Supreme Court dismisses appeal for contradictory grounds regarding evidence evaluation and lack of reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court violated procedural rules by assigning insufficient evidentiary weight to a handwritten letter and failing to consider witness affidavits, while also claiming the court distorted the document's content. The court rejected these claims, finding them contradictory and noting that the lower court provided sufficient reasoning to establish ownership through adverse possession despite the appellants' lack of registration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 11γ, 12, 19, 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; Contradictory grounds alleging violations of evidence rules and lack of reasoning are inadmissible as they cannot be sustained simultaneously.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1907 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1907/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Α. Π. του Σ., συζ. Ν. Κ., κατοίκου ... και 2)Π. Π. του Σ. συζ. Ε. Π., οι οποίες παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Σιούλη.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολιδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/8/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2012 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17/12/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 24/12/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή οι λόγοι αναιρέσεως που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται αφενός ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων επειδή προσέδωσε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων σε κάποιο αποδεικτικό μέσον, μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ.12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και αφετέρου ότι δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλομένη απόφασή του το ίδιο έγγραφο και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό δηλαδή προβάλλονται ως πλημμέλειες από τους αρ. 11γ και 20 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ128/2013, ΑΠ243/2012, ΑΠ472/2008, ΑΠ837/2006).
Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος κατά ένα μέρος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης που προβάλλονται σωρευτικά χωρίς διατύπωση επικουρικότητας με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αρ. 12, 11 γ και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος προσέδωσε μικρότερη αποδεικτική αξία στην από 23-9-1979 χειρόγραφη επιστολή του πατέρα τους (αναιρεσειουσών) ότι δεν έλαβε υπόψη την επιστολή αυτή και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της, καθώς επίσης ότι δεν έλαβε υπόψη τις …/2007 και …/2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον των συμβολαιογράφων Ρεθύμνου Σ.
Κουμάντου και I. Σαρμάνη το περιεχόμενο των οποίων παραμόρφωσε αντίστοιχα, είναι απαράδεκτοι ως αντιφατικοί αφού δε νοείται το Εφετείο να προσέδωσε σε αποδεικτικό έγγραφο μικρότερη αποδεικτική αξία και παράλληλα να μην το έλαβε υπόψη και να παραμόρφωσε το περιεχόμενο του. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι' αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (Α.Π 338/2007, Α.Π. 1379/2006, Α.Π. 75/2007), για την έρευνα δε του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1307/2009, Α.Π. 1851/2007, Α.Π. 239/2012, Α.Π. 228/2012).
Περαιτέρω από δε τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ. Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αρ. 11περ.γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο που απέρριψε την έφεσή τους και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγής προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής τους, ειδικότερα του ισχυρισμού τους περί διενέργειας διακατοχικών πράξεων στα επίδικα ακίνητα από τις ίδιες και τους δικαιοπαρόχους τους, στα πλαίσια της έκτακτης χρησικτησίας, στην οποία θεμελίωναν την κτήση της συγκυριότητάς τους σ' αυτά με την προσμέτρηση στη δική τους νομή και της νομής των τελευταίων τα ακόλουθα έγγραφα 1) την …/2007 ένορκη βεβαίωση μάρτυρος ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Διβάρη 2) τις …/2004 και …/2004 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου I. Σαρμάνη 3) το από 15-9-1979 χειρόγραφο σημείωμα της κοινωνικής λειτουργού των φυλακών που συνοδεύει τις παραπάνω επιστολές 4) την 4762/2006 υπηρεσιακή βεβαίωση της δικαστικής φυλακής Χανίων 5) το από Ιούλιο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου, τοπογράφου μηχανικού I.
Μ. 6) τα απολυτήρια των αναιρεσειουσών από το Λύκειο Ρεθύμνου του έτους 1983 και 7) το φύλλο Ε9 της φορολογικής δήλωσης της πρώτης των αναιρεσειουσών. Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειουσών, τις οποίες υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι οι τελευταίες επικαλέσθηκαν και δήλωσαν ότι προσκομίζουν τα παραπάνω έγγραφα, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, εκτός από το αναφερόμενο από 15-9-1979 χειρόγραφο σημείωμα, το οποίο δεν επικαλέσθηκαν και συνεπώς ο σχετικός αναιρετικός λόγος ως προς την αιτίαση αυτή, της μη λήψης υπόψη του τελευταίου αυτού εγγράφου είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω ως προς τις αιτιάσεις που αφορούν τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος: 1) όσο αφορά τις τρεις ένορκες βεβαιώσεις, καθόσον γίνεται ρητή μνεία αυτών στο σημείο αναφοράς των αποδεικτικών μέσω που έλαβε υπόψη του το Εφετείο λόγω της επίκλησης και προσαγωγής τους από τους διαδίκους με την παρατήρηση ότι οι λοιπές ένορκες βεβαιώσεις, πλην της 4955/2007, λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, διότι λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών, 2)όσο αφορά τα λοιπά, πλην των ενόρκων βεβαιώσεων, αποδεικτικά μέσα - έγγραφα, από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι με επίκληση προσκομίζουν" καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης ότι τα υπ'αρ. 3 έως 7 ως άνω αναφερόμενα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκλησή τους οι αναιρεσείουσες, συνεκτιμήθηκαν και συνομολογήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη αναφορά αυτών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής τους. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο Μ. Ι. Μ., παππούς των διαδίκων, που απεβίωσε στις 21-12-1956 κατέλειπε την υπ'αριθμ. …/18-3-1955 δημόσια διαθήκη του τότε συμβολαιογράφου .........., που δημοσιεύθηκε με το..............
πρακτικό του Μ.Π. Ρεθύμνου, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του τα τέκνα του Ε., Ι., Μ., Δ., (μητέρα των εναγουσών-εκκαλουσών) και Σ., (πατέρα του εναγομένου-εφεσίβλητου) και την σύζυγό του Α., στα αναφερόμενα στην παραπάνω διαθήκη του ακίνητα. Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων ήταν και το εκ των επιδίκων, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος Πρινέ του Δήμου Νικηφόρου Φωκά Ρεθύμνης στη θέση Ξ., εμβαδού 894,33 τ.μ.,
Στο εν λόγω ακίνητο με την παραπάνω διαθήκη ο κληρονομούμενος εγκατέστησε κληρονόμους την θυγατέρα του Ε. Μ., η οποία απεβίωσε το 1976 άνευ τέκνων και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον σύζυγό της και τα προαναφερθέντα αδέλφια της. Μετά τον θάνατο της Ε. Μ. οι κληρονόμοι της προέβησαν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας της.
Ο σύζυγος της συμφώνησε να μην λάβει μερίδιο στην περιουσία της στην Κρήτη, η οποία τότε ήταν μικρής αξίας, διότι κατοικούσε μόνιμα στην Αθήνα και έτσι έλαβε το ακίνητο που αυτή είχε στην Αθήνα και τα αδέλφια της διαμοίρασαν άτυπα την υπόλοιπη περιουσία της. Κύριος γνώμονας στην διανομή της περιουσίας της ήταν να λάβει ο καθένας εκείνο το ακίνητο που γειτνίαζε με το δικό του.
Έτσι κατά την παραπάνω άτυπη διανομή ο Ι. έλαβε το ακίνητο στην θέση Χ., που ήταν όμορο με ακίνητο που είχε κληρονομήσει με την παραπάνω διαθήκη, η Δ., μητέρα των εναγουσών-εκκαλουσών έλαβε το ακίνητο στην θέση Β. που το συνένωσε με το συνεχόμενο δικό της στην ίδια θέση που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της, επίσης έλαβε το ακίνητο στην θέση Φ.
καθώς και το μερίδιο της Ε. Μ. στο πατρικό σπίτι, αλλά και τα υπόλοιπα αδέλφια της παραιτήθηκαν υπέρ της από τα μερίδιά τους στο πατρικό σπίτι, ο Σ. Μ., πατέρας του εναγομένου-εφεσίβλητου, έλαβε το επίδικο ακίνητο στην θέση Ξ., ενώ η Μ. δεν έλαβε μερίδιο, γιατί είχε λάβει εν ζωή με άτυπη παραχώρηση από την αδελφή της Ε.
ένα ακίνητο στην θέση Δ., εμβαδού 3.500 τ.μ. (Το ακίνητο στη θέση Δ. αρχικά ήταν ενιαίο συνολικού εμβαδού 9 στρεμμάτων, από το οποίο ο Μ. Ι. Μ. με την παραπάνω διαθήκη του το ένα τμήμα των 3.500 τ.μ. το άφησε στην θυγατέρα του Ε., ενώ το έτερο τμήμα επίσης 3.500 τ.μ. το άφησε με την παραπάνω διαθήκη του στην μητέρα των εναγουσών-εκκαλουσών Δ.).
Το 1989 απεβίωσε ο Σ. Μ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγό του Χ. χήρα Σ. Μ., και τα τέκνα του Μ., Α. και Π. ( εναγόμενο - εφεσίβλητο ), κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία του πατρός τους με την υπ'αριθμ. …/3-2-2000 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου ........., που μεταγράφηκε νόμιμα ..............
στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο στην θέση Ξ.. Στην συνέχεια οι ανωτέρω κληρονόμοι διένειμαν στην κληρονομιαία περιουσία με το υπ' αριθμ. …/4-6-2005 συμβόλαιο της συμβ/φου ................ που μεταγράφηκε νόμιμα............. Από την διανομή αυτή ο εναγόμενος έλαβε το παραπάνω επίδικο στην θέση Ξ.. Από το 1976 ο πατέρας του εναγομένου-εφεσίβλητου νεμόταν το εν λόγω ακίνητο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως ή με αντιπροσώπους μέχρι τον επισυμβάντα θάνατο του την 25-10-1979 και στη συνέχεια οι παραπάνω κληρονόμοι του μέχρι το 2005 και έκτοτε το νέμεται ο εναγόμενος - εφεσίβλητος ως αποκλειστικός κύριος.
Ειδικότερα το επισκέπτονταν, το μίσθωναν στον Γ. Μ. για την χορτονομή του, το δήλωνα στο έντυπο E9 το έτος 1997, προέβησαν σε τοπογράφησή του, και το 2006 το δήλωσαν στο κτηματολόγιο. Επομένως ο Σ. Μ. προσμετρώντας και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του έγινε κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και στην συνέχεια ο εναγόμενος-εφεσίβλητος, έγινε κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο με τις προαναφερθείσες συμβολαιογραφικές πράξεις αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού συνέχισε να νέμεται το επίδικο με διάνοια αποκλειστικού κυρίου από το έτος 2005, προσμετρώντας στην νομή του την νομή των δικαιοπαρόχων του.
Οι ενάγουσες-εκκαλούσες αρνούνται ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας της Ε. Μ., ισχυριζόμενες ότι όλα τα ακίνητα, που είχε αυτή κληρονομήσει από τον πατέρα της, (μεταξύ αυτών και το παραπάνω επίδικο στην θέση Ξ.), τα παραχώρησε εν ζωή με άτυπη δωρεά στην μητέρα τους Δ., η οποία έκτοτε νεμόταν τα επίδικο με διάνοια κυρίας και στην συνέχεια μετά τον θάνατό της οι κληρονόμοι της, ήτοι ο σύζυγός της και οι θυγατέρες της, ήδη ενάγουσες-εκκαλούσες.
Οι αγωγικοί όμως αυτοί ισχυρισμοί δεν αποδείχθηκαν, καθώς οι ενάγουσες-εκκαλούσες δεν περιέλαβαν το εν λόγω ακίνητο στην με αριθμ. .../3-11-1992 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου, με την οποία αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους Δ. αλλά ούτε και σε μεταγενέστερες δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς που συνέταξαν με αριθμ. .../1998 και .../2004 περιέλαβαν το εν λόγω ακίνητο.
Οι ίδιες ισχυρίζονται ότι προβαίνουν σταδιακά σε αποδοχή κληρονομιάς των κληρονομιαίων ακινήτων για λόγους φορολογικούς. Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι πρόκειται για τρεις δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς, στις οποίες δεν συμπεριελήφθηκε το εν λόγω επίδικο ακίνητο, ενώ περιλαμβάνεται σε αυτές, κατά τα λοιπά, το σύνολο των, κατά τους ισχυρισμούς τους, κληρονομιαίων ακινήτων τους, (αφού δεν αποδείχθηκε ότι υφίστανται άλλα πλην των επιδίκων, κληρονομιαία ακίνητα).
Στην πραγματικότητα, όπως καταδεικνύεται κατωτέρω, ο λόγος που το συγκεκριμένο ακίνητο δεν συμπεριελήφθηκε στις κατά τα άνω αποδοχές κληρονομιάς συνδέεται με όψιμες διεκδικήσεις των εναγουσών-εκκαλουσών λόγω της οικοπεδικής αξίας που έλαβαν τα ακίνητα με την διάνοιξη δρόμων. Στην κατά τα άνω .../3-11- 1992 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, με την οποία οι εκκαλούσες-ενάγουσες αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους Δ., αλλά και στην υπ' αριθμ. .../1998 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβ/φου ................
στην οποία περιλαμβάνουν ακίνητα που ανήκαν στην Ε. Μ. από την κληρονομιά του Μ. Μ., δηλώνουν ότι έχουν περιέλθει στους δικαιοπαρόχους τους με άτυπες διανομές μεταξύ των συγκληρονόμων, την οποία τοποθετούν το έτος 1968, πλην όμως το 1968 δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων της πατρικής περιουσίας, διότι σε μία τέτοια περίπτωση οι συγκληρονόμοι θα είχαν δώσε κάποια ακίνητα από αυτά που κληρονόμησαν και θα είχαν λάβε κάποια άλλα στην θέση τους.
Σύμφωνα όμως με τις παραπάνω δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς και τους αγωγικούς ισχυρισμούς σε συνδυασμό με την παραπάνω δημόσια διαθήκη του απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων, η μητέρα των εκκαλουσών Δ. και η αδελφή της Ε. έλαβαν όλα τα ακίνητα που κληρονόμησαν από τον πατέρα τους και στην συνέχεια, πάντα κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλουσών, η μητέρα τους έλαβε με άτυπη δωρεά από την αδελφή της.
Επομένως ουδεμία άτυπη διανομή έγινε μεταξύ των συγκληρονόμων του Μ. Μ. το 1968, αντίθετα αποδείχθηκε ότι έγινε άτυπη διανομή το 1976 μετά το θάνατο της Ε. Μ. και αφορούσε τα ακίνητα που αυτή είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι ενάγουσες-εκκαλούσες έχουν στραφεί και κατά των λοιπών συγγενών τους ή των διαδόχων τους για τα ακίνητα που αυτοί έλαβαν κατά την παραπάνω άτυπη διανομή διεκδικώντας για τον εαυτό τους όλη την κληρονομιαία περιουσία της Ε.
Μ. χωρίς μέχρι σήμερα να δικαιωθούν. Οι ίδιες αποδίδουν την αποτυχία τους αυτή σε συνομωσία των συγγενών τους για να καταπατήσουν την περιουσία τους. Όμως η κατά τα άνω διανομή δεν ήταν καθόλου άδικη για την μητέρα τους, η οποία έλαβε δύο ακίνητα, αντί για ένα που πήραν οι λοιποί, και έλαβε όλα τα μερίδια της πατρικής οικίας.
Το γεγονός ότι μεταγενέστερα μεταβλήθηκαν οι αξίες είναι μία παράμετρος που δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί εκείνη την εποχή................. Η κρίση του δικαστηρίου για την αναλήθεια του ισχυρισμού των εναγουσών - εκκαλουσών ότι η Ε. Μ. μεταβίβασε άτυπα εν ζωή όλα τα κληρονομιαία ακίνητά της (μεταξύ αυτών και το επίδικο στη θέση Ξ.), στην μητέρα τους συνεπικουρείται και από το γεγονός ότι αυτές διεκδίκησαν σε άλλη δίκη ως μεταβιβασθέν άτυπα στην μητέρα τους από την θεία τους Ε.
Μ. και ένα ακίνητο στην θέση Δ., ενώ το αληθές ήταν ότι το εν λόγω ακίνητο η Ε. Μ. το είχε μεταβιβάσει άτυπα στην αδελφή της Μ. χήρα Σ. Κ., (εξ αυτού του λόγου αυτή δεν έλαβε μερίδιο κατά την άτυπη διανομή της κληρονομιάς της Ε. Μ.), και το γνώριζαν αυτό οι ενάγουσες- εκκαλούσες, όπως προκύπτει από την με αρ. .../1992 πράξη αποδοχής κληρονομιάς με την οποία αποδέχθηκαν ένα ακίνητο στην θέση Δ. 3.500 τ.μ.
που συνορεύει με την Μ. χήρα Σ. Κ., που ήταν το αληθές, διότι με την διαθήκη του Μ. Ι. Μ., όπως προαναφέρθηκε, είχε καταληφθεί το ήμισυ ενός ακινήτου 9 στρεμμάτων στην θέση Δ. στην μητέρα των εναγουσών-εκκαλουσών, (το οποίο αυτές αποδέχθηκαν με την παραπάνω δήλωση αποδοχής), και το έτερο ήμισυ στην Ε. Μ., (που η τελευταία το παραχώρησε, κατά τα άνω στην Μ.
χήρα Σ. Κ.), και για πρώτη φορά στην δήλωση αποδοχής του 2004 περιλαμβάνουν ολόκληρο το ακίνητο των 9 στρεμμάτων στην θέση Δ., ενώ όπως προαναφέρθηκε δεν το είχαν περιλάβει ολόκληρο στις δηλώσεις αποδοχής του 1992 και του 1998 αλλά ούτε και στην δήλωση του Ε9 του έτους 1997, όπου το ακίνητο στην θέση Δ. αναφέρεται ότι έχει έκταση 3.500 τ.μ.
Περαιτέρω σχετικά με τις πράξεις νομής που επικαλούνται οι ενάγουσες- εκκαλούσες ότι ασκούσαν επί του παραπάνω επιδίκου οι ίδιες και πριν από αυτές οι δικαιοπάροχοι τους, αποδείχθηκε ότι η μητέρα τους συμμετείχε στην άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας της Ε. Μ., που έλαβε χώρα το 1976, επομένως αυτή, ακόμη και αν προγενέστερα ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου, απώλεσε με την βούλησή της την διάνοια κυρίου και την νομή της.
Ούτε εξάλλου μπορούσε αυτέ να προσμετρήσει τον χρόνο χρησικτησίας της Ε. Μ., διότι δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία μεταβίβασε με την βούλησή της την νομή του επιδίκου στην μητέρα των εκκαλουσών-εναγουσών, όπως οι τελευταίες αβάσιμα ισχυρίζονται. Περαιτέρω κατά το διάστημα 1978 έως 1982 ο πατέρας των εκκαλουσών-εναγουσών ήταν έγκλειστος στην φυλακή, συνεπώς δεν μπορούσε αυτός να ασκεί πράξεις νομής επί του επιδίκου, αλλά ακόμη και αν ασκούσε πράξεις κατοχής μέσω αντιπροσώπων δεν αποδείχθηκε ότι είχε διάνοια κυρίου, αφού το 1976 έλαβε χώρα η άτυπη διανομή, στην οποία συμμετείχε και η σύζυγός του, συνεπώς η όποια νομή είχε έως τότε απωλέσθηκε, και σε κάθε περίπτωση, ενόψει του ότι απεβίωσε το έτος 1987, δεν θεμελίωσε δικαίωμα χρησικτησίας, αφού από το ετος 1976 (χρονολογία που έλαβε χώρα η άτυπη διανομή, και επομένως από εκείνο το χρονικό σημείο και εντεύθεν θα μπορούσε να έχει αφετηρία νέα χρησικτησία), έως το έτος 1987 δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία.
Ούτε τέλος αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούσες είχαν διάνοια κυρίου αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν το περιέλαβαν στις δηλώσεις αποδοχής ούτε στο κτηματολόγιο, άλλωστε δεν είναι πειστικοί οι ισχυρισμοί των εναγουσών-εκκαλουσών ότι οι ίδιες ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου, αφού μετά τον θάνατο της μητέρας τους σε ηλικία 15 και 14 ετών αντίστοιχα διέμειναν στο Ρέθυμνο έγκλειστες σε οικοτροφείο της Χαν έως το έτος 1983, ότε αναχώρησαν για την Αθήνα για να σπουδάσουν, όπου και παρέμειναν, συνεπώς ήταν δύσκολο να προβαίνουν οι ίδιες στην συλλογή βελανιδιών, χαρουπιών και ελαιοκάρπου και δεν υπήρχε δυνατότητα να έχουν βοήθεια από τον πατέρα τους που ήταν έγκλειστος στην φυλακή από το έτος 1978 έως το 1982 ή και από τον μάρτυρα αποδείξεως θείο τους Ν.
Π., αδελφό του πατέρα τους, που επίσης ήταν έγκλειστος στην φυλακή για άγνωστο είναι αληθές χρονικό διάστημα. Να σημειωθεί ότι οι ενάγουσες-εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι επειδή στο εν λόγω ακίνητο υπήρχαν ελιές προέβαιναν στην συλλογή του ελαιοκάρπου και προς επίρρωση του ισχυρισμού τους προσκομίζουν δήλωση ελαιοκομικής περιόδου 2001-2002 στην οποία ισχυρίζονται ότι περιελάμβαναν και το επίδικο.
Από την προσκομισθείσα όμως δήλωση ουδόλως προκύπτει ότι περιλαμβάνεται σε αυτή την επίδικο. Περαιτέρω η προσκομιζόμενη επιστολή του πατέρα τους από την φυλακή, που περιέχει οδηγίες για την εκμετάλλευση της περιουσίας τους δημιουργεί ερωτηματικά, καθώς δεν είναι χειρόγραφη, δεν φέρει υπογραφή και δεν έχει εμφανή ορθογραφικά και συντακτικά λάθη, όπως η έτερη προσκομιζόμενη χειρόγραφη επιστολή του πατέρα τους, που δεν αναφέρεται σε τέτοια θέματα, από την ανάγνωση της οποίας προκύπτει ότι έχει γραφεί από άτομο που στερείται επαρκών γραμματικών γνώσεων.
Η προφανής εξήγηση θα ήταν ότι η δια μηχανικού μέσου επιστολή έχει γραφεί από τρίτο πρόσωπο καθ' υπαγόρευση του πατέρα του εκκαλουσών, και συγκεκριμένα την κοινωνική λειτουργό, που απέστειλε την τρίτη από τις προσκομιζόμενες, από τις εκκαλούσες επιστολή, όμως στην περίπτωση αυτή θα ανέμενε τις, οι δύο αυτές επιστολές που φέρουν και την ίδια ημερομηνία να είχαν γραφεί με τον ίδιο τρόπο, ήτοι να είναι αμφότερες χειρόγραφες ή αμφότερες δια μηχανικού μέσου, η Τρίτη όμως αυτή επιστολή είναι χειρόγραφη, ερωτηματικά για τα οποία δεν δίδουν εξήγηση οι ενάγουσες-εκκαλούσες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί το αποδεικτικό αυτό στοιχείο να στηρίξει ασφαλή δικανική πεποίθηση.
Το έτερο επίδικο είναι ένα μη άρτιο αγροτεμάχιο που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος Πρινέ του Δήμου Νικηφόρου Φωκά Ρεθύμνης στην θέση Π. εμβαδού 2999 τ.μ. που συνορεύει ............ Το εν λόγω ακίνητο αποδείχθηκε ότι είχε περιέλθει στον πατέρα των εναγουσών-εκκαλουσών Σ. Π. το έτος 1970 από άτυπη αγορά από κάποιον Μ., δεδομένου ότι ούτε τα πλήρη στοιχεία του πωλητή αναφέρονται ούτε το τίμημα που καταβλήθηκε ούτε προσκομίζεται οποιοδήποτε έγγραφο στοιχείο αυτής της αγοραπωλησίας, όπως απόδειξη καταβολής του τιμήματος ή κάποιο ιδιωτικό συμφωνητικό.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκε στην Α. Μ., γιαγιά των διαδίκων, η οποία το παραχώρησε άτυπα στον πατέρα του εναγόμενου το 1955, (στην μητέρα των εναγουσών- εκκαλουσών) ή Α. Μ. είχε παραχωρήσει έτερο ακίνητο στην θέση Λ.). Ο πατέρας του εναγομένου-εφεσίβλητου το νεμόταν μέχρι τον θάνατο του το 1989, οπότε υπεισήλθαν στην νομή του οι κατά τα άνω αναφερόμενοι εξ αδιαθέτου κληρονόμου του, αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτή με τη παραπάνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και κατά την διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. .../4-6-2005 συμβόλαιο το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στον εναγόμενο-εφεσίβλητο.
Ο πατέρας του εναγόμενου-εφεσίβλητου αρχικά, στην συνέχεια οι κληρονόμοι του και ο εναγόμενος-εφεσίβλητος από το 2005 ασκούσαν πράξεις νομής επί αυτού με διάνοια κυρίου με επισκέψεις, εκμίσθωση των ορίων του, με δήλωσή του στο Ε9 τα έτη 2005 και 2006, τοπογράφησή του, δήλωση στο κτηματολόγιο. Επομένως ο εναγόμενος-εφεσίβλητος έγινε κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο, αφού ο δικαιοπάροχος πατέρας του έγινε κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αλλά και με πρωτότυπο τρόπο με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες-εκκαλούσες και πριν από αυτές ο δικαιοπάροχος τους ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο με διάνοια κυρίου, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι ούτε το εν λόγω επίδικο περιέλαβαν στις τρεις προαναφερθείσες δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς, ενώ αν πράγματι πίστευαν ότι είναι δικό τους θα το είχαν συμπεριλάβει σε κάποια από όλες τις προαναφερθείσες δηλώσεις ή θα το είχαν δηλώσει στο κτηματολόγιο, απορριπτομένου του ισχυρισμού περί μη δηλώσεώς του για φορολογικούς λόγους, δεδομένου ότι πρόκειται για τρεις δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς, στις οποίες δεν συμπεριελήφθηκε κανένα από τα επίδικα ακίνητα.
Αναφορικά δε με τις πράξεις νομής που επικαλούνται οι ενάγουσες- εκκαλούσες ότι ασκούσαν επί του επιδίκου οι ίδιες και πριν από αυτές ο δικαιοπάροχος τους, ισχύουν όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για το ακίνητο στην θέση Ξ., ήτοι τον εγκλεισμό του πατέρα τους στην φυλακή, ο οποίος ακόμη και αν ασκούσε πράξεις κατοχής μέσω αντιπρόσωπων, δεν αποδείχθηκε ότι είχε διάνοια κυρίου, αφού δεν αποδείχθηκε ότι το είχε αγοράσει άτυπα, και απεβίωσε το έτος 1987, οι ίδιες δε οι εκκαλούσες ήταν ανήλικες και έγκλειστες στην ΧΑΝ από το έτος 1979 και το 1983 μετοίκησαν στην Αθήνα.
Περαιτέρω σε καμία από τις προσκομιζόμενες από αυτές ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών, αλλά και σε αυτές, που λήφθηκαν για την παρούσα δίκη, οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν δεν κατέθεσαν για το ακίνητο στην θέση Π.. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειουσών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήση της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων από τον αναιρεσίβλητο εναγόμενο και τους δικαιοπαρόχους του με έκτακτη χρησικτησία, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ και εφάρμοσε εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμα.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατέβαλαν οι αναιρεσείουσες κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 § 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες ως ηττώμενες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2012 αίτηση των: 1) Α. Π. του Σ. και 2) Π. Π. του Σ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 85/2012 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατέβαλαν οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ