθμιση της διάσωσης (εισοδηματικά κλπ), β) στο αντάλλαγμα για τη διάσωση της κατοικίας (ίσο με την εμπορική της αξία μειωμένη κατά τα έξοδα εκτέλεσης), γ) στο τρόπο διανομής του στους πιστωτές, δ) στη δυνατότητα του οφειλέτη να υποβάλει σχέδιο αποπληρωμής του ποσού του ανταλλάγματος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στη προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3).

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 633/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017, ΑΠ 769/2015).

Λόγω του ανακριτικού αυτού συστήματος δεν εφαρμόζεται στη κατ' έφεση δίκη η διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση", και, συνεπώς, το Εφετείο εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά την έκδοση - δημοσίευση της δικής του απόφασης (ΑΠ 542/2022, ΑΠ 633/2018, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 236/2015).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, σχετικά με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του αιτούντος και ειδικότερα με τη προστασία της κύριας κατοικίας του, εξαιρώντας αυτήν από την εκποίηση, όπως αυτές ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους από 1-1-2016 με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 4346/2015, ενώ εν προκειμένω εφαρμοστέες ήταν οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως αυτές ίσχυαν μετά τη τροποποίησή τους από τον ως άνω νόμο 4346/2015, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαμίας, στις 13-10-2017 δηλ.

μετά τη 1-1-2016. Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα της εφαρμογής του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, παραθέτοντας στη μείζονα σκέψη ότι "... σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με την παρ. 18 του άρθρου 1 της υποπαρ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015), η οποία καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 τον άρθρου 2 της υποπαρ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του): "Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, και χωρίς ανατοκισμό.

Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο", δέχθηκε ότι " ... Η αντικειμενική αξία της παραπάνω κύριας κατοικίας ανέρχεται στο ποσό των 28.822,50 ευρώ. Η αξία της οικίας αυτής δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση και ως εκ τούτου το παραπάνω ακίνητο του αιτούντος πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση και πρέπει να υποχρεωθεί ο αιτών να καταβάλλει, κατά τους όρους του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, το ποσό των 17.293,50 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 60% της αντικειμενικής αξίας του εν λόγω ακινήτου (60% Χ 28.822,50 Ευρώ), σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη του δικανικού συλλογισμού της παρούσας, εντός είκοσι (20) ετών και σε διακόσιες σαράντα (240) μηνιαίες δόσεις, ύψους 72 ευρώ εκάστης.

Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα ξεκινήσει την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα είναι δε καταβλητέες εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα και σύμφωνα με την αρχή της προνομιακής ικανοποίησης των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων απαιτήσεων κατά τη σειρά χρονικής προτεραιότητας.

Η καταβολή των δόσεων για τη διάσωση της κατοικίας του αιτούντος θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά τον χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας".

Κρίνοντας, έτσι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δηλαδή εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 2 του ν. 4549/2018 (ΦΕΚ Α'105/14- 6- 2018) [αλλά και πριν τη τροποποίησή της με τον ν. 4346/2015] και όχι τη τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 62 παρ. 2 του ν. 4549/2018, η οποία ήταν εφαρμοστέα κατά το χρόνο έκδοσης - δημοσίευσης της δικής του απόφασης (13-1-2022) και κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 68 παρ. 11 του ως άνω νόμου (ν. 4549/2018) εφαρμόζεται και σε υποθέσεις, επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, με την οποία τροποποιούνται οι κύριες προϋποθέσεις για τη διάσωση της κύριας κατοικίας και την εξαίρεσή της από την εκποίηση του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία όφειλε άμεσα να εφαρμόσει, αφού ο νόμος αυτός εισήγαγε ενιαίο καθεστώς για όλες τις αιτήσεις, εκκρεμείς μέχρι τότε και νέες, αλλά, ανεξάρτητα από αυτά και σύμφωνα με το ανακριτικό σύστημα που ισχύει στη προκείμενη ειδική διαδικασία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη προαναφερόμενη μείζονα σκέψη της παρούσας, παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστική αυτή διάταξη.

Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, αφού στη πρωτοβάθμια απόφαση εμφιλοχώρησε πλημμέλεια που οδήγησε στην εξαφάνισή της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τούτο έπρεπε να κρίνει πλέον την αίτηση με βάση τη διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της δικής του απόφασης (Ολ.ΑΠ 7/2011). Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος, από το άρθρο 560 παρ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τη περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες, είτε μη γνήσιες) εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ` άρθρ. 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017).

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, μόνο κατά το κεφάλαιο που προεκτέθηκε και, ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Στη παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.

β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1513/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθ. 12/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μόνο ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ